1153/20201153/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary AI generated
Απόφαση 1153 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1153/2020 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γ. Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη...
Απόφαση 1153 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1153/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Γ. Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρουλιώ Δαβίου-Απέργη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 2) Β. Χ. του Ε., κατοίκου ..., 3) Β. Γ. του Λ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Σπηλιώτη και κατέθεσαν προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Χ. Χ. του Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Νικολάου Γεωργούση και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θηβών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 200/2019 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 22-7-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπόκριση αίτηση αναιρέσεως στρέφεται κατά της 200/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου- Θηβών που δίκασε ως Εφετείο. Με την απόφαση αυτή απορρίφθηκε αντιμωλία των διαδίκων έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 41/2018 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θηβών, με την οποία είχε γίνει δεκτή αγωγή αναγνώρισης οιονεί νομής δουλείας διόδου από την αναιρεσίβλητη. Η αίτηση έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 4 και 552 και 552,553,556,558,564,566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. Επομένως αυτή είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571 κα 577 Κ.Πολ.Δικ.).
Σύμφωνα, με, τις διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, και 1121 ΑΚ επί ακινήτου μπορεί να αποκτηθεί εμπράγματο δικαίωμα υπέρ του εκάστοτε κυρίου άλλου ακινήτου, που να του παρέχει κάποια ωφέλεια, δηλαδή, πραγματική δουλεία, όπως είναι και η δουλεία οδού. Η σύσταση του εμπράγματου αυτού δικαιώματος μπορεί να γίνει και με έκτακτη χρησικτησία, ως προς την οποία εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την κτήση της κυριότητας ακινήτων με έκτακτη χρησικτησία, εφαρμοζομένου αναλόγως και του άρθρου 1051 ΑΚ, έτσι ώστε εκείνος που επικαλείται κτήση πραγματικής δουλείας με έκτακτη χρησικτησία, μπορεί να συνυπολογίσει το χρόνο της οιονεί νομής του στο χρόνο της οιονεί νομής του δικαιοπαρόχου του. Από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1045, 974 και 975 AΚ, συνάγεται ότι η φυσική εξουσία επί ακινήτων επί συνεχή εικοσαετία επιφέρει την, κτήση μεν κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία αν είναι καθολική, περιλαμβάνει, δηλαδή, όλες τις χρησιμότητες του πράγματος και ασκείται με διάνοια κυρίου (νομή), κτήση δε πραγματικής δουλείας αν είναι μερική, περιλαμβάνει, δηλαδή, μια ή ορισμένες μόνο χρησιμότητες του πράγματος, που αποτελούν περιεχόμενο τέτοιας δουλείας και ασκείται υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου από τον κύριο αυτού με διάνοια δικαιούχου (οιονεί νομή). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ακόμα ότι για την κτήση πραγματικής δουλείας με τον πρωτότυπο τρόπο της έκτακτης χρησικτησίας απαιτείται εκείνος που ασκεί την οιονεί νομή δουλείας στο δουλεύον ακίνητο, να είναι κύριος του δεσπόζοντος ακινήτου και, συνεπώς, αν ασκεί χρησικτησία και επί του ακινήτου αυτού. Η έναρξη της χρησικτησίας για την απόκτηση της πραγματικής δουλείας, δεν μπορεί να γίνει πριν από τη συμπλήρωση στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος εικοσαετούς με διάνοια κυρίου νομής αυτού επί του δεσπόζοντος ακινήτου.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρο 561 παρ.2) της 200/1919 [αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών, που δίκασε ως Εφετείο προκύπτει ότι τούτο επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "... Η εκκαλούσα - ενάγουσα δυνάμει της υπ'αριθ., 16.113/29.12.2014 πράξης αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου ... (τ. 357, αρ. 499), απεδέχθη με την αδελφή της, Β. Χ., την κληρονομία του αποβιώσαντος την 1.....2003 πατέρα της, Λ. Χ., δυνάμει της από 14.5.2003 ιδιόγραφης διαθήκης του, και επομένως κατέστη συγκυρία και συννομέας ενός ακινήτου-οικοπέδου έκτασης 113,18 τ.μ., που βρίσκεται μέσα στον οικισμό ... του Δήμου ..., το οποίο (οικόπεδο) συνορεύει ΑΝΑΤΟΛΙΚΑ με ιδιοκτησία Ι. Κ., ΔΥΤΙΚΑ με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Χ. και ειδικότερα σε πλευρά 2,26 μ. με εδαφική λωρίδα ιδιοκτησίας των τελευταίων (στο νότιο τμήμα της) που χρησιμοποιείται ως δίοδος και πέραν αυτής με την επίδικη εδαφική λωρίδα (κατωτέρω περιγραφόμενη) ιδιοκτησίας των εκκαλούντων - εναγομένων κείμενη στο νότο του μείζονος ακινήτου τους και πέραν αυτής με δημοτικό δρόμο, ΒΟΡΕΙΑ με δημοτικό δρόμο και ΝΟΤΙΑ με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Π.. Το εν λόγω οικόπεδο της ενάγουσας (συνιδιοκτησίας της αδελφής της) απεικονίζεται με τα στοιχεία Α 13-α-β-γ-Α2-Α1-Α16-Α15-Α14-Α13 στο από Δεκεμβρίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα τού αρχιτέκτονα μηχανικού Γ. Κ. και σύμφωνα με αυτό ανατολικά έχει διαστάσεις πλευρών Α1-Α16 8,91 μ., Α16-Α15 4,09 μ. και Α15-Α14 5,81 μ., δυτικά διαστάσεις πλευράς Α13-α 2,26 μ. και πλευράς α-β 3,94 μ., β-γ 3,75 μ. και γ-Α2 9,10 μ., βόρεια πλευράς Α2-Α1 6,14 μ. και νότια πλευράς Α14-Α13 5,91 μ. Στο οικόπεδο υπάρχει διώροφο κτίσμα αποτελούμενο από ισόγειο και πρώτο όροφο και μία ισόγεια αποθήκη στον ακάλυπτο χώρο, που είχαν οικοδομηθεί δυνάμει της υπ'αριθ. 131/1956 άδειας της πολεοδομίας Θηβών. Το εν λόγω ακίνητο είχε αποκτήσει ο κληρονομούμενος από τον πατέρα του Χ. Χ., που πέθανε το έτος 1930 στο ... , χωρίς να αφήσει διαθήκη και με προφορική διανομή με τους λοιπούς συγκληρονόμους από το έτος 1948, από τότε δε και μέχρι τη χρονολογία του θανάτου το κατείχε κι ενέμετο, τον οποίο διαδέχθηκαν στη νομή οι κληρονόμοι του ήδη από το θάνατό του. Η εφεσίβλητη - ενάγουσα και η αδελφή της προέβησαν στη σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας επί του ως άνω κτίσματος, δυνάμει της νόμιμα μεταγεγραμμένης, υπ'αριθ. 16..../22.4.2015 πράξης σύστασης οριζοντίου ιδιοκτησίας της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου και η ενάγουσα κατέστη αποκλειστική κυρία και νομέας τού πρώτου ορόφου της οικοδομής, επιφανείας 54,80 τ.μ., που. συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Ι.Κ., δυτικά, με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ.Χ., βόρεια με βεράντα και πέραν αυτής με δημοτική οδό και νότια με την ταράτσα του ισογείου και στην αδελφή της περιήλθε ο ισόγειος όροφος της οικοδομής επιφάνειας 79,36 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Ι.Κ., δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Χ., βόρεια με πεζοδρόμιο και πέραν αυτού με δημοτικό δρόμο και νότια με ακάλυπτο χώρο οικοπέδου και με την κλίμακα ανόδου στον πρώτο όροφο. Αμφότερες δε κατέστησαν συγκύριες επί της ισόγειας αποθήκης, επιφάνειας 12,56 τ.μ., που συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία Ι.Κ., δυτικά με ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου βόρεια με την κλίμακα ανόδου στον πρώτο όροφο και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Π.. Η νομή και κυριότητα της ενάγουσας επί του ως άνω οικοπέδου και επί της οριζόντιας ιδιοκτησίας στον πρώτο όροφο και την ισόγεια αποθήκη δεν αμφισβητείται από τους εκκαλούντες-εναγομένους. Το οικόπεδο της ενάγουσας εφεσίβλητης συνορεύει δυτικά με ακίνητο Ιδιοκτησίας αρχικά Γ. Χ. (αδελφού του δικαιοπαρόχου πατέρα της) και ήδη κληρονόμων αυτού και δυτικά αυτού βρίσκεται το ακίνητο ιδιοκτησίας αρχικά Ε. Χ. (επίσης, αδελφού του δικαιοπαρόχου της) και ήδη των εκκαλούντων-εναγομένων, το οποίο ακίνητο έχει έκταση περίπου 120 τ.μ. και συνορεύει δυτικά με κοινοτικό δρόμο, βόρεια με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Χ. και νότια με ιδιοκτησία Π. Π.. Ήδη μετά την ανέγερση της οικίας το 1956 από το Λ. Χ., δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης-ενάγουσας και στη συνέχεια μετά την ανέγερση της οικίας των εκκαλούντων - εναγομένων κατά τη δεκαετία του 1980 η πρόσβαση στο ακίνητο του δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης - ενάγουσας, γινόταν μέσω εδαφικής λωρίδας, τμήμα της οποίας αποτελεί η επίδικη, κειμένης στο νότιο μέρος των προαναφερομένων όμορων ιδιοκτησιών των αδελφών του Λ. Χ., συνολικής, έκτασης 15,23 τ.μ., μεταβλητού πλάτους από 2,2μ (αρχή της λωρίδας από ανατολικά) εν συνεχεία 1,59 μ. έως 3 μ. δυτικά, η οποία συνολική λωρίδα συνορεύει βόρεια εν μέρει με υπόλοιπη ιδιοκτησία κληρονόμων Γ. Χ. και εν μέρει με υπόλοιπη ιδιοκτησία εναγομένων, νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Π., ανατολικά με ακάλυπτο χώρο του ακινήτου της ενάγουσας και δυτικά με δημοτική οδό. Χρησιμοποιείτο δηλαδή η εν λόγω λωρίδα από τον Λ. Χ., δυνάμει άτυπης προφορικής συμφωνίας μεταξύ των τριών αδελφών, ώστε να έχουν πρόσβαση στο δρόμο (δυτικά κείμενη των τριών ακινήτων κοινοτική οδό και μέσω αυτής στην προς βορρά των τριών ακινήτων κείμενη δημοτική οδό), τόσο ο πρώτος όροφος του κτίσματος του Λ. Χ., που χρησιμοποιείτο ως οικία, όσο και ο πρώτος όροφος του ομόρου κτίσματος του αδελφού του, καθόσον στο ισόγειο των κτισμάτων λειτουργούσαν καφενείο και δεν υπήρχε άλλη πρόσβαση προς τις οικίες. Από την εν λόγω δίοδο διέρχονταν πεζή τόσο η οικογένεια του Λ. Χ., προκειμένου να μεταβεί στην οικία της, όσο και οι επισκέπτες, αφού αυτή ήταν η μόνη πρόσβαση, όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες από τους εκκαλούντες φωτογραφίες, που απεικονίζουν τις εξωτερικές κλίμακες εισόδου του πρώτου ορόφου της εφεσίβλητης-ενάγουσας και της όμορης οικίας, ενώ στο παρελθόν διέρχονταν μέσω αυτής και με τα ζώα, μεταφέροντας πράγματα προς την αυλή, χωρίς ουδέποτε να υπάρξει οιαδήποτε όχληση από τους εναγομένους ή τους δικαιοπαρόχους τους. Το ισόγειο της οικοδομής του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας ναι μεν είχε πρόσβαση από το βορρά σε δημοτικό δρόμο, ωστόσο η χρήση του ισογείου της οικοδομής ως καφενείου και του υπολοίπου τμήματος του ισογείου (όπισθεν του καφενείου) και του πρώτου ορόφου ως οικίας, δεν επέτρεπε την επικοινωνία του τμήματος του ισογείου που χρησιμοποιείτο ως κατοικία και του πρώτου ορόφου που ομοίως χρησιμοποιείτο ως κατοικία, με τον προς βορρά δρόμο, η οποία, ως προεξετέθη, γινόταν μέσω εξωτερικής σκάλας προς τον ακάλυπτο χώρο της οικοδομής και στη συνέχεια μέσω της ως άνω διόδου με την παρακείμενη κοινοτική οδό. Η χρήση αυτή συνεχίστηκε και μετά το έτος 1982, οπότε ο Λ. Χ. και ό αδελφός του Γ. Χ., δώρισαν με την υπ' αριθ. 1791/1982 πράξη της συμβολαιογράφου ... Ε. Α., μέρος του οικοπέδου τους στον αδελφό τους δικαιοπάροχο των εκκαλούντων-εναγομένων, Ε. Χ., προκειμένου να καταστεί οικοδομήσιμο το οικόπεδο του, ώστε να μπορέσει να ανεγείρει επ'αυτού οικία, αφού αφενός δεν είναι εύλογο με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας να αλλάξει η μέχρι τότε χρήση της διόδου, αποκλείοντας ουσιαστικά την πρόσβαση στις παρακείμενες οικίες των δωρητών, οι οποίοι ουσιαστικά "εξυπηρετούσαν" τον αδελφό τους, αφετέρου συνέχισε να λειτουργεί το καφενείο μέχρι το 2003 από το δικαιοπάροχο της εφεσίβλητης- ενάγουσας, στη συνέχεια δε μετά το θάνατό του τον διαδέχθηκε στην εν λόγω οιονεί νομή η εφεσίβλητη-ενάγουσα, η οποία συνέχισε να διέρχεται από την εν λόγω δίοδο όταν μετέβαινε στο Μ.. Επομένως, η ενάγουσα κατέστη οιονεί νομέας δουλείας διόδου στην επίδικη εδαφική λωρίδα, ως καθολική διάδοχος του δικαιοπαρόχου πατέρα της, στο πρόσωπο του οποίου είχε συμπληρωθεί ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας κατά το χρόνο θανάτου του, ως νεμηθείς την επίδικη λωρίδα με διάνοια δουλειούχου πλέον της εικοσαετίας, καθώς νεμόταν ως δουλειούχος την επίδικη λωρίδα τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1980 έως το θάνατό του το έτος 2003 και τον οποίο διαδέχθηκε στη νομή (983 ΑΚ), συνεχίζοντας και η ίδια τη διέλευση διανοία δικαιούχου,, όταν μετέβαινε στην οικία της στο Μ., μέχρι την αποβολή της το Δεκέμβριο του έτους 2015. Πλην όμως οι εκκαλούντες - εναγόμενοι το Δεκέμβριο του 2015, μετά από διαφωνία με την εφεσίβλητη - ενάγουσα ως προς κάποια κληρονομιαία αγροτεμάχια (βλ. σχετική εξώδικη δήλωση της εφεσίβλητης - ενάγουσας προς εκκαλούντες-εναγομένους) κατασκεύασαν στην αρχή της επίδικης διόδου, η οποία απεικονίζεται στο από Δεκεμβρίου 2014 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού, Γ. Κ. με τα στοιχεία Α10-Α10'-1-2-3-Α12-Α11-Α10 και συνορεύει δυτικά με πλευρά Α10-Α10' με δημοτική οδό, ανατολικά, με πλευρές Α12-3 με υπόλοιπο τμήμα διόδου και 1-2 με λοιπή ιδιοκτησία εκκαλούντων - εναγομένων, νότια με πλευρές Α12-Α11 με ιδιοκτησία κληρονόμων Π. Π., Α11-Α10, ομοίως και βόρεια με πλευρές Α10' -1 με λοιπή ιδιοκτησία εκκαλούντων-εναγομένων και 2-3, τοιχίο, από τσιμεντόλιθους (από ανατολή προς δύση) εκεί που ενώνονται τα. στοιχεία Α12-3, πλάτους 1,59μ. και ύψους 1,20 μ. Τα ανωτέρω αποδεικνύονται από τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίστηκαν από την ενάγουσα προς απόδειξη της αγωγής, ιδίως της Α. Π., η οποία είναι ιδιοκτήτρια γειτονικού ακινήτου και η οποία κατηγορηματικά βεβαίωσε ότι πάντα η πρόσβαση στην οικία της εφεσίβλητης- ενάγουσας γινόταν μέσω της εν λόγω διόδου, η ίδια δε το έτος 2008 καθαίρεσε διαχωριστικό τοίχο που υπήρχε στο όριο των δύο ιδιοκτησιών, προκειμένου να διευκολύνει με τη διαπλάτυνση τη διέλευση από την επίδικη εδαφική λωρίδα. Τα ίδια αναφέρουν και οι λοιποί στις προσκομιζόμενες ένορκες βεβαιώσεις αποδείξεως της αγωγής, το περιεχόμενο των οποίων συνάδει απολύτως με τις προσκομιζόμενες από τους εκκαλούντες-εναγομένους φωτογραφίες στις οποίες εμφαίνεται το ακίνητο της εφεσίβλητης-ενάγουσας, το οποίο έχει εξωτερική σκάλα σε περίκλειστο χώρο, η μοναδική δε πρόσβαση είναι και ήταν μέσω της επίδικης εδαφικής λωρίδας. Ενισχύονται δε έτι περαιτέρω από την προσκομιζόμενη υπ'αριθ. 131/1956 άδεια της Πολεοδομίας ... για την ανέγερση της οικοδομής Λ. Χ. (δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης-ενάγουσας), στο πρόχειρο σκαρίφημα της οποίας (στο οποίο υπαινικτικά αναφέρονται οι εκκαλούντες ως προς την εγκυρότητά του, χωρίς όμως να συνιστά ένσταση πλαστότητας, ούτε γνησιότητας, και χωρίς να διακρίνεται επ' αυτού ουδεμία αλλοίωση), αποτυπώνεται η επίδικη εδαφική λωρίδα ως "κοιν.δίοδος". Επισημαίνεται ότι και η Σ. Χ., ιδιοκτήτρια της μεσαίας οικοδομής των αδελφών Χ., υπέβαλε σε ανύποπτο χρόνο μετά την προαναφερθείσα γενόμενη το 1982 δωρεά του εδαφικού, τμήματος προς το δικαιοπάροχο των εκκαλούντων-εναγομένων, προς την Πολεοδομία ... την υπ'αριθ. πρωτ. 6073/31.10.1983 αίτησή της, καταγγέλοντας ότι ο δικαιοπάροχος των εκκαλούντων - εναγομένων, κατά την ανέγερση της οικοδομής του, προέβη σε καθ' υπέρβαση εργασίες εντός του ακαλύπτου χώρου, τον οποίο αναφέρει ως κοινόχρηστο, διότι υπάρχει μέσω αυτού δίοδος της οικίας της προς τον κεντρικό δρόμο. Επίσης από τις προσκομιζόμενες από την εφεσίβλητη - ενάγουσα φωτογραφίες, που απεικονίζουν την κατάσταση του επιδίκου και της προσόψεως του δικού του ακινήτου προς την κοινοτική οδό, πριν την επίδικη προσβολή, προκύπτει ότι οι εκκαλούντες-εναγόμενοι είχαν περιφράξει την ιδιοκτησία τους-αυλή με κάγκελα και σιδερόπορτα, χωρίς να έχουν περιλάβει σ'αυτή την επίδικη λωρίδα αλλά την είχαν αφήσει εκτός προφανώς για να μην αποκλείσουν τη δίοδο προς τις όμορες ιδιοκτησίες της ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων της και την ενδιάμεση οικία του πρώτου ορόφου, ενώ το επίπεδο της αυλής τους ήταν υπερυψωμένο σε σχέση με τη δίοδο. Αντιθέτως, το περιεχόμενο των ενόρκων βεβαιώσεων ανταπόδειξης της αγωγής κρίνεται μη πειστικό, αφού έρχεται σε αντίθεση αφενός με τα ως άνω αντικειμενικά στοιχεία (φωτογραφίες, άδεια, αίτηση), αφετέρου με τα διδάγματα της κοινής, πείρας, αφού δεν αντέχει στη λογική ο ισχυρισμός ότι η πρόσβαση στον πρώτο όροφο (οικία) γινόταν μέσω του, ισογείου καφενείου, το οποίο είναι αντίθετο στον προορισμό και τη χρήση τους. Εξάλλου και ο αδελφός των εκκαλούντων- εναγομένων, Τ. Χ., εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θηβών επί της αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, κατέθεσε ότι διέρχονταν περιοδικά τη δεκαετία 1970-1980, χωρίς να τους ενοχλεί κανείς εξ αυτών και στη συνέχεια, επίσης, ότι πριν το 2015 πέρναγαν επίσης από εκεί, "άνοιγαν την πόρτα και έμπαιναν". Επομένως, κατά τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης και η εφεσίβλητη διέρχονταν από τη δίοδο αυτή, μη κρινομένων πειστικών των όσων καταθέτουν οι μάρτυρες ανταπόδειξης, καθώς δεν εμποδιζόταν από κάποιον σε αυτή τη διέλευση, όπως προκύπτει από τις μαρτυρικές καταθέσεις αποδείξεως, ούτε απεδείχθη άλλωστε, ούτε προτείνεται ότι η διέλευση γινόταν κατά παράκληση, ανοχή ή άδεια του δικαιοπαρόχου των εναγόντων. Η επίδικη δίοδος συνεχίζει να αποτελεί τη μόνη πρόσφορη δίοδο προς το δημοτικό δρόμο για την ιδιοκτησία του πρώτου ορόφου της εφεσίβλητης - ενάγουσας και συνεχίζει να είναι αναγκαία για τον προορισμό του ακινήτου και την εξυπηρέτηση του πρώτου ορόφου της οικοδομής του δεσπόζοντος ακινήτου, όπως κατά τα προηγούμενα έτη ήταν αναγκαία για το πίσω μέρος του ισογείου και του πρώτου ορόφου που χρησιμοποιείτο ως κατοικία. Με τη χρήση της αυτή, άλλωστε, δεν επέρχεται αλλαγή ή επιβάρυνση του δουλεύοντος σε σχέση με τη χρήση που γινόταν τα προηγούμενα έτη, ως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι εκκαλούντες - εναγόμενοι, αφού ναι μεν συνεστήθη οριζόντια ιδιοκτησία και χωρίστηκε και τυπικά η οικοδομή σε αυτοτελείς ανεξάρτητες ιδιοκτησίες, αλλά τούτο δεν άλλαξε την εξαρχής υφιστάμενη κατάσταση, αφού είχε εξαρχής κτισθεί αυτοτελώς ο πρώτος όροφος και το ισόγειο με διαφορετική είσοδο έκαστος όροφος και διαφορετική χρήση. Σε κάθε περίπτωση, ήδη κατά το παρελθόν χρησιμοποιείτο κανονικά προκειμένου να υπάρχει πρόσβαση στην οικία του πρώτου ορόφου, αφού η πρόσβαση μέσω του ισογείου, που λειτουργούσε ως καφενείο δεν ήταν δυνατή, ούτε επικοινωνούσαν εσωτερικά. Οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι το φερόμενο ως δεσπόζον ακίνητο ουδέποτε υπήρξε περίκλειστο, αλλά αντίθετα έχει πρόσοψη βόρεια σε δημοτική οδό, με αποτέλεσμα να μην έχει συσταθεί ποτέ δουλεία διόδου για το λόγο ότι υπήρχε αυτάρκεια του ακινήτου, είναι αβάσιμοι κατά τα προεκτεθέντα. Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ακόμη και αν υπήρχε δουλεία διόδου, έχει αποσβεσθεί για το λόγο ότι η άσκησή της είχε καταστεί αδύνατη από πραγματικό ή νομικό λόγο, τυγχάνει απορριπτέος τροεχόντως λόγω αοριστίας, καθόσον δεν γίνεται επίκληση του πραγματικού ή νομικού λόγου απόσβεσης 1136ΑΚ, ως ορθώς έκρινε η εκκαλουμένη, δεν χωρεί δε παραδεκτή συμπλήρωση με την προσθήκη-αντίκρουση. Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί ως λόγος απόσβεσης η δωρεά εδαφικού τμήματος από το Λ. Χ. και τον αδελφό του Γ. Χ. προς τον αδελφό τους-δικαιοπάροχο των εκκαλούντων - εναγομένων, Ε. Χ., προκειμένου να καταστεί οικοδομήσιμο το οικόπεδό του, ώστε να μπορεί να ανεγείρει επ'αυτού οικία είναι απορριπτέα ως αβάσιμη κατ'ουσίαν, αφού απεδείχθη, ως προεξετέθη, ότι συνεχίστηκε η οιονεί νομή δουλείας διόδου επί του επιδίκου εδαφικού τμήματος τόσο από το Λ. Χ., όσο και στη συνέχεια από την ενάγουσα, αλλά και από τους ιδιοκτήτες της ενδιάμεσης ιδιοκτησίας που υπέβαλαν την καταγγελία σε βάρος του δικαιοπαρόχου των εκκαλούντων - εναγομένων, περί κατάληψης της διόδου. Πρέπει, επομένως να απορριφθεί και ο πρώτος λόγος εφέσεως. Απορριπτέος επίσης τυγχάνει και ο ισχυρισμός των εκκαλούντων - εναγομένων περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησής τους, επικαλούμενοι τις διατάξεις των άρθρων 1012 και 1013 ΑΚ και τις ενστάσεις των άρθρων 1014 και 1015 ΑΚ. που αλυσιτελώς προτείνεται, αφού εν προκειμένω δεν τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 1012 ΑΚ, αλλά οι διατάξεις των άρθρων 984 επ. 996, 1118, 1119 ΑΚ, με αντικείμενο την προστασία της οιονεί νομής δουλείας διόδου της εφεσίβλητης - ενάγουσας και όχι την αξίωση παροχής διόδου από γειτονικά ακίνητα. Ούτε άλλωστε ζήτημα απαραδέκτου της αγωγής τίθεται, ως εσφαλμένως ισχυρίζονται οι εκκαλούντες με τον τέταρτο λόγο εφέσεως, αφού δεν απαιτείται κατά νόμο η αγωγή να στραφεί και κατά των λοιπών ιδιοκτητών της ενδιάμεσης ιδιοκτησίας, μέσω της οποίας διέρχονται επίσης η εφεσίβλητη - ενάγουσα, καθώς εν προκειμένω πρόκειται για αγωγή προστασίας της οιονεί νομής και όχι για περίπτωση υποχρεωτικής κοινής εναγωγής από το νόμο... Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, η εκκαλουμένη η οποία δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ'ουσίαν, αναγνώρισε την ενάγουσα ως οιονεί νομέα δουλείας διόδου επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας και υποχρέωσε τους εκκαλούντες-εναγομένους να αποδώσουν ελεύθερη τη χρήση της ως άνω επίδικης εδαφικής λωρίδας, ορθώς εφήρμοσε το νόμο και εκτίμησε της αποδείξεις, με συμπλήρωση της αιτιολογίας της εκκαλουμένης με την παρούσα, απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβάσιμων και των λοιπών λόγων, έφεσης και της εφέσεως στο σύνολο της..." Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 ΚΠολΔικ, που είναι ταυτόσημο με τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ ΑΠ 7/2006). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται δηλαδή, αν η αγωγή, κυρία παρέμβαση, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ'ουσία (ΟλΑΠ 10/2011), όχι όμως όταν στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα ότι παραβιάσθηκε κανόνας δικαίου, πλήττεται η απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε ο λόγος αναίρεσης θα απορριφθεί ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, γιατί πλήττει την ανέλεγκτη, περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Λόγος δε αναίρεσης ιδρύεται κατά το ίδιο άρθρο 560 παρ.1 β' ΚΠολΔ. για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν τις παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, όταν δηλαδή το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτό, όχι, όμως και όταν έγινε ή δεν έγινε χρήση των διδαγμάτων κατά την εκτίμηση από το δικαστήριο των αποδείξεων. Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 ΚΠολΔικ., που είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης, οι οποίες πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα και όχι αποσπασματικά, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται
σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν
ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως και με την επίκληση της προαναφερόμενης διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ., αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ειδικότερα, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν ότι παραβιάστηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1118, 1119, 1120, 1121, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 974, 975, 1045, 1012 και 1017 ΑΚ, καθώς και του Ν. 1577/1985 αριθ. 25 περί Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού και ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι συνέτρεχαν στο πρόσωπο της αναιρεσίβλητης και του αμέσως δικαιοπαρόχου της οι προϋποθέσεις για την απόκτηση της οιονεί δουλείας διόδου επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας με έκτακτη χρησικτησία. Επίσης με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της ίδιας πληττόμενης απόφασης, λόγω ανύπαρκτων και αντιφατικών αιτιολογιών, αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αναγνώρισης της αναιρεσίβλητης ως οιονεί νομέα δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία. Συγκεκριμένα, αναφέρεται σχετικά με τις αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, ότι αν το δικαστήριο ερμήνευε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, όπως προέκυπτε "...απο το περιεχόμενο της αγωγής και των προτάσεων..." της αναιρεσίβλητης "και από τις σχετικές ομολογίες που είναι βέβαιο ότι δέχθηκε η πληττόμενη απόφαση ... θα κατέληγε στο ορθό συμπέρασμα ότι τα δεκτά γενόμενα πραγματικά γεγονότα δεν έχουν καμμία σχέση με τα από το νόμο προβλεπόμενα για τη κτήση δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία..., καθώς το επίδικο ακίνητο δεν ήταν περίκλειστο αλλά είχε επαφή στο βόρειο μέρος του με δημοτικό δρόμο με θύρα εισόδου της οικοδομής του στο πεζοδρόμιο τούτου, οπότε δεν επιτρεπόταν να συσταθεί δουλεία διόδου υπέρ του δεσπόζοντος ακινήτου ούτε κατ' εξαίρεση κατά τον Γενικό Οικοδομικό Κανονισμό σε συνδυασμό με τα κρατούντα στην ερμηνεία των άρθρων 1012-1017 ΑΚ, ακόμη κι αν αυτό στερούνταν παντελώς προσπελάσεως σε κοινόχρηστο χώρο επειδή τούτο έχει πρόσοψη σε δημοτικό δρόμο, ενώ επί πλέον δεν επιτρεπόταν να συσταθεί δουλεία διόδου από το έτος 1956 μέχρι το έτος 1982, οπότε συστήθηκε δωρεά για να καταστεί το οικόπεδο των αναιρεσειόντων άρτιο και οικοδομήσιμο, για το λόγο ότι έτσι περιορίζονταν η δυνατότητα ανέγερσης της οικοδομής." Ακολούθως στον ίδιο λόγο αναίρεσης αναφέρεται ότι "δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια οι ισχυρισμοί της αναιρεσίβλητης, περί αποκτήσεως οιονεί δουλείας διόδου στην επίδικη δίοδο με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας καθώς οι ισχυρισμοί αυτοί ότι σε οποιοδήποτε χρόνο ο δικαιοπάροχός της και η ίδια, προκειμένου να φθάσουν από τον πρώτο όροφο στο ισόγειο ... έπρεπε να κατέβουν από εξωτερική σκάλα, να διανύσουν (την ανύπαρκτη) δίοδο σε μήκος πλέον των (62) μέτρων, να φθάσει εις άλλο δημοτικό δρόμο που ενώνεται σε απόσταση (25) μέτρων με τον δρόμο της πρόσοψης στο ισόγειο που έχει 30 μέτρα από τη στροφή ... ενώ η εκτέλεση μιας εσωτερικής σκάλας ήταν αφενός μεν ολιγοδάπανη αλλά και λυτρωτική" συνιστούν παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας και συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση δεχόμενη ότι η επικοινωνία του πρώτου ορόφου της οικοδομής, κυριότητας της αναιρεσίβλητης με τη βορείως του ακινήτου υπάρχουσα δημοτική οδό γινόταν μέσω της επίδικης διόδου με τον προαναφερόμενο τρόπο παρέβη τα διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία έπρεπε να γίνει δεκτό ότι ουδέποτε συστήθηκε οιονεί δουλεία διόδου στην επίδικη δίοδο αλλά η επικοινωνία του πρώτου ορόφου της οικοδομής με τη βορείως του ακινήτου υπάρχουσα δημοτική οδό, γινόταν μέσω του έχοντος πρόσοψη σ'αυτήν ισογείου της ίδιας οικοδομής, με το οποίο συνδέονταν με εσωτερική σκάλα. Ο ως άνω λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ., πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, κατά την αναφερόμενη στη νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ., καθώς υπό το πρόσχημα ότι το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο παραβίασε κανόνες δικαίου και τα διδάγματα της κοινής πείρας, στην πραγματικότητα με τις αναφερόμενες στον λόγο αυτό αιτιάσεις πλήττεται αποκλειστικά η ανέλεγκτη περί την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου. Εξάλλου το Δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως με τη μη εφαρμογή τους τις διατάξεις των άρθρων 1012. και 1017, οι οποίες αφορούν στην αξίωση παροχής διόδου σε περίκλειστο ακίνητο από γειτονικά ακίνητα, καθώς αυτές ήταν άσχετες και δεν υπήρχε έδαφος εφαρμογής τους, ούτε εφαρμόσθηκαν από την προσβαλλομένη απόφαση, αφού στην προκείμενη περίπτωση κρίθηκε ότι δεν πρόκειται για αγωγή με αντικείμενο την παροχή διόδου από γειτονικά ακίνητα, αλλά για αγωγή με αντικείμενο την προστασία της οιονεί νομής δουλείας, για την οποία δεν έχουν εφαρμογή τα άρθρα 1012 και 1017 ΑΚ, αλλά οι διατάξεις των άρθρων 984 επ. 996,1118,1119 ΑΚ. Όσον αφορά στον τρίτο λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι κατά τις παραδοχές της υπέπεσε στην πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανύπαρκτων και αντιφατικών αιτιολογιών αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα της αναγνώρισης της αναιρεσίβλητης ως οιονεί νομέα δουλείας διόδου με έκτακτη χρησικτησία. Ειδικότερα, με το λόγο αυτό της αναίρεσης οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση: "σχετικά με την ισχυριζόμενη έκτακτη χρησικτησία για την δημιουργία δουλείας διόδου αρχικά αναφέρει το 1956 στη συνέχεια το 1980 και τελευταία το 1982 που υπεγράφη το δωρητήριο συμβόλαιο..." και ότι σ'αυτήν αναφέρονταν αρχικά ότι η δουλεία διόδου ασκούνταν από τους Λ. και Γ. Χ. στην ιδιοκτησία του δικαιοπαρόχου των αναιρεσίβλητων Ε. Χ. στη συνέχεια "την επανέφερε ως κοινόχρηστη χρήση στην συνιδιοκτησία τους που δώρισαν..." και ότι "Δεν υπάρχει καμία αιτιολογία γιατί, δεν έλαβε υπόψη τα ως άνω τοπογραφικά και γιατί απορρίπτει το περιεχόμενό τους και από ποια στοιχεία κρίνει ότι είναι βάσιμο μόνο αυτό που αναφέρεται στο τοπογραφικό του Κ. το 2014 και όχι αυτό του 2009". Ο. λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος, καθώς όχι μόνο δεν προσδιορίζεται ποιο είναι κατά την εκδοχή των αναιρεσειόντων ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά ούτε παρατίθενται στο ίδιο δικόγραφο με πληρότητα και σαφήνεια, οι κρίσιμες για την ουσία παραδοχές τις πληττόμενης απόφασης επί των σχετικών ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς τα οποία να υφίσταται ανεπάρκεια ή, τυχόν, αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της αποφάσεως, με την επισήμανση κάποιου σφάλματος του δικαστηρίου εκείνου που να σχετίζεται με ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών, παρεκτός του ότι είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθώς οι παραπάνω αιτιάσεις σχετικά με την μη ύπαρξη αιτιολογίας γα την εκτίμηση του περιεχομένου των επικαλουμένων τοπογραφικών ανάγονται αποκλειστικά στη στάθμιση και αξιολόγηση αυτών των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας και την αξιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη δεν υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔικ., που είναι ταυτόσημο με τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ίδιου κώδικα, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ. 8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη, λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν τη βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε και ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης, ο οποίος αποκρούεται ή γίνεται δεκτός με την παραδοχή ή την απόρριψη, αντίστοιχα, ως αβάσιμων ή βάσιμων των θεμελιωτικών της αγωγής ένστασης ή αντένστασης πραγματικών γεγονότων. Εξάλλου, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων. Επομένως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, όπως και οι νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997). Επίσης, δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του ισχυρισμό αλλά τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί η. απόρριψη αυτή σημαίνει ότι έχει ληφθεί υπόψη, ο ισχυρισμός, ανεξάρτητα αν. δεν έγινε δεκτός. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ., αναφέροντας ότι αυτή δεν έλαβε υπόψη νομίμως προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους ίδιους αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα : α) τις ένορκες καταθέσεις πέντε μαρτύρων, από τις οποίες προέκυπτε ότι ουδέποτε είχε συσταθεί ούτε υπήρξε δουλεία διόδου και ειδικότερα της Π. Χ., θυγατέρας του Γ. Χ., η οποία κατέθεσε ότι ποτέ δεν υπήρξε δουλεία διόδου β) το από Μάϊο 2009 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ι. Κ., το οποίο είχε προσαρτηθεί στην 43761.2009 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, που συντάχθηκε κατόπιν αυτοψίας και δεν εμφανίζει δουλεία διόδου επί του οικοπέδου ιδιοκτησίας των αναιρεσειόντων, γ)το από Ιούλιο 1981 τοπογραφικό που προσαρτήθηκε στο 1791/1982 συμβόλαιο δωρεάς του πολιτικού μηχανικού Δ. Μ., καθώς και άλλα τρία τοπογραφικά που προσαρτήθηκαν σε συνταχθέντα συμβόλαια των πολιτικών μηχανικών Λ. Π., Ε. Μ. και Δ. Τ., στα οποία κατόπιν αυτοψίας δεν διαπιστώνεται ύπαρξη δουλείας, καθώς και ότι αντίθετα έλαβε υπόψη το με αριθμό πρωτοκόλλου 649/13.5.2016 έγγραφο της Πολεοδομίας από το οποίο προέκυπτε δήθεν ότι η Σ. Χ. είχε υποβάλλει αναφορά κατά του Ε. Χ. για πολεοδομικές παραβάσεις ενώ το αληθές είναι ότι προσκομίστηκε το ως άνω έγγραφο στο οποίο αναφερόταν ότι από τα βιβλία προέκυπτε κατάθεση αναφοράς, χωρίς να αναφέρει περιεχόμενο καθόσον δεν βρέθηκε αναφορά. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, είναι απαράδεκτος, διότι οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αλλά ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος. Συνακόλουθα πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση για αναίρεση της 200/2019 τελεσίδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης κατά το σχετικό αίτημά της (άρθρα 176,183,191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στον διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22.7.2019 αίτηση για αναίρεση της 200/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θηβών που δίκασε ως Εφετείο.
Διατάσσει να εισαχθεί το κατατεθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2020.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ