1153/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1153 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1153/2017
Legislator headnote
AI generated1153/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1153 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1153/2017
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1153 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1153/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Tης αναιρεσείουσας: ανώνυμης εμπορικής βιομηχανικής εταιρείας με την επωνυμία "..." που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Αναγνωστόπουλο, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Α. Χ. του Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελίας Κοτσίδου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/3/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 220/2014 του ίδιου Δικαστηρίου, 2013/2015 και 1013/2016 διορθωτική αυτής του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 10/6/2016 αίτησή της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών 2013/2015 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 29-3-2013 (αυξ. αριθμ καταθ. …/2013) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μετά των εναγομένων, δυνάμει της οποίας απασχολήθηκε ως πωλήτρια στις επιχειρήσεις τους, ως και καταγγελία αυτής από την πρώτη εναγομένη, ζήτησε κατ' επιτρεπτό περιορισμό της αγωγής: α) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να της καταβάλλει το συνολικό ποσό των 57.498,19 ευρώ ως αμοιβή της για ιδιόρρυθμη και παράνομη υπερωριακή απασχόληση, υπερεργασία, κατ' εξαίρεση υπερωρίες, εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας και κατά Κυριακές, αποζημίωση απόλυσης και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, β) να υποχρεωθούν αμφότερες οι εναγόμενες, εις ολόκληρον, άλλως μόνον η δεύτερη από αυτές να της καταβάλλουν το συνολικό ποσό των 1.9272,72 ευρώ για υπερεργασία, απασχόληση κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας και αποδοχές Μαρτίου 2013, γ) να υποχρεωθούν επίσης αμφότερες οι εναγόμενες να της καταβάλλουν τo ποσό 3.240 ευρώ ως αποζημίωση για την απώλεια του επιδόματος ανεργίας δ) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να της καταβάλλει το ποσό των 2.000 ευρώ ως αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης με βάση τη σύμβαση εργασίας της, την αδικοπραξία και τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, επικουρικά όλες τις αξιώσεις της κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθμό.220/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την δεύτερη εναγόμενη και έγινε κατά ένα μέρος δεκτή ως προς την πρώτη εναγόμενη επιδικάζοντας στην ενάγουσα το ποσό των 587,23 ευρώ ως αμοιβή για την εργασία της κατά το Σάββατο και την Κυριακή, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην απόφαση. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της ενάγουσας, με την προσβαλλόμενη απόφαση, επικυρώθηκε η πρωτοβάθμια απόφαση ως προς την δεύτερη εναγόμενη και έγινε δεκτή η έφεση κατ' ουσία ως προς την πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δικάστηκε η αγωγή, έγινε εν μέρει δεκτή αυτή και υποχρεώθηκε η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 25.222,58 ευρώ.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Στη προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής κρίσιμα για την έρευνα των λόγων αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα, είχε προσληφθεί στις 2-5-1999 από την εταιρεία με την επωνυμία "... ΕΕ", για να παράσχει τις υπηρεσίες της ως πωλήτρια στο επί της οδού … αριθμός … υποκατάστημα της εργοδότριάς της στην …, με συμφωνημένο ωράριο 8 ωρών ημερησίως για 5 ημέρες την εβδομάδα, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν το Σάββατο, ενώ, εκτός των Κυριακών που δεν εργαζόταν (με εξαίρεση τις Κυριακές που θα αναφερθούν παρακάτω) συμφωνήθηκε να λαμβάνει ένα ακόμα ρεπό την εβδομάδα, ως δεύτερη ημέρα ανάπαυσης. Ακολούθως η ενάγουσα, από 28-3-2000 παρέσχε τις υπηρεσίες της στην επιχείρηση της Β. Κ., συζύγου του ομορρύθμου μέλους της αρχικής εργοδότριάς της, στην οδό … αριθμός … στην …, η οποία υπεισήλθε στις απορρέουσες υποχρεώσεις και τα δικαιώματα από την συγκεκριμένη εργασιακή σύμβαση, ενώ στην συνέχεια μεταφέρθηκε εκ νέου από την εργοδότριά της, την 9-4-2002, με δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της τελευταίας στον ΟΑΕΔ …, με την οποία, επικαλούμενος την από 2-5-1999 σύμβαση εργασίας, γνωστοποίησε την τοιαύτη μεταφορά της ενάγουσας. Ακολούθησαν διαδοχικές μεταφορές της ενάγουσας σε άλλες εταιρείες συμφερόντων της ίδιας οικογένειας, τελικά δε, από την 17-6-2010 στην πρώτη εναγομένη, η οποία προήλθε από συνένωση οκτώ εταιρειών, μεταξύ των οποίων και η εταιρεία που την προσέλαβε, με τους ίδιους όρους κάθε φορά, συνεχιζομένης της αρχικής συμβάσεως εργασίας της, ως ενιαίας τοιαύτης. Η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της στην ως άνω, τελευταία εργοδότριά της, ενώ στην πορεία της ανατέθηκαν και αυξημένα καθήκοντα υπεύθυνης καταστήματος, μέχρι την 31-12-2012, κατά δε τον τελευταίο μήνα, είχε μεταφερθεί ατύπως στο κατάστημα της δεύτερης εναγομένης στο Ελληνικό, αλλά συνέχισε να λαμβάνει εντολές από την αρχική της εργοδότριά και να πληρώνεται από αυτή. Κατά την ως άνω ημεροχρονολογία, η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, συνταγέντος του με την ίδια ημερομηνία εγγράφου καταγγελίας, στο οποίο αναγράφεται τόσο η καταγγελία, όσο και η λήψη αποζημιώσεως ύψους 9.960,16 ευρώ.......... Στην κρίση...περί μη καταβολής της αποζημίωσης, συνηγορούν και τα ακόλουθα: Α) η εναγόμενη κατέβαλλε τη μισθοδοσία στο προσωπικό της, μεταξύ του οποίου και στην ενάγουσα, μέσω τραπεζικού λογαριασμού, πράγμα που δεν έπραξε με την αποζημίωση, ικανού ύψους, β) ενώ φέρεται να κατέβαλε το μεγάλο αυτό ποσό σε μετρητά εκείνη την ημέρα, ωστόσο άφησε σε εκκρεμότητα το υπόλοιπο της μισθοδοσίας της ενάγουσας του συγκεκριμένου μηνός, ασήμαντου ποσού σε σχέση με την αποζημίωση, το οποίο κατέθεσε αρκετές ημέρες αργότερα στον τραπεζικό της λογαριασμό, γ) τέλος, ενώ φέρεται να κατέβαλε το ποσό αυτό σε μετρητά, το οποίο αυτονοήτως εκταμιεύτηκε από το ταμείο της επιχείρησης, δεν προσκομίσθηκε ανταποδεικτικώς, ούτε η ανάλυση του ταμείου της συγκεκριμένης ημέρας, ούτε η καρτέλλα πληρωμών της ενάγουσας, έγγραφα από τα οποία ευχερώς θα αποδεικνυόταν, αφ' ενός η εκταμίευση του ποσού, αφ' ετέρου η (λογιστική) πίστωσή του στο λογαριασμό της ενάγουσας. Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι καθ' όλο το χρονικό διάστημα που παρέσχε τις υπηρεσίες της στην πρώτη εναγομένη, και δη από της προσλήψεώς της μέχρι και την 31-12-2012, η ενάγουσα, κατά το διάστημα των εορτών των Χριστουγέννων και του Πάσχα, λόγω φόρτου εργασίας των καταστημάτων της εναγομένης, εργαζόταν καθ' υπέρβαση του νομίμου ωραρίου της, πραγματοποιώντας αντίστοιχα, υπερεργασία και κατ' εξαίρεση υπερωρίες, καθώς και τις ημέρες που είχε ρεπό, για δε την ως άνω απασχόλησή της δεν έλαβε οποιαδήποτε αμοιβή. Για την πραγματοποίηση των υπερωριών, δεν είχε προηγηθεί σχετική αναγγελία ή άδεια της αρχής. Επίσης, κατά τον υπόλοιπο |χρόνο, ελάμβανε, αντί τεσσάρων ρεπό τον μήνα, μόνον ένα, εργαζομένης καθ' όλες τις υπόλοιπες ημέρες της εβδομάδας, πλην της Κυριακής συμπεριλαμβανομένου δε του Σαββάτου. Ειδικότερα, κατά την Μεγάλη Εβδομάδα εκάστου έτους, η ενάγουσα εργαζόταν, από Μ. Δευτέρα έως και Μ. Πέμπτη από ώρα 9 π.μ. μέχρι ώρα 9 μ.μ., την Μ. Παρασκευή από ώρα 11 π.μ. μέχρι ώρα 9 μ.μ. και το Μ. Σάββατο από ώρα 9 π.μ. μέχρι ώρα 6 μ.μ. κατά τα έτη 2008 έως και 2010, ενώ κατά τα έτη 2011 και 2012 εργαζόταν τις ίδιες ώρες τις υπόλοιπες ημέρες, κατά δε το Μ. Σάββατο από ώρα 9 π.μ. μέχρι ώρα 5 μ.μ. (1 ώρα λιγότερη). Έτσι, κατά την εβδομάδα αυτή πραγματοποιούσε 5 ώρες υπερεργασίας κάθε έτος και 14 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας κατά τα έτη 2008 έως και 2010 και 13 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας εφεξής. Κατά τις τρεις τελευταίες εβδομάδες εκάστου έτους, η ενάγουσα εργαζόταν από Δευτέρα έως και Παρασκευή από ώρα 9 π.μ. μέχρι ώρα 9 μ.μ. και το Σάββατο από ώρα 9 π.μ. μέχρι ώρα 6 μ.μ. κατά τα έτη 2008 και 2009, ενώ κατά τα έτη 2010 έως και 2012 εργαζόταν τις ίδιες ώρες τις υπόλοιπες ημέρες, κατά δε το Σάββατο από ώρα 9 π.μ. μέχρι ώρα 5 μ.μ. (1 ώρα λιγότερη). Έτσι, κατά τις τρεις αυτές εβδομάδες εκάστου έτους, πραγματοποιούσε 5 ώρες υπερεργασίας κάθε έτος και 14 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας κατά τα έτη 2008 και 2009 και 13 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας εφεξής. Τέλος, η ενάγουσα εργάσθηκε και κάποιες Κυριακές, και δη από μία Κυριακή στο τέλος του έτους, κατά τα έτη 2008 έως και 2011 και 2 Κυριακές το 2012, και συνεπώς της οφείλεται για αυτές προσαύξηση κατά 75% επί του ημερομισθίου της, όπως έκρινε και η εκκαλουμένη, συνολικού ύψους 212,16 ευρώ - χωρίς να αμφισβητείται το ύψος και ο τρόπος υπολογισμού της ως άνω προσαύξησης -, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι δεν της χορηγήθηκε αναπληρωματική ανάπαυση σε άλλη ημέρα της εβδομάδας, ώστε να δικαιούται και το 1/25 του μισθού της. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η πραγματοποίηση υπερεργασίας και κατ' εξαίρεση υπερωριών σε άλλα χρονικά διαστήματα, πλην των προαναφερθέντων, και συνεπώς τα αντίστοιχα αγωγικά κονδύλια είναι αβάσιμα κατ' ουσίαν. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα οποιοδήποτε ποσό από την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, και δη, είτε μηνιαίες αποδοχές, είτε αμοιβές από υπέρβαση του ωραρίου της. Εξάλλου, ουδόλως αποδείχθηκε προσβλητική της προσωπικότητας της ενάγουσας συμπεριφορά της εκπροσώπου της, που να δικαιολογεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Περαιτέρω, και η πρώτη εναγομένη, διά του εκπροσώπου της, δεν αποδείχθηκε ότι μετήλθε συμπεριφορά προσβλητική για την προσωπικότητα της ενάγουσας, όπως η τελευταία ισχυρίζεται. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα υπέγραψε το έγγραφο της καταγγελίας παρασυρθείσα από ψευδείς παραστάσεις του εκπροσώπου της εναγομένης σχετικά με το περιεχόμενό του, ενώ παρέμεινε ασαφές και συνεπώς μη αποδειχθέν το αν η πλάνη που της δημιουργήθηκε σχετικά με τις έννομες συνέπειες και την περαιτέρω χρήση του εγγράφου, προκλήθηκε υπαιτίως από τον ανωτέρω εκπρόσωπο της εργοδότριά της.
Συνεπώς, το αίτημα της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, είναι απορριπτέο και ως προς την πρώτη εναγομένη. Με βάση, περαιτέρω, τα αμέσως ανωτέρω είναι αβάσιμο κατ' ουσία και το αίτημα της ενάγουσας για αποζημίωσή της λόγω στέρησης του επιδόματος ανεργίας, το οποίο στηρίζει στην παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, και ειδικότερα στην αποσιώπηση της απόλυσή της, καθ' όσον τέτοια συμπεριφορά δεν αποδείχθηκε.
Συνεπώς, η αγωγή είναι απορριπτέα στο σύνολό της για την δεύτερη εναγομένη ως ουσία αβάσιμη. Ακολούθως, η πρώτη εναγομένη, οφείλει στην ενάγουσα τα εξής ποσά: Α) για την νόμιμη αποζημίωσή της: Όπως προελέχθη, η ενάγουσα είχε προσληφθεί την 2-5-1999, και συνεπώς κατά τον χρόνο της απόλυσής της (31-12-2012) είχε συμπληρώσει 13 χρόνια υπηρεσίας.
Συνεπώς, η αποζημίωσή της με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου προ της απολύσεώς της μηνός υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, ήτοι των 1.067,16 ευρώ εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι παρείχε τακτικά και σταθερά υπερεργασία -ανερχόταν σε [(1.067,16 χ9) +1/6=] 11.205,18 Ευρώ, Β) Για υπερεργασία (άρθρο 1 παρ.1 ν. 3385/2005 έως 14-7-2010 και εφεξής 74 παρ. 10 ν.3863/2010) : Με δεδομένο ότι οι αποδοχές της, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-10-2008 ανερχόταν σε 1.035,92 εφεξής έως και 31-9-2009 σε 1.127,23 ευρώ, εφεξής έως και 31-3-2012 σε 1.270 ευρώ και εφεξής μέχρι το χρόνο της απόλυσή της σε 1.067,16 ευρώ, της οφείλονται: 1) Για την Μεγάλη Εβδομάδα 2008, ήτοι από 21-4-2008 έως 26-4-2008: [(1.035,92 ο μηνιαίος μισθός χ 0,006=) 6,21 ευρώ το ωρομίσθιο χ 1,25 με την προσαύξηση χ 5 ώρες εβδομαδιαίως=] 38,80 ευρώ. 2) Για το διάστημα από 15-12-2008 έως 3-1-2009: [(1.127,23 ευρώ ο μηνιαίος μισθός χ 0,006=) 6,76 ευρώ το ωρομίσθιο χ 1,25 με την προσαύξηση χ 5 ώρες εβδομαδιαίως Χ 3 εβδομάδες=] 126,75 ευρώ, 3) Για την Μεγ. Εβδομάδα 2009, ήτοι από 13-4-2009 έως 18-4-2009: [6,76 ευρώ το ωρομίσθιο, κατά τα αμέσως ανωτέρω χ 1,25 με την προσαύξηση Χ 5 ώρες εβδομαδιαίως=] 42,25 ευρώ., 4)Για το διάστημα από 14-12-2009 έως 2-1-2010: [(1.270 ευρώ ο μηνιαίος μισθός χ 0,006=) 7,62 ευρώ το ωρομίσθιο χ 1,25 με την προσαύξηση χ 5 ώρες εβδομαδιαίως χ 3 εβδομάδες=] 142,88 ευρώ., 5) Για την Μεγ. Εβδομάδα 2010, ήτοι από 29-3-2010 έως 3-4-2010: [7,62 ευρώ το ωρομίσθιο, κατά τα αμέσως ανωτέρω χ 1,25 με την προσαύξηση χ 5 ώρες εβδομαδιαίως=] 47,60 ευρώ., 6) Για το διάστημα από 13-12-2010 έως 31-12-2010: [(7,62 ευρώ το ωρομίσθιο, κατά τα ως άνω Χ 1,20 με την προσαύξηση χ 5 ώρες εβδομαδιαίως χ3 εβδομάδες=] 137,16 ευρώ., 7) Για την Μεγ. Εβδομάδα 2011, ήτοι από 18-4-2011 έως 23-4-2011: [7,6 ευρώ το ωρομίσθιο, κατά τα αμέσως ανωτέρω χ 1,20 με την προσαύξηση χ 5 ώρες εβδομαδιαίως=] 45,72 ευρώ. 8) Για το διάστημα από 12-12-2011 έως 31-12-2011: [(7,62 ευρώ το ωρομίσθιο, κατά τα ως άνω χ 1,20 με την προσαύξηση χ 5 ώρες εβδομαδιαίος χ3 εβδομάδες=] 137,16 ευρώ. 9)Για την Μεγ. Εβδομάδα 2012, ήτοι από 9-4-2012 έως 14-4-2012: [(1.067,16 ευρώ ο μισθός χ 0,006=) 6,40 ευρώ το ωρομίσθιο χ 1,20 με την προσαύξηση χ 5 ώρες εβδομαδιαίως=] 38,40 ευρώ. 10)Για το διάστημα από 10-12-2012 έως 29-12-2012: [(6,40 ευρώ το ωρομίσθιο, κατά τα αμέσως ανωτέρω Χ 1.20 με την προσαύξηση Χ 5 ώρες εβδομαδιαίως Χ 3 εβδομάδες =] 115,20 ευρώ, ήτοι για υπερεργασία συνολικά 871,92 ευρώ. Γ) Για κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση (άρθρο 1 ν. 3385/2005 έως 14-7-2010 και εφεξής 74 παρ. 10 ν. 3863/2010) και με βάση τις ανωτέρω αποδοχές και τα αντίστοιχα ωρομίσθια όπως υπολογίστηκαν στο κεφάλαιο ΕΓ: 1)Για την Μεγάλη Εβδομάδα 2008, ήτοι από 21-4-2008 έως 26-4-2008: [6,21 ευρώ το ωρομίσθιο χ 2 με την προσαύξηση χ 14 ώρες εβδομαδιαίως=] 173,88 ευρώ. 2)Για το διάστημα από 15-12-2008 έως 3-1-2009: (6,76 ευρώ το ωρομίσθιο χ 2 με την προσαύξηση χ 16 ώρες εβδομαδιαίως χ 3 εβδομάδες=) 648,96 ευρώ.,3) Για την Μεγ. Εβδομάδα 2009, ήτοι από 13-4-2009 έως 18-4-2009: (6,76 ευρώ το ωρομίσθιο χ 2 με την προσαύξηση χ 14 ώρες εβδομαδιαίως =) 189,28 ευρώ. 4)Για το διάστημα από 14-12-2009 έως 2-1-2010: (7,62 ευρώ το ωρομίσθιο χ 2 με την προσαύξηση χ 16 ώρες εβδομαδιαίως χ 3 εβδομάδες=] 731,52 ευρώ. 5)Για την Μεγ. Εβδομάδα , ήτοι από 29.03.2010 έως 3-4-2010 (7,62 ευρώ το ημερομισθιο Χ 2 με την προσαύξηση Χ 14 ώρες εβδομαδιαίας = ) 213,36 ευρώ, 6)Για το διάστημα από 13-12-2010 έως 31-12-2010: (7,62 ευρώ τα ωρομίσθιο χ 1,80 με την προσαύξηση χ 15 ώρες εβδομαδιαίως χ 3 εβδομάδες=) 617,36 ευρώ, 7) Για την Μεγ. Εβδομάδα 2011, ήτοι από 18-4-2011 έως 23-4-2011: (7,62 ευρώ το ωρομίσθιο χ 1,80 με την προσαύξηση Χ 13 ώρες εβδομαδιαίως=] 178,31 ευρώ., 8)Για το διάστημα από 12-12-2011 έως 31-12-2011: (7,62 ευρώ το ωρομίσθιο χ 1,80 με την προσαύξηση χ 15 ώρες εβδομαδιαίως χ 3 εβδομάδες=] 617,22 ευρώ, 9)Για την Μεγ. Εβδομάδα 2012, ήτοι από 9-4-2012 έως 14-4-2012: (6,40 ευρώ το ωρομίσθιο χ 1,80 με την προσαύξηση χ 13 ώρες εβδομαδιαίως=] 149,76 ευρώ. 10)Για το διάστημα από 10-12-2012 έως 29-12-2012: (6,40 ευρώ το ωρομίσθιο χ 1,80 με την προσαύξηση χ 15 ώρες εβδομαδιαίως χ 3 εβδομάδες=) 518,40 ευρώ και συνολικά για ιδιόρρυθμες υπερωρίες το ποσό των 4.037,91 ευρώ. Δ) Για την εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας μέχρι και την 31/5/2010, της οφείλεται 1/25 του κατώτατου νομίμου μισθού της για κάθε ημέρα, σύμφωνα με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεδομένου ότι κατά τον αντίστοιχο ποσό η εργοδότριά της κατέστη πλουσιότερη εις βάρος της περιουσίας της χωρίς νόμιμη αιτία, αφού το ποσό αυτό θα κατέβαλλε σε οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο απασχολούσε υπό τις ίδιες συνθήκες στη θέση της ενάγουσας, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ειδικές περιστάσεις (προϋπηρεσία κλπ), ενώ από 1-6-2010 και εφεξής (άρθρο 8 ν.3 846/2010), της οφείλεται εκ του νόμου πλέον το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%: 1) Για το διάστημα από 1-1-2008 έως 31-8-2008, που ο κατώτατος νόμιμος μισθός, με βάση την από 30-7-2008, κηρυχθείσα υποχρεωτική ΣΣΕ για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας ετών 2008-2009 (ΠΚ 103/5-8-2008), ανερχόταν σε 815,23 και το νόμιμο ημερομίσθιο σε 32,61 ευρώ, (28ημ. X 32,61=) 913,08 ευρώ. 2) Για το διάστημα από 1-9-2008 έως 31-12-2008, που με βάση την ίδια ΣΣΕ ο κατώτατος μισθός ανερχόταν σε 843,76 ευρώ και το νόμιμο ωρομίσθιο σε 33,75 ευρώ (8ημ X 33,75=) 270 ευρώ. 3) Για το διάστημα από 1-1-2009 έως 31-8-2009, που με βάση την ίδια ΣΣΕ ο κατώτατος μισθός ανερχόταν σε 860,64 ευρώ και το νόμιμο ωρομίσθιο σε 34,43 ευρώ (28 ημ. X 34,43=) 964,04 ευρώ. 4) Για το διάστημα από 1-9-2009 έως 10-5-2010, που με βάση την ίδια ΣΣΕ ο κατώτατος μισθός ανερχόταν σε 903,67 ευρώ και το νόμιμο ωρομίσθιο σε 36,15 ευρώ (21ημ. X 36,15 =) 759,15 ευρώ. 5) Για το διάστημα από 11-5-2010 έως 31-3-2012, υπό την ισχύ του ν. 3846/2010, που ο καταβαλλόμενος μισθός της ανερχόταν σε 1.270 ευρώ και το ημερομίσθιό της σε 50,8 ευρώ (68ημ. X 50,80 X 1,30 μαζί με την προσαύξηση =) 4.490,72 ευρώ. 6) Για το διάστημα από 1-4-2012 έως 31-3-2012, που ο καταβαλλόμενος μισθός της ανερχόταν σε 1.067,16 ευρώ και το ημερομίσθιό της σε 42,69 ευρώ (27 ημ. X 42,69 X 1,30 μαζί με την προσαύξηση=) 1.498,42 ευρώ, συνολικά δε για την ανωτέρω απασχόλησή της την έκτη ημέρα, ποσό 8.895,41 ευρώ, ενώ για όλες τις προεκτεθείσες αιτίες οφείλονται (11.205,18 + 871,92 + 4.037,91 + 8.895,41 = ) 25.010,42 ευρώ, πλέον της προσαύξησης των Κυριακών, ύψους 212,16 ευρώ, ...ήτοι συνολικά 25.222,58 ευρώ.".
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως, ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου τους. Περαιτέρω, με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ` αριθμ. 117/20-3-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β`81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346 /1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει: 1) ότι η υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη, έχει ως βάση το ανώτατο ωράριο της ημερήσιας και όχι της εβδομαδιαίας απασχολήσεως του μισθωτού, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα ωρών, για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (άρθρο 6 της από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου και 2) στην περίπτωση της υπερεργασίας, δηλαδή της απασχολήσεως του μισθωτού πέρα από τις 40 ώρες μέσα στην ίδια εβδομάδα μέχρι τη συμπλήρωση των 48 ωρών ανωτάτης εβδομαδιαίας εργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες, ημέρες της εβδομάδας. Επομένως, αν ο μισθωτός, απασχολούμενος μετά την 1-1-1984, δεν υπερβεί κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας το συμβατικό εβδομαδιαίο ωράριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής, για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας (ΑΠ 1409/2014). Περαιτέρω, με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 (όπως ίσχυε έως 30-9- 2005, οπότε αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του ν. 3385/2005) από 1-4-2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (5) ωρών την εβδομάδα. Κατά συνέπεια καταργούνται οι 44η, 45η, 46η, 47η και 48η ώρες υπερεργασιακής απασχολήσεως, εφόσον στις επιχειρήσεις αυτές ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ήταν, μέχρι την 31-3-2001, το 48ωρο. Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχολήσεως του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα. Η τρίωρη αυτή πέραν των 40 ωρών απασχόληση από 1-4-2001 ονομάζεται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση. Από 1-4-2001 η πέραν των σαράντα τριών ωρών (43) απασχόληση του μισθωτού των ως άνω επιχειρήσεων θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Η έκφραση του νόμου, ότι θεωρείται υπερωριακή απασχόληση η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση, δεν έχει την έννοια ότι ως υπερωρία θεωρείται πλέον μόνον η υπέρβαση του ανωτάτου νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας και όχι η υπέρβαση του ανωτάτου ωραρίου της ημερήσιας απασχολήσεως του μισθωτού, το οποίο και μετά την 1-4-2001, ελλείψει άλλης ειδικής ρυθμίσεως, εξακολουθεί να είναι το 8ωρο ή το 9ωρο επί πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχολήσεως. Επομένως, για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και μετά την ισχύ του ν. 2874/2000, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως. Ο νομοθέτης με το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 ήθελε να υπογραμμίσει ότι μετά την κατάργηση των 5 ωρών εβδομαδιαίας υπερεργασιακής απασχολήσεως, το ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας είναι πλέον 43 (αντί 48) ώρες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Από 1-4-2001 οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχολήσεως, καθώς και για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχολήσεως και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 435/1976. Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης (παράνομης) υπερωριακής απασχολήσεώς του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250 % του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (δηλαδή για κάθε ώρα προσαύξηση 150% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου). Με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005 (έναρξη ισχύος από 1-10-2005) το παραπάνω άρθρο 4 του ν. 2874/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: 1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η και 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχολήσεως. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ` εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ` εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%. Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον αντίστοιχο λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013, 7/2006, 4/2005).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σε αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 78/2016 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αποφάσεως τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, στη συγκεκριμένη περίπτωση, για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής αυτών, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της (Ολ ΑΠ 15/2006, 1/1999). Ως "ζητήματα", των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (ΑΠ 78/2016, ΑΠ 72/2014 ΤΝΠ Νόμος). Στη προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα εταιρεία ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ότι το Εφετείο παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου νομικές διατάξεις, ήτοι τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του Ν 435/76 του άρθρου 3 του ΝΔ 515/70, σε συνδυασμό με το άρθρο 6 της από 14.2.84 ΕΓΣΣΕ, άρθρο 9 της 1/82 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε και το άρθρο 29 του Ν. 1346/83, διότι κατά τις παραδοχές το Εφετείο, ως προς το ωράριο εργασίας προσμέτρησε τις ώρες απασχόλησης της 6ης ημέρας της εβδομάδας στις ώρες υπερωριακής απασχόλησης, παρά το γεγονός ότι δεν συνέτρεχε υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου εργασίας. Όπως προκύπτει από τις παραπάνω παραδοχές η προσβαλλόμενη δέχτηκε ότι κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα των ετών 2008 έως και 2010 η αναιρεσίβλητη πραγματοποιούσε 14 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας, συμπεριλαμβάνοντας εσφαλμένα και τις 9 ώρες εργασίας, που εργαζόταν η αναιρεσίβλητη κατά τα Σάββατα, ενώ, αν είχε εφαρμόσει ορθά τις ως άνω διατάξεις, θα είχε δεχθεί ότι μόνο η πέραν των 8 ωρών εργασία του Σαββάτου, ήτοι μόνο η 9η ώρα εργασίας, εντάσσεται στην έννοια της υπερωρίας και θα είχε δεχθεί 6 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας κατά τα έτη 2008, 2009 και 2010. Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ότι κατά τη Μεγάλη Εβδομάδα των ετών 2011 και 2012, η αναιρεσίβλητη πραγματοποιούσε 13 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας, συμπεριλαμβάνοντας εσφαλμένα και τις 8 ώρες εργασίας, που δέχτηκε ότι εργαζόταν η κατά τα Σάββατα, κατά τις οποίες όμως δεν υπήρξε καμία υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου εργασίας. Eπομένως, το Εφετείο κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπουν την υπερωριακή απασχόληση και την εργασία κατά το Σάββατο, συναρίθμησε για την επιδίκαση της αμοιβής υπερωριακής απασχόλησης τις ώρες εργασίας κατά το Σάββατο (6ης ημέρας της εβδομάδας) και ο πρώτος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος.
2. H αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ για έλλειψη αντιφατικής αιτιολογίας, ως προς το ζήτημα του αριθμού των ωρών υπερωριακής απασχόλησης που πραγματοποίησε η αναιρεσίβλητη. Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο ενώ δέχθηκε " ... Κατά τις τρεις τελευταίες εβδομάδες εκάστου έτους, η ενάγουσα εργαζόταν από Δευτέρα έως και Παρασκευή από ώρα 9 π.μ. μέχρι ώρα 9 μ.μ. και το Σάββατο από ώρα 9 π.μ. μέχρι ώρα 6 μ.μ. κατά τα έτη 2008 και 2009, ενώ κατά τα έτη 2010 έως και 2012 εργαζόταν τις ίδιες ώρες τις υπόλοιπες ημέρες, κατά δε το Σάββατο από ώρα 9 π.μ. μέχρι ώρα 5 μ.μ. (1 ώρα λιγότερη). Έτσι, κατά τις τρεις αυτές εβδομάδες εκάστου έτους, πραγματοποιούσε 5 ώρες υπερεργασίας κάθε έτος και 14 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας κατά τα έτη 2008 και 2009 και 13 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας εφεξής..", στη συνέχεια στις παραδοχές της διέλαβε ότι "η πρώτη εναγόμενη οφείλει για κατ' εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση.. "...2) για το διάστημα από 15.12.2008 έως 3.1.2009 (6,76 ευρώ το ωρομίσθιο Χ 2 με τη προσαύξηση Χ 16 ώρες εβδομαδιαίως Χ 3 εβδομάδες = ) 648,96 ευρώ ..... 4) Για το διάστημα από 14-12-2009 έως 2-1-2010: (7,62 ευρώ το ωρομίσθιο Χ 2 με την προσαύξηση Χ 16 ώρες εβδομαδιαίως χ 3 εβδομάδες=] 731,52 ευρώ.... 6) Για το διάστημα από 13-12-2010 έως 31-12-2010 (7,62 ευρώ τα ωρομίσθιο Χ 1,80 με την προσαύξηση χ 15 ώρες εβδομαδιαίως Χ 3 εβδομάδες=) 617,36 ευρώ,....8)Για το διάστημα από 12-12-2011 έως 31-12-2011 (7,62 ευρώ το ωρομίσθιο Χ 1,80 με την προσαύξηση χ 15 ώρες εβδομαδιαίως Χ 3 εβδομάδες=] 617,22 ευρώ, ...... 10)Για το διάστημα από 10-12-2012 έως 29-12-2012: (6,40 ευρώ το ωρομίσθιο Χ 1,80 με την προσαύξηση Χ 15 ώρες εβδομαδιαίως Χ 3 εβδομάδες=) 518,40 ευρώ και συνολικά για ιδιόρρυθμες υπερωρίες το ποσό των 4.037,91 ευρώ.....". Ενόψει αυτών, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση ενώ δέχεται ότι κατά τις τρεις τελευταίες εβδομάδες των ετών 2008 και 2009, η αναιρεσίβλητη πραγματοποιούσε 14 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας και κατά τις τρεις τελευταίες εβδομάδες των ετών 2010, 2011 και 2012 πραγματοποιούσε 13 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας, εν τούτοις στη συνέχεια επιδίκασε τελικά στην αναιρεσίβλητη 16 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας εβδομαδιαίως για τα διαστήματα από 15-12-2008 έως 3-1-2009 και από 14-12- 2009 έως 2-1-2010 και ακολούθως 15 ώρες κατ' εξαίρεση υπερωρίας εβδομαδιαίως για τα διαστήματα από 13-12-2010 έως 31-12-2010, από 12-12- 2011 έως 31-12-2011 και από 10-12-2012 έως 29-12-2012. O λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, για έλλειψη αντιφατικής αιτιολογίας, ως προς το ζήτημα του αριθμού των ωρών υπερωριακής απασχόλησης που πραγματοποίησε η αναιρεσίβλητη κατά τις τρεις τελευταίες εβδομάδες των παραπάνω ετών είναι βάσιμος. 3.- Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στο άρθρο 117 και 118, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής αρκεί για το ορισμένο της αγωγής να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τους όρους εφαρμογής ορισμένης νομικής διατάξεως, από την οποία παρέχεται το ασκούμενο με την αγωγή δικαίωμα. Περαιτέρω, επί αγωγής με την οποία διώκεται η επιδίκαση αποζημιώσεως λόγω υπερεργασίας, υπερωριακής εργασίας και πρόσθετης εργασίας, καθώς και για εργασία κατά την Κυριακή και το Σάββατο, για το ορισμένο αυτής αρκεί να αναφέρεται, εκτός από την εργασιακή σχέση και τους όρους αυτής, η παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές και τα Σάββατα, ο αριθµός αυτών, καθώς και το χρονικό διάστηµα στο οποίο αναφέρονται, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισµός τους µε ακριβείς χρονολογίες, αφού οι Κυριακές και τα Σάββατα προκύπτουν από το ηµερολόγιο. Δεν απαιτείται επιπροσθέτως, ειδικός προσδιορισµός καθ` ηµέρα ή εβδοµάδα της υπερωριακής και υπερεργασιακής εργασίας, αλλά αρκεί η αναφορά των ωρών της ηµερήσιας και εβδοµαδιαίας απασχόλησης του ενάγοντος και ο συνολικός αριθµός των ωρών του επιδίκου χρονικού διαστήματος. Τέλος, αρκεί να αναφέρεται το σύνολο των καταβληθέντων ποσών για αποδοχές κλπ εφόσον με απλό μαθηματικό υπολογισμό μπορεί να εξευρεθεί ο μηνιαίος μισθός ή το ημερομίσθιο βάσει των οποίων θα υπολογισθούν το ωρομίσθιο και η προσαύξηση (ΑΠ 534/2014, AΠ 792/2011, 1805/2011, 573/2011, ΑΠ 842/2003, ΑΠ 1413/2009 Νόμος). Περαιτέρω, η νομική αοριστία της αγωγής που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που πρέπει να εφαρμοστεί, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της περί νομικής επάρκειας της αγωγής κρίση του, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα από το νόμο προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, για να κρίνει νόμιμη την αγωγή ή, αντίθετα, αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία. Η αοριστία όμως του δικογράφου της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική ή ποιοτική, όταν στο δικόγραφο αυτής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία), ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία). Στις περιπτώσεις αυτές (της ποσοτικής ή ποιοτικής αοριστίας της αγωγής) η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ, αντίστοιχα. Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της ένδικης από 29.03.2013 αγωγής, στην οποία παραδεκτά προβαίνει, κατ` αρθρ. 561 του ΚΠολΔ, ο Άρειος Πάγος, προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη εξέθεσε ότι προσλήφθηκε από την εταιρεία "... Ε.Ε" στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις έχει ήδη υπεισέλθει η πρώτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα κατά την 02.05.1999, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργασθεί ως υπάλληλος στην επιχείρηση αυτής στην Καλλιθέα, απασχολούμενη επί πενθήμερο και για 40 ώρες εβδομαδιαίως αντί συμφωνημένου μηνιαίου μισθού 191.125 δραχμών και ότι η εργασιακή της σχέση διήρκεσε μέχρι 31-3-2013, οπότε και απολύθηκε. Ζήτησε δε την καταβολή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, κατά το χρονικό διάστημα της απασχολήσεώς της, αμοιβή για εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας και κατά Κυριακές, προσαύξηση για εργασία που παρέσχε κατά τις Κυριακές και αργίες, αποζημίωση απόλυσης και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για την υπερωριακή της απασχόληση, η ενάγουσα αναφέρει την ημερήσια εργασία της, τον αριθμό των ωρών με την αντίστοιχη γι` αυτές αμοιβή για κάθε ημέρα εργασίας του προαναφερθέντος χρονικού διαστήματος και επομένως δύναται να εξευρεθεί η διάρκεια της απασχολήσεως της κατά τις εργάσιμες, πλην του Σαββάτου και της Κυριακής, ημέρες και να διαπιστωθεί εάν υπάρχει υπέρβαση του ισχύοντος εβδομαδιαίου ωραρίου με συνέπεια την καταβολή αμοιβής υπερεργασίας και υπερωρίας, καθώς επίσης αναφέρει και τον αριθμό των Κυριακών και αργιών, που απασχολήθηκε και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται. Σημειωτέο, ότι η κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των προϋποθέσεων που απαιτούνται για το χαρακτηρισμό της εργασίας του μισθωτού ως υπερεργασίας ή υπερωριακής εργασίας δεν επηρεάζεται εκ της τυχόν συναρίθμησης και των ωρών που απασχολήθηκε πέραν του νόμιμου ωραρίου κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, αφού η υπερεργασία και η υπερωριακή απασχόληση προκύπτουν από τις ώρες εργασίας του κατά το νόμιμο πενθήμερο, οι οποίες εκτίθενται στην αγωγή.(βλ. ΑΠ 534/2014 Νόμος). Συνακόλουθα, η αγωγή ήταν ορισμένη και ορθώς κρίθηκε ως τέτοια από το Εφετείο. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως περί αοριστίας της αγωγής, με τον ισχυρισμό ότι δεν αναγράφονταν σ' αυτή οι νόμιμες αποδοχές της ενάγουσας (για την εξεύρεση της αμοιβής για την εργασία κατά την έκτη ημέρα), από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του Κ.Πολ.Δ, είναι αβάσιμος.
4. Από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην κατ` έφεση δίκη (ΚΠολΔ 674 παρ. 2), συνάγεται ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπ` όψη και αποδεικτικά μέσα τα οποία δεν πληρούν τους όρους του νόμου και τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει νομικούς κανόνες ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση ως προς τη δικαστική ομολογία. Ενόψει τούτων, η διάταξη του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, με την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, ως ασυμβίβαστη με την ειδική διαδικασία των άρθρων 663 επ. ΚΠολΔ. Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αναιρέσεως (κατά το πρώτο αυτού σκέλος), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη των αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.12 ΚΠολΔ, ανεξαρτήτως της αοριστίας αυτού εξ αιτίας της μη εξειδικεύσεως των αποδεικτικών μέσων στα οποία η πλημμέλεια αναφέρεται, είναι προεχόντως απαράδεκτος (βλ. ΑΠ 969/2011, ΑΠ 643/2010, ΑΠ 544/2010, ΑΠ 1062/2007 Νόμος).
Τέλος, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως (κατά το δεύτερο αυτού σκέλος) ισχυρίζεται το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση μη επαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της απασχόλησης της αντιδίκου στην δεύτερη εναγόμενη και της σύνταξης του εγγράφου της καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης "για λογιστικούς λόγους". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι, κατά τα εκτεθέντα παραπάνω, απαράδεκτος γιατί δεν τείνει στη κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε με την αγωγή, αλλά αφορά τα πραγματικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Μετά από αυτά πρέπει να γίνει δεκτή η ένδικη αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που ανωτέρω αναφέρεται και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος, η αναιρεσίβλητη πρέπει να καταδικασθεί σε ένα μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρο 178, 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί, κατά το μέρος που στο σκεπτικό αναφέρεται, την 2013/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (5ου Τμήματος)
Παραπέμπει, κατά το ανωτέρω μέρος που αναιρέθηκε, την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων επτακοσίων (1.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ