1153/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1153 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Legislator headnote
AI generated1153/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1153 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1153 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1153/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Γεώργιο Παπανδρέου-εισηγητή Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 2α Μαϊου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Μ. Σ., 2.Ι. Μ. Σ., 3.Ε. Μ. Σ., 4. Ε. συζ. Ε. Τ. το γένος Μ. Σ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Λάζαρου Κίκα .
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. συζ. Ν. Δ., το γένος Α. Σ., 2. Α. το γένος Ν. Δ., 3. Ρ.-Δ. το γένος Ν. Δ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Πάνο Σημιτό, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-8-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Νάξου.
Εκδόθηκε η απόφαση 54/2007 του ιδίου Δικαστηρίου, που παρέπεμψε στο καθ' ύλην αρμόδιο Δικαστήριο, ήτοι Ειρηνοδικείο .... Συζητήσεως γενομένης εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2009 μη οριστική και 51/2013 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 18/2016 τελεσίδικη του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 12-6-2017 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Με την από 12-7-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 18/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου (τακτικής διαδικασίας ) , με την οποία έγινε τυπικά και ουσιαστικά δεκτή έφεση των ήδη αναιρεσιβλήτων -εναγομένων-εκκαλουσών κατά της 51/2013 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Νάξου(με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 4-8-2006 διεκδικητική ακινήτου αγωγή των αναιρεσειόντων-εναγόντων-εφεσιβλήτων),εξαφανίσθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και απορρίφθηκε η ως άνω αγωγή.
2.Κατά τις διατάξεις των άρθρων 144,310 & 1 και 564 & 1, 2του ΚΠολΔ. η επίδοση της οριστικής αποφάσεως γίνεται με επιμέλεια των διαδίκων, από της επομένης δε ημέρας αρχίζει η προθεσμία των τριάντα ημερών για την άσκηση αναίρεσης κατ` αυτής, εφόσον ο διάδικος που την ασκεί διαμένει στην Ελλάδα και των εξήντα ημερών αν διαμένει στο εξωτερικό ή είναι άγνωστης διαμονής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 449 & 1 του ιδίου Κώδικα, αντίγραφα των οποίων η ακρίβεια βεβαιώνεται από τον αρμόδιο υπάλληλο έχουν αποδεικτική δύναμη ίση με το πρωτότυπο. Εκ τούτων έπεται ότι η επίδοση αντιγράφου οριστικής αποφάσεως του οποίου δεν βεβαιώνεται η ακρίβεια σε σχέση με το πρωτότυπο από τον υπάλληλο που το εξέδωσε, ισοδυναμεί με παράλειψη επιδόσεως και δεν κινεί την προθεσμία ασκήσεως αναιρέσεως κατ` αυτής, ούτε υποχρεώνει το διάδικο να διαπιστώσει κατ` άλλο τρόπο την ακρίβεια αυτού.(ΑΠ1133/2008).Στην προκείμενη περίπτωση, από το προσκομιζόμενο και επιδοθέν στους αναιρεσείοντες αντίγραφο εκ της υπ' αριθμ. 18/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου, που φέρει στο περιθώριό του επισημείωση του διενεργήσαντος την επίδοση δικαστικού επιμελητή Χ. Δ. , προκύπτει ότι πρόκειται περί ενός απλού φωτοτυπικού αντιγράφου αυτής απ` αρχής μέχρι και των υπογραφών της δημοσίευσής της,χωρίς να υπάρχει η βεβαίωση της ακριβείας από τον αρμόδιο Γραμματέα, ούτε οι σφραγίδες και τα επικολληθέντα χαρτόσημα και σχετικά ένσημα, που περιέχει στο τέλος του παραγγελία του δικηγόρου Χρήστου Σαμόλη προς τον αρμόδιο δικαστικό επιμελητή για την επίδοσή της προς τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εφεσιβλήτων (αναιρεσιβλήτων) Συνεπώς είναι άκυρο τόσο το ως άνω αντίγραφο, όσο και η γενόμενη κατά την 13-3-2017 επίδοσή του και, ως εκ τούτου, δεν κινήθηκε η εξαρτώμενη από αυτή προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης απότους ήδη αναιρεσείοντες. (ΑΠ1133/2008.ΑΠ 195/2001)και συνεπώς η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα προ πάσης επιδόσεως, απορριπτομένου ως αβασίμου σχετικού περί απαραδέκτου ,ως εκπροθέσμως, ασκηθέντος του ενδίκου μέσου, ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων.
3.Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,560, 566§1 Κ.Πολ.Δ και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου,όπως προκύπτει από την με αριθμ. 1/12-6-2017 βεβαίωση της έκθεσης κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Μονομελούς Πρωτοδικείου Νάξου ).Είναι συνεπώς παραδεκτή(άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
4.Κατά δε το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 974 Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου και, κατά το άρθρο 1051 Α.Κ., εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση κυριότητας επί ακινήτου με τακτική χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί δεκαετία με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο, ενώ με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής το χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του. Ασκηση νομής, προκειμένου για ακίνητο, συνιστούν εμφανείς υλικές πράξεις επάνω σε αυτό, που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να το εξουσιάζει.
5.Εξάλλου, κατά το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Τέλος, κατά το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.Α.Π.24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο, μετά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, έκανε δεκτά τα ακόλουθα:
"Σύμφωνα με το πόρισμα της από 28-09- 2011 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης της πραγματογνώμονα Χ. Β. το επίδικο ακίνητο δεν βρίσκεται στην περιοχή που της υποδείχθηκε κατά την αυτοψία, καθόσον, το συνημμένο στην ανωτέρω πραγματογνωμοσύνη σχέδιο που συνέταξε η ως άνω πραγματογνώμονας, επειδή δεν ήταν δυνατή η σύνταξη τοπογραφικού διαγράμματος, διότι κατά την αυτοψία που διενήργησε η ίδια, τα όρια υπεδείχθησαν από τον Α. Ν., ο οποίος επιπλέον, νομότυπα εξετάστηκε και στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου επιμελεία των εναγόντων, δεν θυμόταν το όριο του ακινήτου προς τη βόρεια πλευρά, γιατί, όπως υποστήριξε αλλοιώθηκε με την πάροδο των χρόνων, ^συγκρινόμενο με το από Νοεμβρίου 1988 τοπογραφικό διάγραμμα που συνέταξε ο Πολιτικός Μηχανικός Γ. Κ. δεν ταυτίζεται. Κατά την ίδια ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης το επίδικο ακίνητο δεν εμπεριέχεται στον αρχικό τίτλο. Το γεγονός αυτό ενισχύεται και από το συμπέρασμα της τεχνικής έκθεσης του Π. Κ., Πολιτικού Μηχανικού που νόμιμα προσκομίζουν οι ενάγοντες και συγκεκριμένα αναφέρει: "Η γενική αοριστία των τίτλων των προκτητόρων των εναγόντων βάσει των σημερινών δεδομένων δεν επιτρέπουν να οδηγηθούμε σε απόλυτα και ασφαλή συμπεράσματα...". Ενόψει των ανωτέρω, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι το αίτημα των εναγόντων και ήδη εφεσίβλητων περί διάταξης νέας ή επαναλήψεως ή συμπληρώσεως της αρχικής πραγματογνωμοσύνης πρέπει ν' απορριφθεί, καθόσον η προσκομιζόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης δεν περιέχει ατέλειες ή ασάφειες, αντίθετα κρίνεται απόλυτα σαφής. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι τόσο οι ενάγοντες όσο και ο δικαιοπάροχος τους ήταν μόνιμοι κάτοικοι εξωτερικού. Επιπλέον, δεν αποδεικνύεται καμιά πράξη νομής επί του επιδίκου ούτε από τους ενάγοντες ούτε από τον δικαιοπάροχο τους, καθόσον, σύμφωνα με όσα κατέθεσε ενόρκως στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο μάρτυρας των εναγόντων Α. Ν. του Α., χωρία της κατάθεσης του οποίου παρατίθενται αυτολεξεί κατωτέρω: "...εγώ και ο αδελφός μου Γ. το καλλιεργούσαμε από το 1940 μέχρι το 1947 και μετά τα νοίκιασε στον Κ. και συνέχεια τα άφησε χέρσα. Μέχρι το 1952 καλλιεργούνταν το επίδικο...", ενώ σε άλλο χωρίο της κατάθεσης του, αν και αναφέρει ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων ασκούσε τη νομή μέσω αυτού (του μάρτυρα), καταθέτοντας ότι ο δικαιοπάροχος των εναγόντων - πατέρας τους τον έβαλε αντιπρόσωπο, επειδή ο τελευταίος έφυγε για την ….. σε άλλο σημείο της κατάθεσής του, το οποίο παρατίθεται κι αυτό αυτολεξεί αναφέρει: "...πήγαινα στο χώρο, γιατί ήμουν κυνηγός και κυνηγούσα..." και σε άλλη περικοπή της κατάθεσής του αναφέρει ότι μέσα στο επίδικο θα μπορούσαν να πάνε και άλλοι να κυνηγάνε, καθώς και: "...έχω δέκα χρόνια τώρα να μπω στο ακίνητο. Ο Μ. έχει πολλά χρόνια να έλθει...", εννοώντας τον Μ. Σ., πατέρα των εναγόντων. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα Α., σύζυγος Ν. Δ., το γένος Α. Σ., κάτοικος ... απέκτησε κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή δυνάμει του υπ' αριθμ. …52/29-07-1976 συμβολαιογραφικού εγγράφου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου ... Ε. Μ. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήρας στον τόμο 285 και αριθμό 34 έναν ακαλλιέργητο αγρό (βοσκότοπο) που κείται στη θέση "Π. Κ.", ονόματι Β. περιοχής Κοινότητας Η. ... τέως Δήμου ..., εκτάσεως δύο (2) ζευγαριών ή όσης επιπλέον έκτασεως είναι και συνορεύει γύρωθεν με ακίνητα Μ. Σ., του τμήματος του χωριζομένου δίά της δημοσίας οδού, Ι. Μ., Ν. Μ., Λ., χωράφια Σ., με ακίνητο Β. και Λ. Χ. και με δημόσια οδό. Το ανωτέρω ακίνητο που απέκτησε η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εκκαλούσα με το ανωτέρω συμβολαιογραφικό έγγραφο με αγορά από Μ., σύζυγο Ν. Μ., το γένος Ε. και Μ. Δ., είχε περιέλθει σ' αυτή (πωλήτρια) δυνάμει του υπ' αριθμ. ….10/1956 συμβολαίου του συμβολαιογράφου ... Γ. Α., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θήρας στον τόμο .8 και αριθμό 5540. Περαιτέρω, αποδεικνύεται, σύμφωνα με όσα ενόρκως κατέθεσε στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ο μάρτυρας των εναγομένων Χ. Σ. του Δ. και Σ., δικηγόρος στο επάγγελμα και γαμπρός της πρώτης εναγομένης, η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εκκαλούσα Α., σύζυγος Ν. Δ., το γένος Α. Σ., κάτοικος ... αγόρασε το επίδικο ακίνητο το έτος 1976. Από τότε δε που το αγόρασε βρίσκεται μέσα στο χώρο αυτό, έβαλε πόστα από το έτος 1984 και είχε οριοθετήσει το ακίνητο της. Οι πάσσαλοι δε που οριοθετούν το ακίνητο βρίσκονται ακόμη στον εν λόγω χώρο (βλ. τα πρακτικά της υπ' αριθμ. 44/2009 απόφασης του Ειρηνοδικείου ...). Επιπλέον, ο ανωτέρω μάρτυρας κατέθεσε ενόρκως στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι το έτος 1990 η πρώτη εναγομένη και ήδη πρώτη εκκαλούσα Α., σύζυγος Ν. Δ., το γένος Α. Σ., κάτοικος ... και ο Μ. Σ.ς, δικαιοπάροχος των εναγόντων υπέγραψαν από κοινού το από Σεπτεμβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα - Μηχανικού Κ. Π. (βλ. και νόμιμα προσκομιζόμενο από Σεπτεμβρίου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Αρχιτέκτονα - Μηχανικού Κ. Π.), με το οποίο ο Μ. Σ.ς, ιδιοκτήτης του όμορου κτήματος, δικαιοπάροχος των εναγόντων, δήλωσε ότι τα όρια που έχουν υλοποιηθεί σ' αυτό το τοπογραφικό είναι ακριβή. Δέον να σημειωθεί ότι η κατάθεση του μάρτυρα των εναγομένων κρίνεται από το παρόν Δικαστήριο πιο πειστική και επικρατέστερη απ' αυτή του μάρτυρα των εναγόντων, η οποία, όπως προαναφέρθηκε είναι αντιφατική και αναξιόπιστη. Περαιτέρω, αποδεικνύεται και από τον ανωτέρω τίτλο ότι το επίδικο ακίνητο ανήκει στην πρώτη των εναγομένων και ήδη πρώτη εκκαλούσα Α., σύζυγο Ν. Δ., η οποία ήταν η μόνη συμβαλλόμενη από την πλευρά του αγοραστή στο υπ' αριθμ. 13952/29-07-1976 συμβολαιογραφικό έγγραφο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου ... Ε. Μ. Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου ... στον τόμο 285 και αριθμό 34 και όχι η δεύτερη και τρίτη εκ των εναγομένων / και απέκτησε το επίδικο τόσο με παράγωγο τρόπο, αλλά και με πρωτότυπο".
Με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές του το Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού δέχθηκε την έφεση των εναγομένων αναιρεσιβλήτων εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου), που έκρινε αντίθετα, δικάζοντας την υπόθεση στην ουσία της, απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων ως αβάσιμη κατ' ουσία με πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες δεχόμενο ότι το επίδικο ακίνητο δεν βρίσκεται στην περιοχή και θέση που ισχυρίζονται οι ενάγοντες, δεν εμπίπτει στους τίτλους κτήσεως των εναγόντων, δεν αποδείχθηκαν πράξεις νομής των εναγόντων στο επίδικο και ότι αυτό ανήκει στην κυριότητα της πρώτης εναγομένης με παράγωγο αλλά και πρωτότυπο τρόπο κτήσης της κυριότητας με την άσκηση των λοιπών (πλην της παραμονής των εναγομένων στο επίδικο που αποτελεί ''χέρσο'' αγρό, χωρίς κτίσματα) αναφερόμενων πράξεων νομής για χρονικό διάστημα που υπερβαίνει την εικοσαετία. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1045 του ΑΚ, και περιέχει για τα κρίσιμα θέματα πλήρεις, σαφείς, χωρίς κενά ή αντιφάσεις αιτιολογίες και πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι σχετικοί δεύτερος, τρίτος και τέταρτος αναιρετικοί λόγοι εκ των αριθμ.1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ.
6 Επειδή, κατά τη διάταξη του αριθμού 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή αντένσταση. Πάντως δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από το άρθρο 560 αριθ. 5 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, γιατί παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι ''ο επίδικος αγρός μας Α-3 είναι όμορος και συνορεύει με τους δυο αγρούς των αναιρεσιβλήτων ,αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης στην επίδικη θέση ''Β.', που ανήκε αρχικά στον παππού μας Μ. Σ. και χωρίσθηκε στους αγρούς Α-1.Α-2 και Α-3 μετά τη διάνοιξη των δυο οδών καθώς και τα έγγραφα που επικαλεσθήκαμε προς υποστήριξη του γεγονότος αυτού,ειδικότερα..1,...2....3....4...5..(.έγγραφα....).Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος γιατί κατά το πρώτο σκέλος του τα αναφερόμενα δεν συνιστούν αυτοτελή ισχυρισμό αλλά επιχείρημα και δεν αποτελεί ''πράγμα'' ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του με την επίφαση του αναιρετικού λόγου πλήττεται η ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του Εφετείου(άρθρ.561 ΚΠολΔ).
7.Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ) Τέλος, οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-6-2017 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 1/2017 αίτηση για αναίρεση της 18/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Νάξου.
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες, στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ