1153/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1153 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated1153/2023 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1153 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1153 / 2023 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1153/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Μαριάνθη Παγουτέλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Ζώη, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητος και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Γενικό Νοσοκομείο Τρικάλων", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στα Τρίκαλα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευμορφίας Ρήγα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από19-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν η 14/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 320/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-7-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Δήμητρα Ζώη. Ο αναιρεσείων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16-7-2020 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 33/2020) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 320/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από την παροχή εργασίας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου έγινε και κατ' ουσίαν δεκτή η από 7-3-2019 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, εξαφανίστηκε η εκδοθείσα κατά την αυτή διαδικασία υπ' αριθμ. 14/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τρικάλων, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσίαν η από 19-12-2017 αγωγή του τελευταίου, δικηγόρου Τρικάλων και είχε επιδικαστεί σ' αυτόν το συνολικό ποσό των 9.405,27 ευρώ (από το συνολικά αιτούμενο ποσό των 186.619,91 ευρώ), με το νόμιμο τόκο, ως δικηγορική αμοιβή για τις διενεργηθείσες από αυτόν επί μέρους δικαστικές ενέργειες (51 τον αριθμό) και για την κάλυψη δαπανών, και, αφού το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο κράτησε την υπόθεση, δέχθηκε κατά ένα μέρος την αγωγή και επιδίκασε στον ενάγοντα για την αυτή αιτία το συνολικό ποσό των 13.047,91 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από της επομένης της επιδόσεως της αγωγής. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα στις 11-9-2020, όπως προκύπτει από τη σχετική επισημείωση επί αντιγράφου αυτής του δικαστικού επιμελητή Τρικάλων Ν. Τ., η δε κατάθεση της αιτήσεως αναιρέσεως στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου κατά της αποφάσεως αυτής έλαβε χώρα στις 16-7-2020, δηλαδή πριν την επίδοση της ως άνω αποφάσεως (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 ΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 91 παρ.1 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικα Δικηγόρων", που τυγχάνει εφαρμογής εν προκειμένω λόγω του χρόνου γένεσης των ένδικων απαιτήσεων, ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του, πλην της δαπάνης, δικαστηριακής ή άλλης, την οποίαν εξ ιδίων κατέβαλε και αμοιβή για κάθε εργασία αυτού δικαστική ή εξώδικη. Με το άρθρο 92 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ.6 του ν. 3919/2011 και, σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 αυτού, άρχισε η ισχύς του από 3-7-2011, που επίσης τυγχάνει εν προκειμένω εφαρμογής, ορίζεται ότι: 1. Τα της αμοιβής του δικηγόρου ορίζονται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία τούτου και του εντολέως του ή του αντιπροσώπου αυτού, η οποία περιλαμβάνει είτε την όλη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή κατ' ιδίαν πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσεως νομικές εργασίες. Οι οριζόμενες από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου ως υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, καθώς και για τη διενέργεια εξωδικαστικών νομικών εργασιών, παύουν να ισχύουν. Στην περίπτωση που δεν προκύπτει ύπαρξη έγκυρης, έγγραφης συμφωνίας περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, ισχύουν οι οριζόμενες σύμφωνα με τα κατωτέρω νόμιμες αμοιβές. Με βάση τις νόμιμες αμοιβές διενεργείται από τα δικαστήρια η επιδίκαση δικαστικών εξόδων, καθώς και η εκκαθάριση πινάκων δικηγορικών αμοιβών στην περίπτωση που δεν προκύπτει έγκυρη έγγραφη συμφωνία περί αμοιβής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 178 παρ.1 [...]. Όπου στις διατάξεις των άρθρων 98-102, 104-123, 125-134, 139-156, 167 και 169 του παρόντος Κώδικα, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη νόμου που περιέχει ρύθμιση περί αμοιβής για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας, γίνεται αναφορά σε "ελάχιστα όρια αμοιβών" ή "ελάχιστες αμοιβές" ή "αμοιβές", νοούνται εφεξής οι "νόμιμες αμοιβές" κατά την έννοια των προηγούμενων εδαφίων. Από τις οριζόμενες στην ΚΥΑ υπ' αριθμό 1117864/2297/Α0012/7-12-2007 (ΦΕΚ 2422 Β') ως υποχρεωτικές "ελάχιστες αμοιβές", εξακολουθούν να ισχύουν, αλλά εφεξής ως "νόμιμες αμοιβές" κατά τη ρύθμιση των προηγούμενων εδαφίων νοούνται μόνον εκείνες (του Κεφαλαίου Ι "Παραστάσεις σε Δικαστήρια"), οι οποίες αναφέρονται στην παροχή δικηγορικών υπηρεσιών, σχετιζομένων με την έναρξη και διεξαγωγή δίκης ή διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας. Τα ποσά των "αμοιβών"-"ορίων" ενεργοποιούνται μόνο σε περίπτωση που δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία και λειτουργούν ως ένα μαχητό τεκμήριο. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι με τις ως άνω διατάξεις του Ν.Δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος των Δικηγόρων" (καταργηθέντος μετά την έναρξη της ισχύος του ν. 4194/2013 κατ' άρθ. 166 παρ. 1 αυτού), μετά την κατάργηση των εκεί προβλεπομένων ελαχίστων ορίων αμοιβών των δικηγόρων, ως υποχρεωτικών, με το άρθρο 5 παρ. 6 του ν. 3919/2011 (ΦΕΚ Α' 32), που αντικατέστησε την περί τούτου διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 92 του ως άνω Κώδικα, θεσπίσθηκε καθεστώς συμβατικής ελευθερίας μεταξύ του εντολέα και του δικηγόρου αναφορικά με τον προσδιορισμό του ύψους της δικηγορικής αμοιβής, οι δε οριζόμενες υπό το πριν το ν. 3919/2011 νομοθετικό καθεστώς ως υποχρεωτικές ελάχιστες αμοιβές για την παροχή δικηγορικών υπηρεσιών με βάση διατάξεις αναγκαστικού δικαίου έπαψαν να ισχύουν από την έναρξη ισχύος του τελευταίου αυτού νόμου, σύμφωνα με το άρθρο 10 αυτού. Επομένως, η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία μεταξύ αυτού και του εντολέα του, χωρίς να είναι υποχρεωτικό πλέον η αμοιβή αυτή να μην υπολείπεται των ελαχίστων ορίων αμοιβών, οι οποίες ορίζονταν στο παρελθόν με διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, ως υποχρεωτικές. Η κατάργηση του υποχρεωτικού χαρακτήρα των ελαχίστων υποχρεωτικών ορίων της δικηγορικής αμοιβής είναι μία από τις θεμελιώδεις αλλαγές που εισήγαγε ο Ν. 3919/2011 (άρθρ. 6 παρ.6β) στο ΝΔ 3062/1954. Η ίδια αλλαγή ενσωματώθηκε στη συνέχεια και στο Νέο Κώδικα Δικηγόρων (ν. 4194/2013, ΦΕΚ Α' 208/27-9-2013, με το άρθρο 166 παρ.2 του οποίου καταργήθηκε ο προϊσχύων κώδικας ν.δ. 3026/1954), στο άρθρο 58 (με τίτλο "Αμοιβή δικηγόρου") του οποίου (Ν. 4194/2013) προβλέπεται ότι "1. Η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με έγγραφη συμφωνία με τον εντολέα του ή τον αντιπρόσωπό του. 2. Η συμφωνία αυτή περιλαμβάνει είτε όλη τη διεξαγωγή της δίκης είτε μέρος ή ειδικότερες πράξεις αυτής ή κάθε άλλης φύσης νομικές εργασίες, δικαστικές ή εξώδικες. 3. Σε περίπτωση που δεν υπάρχει έγγραφη συμφωνία η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται, σύμφωνα με τα οριζόμενα στα επόμενα άρθρα του Κώδικα, με βάση την αξία ....". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο γραπτός τύπος δεν είναι συστατικός της συμφωνίας, αλλά αποδεικτικός. Η θέση αυτή ενισχύεται και από το γεγονός ότι και στην αιτιολογική έκθεση του ανωτέρω Νέου Κώδικα (Κεφάλαιο ΣΤ'παρ.1), αναφέρεται ότι: "Η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται ελεύθερα με γραπτή συμφωνία με τον εντολέα του ή τον αντιπρόσωπό του. Ο γραπτός τύπος δεν είναι συστατικός της συμφωνίας, αλλά αποδεικτικός. Δεν υπάρχουν όρια αμοιβής είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω. Φυσικά και ισχύουν οι γενικές διατάξεις του Αστικού Κώδικα...". Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με τον λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 4/2018, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1572/2021, ΑΠ 148/2020). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 194/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 653/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκείμενη αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Δυνάμει της από 9-4-2008 σύμβασης έμμισθης εντολής, νομίμως δημοσιευθείσας στο ΦΕΚ Γ' 400/30-4-2008, σε εκτέλεση της με αριθμό … απόφασης του τότε Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου Τρικάλων, ο ενάγων, δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Τρικάλων, προσέφερε, με πάγια αντιμισθία, τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο για το χρονικό διάστημα από 9-4-2008 έως 11-1-2013, οπότε ανακλήθηκε ο διορισμός του με την υπ' αριθμ. … απόφαση του Διοικητικού του Συμβουλίου, σε συμμόρφωση με το διατακτικό των με αριθμ. 25720 και 25721/17-12-2012- αποφάσεων του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες ακυρώθηκε η ως άνω απόφαση πρόσληψης του εναγομένου σε θέση Δικηγόρου με πάγια αντιμισθία και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση για νέα κρίση. Επίσης με την ίδια ανωτέρω απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου ορίστηκε η ανασυγκρότηση της Επιτροπής προκειμένου να προβεί σε νέα κρίση για τη θέση του Δικηγόρου στο εναγόμενο. Μετά από αυτά ο ενάγων με έγγραφη αίτησή του ζήτησε τον ορισμό του ως νομικό εκπρόσωπο του εναγομένου. Το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, απηύθυνε ερώτημα προς τον εκκαθαριστή του και τη Διεύθυνση Διοικητικής Υπηρεσίας για το εάν, ενόψει της ακύρωσης του διορισμού του, υπήρχε η δυνατότητα να διορισθεί πληρεξούσιος δικηγόρος του εναγόμενου ο ενάγων και με ποιο καθεστώς θα ελάμβανε χώρα τυχόν ορισμός του, έως την ολοκλήρωση των διαδικασιών πρόσληψης νέου νομικού συμβούλου. Με το με αριθμό πρωτ. … έγγραφό του, ο Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Διοικητικής Υπηρεσίας του εναγομένου έκανε γνωστό στο Διοικητή αυτού ότι επειδή ο ενάγων έως τότε, ως νόμιμος δικηγόρος του Νοσοκομείου, είχε πληρεξούσιο για υπεράσπιση των συμφερόντων του Νοσοκομείου προς κάθε δικαστήριο, εισαγγελική και διοικητική αρχή και ήταν γνώστης όλων των υποθέσεων, για την εύρυθμη λειτουργία του εναγομένου έπρεπε να οριστεί ως πληρεξούσιος δικηγόρος όλων των υποθέσεών του έως ότου εκδοθεί η απόφαση της επιτροπής για νέα κρίση και την ολοκλήρωση των διαδικασιών που θα προκύψει από αυτή. Του έκανε γνωστό επίσης ότι σύμφωνα με τον Ν. 3329/05 παρ. η, παρ. 8, εδ. 23 ο Διοικητής διορίζει πληρεξούσιο δικηγόρο για υπεράσπιση των συμφερόντων του Νοσοκομείου προς κάθε δικαστήριο, εισαγγελική ή διοικητική αρχή και η αμοιβή του θα είναι σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Οικονομικών περί ελάχιστης αμοιβής των δικηγόρων ΦΕΚ 2422/24-12-2007. Μετά ταύτα εκδόθηκε η υπ' αριθμ. … απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου με την οποία τούτο όρισε ως πληρεξούσιο του δικηγόρο τον ενάγοντα για κάθε υπόθεση που απευθύνεται προς κάθε βαθμίδα δικαστηρίου, εισαγγελική ή διοικητική αρχή προς υπεράσπιση των συμφερόντων του, ασκώντας όλα τα νόμιμα δικαιώματα αυτού και η αμοιβή του ορίστηκε να είναι σύμφωνη με την απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Οικονομικών περί ελάχιστης αμοιβής των δικηγόρων, ήτοι την υπ' αριθμ. 1117864/2297/Α0012-ΦΕΚ Β' 2422/24.12.2007 ΥΑ των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης. Ακολούθως με νέα απόφασή του, την …, το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου, ανακαλώντας την προγενέστερη (…) απόφασή του τροποποίησε αυτήν έχουσα πλέον το εξής περιεχόμενο : "η ανάθεση των υποθέσεων του Νοσοκομείου σε πληρεξούσιο Δικηγόρο θα πραγματοποιείται κατόπιν σχετικών εισηγήσεων της Προϊστάμενης του τμ. Δ.Α.Δ., προκειμένου το Δ.Σ. να προβαίνει στην ανάθεση Δικηγόρου ανά υπόθεση εφόσον ζητηθεί λίστα από το Δικηγορικό Σύλλογο με τους ενεργείς δικηγόρους. Οι υποθέσεις για τις οποίες έχει δοθεί πληρεξουσιότητα σε άλλους δικηγόρους από το Δ.Σ., εξακολουθούν να έχουν ισχύ". Εν τω μεταξύ εκδόθηκαν, α) η με αριθμ. … απόφαση του ΔΣ του εναγομένου με την οποία δόθηκε εκ νέου εξουσιοδότηση-εντολή στον ενάγοντα για εκπροσώπηση του νοσοκομείου αφενός για την υπ' αριθ. εκθ. κατ. 169/8-11-2007 έφεση κατά της υπ' αριθ. 227/2004 απόφασης του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τρικάλων, η οποία συζητούνταν στις 14-6-2013 και αφετέρου για την υπ' αριθ. εκθ. κατ. 306/30-12-2008 αγωγή, που θα συζητούνταν ενώπιον του Β' Τριμελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Τρικάλων κατά την ίδια δικάσιμο και β) η υπ' αριθ. … απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου με την οποία δόθηκε η εξουσιοδότηση-εντολή στον ενάγοντα να χειριστεί τις με αριθμό 624, 625, 626 και 627/31-5-2013 κλήσεις του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τρικάλων, οι οποίες θα συζητούνταν στις 5-7-2013, καθόσον αφορούσαν σε υποθέσεις στις οποίες είχε ήδη παρασταθεί ο ενάγων, και είχαν εκδοθεί προδικαστικές αποφάσεις. Σημειώνεται ότι και σ' αυτές τις αποφάσεις του Δ.Σ. του εναγομένου μνημονεύεται ότι η αμοιβή του ενάγοντος θα υπολογίζεται περιοριστικά βάσει του ΦΕΚ Β' 2422/2007. Τέλος εκδόθηκε η υπ' αριθμ. … απόφαση του Δ.Σ. του εναγομένου, η οποία αποτελώντας ορθή επανάληψη της … απόφασής του, τροποποίησε την με αριθμ. … απόφαση ορισμού του ενάγοντος ως πληρεξουσίου δικηγόρου του εναγομένου, έχουσα πλέον το εξής περιεχόμενο "η ανάθεση των υποθέσεων του Νοσοκομείου σε πληρεξούσιο Δικηγόρο θα πραγματοποιείται κατόπιν σχετικών εισηγήσεων της Προϊστάμενης του τμ. Δ.Α.Δ., προκειμένου το Δ.Σ να προβαίνει στην ανάθεση Δικηγόρου ανά υπόθεση εφόσον ζητηθεί λίστα από το Δικηγορικό Σύλλογο με τους ενεργείς δικηγόρους. Οι υποθέσεις για τις οποίες έχει δοθεί πληρεξουσιότητα σε άλλους δικηγόρους από το Δ.Σ. εξακολουθούν να έχουν ισχύ". ... Όπως προαναφέρθηκε κατά την ανάθεση της εντολής στον ενάγοντα εκπροσωπήσεως του εναγομένου σε όλες γενικά τις δικαστικές του υπόθεσε αλλά και μεταγενέστερα κατά την ανάκληση-τροποποίηση της αρχικής απόφασης και ανάθεσης εντολής για τις αναφερόμενες ως άνω κατ' ιδίαν υποθέσεις, του γνωστοποιήθηκε ότι η αμοιβή του καθορίζεται με βάση τα οριζόμενα στην 1117864/2297/Α0012 (ΦΕΚ Β' 2422/24.12.2007) ΥΑ των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, ήτοι ότι θα του καταβάλλεται η ελάχιστη αμοιβή, όπως ενσωματώνεται στο γραμμάτιο είσπραξης του οικείου δικηγορικού συλλόγου. Ο ενάγων ουδόλως αντέδρασε σε αυτό, αποδεχόμενος σιωπηρά την πρόταση του εναγομένου για τον τρόπο αυτό αμοιβής του, παρότι οδηγεί σε κατώτερη αμοιβή του όσον αφορά τα κατωτέρω διαμορφούμενα (για κάθε εξεταζόμενο αγωγικό κονδύλιο), με βάση τη διάταξη του άρθρου 107 του Κώδικα δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) νόμιμα όρια, για τη σύνταξη υπομνήματος ενώπιον των διοικητικών Δικαστηρίων και προτάσεων ενώπιον των πολιτικών, πράγμα που γνώριζε βέβαια κατά την ανάθεση της εντολής λόγω των νομικών του γνώσεων. Η συναίνεση και αποδοχή του προκύπτει και από το ότι με περισσή σπουδή εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του εντολέα του εναγομένου, εκδίδοντας σχετικές αποδείξεις υπηρεσιών, χωρίς αναγραφή επ' αυτών οιασδήποτε σχετικής επιφύλαξης, κωλυσιεργώντας μάλιστα τη διαδικασία ορισμού νέου νομικού συμβούλου, με διάφορα δικόγραφα, όπως λόγου χάρη τη με αριθμ. πρωτ. … ένσταση εξαίρεσης των μελών της Επιτροπής Αξιολόγησης των υποψηφίων για την πιο πάνω θέση, διάφορες εξωδικαστικές ενέργειες, όπως την με αριθμ. πρωτ. … αναφορά του προς τον Υπουργό Υγείας για τον τρόπο συγκρότησης της ως άνω επιτροπής και τη ζημία του εναγομένου από τον ορισμό της δικηγόρου, σημερινής του πληρεξούσιας Μ.. Κ. προς υποστήριξη των υποθέσεών του, ενώ ταυτόχρονα αρνούταν και απέφευγε για μεγάλο χρονικό διάστημα, οπωσδήποτε δε από μήνα Ιούνιο του 2013 έως και το μήνα Οκτώβριο του 2013 την παράδοση στο εναγόμενο του αρχείου με τις υποθέσεις που είχε χειριστεί, αναγκάζοντας το τελευταίο να του απευθύνει πλείστες όσες επιστολές, ζητώντας να μάθει την πορεία των υποθέσεων που είχε χειριστεί, αν τις έφερε σε πέρας επιτυχώς και αν εκκρεμούσε η καταβολή δικαστικών του εξόδων που είχε πληρωθεί για λογαριασμό του και έπρεπε να του αποδώσει, τις οποίες ο ενάγων αγνοούσε παντελώς, χωρίς να εκφράσει έως τότε, αλλά και μεταγενέστερα, οιαδήποτε αντίρρηση, καταδεικνύοντας με τη στάση του αυτή την αποδοχή του ως προς το ύψος αυτό αμοιβής του, η οποία αποτελεί πλέον συμβατικά καθορισθείσα αμοιβή. Μάλιστα η εν λόγω συμφωνία, μετά την απελευθέρωση των αμοιβών και την αντικατάσταση της παρ. 1 του άρθρου 92 του ν.δ. 3026/1954 (που είχε προστεθεί με την παρ. 3 του άρθρου 5 ν.δ. 4272/1962 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1093/1980) με το άρθρο 5 παρ. 6 του ν. 3919/2011, τυγχάνει καθ' όλα έγκυρη, με βάση τα αναφερόμενα στην προπαρατεθείσα νομική σκέψη". Με βάση τα παραπάνω, το Εφετείο, αφού δέχθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο ομοίως έκρινε, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, ήτοι τις διατάξεις των ως άνω άρθρων, όπως αυτές είχαν υπό τη νέα τους διατύπωση και περαιτέρω δε ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, καθόσον από το περιεχόμενο των προτάσεων του εναγομένου, καθ' ολοκληρίαν εκτιμώμενο προκύπτει σχετικός ισχυρισμός, ότι δηλαδή υπήρξε σιωπηρή αποδοχή εκ μέρους του ενάγοντος, της καθορισθείσης αμοιβής με βάση τις διατάξεις της 1117864/2297/Α0012 (ΦΕΚ Β' 2422/24.12.2007) ΥΑ των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, απέρριψε το σχετικό λόγο της έφεσης του ενάγοντος. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι "αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προέβη στις κάτωθι νομικές ενέργειες, οι οποίες επιβαρύνονται με βάση τη διάταξη του άρθρου 62§3 του ν. 3842/2010, με το οποίο εισήχθη στις δικηγορικές υπηρεσίες από 1/7/2010 υποχρεωτικά Φ.Π.Α. 23% και όχι 24% που ισχύει από 1-1-2016 βάσει της διάταξης του όρθρου 52 του ν. 4389/2016, που αντικατέστησε την προαναφερομένη (από τις οποίες τα λοιπά έξοδα για την κανονική εκτέλεση της εντολής του Γ.Ν. Τρικάλων δεν μπορούν να επιβαρυνθούν με Φ.Π.Α., καθόσον δεν αποτελούν παροχές νομικών υπηρεσιών του ενάγοντος δικηγόρου αλλά δαπάνες εκτέλεσης της εντολής για τις οποίες η υποχρέωση για Φ.Π.Α. εξαντλήθηκε βάσει του άρθρου 1 του ν. 2859/2000 στον τελικό καταναλωτή), καθόσον αυτός ο Φ.Π.Α. ίσχυε κατά το έτος 2013, όπως ειδικότερα προκύπτει και από τα προσκομισθέντα μετ' επικλήσεως με αριθμούς 1-52 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών του ενάγοντος, για την κοστολόγηση των οποίων δεν έχει εφαρμογή το ν.δ. 3026/1954 και δη το άρθρο 107 αυτού, αλλά η υπ' αριθ. 111/2007 (ΦΕΚ Β' 2422/2007) Υπουργική Απόφαση, την οποία ο ενάγων αποδέχθηκε σιωπηρώς, παραιτούμενος με τον ίδιο τρόπο των δικαιωμάτων του, που πηγάζουν από το ν.δ. 3026/1954, καθόσον εκτελούσε τις νομικές του ενέργειες γνωρίζοντας καλώς το περιεχόμενο της ως άνω υπ' αριθ. 42/2/25-1-2013 απόφασης-εντολής του Δ.Σ. του Γ.Ν. Τρικάλων καθώς και των υπόλοιπων αποφάσεων του τελευταίου, που αποτέλεσαν τη συνέχεια της προειρημένης απόφασής του....". Με την ως άνω κρίση του το Εφετείο και ειδικότερα, με το να δεχθεί ότι για τον καθορισμό του ύψους της δικαιούμενης αμοιβής του ενάγοντος-αναιρεσείοντος κατά το χρονικό διάστημα από 25-1-2013 έως 28-5-2013 με βάση τις διατάξεις της 1117864/2297/Α0012 (ΦΕΚ Β' 2422/24.12.2007) Κ.Υ.Α. των Υπουργών Οικονομίας, Οικονομικών και Δικαιοσύνης, υπήρξε σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, και ειδικότερα ότι κατά την ανάθεση της εντολής στον ενάγοντα για την εκπροσώπηση του εναγομένου σε όλες γενικά τις δικαστικές του υποθέσεις, αλλά και μεταγενέστερα κατά την ανάκληση-τροποποίηση της αρχικής απόφασης και ανάθεσης εντολής για τις αναφερόμενες κατ' ιδίαν υποθέσεις, με την έκδοση των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικών αποφάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου, με τις οποίες όρισε αυτόν ως πληρεξούσιο δικηγόρο για τις αναφερόμενες σ' αυτές υποθέσεις, γνωστοποιήθηκε σ' αυτόν ότι η αμοιβή του θα καθορίζεται με βάση τα οριζόμενα στην 1117864/2297/Α0012 (ΦΕΚ Β' 2422/24.12.2007) ΚΥΑ, (ότι θα του καταβάλλεται η ελάχιστη αμοιβή, όπως ενσωματώνεται στο γραμμάτιο προείσπραξης του οικείου δικηγορικού συλλόγου), ο δε ενάγων ουδόλως αντέδρασε σ' αυτό, αποδεχόμενος σιωπηρά την πρόταση του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου για τον κατ' αυτόν τον τρόπο καθορισμό της αμοιβής του, χωρίς να εκφράσει έως τότε, αλλά και μεταγενέστερα οιαδήποτε αντίρρηση, καταδεικνύοντας με τη στάση του αυτή την αποδοχή του ως προς το ύψος της αμοιβής του, η οποία αποτελεί συμβατικά καθορισθείσα αμοιβή, ουδόλως προέβη σε παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 98, 100 παρ.1, 107, 111 και 114 παρ. 5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος Δικηγόρων" (περί υπολογισμού της αμοιβής του με βάση την αξία του αντικειμένου της δίκης), τις οποίες ορθά δεν εφάρμοσε, αφού δε συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους. Η ως άνω ένδικη συμφωνία, μετά την απελευθέρωση των αμοιβών και την αντικατάσταση της παρ. 1 του άρθρου 92 του ν.δ. 3026/1954 (που είχε προστεθεί με την παρ. 3 του άρθρου 5 ν.δ. 4272/1962 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 του ν. 1093/1980) με το άρθρο 5 παρ. 6 του ν. 3919/2011, τυγχάνει καθ' όλα έγκυρη, ενώ δεν απαιτείται σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν πιο πάνω για το κύρος της να είναι έγγραφη, αφού ο έγγραφος τύπος της δεν είναι συστατικός, αλλά αποδεικτικός. Επομένως, ο πρώτος από τον αριθμό 1 α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι έπρεπε να υπολογίσει την αμοιβή του με βάση τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 98, 100 παρ.1, 107, 111 και 114 παρ.5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος Δικηγόρων", τις οποίες δεν εφάρμοσε, παρόλο που συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, είναι αβάσιμος. 'Οσον αφορά τις προβαλλόμενες με τον ίδιο λόγο λοιπές αιτιάσεις ότι δεν υπήρξε σχετική συμφωνία για τον καθορισμό της δικαιούμενης αμοιβής μεταξύ του αναιρεσείοντος και του αναιρεσιβλήτου, είναι απαράδεκτος, αφού πλήττει την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την κατάρτιση της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας για τον καθορισμό της αμοιβής του αναιρεσείοντος (άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Επίσης, το Εφετείο, με το να κρίνει ότι οι αναφερόμενες στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικές ενέργειες επιβαρύνονται με βάση τη διάταξη του άρθρου 62 παρ. 3 του ν. 3842/2010, με το οποίο εισήχθη στις δικηγορικές υπηρεσίες από 1-7-2010 υποχρεωτικά Φ.Π.Α. 23% και όχι 24% που ισχύει από 1-1-2016 βάσει της διάταξης του άρθρου 52 του ν. 4389/2016, η οποία αντικατέστησε την προαναφερομένη, ορθά εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις, ο δε ως άνω ίδιος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Επιπλέον ο ίδιος λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται η ίδια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, με το να κρίνει ότι το αίτημα του ενάγοντος-αναιρεσείοντος περί καταβολής σ' αυτόν του ποσού που αντιστοιχεί στον ΕΦΚΑ, το οποίο θα κληθεί να πληρώσει μόλις εισπράξει το ποσό που θα του επιδικαστεί αμετάκλητα από το Δικαστήριο για την αμοιβή του, ανερχόμενο στο 20% επί του ποσού αυτού, είναι μη νόμιμο, παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ.11 του ν. 4387/2016, τις οποίες δεν εφάρμοσε, είναι αβάσιμος, αφού η παρακράτηση αυτή, η οποία υπολογίζεται σε ποσοστό 20% επί της ελάχιστης αμοιβής ανά δικηγορική πράξη ή παράσταση, για την οποία προβλέπεται η έκδοση γραμματίου προείσπραξης, ισχύει από 1-1-2017 και εντεύθεν και όχι για τα εισοδήματα των προηγούμενων ετών (δηλαδή για το έτος 2013 που αφορά η ένδικη αγωγή).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, 3/1997, 11/1996). Ο ως άνω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 987/2022, ΑΠ 812/2021, ΑΠ 573/2018). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα πρωτοδίκως και στο Εφετείο ισχυρισμό του ότι "δεν υπήρξε συμφωνία μεταξύ αυτού και του αναιρεσίβλητου και τούτο λόγω της φύσης του αναιρεσιβλήτου (Ν.Π.Δ.Δ.) το οποίο δεν καταρτίζει σιωπηρές έγγραφες συμφωνίες και ότι τέτοια έγγραφη συμφωνία δεν υπάρχει με κάποιο ιδιωτικό συμφωνητικό και με δική του υπογραφή για την αμοιβή από την εκτέλεση των υποθέσεων που του ανέθεσε". Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, με το να δεχθεί το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι υπήρξε συμβατικός καθορισμός της αμοιβής του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτό, τον οποίο απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμο κατ' ουσίαν.
Κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο απ' αυτήν προβλεπόμενος αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε ως αληθινά πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά ή όταν δεν προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία διαμορφώθηκε το αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ 242/2014, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 701/2008) χωρίς όμως να είναι απαραίτητο να αξιολογείται το καθένα χωριστά (ΑΠ 955/2021, ΑΠ 217/2016, ΑΠ 2031/2007). Περαιτέρω, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, για παραβίαση των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ιδρύεται όταν το δικαστήριο προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που δεσμευτικά ορίζει γι' αυτό ο νόμος και όχι στην περίπτωση που το δικαστήριο έχει, σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ, την εξουσία να εκτιμήσει ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι μαρτυρικές καταθέσεις, η εκτίμηση της αξιοπιστίας των οποίων εναπόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο δεν είναι υποχρεωμένο να εκθέσει στην απόφασή του τους λόγους της γενομένης εκτίμησής του. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης δημιουργείται όταν το δικαστήριο αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που του προσδίδει ο νόμος και όχι αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά το νόμο, αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1388/2021, ΑΠ 703/2021, ΑΠ 1719/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό της, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ ΑΠ 24/1992). Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί την απόφαση από νόμιμη βάση, νοούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά το νόμο, για τη στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης, περιστατικά, όχι, όμως, και τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία ή έλλειψη, η αντιφατικότητα ή η ανεπάρκεια της αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 38/2012). Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός ή ένσταση κλπ) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο ισχυρισμό παρουσιάζεται η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, εφόσον δεν είναι αυτονόητη, γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο της έλλειψης αυτής, ενώ, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται, ώστε να είναι αυτή πλήρης ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 112/2021). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τους τρίτο, τέταρτο και έβδομο λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλει τις από τους αριθμ. 10, 12 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάσεις, με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, για τη διατύπωση του αποδεικτικού της πορίσματος περί της ύπαρξης συμφωνίας για τον καθορισμό της αμοιβής του αναιρεσείοντος, α) παρά το νόμο δέχθηκε ως αληθή τον προβληθέντα από τον αναιρεσίβλητο σχετικό ισχυρισμό, χωρίς να προσκομισθεί σχετική περί αυτού απόδειξη εκ μέρους του και παρά τα όσα αντίθετα αποδείχθηκαν από τις μοναδικές δύο καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, β) προσέδωσε μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη για την ύπαρξη της ως άνω μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας στην υπ' αριθμ. 2/25-1-2013 απόφαση του Δ.Σ. του αναιρεσιβλήτου και γ) δεν περιέλαβε καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες. Οι δύο πρώτοι λόγοι κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφού, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, το αποδεικτικό πόρισμα αυτής διαμορφώθηκε με βάση τα προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, τα οποία το Δικαστήριο συνεκτίμησε, χωρίς να παραβιάσει την αρχή του ισοδύναμου αυτών και χωρίς να προσδώσει αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε αποδεικτικό μέσο, ως αβασίμως ισχυρίζεται ο αναιρεσείων. Πέραν αυτών, η μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και εσφαλμένη, δικαστική κρίση, δεν δύναται να θεμελιώσει τους προβαλλόμενους ως άνω αναιρετικούς λόγους, αφού αυτή, ως αναφερόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (πραγμάτων), είναι ανέλεγκτη αναιρετικά, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ. 'Οσον αφορά δε τον από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο, είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού ουδόλως προσδιορίζονται στο αναιρετήριο σε τι συνίσταται η έλλειψη επαρκούς ή νόμιμης ή αντιφατικής αιτιολογίας της απόφασης (ΑΠ 317/2001).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 17 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο. Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (ΑΠ 2061/2007, 1022/2004). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 77/2009). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως, υπό την επίκληση πλημμέλειας από την παραπάνω διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 17 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι περιλαμβάνει αντιφατικές διατάξεις, α) για το εάν ισχύει η ποσοστιαία αμοιβή του, β) για το ποσοστό 23% αντί του 24% για τον Φ.Π.Α. και γ) για το εάν επιτρέπεται η σιωπηρή συμφωνία με Ν.Π.Δ.Δ.. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, οι αναφερόμενες αντιφάσεις εντοπίζονται στο αιτιολογικό και όχι στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, με αποτέλεσμα, σύμφωνα με όσα στην προτασσόμενη σκέψη διαλαμβάνονται, να μην ιδρύεται ο από την πιο πάνω διάταξη λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 1199/2018). Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 ΚΠολΔ, υφίσταται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε, ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίσθηκε, ύστερα από ένδικο μέσο, ή αναγνωρίστηκε, ως ανύπαρκτη. Πρόκειται, δηλαδή, για απόφαση, η οποία παραβιάζει τις διατάξεις των άρθρων 321, 324 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 19/2005). Για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναιρέσεως πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο με σαφήνεια το αντικείμενο της δίκης που προηγήθηκε, τα ζητήματα που κρίθηκαν σ' αυτή με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της μεταγενέστερης δίκης και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου με τα πραγματικά περιστατικά που προσδιορίζουν την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο τρόπος με τον οποίο συγκεκριμένα παραβιάστηκε αυτό, καθώς επίσης ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε το δεδικασμένο στο δικαστήριο της ουσίας και ο ισχυρισμός απορρίφθηκε. Πρέπει επίσης να εξειδικεύονται οι πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως ως προς την κατάφαση ή την άρνηση δεδικασμένου, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εφαρμογή ή μη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων (ΑΠ 1410/2017, 929/2014, 1324/2013, 1098/2011, 945/2008). Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων, με τον πέμπτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή παραβίασε το δεδικασμένο που απορρέει από την υπ' αριθ. 130/2010 προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε μεταξύ των ιδίων διαδίκων για την ίδια αιτία, με την οποία κρίθηκε ότι "για υποθέσεις που είχε χειρισθεί στο παρελθόν ως δικηγόρος του εναγομένου, δικαιούταν τη νόμιμη αμοιβή του ποσοστού 2% κατά το έτος 2008, παρά το γεγονός ότι στις αποφάσεις του Δ.Σ. του εναγομένου γινόταν αναφορά για αμοιβές σύμφωνα με το ΦΕΚ". Ωστόσο όμως ο αναιρεσείων, για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου δεν αναφέρει στο αναιρετήριο το αντικείμενο της προηγηθείσας δίκης, παραθέτοντας τις ουσιαστικές παραδοχές της υπ' αριθμ. 130/2010 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας, από την οποία απορρέει το επικαλούμενο δεδικασμένο, ούτε το ζήτημα που κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου σε συσχετισμό με το αντικείμενο της παρούσας δίκης, ενώ δεν εξειδικεύει ούτε τις πλημμέλειες της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού του περί δεδικασμένου, ώστε να μπορεί να κριθεί αν με ψευδή ερμηνεία ή με εσφαλμένη υπαγωγή παραβιάσθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας δίκης οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο. Επομένως, και ο λόγος αυτός (πέμπτος) είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του.
Τέλος, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από εσφαλμένη ανάγνωση αποδεικτικού, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι διαφορετικό από το πραγματικό, δηλαδή ότι περιέχει περιστατικά προφανώς διάφορα από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο το δικαστήριο ορθώς ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για το ορισμένο του λόγου αυτού πρέπει στο αναιρετήριο να προσδιορίζεται: α) το παραμορφωθέν έγγραφο, το περιεχόμενό του και το περιεχόμενο που προσέδωσε σε αυτό το δικαστήριο και μάλιστα αυτολεξεί, ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1154/2021, ΑΠ 1145/2015, ΑΠ 1056/2014). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον όγδοο, από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικάσαν Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, με το να απορρίψει τα υπό στοιχ. 1 και 2 κονδύλια της αγωγής του, γιατί η υπ' αριθμ. 42/2013 απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του αναιρεσιβλήτου δεν αναφέρει χρονικό όριο ανάληψης των υποθέσεων, παραμόρφωσε την παραπάνω απόφαση και δεν δέχθηκε τα διαφορετικά γεγονότα που αποδείχθηκαν από αυτόν για ανάληψη των αναφερομένων υποθέσεων προφορικά από τον τότε διοικητή του. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι η σχετική αιτίαση ως προς την κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, υπό τα επικαλούμενα στο αναιρετήριο, αναφέρεται σε σφάλμα του δικάσαντος δικαστηρίου, ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος για την κατάρτιση σιωπηράς συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για τον τρόπο καθορισμού της αμοιβής του αναιρεσείοντος. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης ως αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, (άρθρα 176,183 ΚΠοΛΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-7-2020 αίτηση του Δ. Κ. του Α. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 320/2020 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει για τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιανουαρίου 2023.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ