Legislator Swiss Legal AI Agent European & Swiss Legal Corpus
1153/2019 AI generated

1153/2019 · 1153/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1153/2019
Court / Authority
Decision Date
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)

Decision Summary (Facts, Holding & Outcome)

AI generated

Απόφαση 1153 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1153/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέ...

Headnote / Official Regeste

AI generated
Απόφαση 1153 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1153/2019 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Δ' Πολιτικό Τμήμα Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full Text of the Judgment · 1153/2019

Απόφαση 1153 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1153/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Μαΐου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Τ. του Κ., 2) Ε. Γ. το γένος Δ. Π., 3) Γ. Γ. του Φ., 4) Μ. συζ. Γ. Β., το γένος Φ. Γ., 5) Α. Β., το γένος Ν. Μ. και 6) Α. Β. το γένος Δ. Π., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Γραμματικόπουλο, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 9-5-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Θεοδώρα Καραχάλιου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-2015 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης και αναγνώρισης δικαιούχων των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη (μετά την έκδοση της 238/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης και της 93/2013 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, που καθόρισε οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Καλαμάτας και συνεκδικάστηκε με την διά των προτάσεων ανταίτηση του Ελληνικού Δημοσίου.

Εκδόθηκε η 19/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-3-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Μαρία Τζανακάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 19-3-2018 (αρ. κατ. 7/2018) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 19/2017 οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων - ΚΑΑΑ, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρο 22 Ν. 2882/2001) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 εδάφιο πρώτο του Ν. 2882/2001 (Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων), η οποία είναι όμοια με την καταργηθείσα διάταξη του άρθρου 7 παρ. 1 του προϊσχύοντος ν.δ. 797/1971, η αναγκαστική απαλλοτρίωση συντελείται με την καταβολή της αποζημίωσης, στον δικαστικώς αναγνωρισθέντα ή στον αληθινό δικαιούχο, η οποία προσδιορίσθηκε προσωρινά ή οριστικά κατά τον παρόντα νόμο ή με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης γνωστοποίησης, ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, κατά το επόμενο άρθρο 8 του ίδιου νόμου. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 εδάφιο δεύτερο του ιδίου νόμου, ορίζεται ότι, όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ασκήσει με αίτηση την αξίωσή του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης, κατά το άρθρο 21 του παρόντος νόμου, μέσα σε πέντε έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση, που αποδεδειγμένα έλαβε γνώση, μέσα σε έξι μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση (ΑΠ 1141/2014). Η γνώση αυτή αναφέρεται στον καθορισμό της αποζημίωσης και όχι στην ως άνω συντέλεση της απαλλοτρίωσης. Το ως άνω δε ζήτημα της παραγραφής του δικαιώματος του καθορισμού της αποζημίωσης, είναι διάφορο του ζητήματος της προθεσμίας (5ετίας από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης ή 6 μήνες από τη γνώση του καθορισμού προσωρινής αποζημίωσης), που ορίζεται από τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 2882/2001 και αφορά το δικαίωμα του δικαιούχου, ο οποίος δεν κλητεύθηκε, ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό αποζημίωσης, να ζητήσει μεγαλύτερη οριστική αποζημίωση, και εφόσον βεβαίως έχει ήδη καθοριστεί με δικαστική απόφαση η προσωρινή αποζημίωση (ΑΠ 1301/2017, ΑΠ 591/2010, ΑΠ 174/2009). Συνακόλουθα, από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 7 παρ. 1 εδ. α' του ιδίου παραπάνω νόμου (ΚΑΑΑ), προκύπτει ότι αυτός, ο οποίος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης, δικαιούται κατά το άρθρο 21 του νόμου να ασκήσει την αξίωσή του για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής αποζημίωσης μέσα σε πέντε έτη από την συντέλεση της απαλλοτρίωσης, εκτός αν αποδεδειγμένα αυτός έλαβε γνώση, οπότε οφείλει να ασκήσει την άνω αξίωσή του μέσα σε έξι μήνες από τότε, που έλαβε γνώση του καθορισμού της αποζημίωσης, διότι διαφορετικά ή άνω αξίωσή του υπόκειται σε παραγραφή. Επίσης, από την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 εδάφιο δεύτερο του Ν. 2882/2001 προκύπτει, ότι η θεσπισθείσα βραχυχρόνια παραγραφή του εξαμήνου, με αφετηρία αναγκαίως τη γνώση του ενδιαφερομένου, επιβλήθηκε από λόγους δημοσίου συμφέροντος, που επιβάλλει την άρση της αβεβαιότητας και την εντός ευλόγου χρόνου εκκαθάριση των δημιουργούμενων από την αναγκαστική απαλλοτρίωση σχέσεων. Ο σκοπός αυτός δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 17 του Συντάγματος, που προστατεύει την ιδιοκτησία, ούτε του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που προστατεύει την περιουσία, ούτε του άρθρου 6 παρ. 1 της ίδιας Σύμβασης, που διασφαλίζει το δικαίωμα στην πρόσβαση και απονομή της δικαιοσύνης (Ολ.ΑΠ 17/2006). Εξάλλου, κατά τη διάταξη της παρ. 4 του άρθρου 13 του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), εάν απαλλοτριωθεί τμήμα του ακινήτου, με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο. Από το συνδυασμό όσων προεκτέθηκαν σαφώς συνάγεται ότι, όταν ο νομοθέτης στη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4 και σε αυτήν του άρθρου 21 του Ν. 2882/2001 κάνει λόγο για οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης ή για καθορισμό οριστικής αποζημίωσης, μη διακρίνοντας περαιτέρω, εννοεί τόσο τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωθεισών εδαφικών εκτάσεων και επικειμένων, όσο και τον καθορισμό οριστικής ιδιαίτερης αποζημίωσης, για την από την απαλλοτρίωση μείωση της αξίας του απομένοντος στον ιδιοκτήτη τμήματος του ακινήτου του, αφού ο καθορισμός και των δύο επιβάλλεται να γίνεται ενιαίως, η δε καταβολή και των δύο είναι επιβεβλημένη, προκειμένου να έχει καταβληθεί πλήρης η εκ της απαλλοτριώσεως αποζημίωση και να συντελεσθεί η απαλλοτρίωση (Ολ.ΑΠ 10/2004, ΑΠ 1141/2014, ΑΠ 627/2007, ΑΠ 641/2004).

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 19 Ν. 2882/2001 ορίζεται "1... 2... 3. Ο αρμόδιος δικαστής προσδιορίζει δικάσιμο προς συζήτηση της αίτησης σε χρόνο, όχι βραχύτερο από είκοσι ημέρες, ούτε μακρότερο από σαράντα ημέρες από την κατάθεσή της και συγχρόνως διατάσσει να γίνει, με επιμέλεια του αιτούντος και δέκα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, επίδοση, σε όσους φέρονται ως ιδιοκτήτες στον κτηματολογικό πίνακα και γενικά σε κάθε ενδιαφερόμενο, αντιγράφου της αίτησης αυτής μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου και την κλήση εμφάνισης σε αυτήν... 4. Όταν εκείνοι που φέρονται ως ιδιοκτήτες στον κτηματολογικό πίνακα υπερβαίνουν τους πενήντα (50), η κλήτευσή τους γίνεται κατά τα οριζόμενα στα επόμενα εδάφια της παρούσας. Η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται, δεκαπέντε (15) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο, στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και στο κατάστημα του δήμου ή της κοινότητας, στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα. Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση, που συντάσσεται από το γραμματέα του δικαστηρίου και τον γραμματέα του δήμου ή της κοινότητας, αντιστοίχως. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο, στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, δημοσιεύεται δεκαπέντε τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη δικάσιμο...". Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 ορίζεται "1. Αρμόδιο να προσδιορίσει οριστικά την αποζημίωση είναι το εφετείο της παραγράφου 1 του άρθρου 19 με τριμελή σύνθεση. 2. Μέσα σε τριάντα ημέρες από την κοινοποίηση της απόφασης του μονομελούς εφετείου για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης, κάθε ενδιαφερόμενος δικαιούται, και αν ακόμη δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη για τον προσωρινό καθορισμό της αποζημίωσης, να ζητήσει τον οριστικό προσδιορισμό αυτής. Εάν κάποιος από τους ενδιαφερομένους είναι κάτοικος αλλοδαπής ή άγνωστης διαμονής, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι για όλους τους ενδιαφερομένους εξήντα ημέρες. Εάν η προαναφερόμενη απόφαση δεν επεδόθη, η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης περί οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης είναι σε κάθε περίπτωση έξι μήνες από τη δημοσίευση της απόφασης, με την επιφύλαξη εφαρμογής του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 9... 3. Το δικόγραφο της αίτησης κατατίθεται στη γραμματεία του εφετείου. Ο πρόεδρος του εφετείου ορίζει δικάσιμο σε χρόνο όχι βραχύτερο από τριάντα ημέρες ούτε μακρότερο από σαράντα ημέρες από την κατάθεση της αίτησης. Ακολούθως η αίτηση επιδίδεται με επιμέλεια του αιτούντος σε εκείνους κατά των οποίων απευθύνεται μέσα σε είκοσι ημέρες από τον ορισμό της δικασίμου και πάντως δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Οι διατάξεις της παραγράφου 4 του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως... 4. Εάν η προθεσμία για την άσκηση της αίτησης παρήλθε άπρακτη, η αποζημίωση που προσδιορίστηκε προσωρινά καθίσταται οριστική για τον ενδιαφερόμενο που δεν άσκησε αίτηση...". Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 33 παρ. 7 του Ν. 2971/2001 - Τεκμήριο ωφέλειας ιδιοκτητών απαλλοτριούμένων ακινήτων ορίζεται ότι "7. Οι συνέπειες της παραγράφου 4 του άρθρου 9 του Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων ισχύουν και στην περίπτωση, που η σχετική με το τεκμήριο της ωφέλειας απόφαση του Εφετείου εκδοθεί μετά τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, μη επιτρεπομένου σε κάθε περίπτωση του καθορισμού νέας τιμής μονάδας. Όποιος δεν κλητεύθηκε ούτε έλαβε μέρος στη δίκη για τον καθορισμό της αποζημίωσης δικαιούται να ζητήσει με αίτησή του τη διόρθωση των κτηματολογικών στοιχείων μέσα σε πέντε (5) έτη από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης και σε περίπτωση που αποδεδειγμένα έχει λάβει γνώση, μέσα σε έξι (6) μήνες από τότε που αυτός έλαβε γνώση...".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012). Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1134/2018, ΑΠ 53/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει, ότι οι αναιρεσείοντες - ιδιοκτήτες των απαλλοτριουμένων ακινήτων, άσκησαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας την από 20-1-2015 (αρ. κατ. 9/2015) αίτηση κατά του Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσιβλήτου, με την οποία ισχυρίστηκαν ότι, με την υπ' αρ. 7696/23-5-2007 απόφαση της Γενικής Γραμματείας της Περιφέρειας Πελοποννήσου (ΦΕΚ 265/22-6-2007 τεύχος αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων), η οποία συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με την υπ' αρ. 76062/17704/ 24-11-2008 απόφαση της ίδιας Περιφέρειας, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση για λόγους δημόσιας ωφέλειας υπέρ του καθού η αίτηση Ελληνικού Δημοσίου και ειδικότερα, για την κατασκευή του τμήματος ... της ΕΟ ... στο Νομό ..., συνολικής έκτασης 475.941,60 Μ2, ότι με την ανωτέρω απαλλοτρίωση απαλλοτριώθηκε τμήμα των ιδιοκτησιών των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων και ειδικότερα 1.752,15 Μ2 της ιδιοκτησίας, με αριθμό κτηματολογικού πίνακα (ΑΚΠ) ....4, της 1ης αναιρεσείουσας, 2.073 Μ2 της ιδιοκτησίας, με ΑΚΠ-....7, της 2ης αναιρεσείουσας, 1.270,50 Μ2 της ιδιοκτησίας με ΑΚΠ-...2 του 3ου και της 4ης των αναιρεσειόντων,-αδελφών, 1.511,61 Μ2 της ιδιοκτησίας με ΑΚΠ-...4 της 5ης αναιρεσείουσας και 2.468,90 Μ2 της ιδιοκτησίας με ΑΚΠ ...9 της 6ης αναιρεσείουσας, ότι κατόπιν αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 238/2011 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας, με την οποία καθορίστηκε προσωρινή τιμή μονάδος, μεταξύ άλλων ιδιοκτησιών, που δεν αφορούν την παρούσα δίκη και για τις ιδιοκτησίες των αναιρεσειόντων και ότι στη συνέχεια, επί αίτησης, που επίσης άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 93/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, η οποία καθόρισε οριστική τιμή για τις ανωτέρω ιδιοκτησίες, ότι όμως, στις ανωτέρω δίκες περί προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, δεν κλητεύτηκαν οι αναιρεσείοντες, ούτε συμμετείχαν στις δίκες αυτές και ότι συνεπώς δεν είχαν λάβει γνώση της ανωτέρω διαδικασίας της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης για τον καθορισμό αποζημίωσης. Με το ιστορικό αυτό οι αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες ζητούσαν τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής τιμής μονάδος για τα απαλλοτριωθέντα τμήματα των ιδιοκτησιών τους, την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, τον προσδιορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα εναπομείναντα τμήματα αυτών μετά την απαλλοτρίωση, καθώς και την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης. Το καθού η αίτηση Ελληνικό Δημόσιο κατά τη συζήτηση της ανωτέρω ένδικης αίτησης των αναιρεσειόντων προέβαλε την ένσταση απαραδέκτου της αίτησης λόγω εκπρόθεσμης άσκησης του δικαιώματος των αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων, εξαιτίας της παρέλευσης άπρακτης της εξάμηνης βραχυπρόθεσμης προθεσμίας του άρθρου 9 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 2882/2001, για να ασκήσουν την αίτηση λόγω της αποδεδειγμένης γνώσης αυτών για τον καθορισμό της τιμής μονάδος αποζημίωσης. Επί της αίτησης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δέχτηκε την ως άνω ένσταση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και απέρριψε την αίτηση, αναφορικά με τα αιτήματα καθορισμού μεγαλύτερης αποζημίωσης, ιδιαίτερης αποζημίωσης και ανατροπής τεκμηρίου ωφέλειας, ως απαράδεκτη, λόγω της εκπρόθεσμης άσκησης αυτής μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας από την αποδεδειγμένη, σύμφωνα με τις παραδοχές, γνώση των αιτούντων ιδιοκτητών και ήδη αναιρεσειόντων για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και ως άνευ αντικειμένου, λόγω του ενιαίου της κρίσης, το αίτημα για την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης.

Ήδη οι αναιρεσείοντες ιδιοκτήτες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, με τον μοναδικό λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να απορρίψει ως εκπρόθεσμη την από 20-1-2015 (αρ. κατ. 9/2015) αίτησή τους ως προς το αίτημα αυτής για καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, για τις απαλλοτριωθείσες ιδιοκτησίες τους, καθώς επίσης και τα συναφή αιτήματα περί ιδιαίτερης αποζημίωσης και ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας και ως άνευ αντικειμένου, λόγω του ενιαίου της κρίσης και το αίτημά τους για την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων αποζημίωσης, διότι δήθεν είχε παρέλθει η εξάμηνη προθεσμία από τη γνώση των δικαιωμάτων τους περί καθορισμού τιμής μονάδος αποζημίωσης και σε κάθε περίπτωση, διότι δήθεν η αίτηση δεν ασκήθηκε, ούτε εντός εξαμήνου από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις των άρθρων 7 παρ. 1, 9 παρ. 4 εδ. β', 19 παρ. 4 σε συνδ. 20 παρ. 3 και 21 παρ. 1 Ν. 2882/ 2001, άρθρο 33 παρ. 7 Ν. 2971/2001 και αυτές σε συνδ. με άρθρα 17 και 20 Συντάγματος, άρθρο 6 ΕΣΔΑ και 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, με ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τον χρόνο έναρξης της αποδεδειγμένης γνώσης των αναιρεσειόντων για τον καθορισμό αποζημίωσης, που ήταν το κρίσιμο ζήτημα για την άσκηση του δικαιώματός τους να αξιώσουν μεγαλύτερη οριστική αποζημίωση, ιδιαίτερη αποζημίωση, την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας και την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις ανωτέρω διατάξεις, τις οποίες το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, αν και τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν αρκούσαν για την εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων, ώστε η αίτησή τους να κριθεί εμπρόθεσμη. Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα, κατ' ακριβή λεκτική αντιγραφή: "Ωστόσο, στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτουν τα ακόλουθα -μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, που έλαβε χώρα στις 23.5. 2007 με την υπ' αριθμ. 7696/23.5.2007 απόφαση της Γενικής Γραμματέως της Περιφέρειας Πελοποννήσου, νομίμως δημοσιευθείσα στην ΕτΚ (τεύχος Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων, με αριθμό 265/22.6.2007)- περιστατικά: 1) αναφορικά με την πρώτη αιτούσα, Ν. Τ. (για ιδιοκτησία με ΑΚΠ ...4), σύμφωνα με τον από 15.9.2016 πίνακα με στοιχεία πληρωμής ιδιοκτητών επιταχθέντων ακινήτων για την κατασκευή του εν λόγω έργου (που προσκομίζει το καθ' ου, υπόχρεο σε αποζημίωση Ελληνικό Δημόσιο), ο άμεσος δικαιοπάροχός της Π. Μ. του Γ. εισέπραξε λόγω επίταξης του ακινήτου αυτού, συνεπεία της κηρυχθείσας απαλλοτρίωσης, στις 12.9.2007 το χρηματικό ποσό των 3.520 ευρώ. Ακολούθως, όπως η ίδια ισχυρίζεται, δυνάμει του υπ' αριθμ. ....84/16.7.2009 συμβολαίου αγοράς της συμβ/φου Ε. Κ., νομίμως μεταγεγραμμένου απέκτησε λόγω αγοράς, πριν τη συντέλεση της ένδικης απαλ/σης, το απαλλοτριωθέν ήδη ακίνητο, με τη ρητή, ωστόσο, επισήμανση, όπως προκύπτει από την ανάγνωση του συμβολαίου, στο φύλλο 8, πρώτη σελίδα αυτού, περί εκχώρησης στην αγοράστρια της αξίωσης για είσπραξη από το Ελληνικό Δημόσιο της αποζημίωσης λόγω αναγκαστικής απαλλοτρίωσης• η αιτούσα, συνεπώς, η οποία τυγχάνει και μόνιμος κάτοικος ... (δηλαδή της περιοχής εκτέλεσης του έργου) γνώριζε ήδη από τις 16.7.2009 τα δικαιώματά της περί καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης και δεν άσκησε την αξίωσή της εντός του 6μήνου από της γνώσης αυτής και σε κάθε περίπτωση ούτε εντός 6μήνου από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, που έλαβε χώρα στις 26.4.2013 (με τη δημοσίευση στην ΕτΚ, ΦΕΚ ΤΑΑ 150/26.4.2013 γνωστοποίησης προσωρινής αποζημίωσης απαλλοτριωθέντων με την αυτή απαλ/τρίωση ακινήτων), με αποτέλεσμα η αξίωσή της αυτή να έχει ασκηθεί εκπροθέσμως σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4β' του Ν. 2882/2001, δεκτής γενομένης της παραδεκτά προβαλλόμενης από το καθ' ου ένστασης εκπρόθεσμης άσκησής της και απορριπτομένου του παντελώς αόριστου ισχυρισμού της περί γνώσης της διαδικασίας απαλ/τρίωσης σε βάρος του ακινήτου της μόλις στις 30.8.2014. 2) Αναφορικά με τη δεύτερη αιτούσα, Ά. σύζυγο Ν. Β. (για ιδιοκτησία με ΑΚΠ 071), ομοίως, μονίμου κατοίκου ..., σύμφωνα με τον από 15.9.2016 προαναφερόμενο πίνακα πληρωμής ιδιοκτητών επιταχθέντων ακινήτων, προκύπτει ότι ο εν ζωή τότε σύζυγός της Ν. Β. του Σ. εισέπραξε στις 21.9.2007, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, λόγω επίταξης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, το χρηματικό ποσό των 8.800 ευρώ. Είναι, συνεπώς, λογικά αδιανόητο η αιτούσα να αγνοούσε την ύπαρξη της απαλλοτρίωσης του ακινήτου αυτού και αφού δεν επικαλείται συγκεκριμένα αντίθετα πραγματικά περιστατικά γνώσης της αξίωσής της περί καθορισμού αποζημίωσης σε χρόνο μεταγενέστερο της 21ης.9.2007, εκτός του διαλαμβανόμενου με την αίτησή της παντελώς αόριστου ισχυρισμού της περί γνώσης της περί της διαδικασίας απαλλοτρίωσης μόλις στις 2.9.2014, πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αξίωσή της αυτή έχει ασκηθεί εκπροθέσμως, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4β' του Ν. 2882/2001, από της γνώσης της και σε κάθε περίπτωση και από το χρόνο συντέλεσης της απαλλοτρίωσης (26.4.2013), δεκτής γενομένης της προβαλλόμενης από το καθ' ου ένστασης απαραδέκτου άσκησής της. 3) Ομοίως, αναφορικά με την τρίτη αιτούσα, Ε. Γ. (για ιδιοκτησία με ΑΚΠ ...7), μονίμου κατοίκου ..., σύμφωνα με τον από 15.9.2016 προαναφερόμενο πίνακα πληρωμής ιδιοκτητών επιταχθέντων ακινήτων, προκύπτει ότι ο σύζυγός της Χ. Γ. του Π. εισέπραξε στις 12.9.2007, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, λόγω επίταξης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, το χρηματικό ποσό των 4.640 ευρώ. Είναι, συνεπώς, και στην περίπτωση αυτή λογικά αδιανόητο η αιτούσα να αγνοούσε την ύπαρξη της απαλλοτρίωσης του ακινήτου αυτού και να πληροφορήθηκε την ύπαρξη της διαδικασίας απαλλοτρίωσης, όπως όλως αορίστως με την αίτησή της και αυτή ισχυρίζεται, μόλις στις 2.9.2014, χωρίς, ωστόσο, να αναφέρει αντίθετα πραγματικά περιστατικά γνώσης σε χρόνο μεταγενέστερο της 12ης.9.2007• πρέπει συνεπώς να γίνει δεκτό ότι αξίωσή της αυτή έχει, σε κάθε περίπτωση, ασκηθεί εκπροθέσμως κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4β' του Ν. 2882/2001, δεκτής γενομένης της προβαλλόμενης από το καθ' ου ένστασης εκπρόθεσμης άσκησής της. 4) Αναφορικά με τους τέταρτο και πέμπτη των αιτούντων Γ. Γ. και Μ. συζ. Γ. Β. το γένος Γ., αδέλφια μεταξύ τους, αμφότεροι μόνιμοι κάτοικοι ... (για ιδιοκτησία με ΑΚΠ ...12) προκύπτει, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο από 15.9.2016 πίνακα πληρωμής ιδιοκτητών επιταχθέντων ακινήτων, ότι στενό συγγενικό τους πρόσωπο, και δη η μητέρα τους Α. Γ. του Φ. (ήδη αποβιώσασα στις 7.4.2012) εισέπραξε στις 12.9.2007, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, λόγω επίταξης του ακινήτου αυτού, ως επικαρπώτρια του πατρογονικού τους ακινήτου, δυνάμει ιδιόγραφης διαθήκης του θανόντος κατά το έτος 1987 συζύγου της και πατέρα των αιτούντων, Φ. Γ., το χρηματικό ποσό των 13.600 ευρώ. Είναι, συνεπώς, αδιανόητο οι αιτούντες (ψιλοί κύριοι, αρχικά, και αποκλειστικοί κύριοι μετά το θάνατο της μητέρας τους) να αγνοούσαν την ύπαρξη της απαλλοτρίωσης και να την πληροφορήθηκαν, όπως αορίστως και αυτοί ισχυρίζονται με την υπό κρίση αίτησή τους, μόλις το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2014, πολύ περισσότερο αφού το απαλλοτριωθέν ακίνητο ήταν γεωργικά εκμεταλλεύσιμο με παραγωγικά ελαιόδενδρα, τα οποία από νωρίς (ήδη κατά το χρόνο της επίταξης) απεκόπησαν, προκειμένου να εκτελεσθεί το προαναφερόμενο έργο. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτό ότι η αξίωσή τους έχει, σε κάθε περίπτωση, ασκηθεί εκπροθέσμως κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4β' του Ν. 2882/ 2001, δεκτής γενομένης της προβαλλόμενης από το καθ' ου σχετικής ένστασης. 5) Αναφορικά με τους έκτο και έβδομο των αιτούντων Δ. Β. του Χ. και Χ. Β. του Δ. (για ιδιοκτησίες με ΑΚΠ ....60, ....7 και ....80) υιός και πατέρας, αντίστοιχα, αμφότεροι μόνιμοι κάτοικοι ..., προκύπτει, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο από 15.9. 2016 πίνακα πληρωμής ιδιοκτητών επιταχθέντων ακινήτων, ότι ο ίδιος ο Δ. Β. του Χ. (6ος αιτών) εισέπραξε στις 21.9.2007, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, λόγω επίταξης των προαναφερομένων απαλλοτριωθέντων ακινήτων, τα οποία ήταν παραγωγικά ελαιοπερίβολα, το συνολικό χρηματικό ποσό των 26.724 ευρώ.

Συνεπώς, τόσο ο ίδιος (Δ. Β. του Χ.) όσο και ο πατέρας του (νυν επικαρπωτής των ιδιοκτησιών με ΑΚΠ ...7 και ...80 και αποκλειστικός κύριος αυτών κατά το χρόνο της επίταξής τους, καθόσον το επικαλούμενο συμβόλαιο γονικής παροχής ψιλής κυριότητας συνετάγη κατά το έτος 2006) γνώριζαν την ύπαρξη της απαλλοτρίωσης και τα εξ' αυτής απορρέοντα δικαιώματά τους και είναι ακολούθως αναληθής ο ισχυρισμός τους ότι πληροφορήθηκαν την ύπαρξη της απαλλοτρίωσης μόλις το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2014, όπως αυτοί όλως αορίστως και αβασίμως με την αίτησή τους διαλαμβάνουν. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτό ότι η αξίωσή τους έχει, σε κάθε περίπτωση, ασκηθεί εκπροθέσμως κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4β' του Ν. 2882/2001, δεκτής γενομένης της σχετικής ένστασης του υποχρέου σε αποζημίωση Ελληνικού Δημοσίου. 6) Αναφορικά με την όγδοη αιτούσα, Α. Β. (για ιδιοκτησία με ΑΚΠ ...4), μονίμου κατοίκου ..., από τον προαναφερόμενο από 15.9.2016 πίνακα πληρωμής ιδιοκτητών επιταχθέντων ακινήτων, προκύπτει ότι ο σύζυγός της Γ. Β. του Ι. εισέπραξε στις 12.9.2007 και 19.5.2010, δηλαδή μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, λόγω επίταξης του ακινήτου αυτού, τα χρηματικά ποσά των 6.380 ευρώ και 2.600 ευρώ, αντίστοιχα. Είναι συνεπώς, λογικά αδιανόητο η αιτούσα, η οποία, όπως με την αίτησή της ισχυρίζεται, ασκούσε η ίδια συνεχώς όλες τις πράξεις νομής και εποπτείας του απαλλοτριωθέντος παραγωγικού ελαιοπεριβόλου, που της δωρήθηκε άτυπα από τον πενθερό της Ι. Β., κατά το έτος 1971, να αγνοούσε την ύπαρξη της απαλλοτρίωσης, αν και ο σύζυγός της είχε εισπράξει ήδη τα ανωτέρω, λόγω επίταξής του (που προφανώς αλλοίωσε και τη μορφολογία του, με αποκοπή δένδρων κ.λπ.) χρηματικά ποσά, και να έλαβε γνώση μόλις το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2014, χωρίς να επικαλείται αντίθετα πραγματικά περιστατικά. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτό ότι η αξίωσή της έχει, σε κάθε περίπτωση, ασκηθεί εκπροθέσμως κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4β' του Ν. 2882/2001, δεκτής γενομένης της προβαλλόμενης σχετικής ένστασης του καθ' ου, Ελληνικού Δημοσίου. 7) Αναφορικά, τέλος, και με την ένατη αιτούσα Α. Β. (για ιδιοκτησία με ΑΚΠ ...9), μονίμου κατοίκου, ομοίως, ..., από τον προαναφερόμενο από 15.9.2016 πίνακα πληρωμής ιδιοκτητών επιταχθέντων ακινήτων προκύπτει ότι ο σύζυγός της Χ. Β. του Ι. εισέπραξε, στις 21.9. 2007, μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης, λόγω επίταξης του προαναφερομένου απαλλοτριωθέντος ακινήτου (καθώς και έτερου με ΑΚΠ ...7), το χρηματικό ποσό των 19.100 ευρώ. Είναι, συνεπώς λογικά αδιανόητο και αυτή, όπως και η αμέσως προηγούμενη, αιτούσα, η οποία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην αίτησή της, ασκούσε η ίδια συνεχώς και αδιαλείπτως όλες τις πράξεις νομής και εποπτείας του απαλλοτριωθέντος ελαιοπεριβόλου, που της δωρήθηκε άτυπα από τον πενθερό της, Ι. Β., κατά το έτος 1969, να αγνοούσε την ύπαρξη της απαλλοτρίωσης και να έλαβε γνώση μόλις το μήνα Σεπτέμβριο του 2014, χωρίς να επικαλείται αντίθετα πραγματικά περιστατικά. Πρέπει, συνεπώς, να γίνει δεκτό ότι η αξίωσή της έχει, σε κάθε περίπτωση, ασκηθεί εκπροθέσμως κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 4β' του Ν. 2882/ 2001, δεκτής γενομένης της προβαλλόμενης ένστασης εκπρόθεσμης άσκησής της του καθ' ου Ελληνικού Δημοσίου, λόγω παρέλευσης 6μήνου από της γνώσης της περί καθορισμού τιμής μονάδας αποζημίωσης. Ακολούθως, επειδή όλες οι ανωτέρω αιτήσεις και οι προβληθείσες με αυτές αξιώσεις έχουν ασκηθεί εκπροθέσμως, κατά παραδοχή ως βάσιμης της νομίμως προβαλλόμενης ένστασης του Ελληνικού Δημοσίου, και, συνεπώς, τυγχάνουν απορριπτέες ως απαράδεκτες, απορριπτέο αποβαίνει πλέον, ως άνευ αντικειμένου, λόγω του ενιαίου των υπό κρίση αιτημάτων και το αίτημά τους περί αναγνώρισής τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης. Εξάλλου, μετά την ως άνω απόρριψη των υπό κρίση αιτήσεων απορριπτέα, ως άνευ αντικειμένου, τυγχάνει και η από 12.9.2016 διά των προτάσεων παραδεκτά ασκηθείσα, κατ' άρθρο 20 παρ. 5 του Ν. 2882/2001 και συνεκδικασθείσα με την αίτηση, σχετική ανταίτηση του καθ' ου". Σύμφωνα με τις ανωτέρω παραδοχές του το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι η αίτηση των αναιρεσειόντων, με την οποία ζήτησαν τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, ιδιαίτερη αποζημίωση και ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας είναι εκπρόθεσμη και να την απορρίψει ως απαράδεκτη, διότι, σύμφωνα με τις παραδοχές, παρήλθε η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία από την αποδεδειγμένη γνώση αυτών για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και ως άνευ αντικειμένου το αίτημά τους για την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης, παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού κανόνα δικαίου διατάξεις, τις οποίες εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, με ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία, αναφορικά με την αποδεδειγμένη γνώση των αναιρεσειόντων, αν και τα περιστατικά, που δέχθηκε, ότι είχαν αποδειχθεί, αρκούσαν για να πληρωθεί το πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου και να κριθεί εμπρόθεσμη η αίτηση των αναιρεσειόντων ιδιοκτητών των απαλλοτριωθεισών ακινήτων. Πιο συγκεκριμένα, κατά τις παραδοχές του Εφετείου η γνώση της 1ης αναιρεσείουσας, Ν. Τ., προκύπτει από το γεγονός ότι ο δικαιοπάροχός της, πωλητής του ακινήτου, Π. Μ., εισέπραξε λόγω επίταξης του επιδίκου ακινήτου το ποσό των 3.520 ευρώ, στις 12-9-2007, ποσό που εκχωρήθηκε στην αγοράστρια 1η αναιρεσείουσα με το υπ' αρ. ....84/16-7-2009 συμβόλαιο αγοραπωλησίας και ότι επομένως, η 1η αναιρεσείουσα, αν και από την ανωτέρω ημερομηνία (16-7-2009) γνώριζε τα δικαιώματά της, για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, δεν άσκησε εντός εξαμήνου την αίτησή της για μεγαλύτερη οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, από εκείνη που είχε καθοριστεί επί της σχετικής αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου. Ως προς τη 2η αναιρεσείουσα, Ε. Γ., το Εφετείο δέχτηκε ότι ο σύζυγος αυτής, Χ. Γ., εισέπραξε, στις 12-9-2007 λόγω επίταξης του απαλλοτριωμένου ακινήτου της, το ποσό των 4.640 ευρώ και ότι έκτοτε και αυτή γνώριζε τα δικαιώματά της για να ασκήσει εντός εξαμήνου την αίτησή της για μεγαλύτερη οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης. Ως προς τον 3ο και 4η των αναιρεσειόντων, Γ. Γ. και Μ. συζ. Γ. Β., που είναι αδέλφια, το Εφετείο στήριξε τη γνώση τους στο γεγονός ότι η δικαιοπάροχος μητέρα τους, Α. Γ. εισέπραξε στις 12-9-2007 το ποσό των 13.600 ευρώ λόγω επίταξης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου της και ότι έκτοτε οι ανωτέρω αναιρεσείοντες, καθολικοί διάδοχοι αυτής, γνώριζαν τα δικαιώματά τους να αξιώσουν μεγαλύτερη οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης. Ως προς την 5η αναιρεσείουσα, Α. Β., το Εφετείο, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δέχτηκε επίσης ότι ο σύζυγος αυτής, Γ. Β., εισέπραξε στις 12-9-2007 και στις 19-5-2010 τα ποσά των 6.380 και 2.600 ευρώ λόγω επίταξης του απαλλοτριωμένου ακινήτου της και ότι έκτοτε και αυτή γνώριζε τα δικαιώματά της για την άσκηση της ένδικης αίτησης για τον καθορισμό μεγαλύτερης τιμής μονάδος αποζημίωσης. Τέλος, ως προς την 6η αναιρεσείουσα, Α. Β., το Εφετείο δέχτηκε ότι ο σύζυγος αυτής, Χ. Β., εισέπραξε στις 21-9-2007 λόγω επίταξης του απαλλοτριουμένου ακινήτου το ποσό των 19.100 ευρώ και ότι επομένως και αυτή έκτοτε γνώριζε τα δικαιώματά της για την επιδίωξη μεγαλύτερης οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης. Συμπερασματικά, το Εφετείο ως θεμελιωτικό στοιχείο της αποδεδειγμένης γνώσης των αναιρεσειόντων για την έναρξη της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας δέχθηκε τη διαδικασία της επίταξης των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και την είσπραξη του ποσού αυτής, ενώ κατά το άρθρο 9 παρ. 4 περ. β' Ν. 2882/2001, αφετήριο γεγονός για την έναρξη της εξάμηνης προθεσμίας για τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, είναι η γνώση του δικαιούχου ιδιοκτήτη για τον καθορισμό της προσωρινής ή οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και όχι της επίταξης. Στην ένδικη υπόθεση ο χρόνος καθορισμού προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδος είναι πολύ μεταγενέστερος της επίταξης (2007) και ειδικότερα, το έτος 2011 και 2013, δηλαδή ο χρόνος της δημοσίευσης της υπ' αριθμ. 238/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κυπαρισσίας και της υπ' αριθμ. 93/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Καλαμάτας, που εκδόθηκαν επί αντιστοίχων αιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου για τον καθορισμό προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης των επιδίκων ακινήτων. Εκτός τούτου, το Εφετείο δεν αιτιολογεί ουδόλως, εάν οι αναιρεσείοντες είχαν κλητευθεί ή εάν είχαν λάβει μέρος στις ανωτέρω δίκες καθορισμού προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδος, ούτε εάν οι σχετικές δικαστικές αποφάσεις κοινοποιήθηκαν στους αναιρεσείοντες, οπότε, στην περίπτωση αυτή, μετά τη δημοσίευση των ανωτέρω δικαστικών αποφάσεων, άρχισε να τρέχει η εξάμηνη προθεσμία για την αποδεδειγμένη γνώση των αναιρεσειόντων. Ο ισχυρισμός του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ότι στις δίκες επί των αιτήσεών του για τον καθορισμό προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης οι καθών η αίτηση, που υπερέβαιναν τους 100, μεταξύ των οποίων ήταν και οι ήδη αναιρεσείοντες είχαν κλητευθεί με τοιχοκόλληση της πράξης προσδιορισμού δικασίμου κατ' άρθρ. 19 παρ. 4 εδ. β' του Ν. 2882/2001, είναι αλυσιτελής. Και τούτο διότι το Εφετείο, που κατ' αρχήν δέχεται ως επιτρεπτό τον ανωτέρω τρόπο κλήτευσης, κατά την ανάπτυξη της μείζονος νομικής του σκέψης, στη σελίδα 3α της απόφασής του, ουδόλως αιτιολογεί, εάν στην ένδικη περίπτωση, τηρήθηκε νόμιμα η ανωτέρω διαδικασία τοιχοκόλλησης της πράξης προσδιορισμού δικασίμου, ούτε εάν κοινοποιήθηκαν στους αναιρεσείοντες οι ανωτέρω δικαστικές αποφάσεις, ώστε να αρχίσει να τρέχει η εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία. Επομένως, το Εφετείο με το να αρκεστεί στη θεμελίωση της αποδεδειγμένης γνώσης των αναιρεσειόντων στη γενική τους γνώση, ότι τα ακίνητά τους έχουν απαλλοτριωθεί και ότι εισπράχθηκε το ποσό της επίταξης από τρίτα πρόσωπα, σε προγενέστερο χρόνο (2007), κατά τον οποίο δεν είχε καθοριστεί ακόμη η προσωρινή, ούτε η οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, που καθορίστηκαν αντίστοιχα, κατά τα έτη 2011 και 2013, κατόπιν σχετικών αιτήσεων του Ελληνικού Δημοσίου, για τον καθορισμό προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, αντίστοιχα, διέλαβε ελλιπή και ανεπαρκή αιτιολογία για την αποδεδειγμένη - καταφατική γνώση των αναιρεσειόντων περί καθορισμού προσωρινής ή οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, από την οποία και μόνον αρχίζει να τρέχει η βραχύτερη προθεσμία των έξι μηνών, εντός της οποίας υποχρεούνται οι δικαιούχοι της αποζημίωσης να ασκήσουν το δικαίωμά τους για μεγαλύτερη οριστική αποζημίωση και τα συναφή με αυτό αιτήματα ιδιαίτερης αποζημίωσης, ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας και αναγνώρισής τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης.

Πλέον τούτων πρέπει να επισημανθεί ότι η και επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με την 1η αναιρεσείουσα, για την οποία το Εφετείο δέχτηκε, ότι η εξάμηνη προθεσμία είχε επίσης παρέλθει, διότι αυτή δεν άσκησε την αίτησή της εντός έξι μηνών από τη συντέλεση της απαλλοτρίωσης, στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι η αποδεδειγμένη γνώση του δικαιούχου της αποζημίωσης αναφέρεται στον καθορισμό της οριστικής ή προσωρινής τιμής μονάδος και όχι στη συντέλεση της απαλλοτρίωσης (ΑΠ 1301/2017).

Συνακόλουθα, το Εφετείο, με το να απορρίψει ως εκπρόθεσμη την αίτηση των αναιρεσειόντων για τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και τις συναφείς αξιώσεις περί ιδιαίτερης αποζημίωσης και ανατροπής τεκμηρίου ωφέλειας και, χωρίς να ερευνήσει λόγω του ενιαίου της κρίσης, σύμφωνα με τις παραδοχές του, το αίτημα για την αναγνώρισή τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 7 παρ. 1, 9 παρ. 4 εδ. β', 19 παρ. 3 και 4, 20 παρ. 3 και 21 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, άρθρ. 33 Ν. 2971/2001 και αυτές σε συνδ. με άρθρα 17 και 20 Συντάγματος, άρθρο 6 ΕΣΔΑ και 1ο Πρόσθετο Πρωτόκολλο της ΕΣΔΑ, τους οποίους παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπή αιτιολογία, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αποδεδειγμένης γνώσης των αναιρεσειόντων για τον καθορισμό αποζημίωσης, που αποτελεί την αφετηρία έναρξης της προθεσμίας των έξι μηνών και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης περί της εμπρόθεσμης άσκησης της από 20-1-2015 αίτησης των αναιρεσειόντων για τον καθορισμό μεγαλύτερης οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης και των συναφών αιτημάτων περί ιδιαίτερης αποζημίωσης, ανατροπής του τεκμηρίου ωφέλειας και αναγνώρισής τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αφορά στους αναιρεσείοντες. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το μέρος της που αναιρείται, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ), για να ερευνηθεί. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ) και να επιβληθεί σε βάρος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, που ηττήθηκε (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), η δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, μειωμένη κατ' άρθρ. 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, διότι η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 4 Ν. 2882/2001 περί αποκλεισμού της διάταξης μειωμένης δικαστικής δαπάνης, δεν έχει εφαρμογή στη δίκη της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου περί οριστικού προσδιορισμού αποζημίωσης, όπως στην ένδικη υπόθεση, στην οποία εφαρμόζονται, όσον αφορά τη δικαστική δαπάνη, οι διατάξεις των άρθρων 173 έως 193 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το άρθρο 22 Ν. 2882/2001 (ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1681/2018, ΑΠ 1175/2015), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 19/2017 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Καλαμάτας (ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων), κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος αυτής, στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στους καταθέσαντες αυτό αναιρεσείοντες. Και

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου τα μειωμένα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ