1153/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1153 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1153/2015 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2’ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου ΓιÎ...
Legislator headnote
Keywords
Placeholder
Full text
Απόφαση 1153 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1153/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 26η Μαϊου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ι. Π., δικηγόρου, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλη Σπανουδάκη και κατέθεσε προτάσεις
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Α. Γ. Β. κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αντώνη Χρυσώτη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2009 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 800/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 103/2014 Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-8-2014 αίτησή του, τη συζήτηση της οποίας επανέφερε με την από 3-2-2015 κλήση του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας, ανέγνωσε την από 15-5-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί η από 30-8-2014, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 26/1-9-2014, αίτηση του Ι. Π. κατά της Α. Β., περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ 103/2014 αποφάσεως του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 1, 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92 και 94 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων συνάγεται ότι η μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του σύμβαση προς διεξαγωγή με αμοιβή υποθέσεων του τελευταίου έχει το χαρακτήρα της αμειβομένης (έμμισθης) εντολής και ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε δικαστική ή εξώδικη εργασία (ΑΠ 939/2013). Η σχέση διέπεται κατά βάση από τις διατάξεις του ως άνω κώδικα, συμπληρωματικά δε από τις περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ (ΑΠ 810/2003). Η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται με συμφωνία αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε τη σχετική εντολή στο όνομα και για λογαριασμό του, εάν δε δεν υπάρχει ειδική συμφωνία ως προς την αμοιβή, αυτή καθορίζεται με βάση τα προβλεπόμενα στα άρθρα 99 επ. του ως άνω Κώδικα ελάχιστα όρια (ΑΠ 939/2013). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 170 του Κώδικα των Δικηγόρων, αν ενώ υπάρχει συμφωνία αμοιβής, ανακληθεί η εντολή που έχει δοθεί στο δικηγόρο, στην περίπτωση που η ανάκληση είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας έχει την υποχρέωση να εκτελέσει αμέσως τις υποχρεώσεις του, που απορρέουν από τη συμφωνία, αν δε η ανάκληση είναι δικαιολογημένη, αλλά δεν οφείλεται σε λόγους που παρέχουν δικαίωμα αγωγής κατά το άρθρο 56 της ΠολΔ (αγωγή κακοδικίας που προβλέπεται ήδη από το άρθρο 73 του ΕισΝΚΠολΔ), ο εντολέας έχει την υποχρέωση να καταβάλει τις δαπάνες και την αμοιβή του δικηγόρου για τις μέχρι της ανακλήσεως της εντολής εργασίες του, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα των Δικηγόρων (ΑΠ 810/2003, 835/2004, 451/2000). Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, λόγος αναίρεσης για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται όταν αυτός εφαρμοσθεί, ενώ κατά τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, όταν αυτός δεν εφαρμοσθεί, μολονότι κατά τις ίδιες παραδοχές συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές ή εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλ. με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 31/2009, 7/2006, ΑΠ 939/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του αρ.19 του ιδίου ως άνω άρθρου αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.1 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), όταν δηλ. δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις, όμως, αναγόμενες μόνο στην στάθμιση και ανάλυση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 939/2013). 2.
Επειδή, στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Στην ένδικη αγωγή του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, ο αναιρεσείων ιστορούσε ότι η αναιρεσίβλητη του είχε αναθέσει, με σχετική σύμβαση, την εντολή να προβεί για λογαριασμό της, με την ιδιότητα του ως δικηγόρος Ηρακλείου, στις απαραίτητες εξώδικες και δικαστικές ενέργειες προς διακρίβωση του ποσοστού συμμετοχής αυτής στο συνολικό κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΒΑΚΑΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που αντιπροσώπευαν οι 11.672 μετοχές της, με τελικό σκοπό την πώληση των μετοχών αυτών είτε στους λοιπούς εταίρους είτε σε τρίτους. Ως αμοιβή του, αλλά και προς κάλυψη των εξόδων, που θα βάρυναν τον αναιρεσείοντα, συμφωνήθηκε ποσοστό 18% επί των χρημάτων που θα εισέπραττε η αναιρεσίβλητη από την ολοκλήρωση των διεκδικήσεών της και, σε περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο δεν εισέπραττε το επιθυμητό τίμημα, στο ποσό των 50.000 ευρώ. Ότι παρά το γεγονός ότι ο ίδιος εκτέλεσε τα καθήκοντά του προσηκόντως και ύστερα από ενέργειές του συμφωνήθηκε εξωδίκως με την μέτοχο της ως άνω εταιρείας, αδελφή της αναιρεσίβλητης, να αγοράσει η τελευταία τις μετοχές της αντί τιμήματος 1.500.000 ευρώ, είχε δε έλθει αυτός σε συμφωνία και με τρίτο, ενδιαφερόμενο να αγοράσει εκείνος στο τίμημα αυτό (1.500.000 ευρώ) τις μετοχές της αναιρεσίβλητης, η τελευταία, την 24-8-2009, ανακάλεσε αδικαιολόγητα την εντολή και αρνήθηκε να του καταβάλει την αμοιβή του. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να καταδικασθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη να του καταβάλει ως αμοιβή το ποσό των 270.000 ευρώ (1.500.000Χ 18%) και επί πλέον τον αναλογούντα σ’ αυτή φόρο (67.500 ευρώ), που κατά τη συμφωνία τους βάρυνε την εντολέα του και συνολικά να του καταβάλει το ποσό των 337.500 ευρώ. Το Μονομελές Πρωτοδικείο με την 800/2010 απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και επιδίκασε στον αναιρεσείοντα ως αμοιβή το ποσό των 50.000 ευρώ. Κατά της αποφάσεως αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε έφεση ενώπιον του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κρίνοντας επί της ουσίας της υποθέσεως, ύστερα από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, εκτός άλλων, και τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά που ενδιαφέρουν εδώ: "Ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), ο οποίος είναι δικηγόρος Ηρακλείου, συνεργαζόταν με τον πατέρα της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης) για υποθέσεις της εταιρείας του τελευταίου με την επωνυμία "ΒΑΚΑΝΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΟΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και έχαιρε της εμπιστοσύνης τόσο της εναγομένης όσο και της μητέρας της. Γι’ αυτό το λόγο μετά το θάνατο του πατέρα της, η εναγομένη τον επισκέφθηκε στο γραφείο του, την 15-1-2009 και του ανέθεσε να ερευνήσει το ποσοστό μετοχών, που αυτή κατείχε στην προαναφερθείσα ανώνυμη εταιρεία και επιθυμούσε να τις πωλήσει, διότι είχε διαφορές με συγγενικά της πρόσωπα (αδελφή της κλπ), που ήταν επίσης μέτοχοι στην εν λόγω εταιρεία. Για το λόγο αυτό υπέγραψαν μεταγενέστερα και το από 26-3-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό - δήλωση ανάθεσης εντολής από την εναγομένη - που υπογράφει και αποδέχεται και ο ενάγων. Με το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό η εναγομένη Α. Β. του ανέθετε την εντολή να ερευνήσει την κατάσταση των περιουσιακών της στοιχείων, την ύπαρξη βαρών σε βάρος της και τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει απέναντι στις Τράπεζες υπέρ της παραπάνω εταιρείας. Επίσης, του έδιδε την εντολή να πωλήσει τις μετοχές της, να λάβει ποσοστό 18% επί του χρηματικού ποσού που θα ελάμβανε από την πώληση και στην περίπτωση που για οποιοδήποτε λόγο, δεν θα ελάμβανε αυτό το ποσό θα ήταν υποχρεωμένη να του καταβάλει, ως αμοιβή, το ποσό των 50.000 ευρώ. Το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό δεν αποτελεί συμφωνία εργολαβικής αμοιβής δικηγόρου, διότι δεν εξαρτά την αμοιβή αποκλειστικά από την έκβαση των υποθέσεων και δεν αναφέρει ότι σε περίπτωση ήττας, ο δικηγόρος δεν δικαιούται καμία αμοιβή, κάτι που είναι συστατικό του εργολαβικού. Οι χειρισμοί των υποθέσεων εκ μέρους των δικηγόρων, εκ της φύσεως της εργασίας, δεν είναι δυνατόν να περιέχουν το στοιχείο της βεβαιότητας της επελεύσεως του επιθυμητού αποτελέσματος. Ο εφεσίβλητος ενήργησε σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης του, το αποτέλεσμα, όμως, των ενεργειών του εξαρτάτο και από τη βούληση των άλλων μερών. Ειδικότερα, ήρθε σε επαφή με τους συγγενείς της, μετόχους της εταιρείας, έδωσε έγγραφα σε γραφολόγους προς έρευνα, έδωσε εντολή για έλεγχο σε ορκωτό λογιστή της εμπιστοσύνης του, ενημερώθηκε για τους ισολογισμούς των ετών 2001, 2002, 2003, 2004, 2005, 2006, 2007, που αγνοούσε η εκκαλούσα, την ενημέρωσε, και μάλιστα προσκομίζει και τα σχετικά φωτοαντίγραφα αυτών. Ερεύνησε τα καταστατικά της εταιρίας, έλαβε αντίγραφα πράξεων του Διοικητικού Συμβουλίου (ενδεικτικά αναφέρονται εκ των προσκομισθέντων το πρακτικό ΓΣ με αριθμό .. και ημερομηνία 30 Ιουνίου 1995, το πρακτικό με αριθμό …του έτους 1998). Επίσης, ενημερώθηκε και έλαβε αντίγραφα των αποφάσεων των Τακτικών Γενικών Συνελεύσεων. Ενδεικτικά, αναφέρονται εκ των προσκομισθέντων, το πρακτικό με αριθμό … της τακτικής γενικής συνέλευσης με ημερομηνία 30 Ιουνίου 1996, το πρακτικό με αριθμό …με ημερομηνία 30 Ιουνίου 2004, το πρακτικό με αριθμό … και ημερομηνία 30-6-2005, το με αριθμό … και ημερομηνία 30-6-2006 και το πρακτικό με αριθμό … και ημερομηνία 30-6-2007. Επιπλέον, ενημερώθηκε και έλαβε φωτοαντίγραφα των αποφάσεων των αυτόκλητων γενικών συνελεύσεων (ενδεικτικά αναφέρονται, εκ των προσκομισθέντων το πρακτικό με αριθμό … και με ημερομηνία 30 Ιουνίου 1996, πρακτικό με αριθμό … με ημερομηνία 23-11-1998). Προσκόμισε επίσης πρακτικά έκτακτης γενικής συνέλευσης με ημερομηνίες 15-11-2007 το πρακτικό 23 και 30-6-2008 το πρακτικό 24. Επίσης, πραγματοποίησε έρευνες σε υποθηκοφυλακεία και σε Τράπεζες προκειμένου να ενημερωθεί για την περιουσιακή κατάσταση της εταιρείας (προσκομίζει αντίγραφο σύμβασης χορήγησης πίστωσης σε ανοικτό -αλληλόχρεο- λογαριασμό της Τράπεζας ΕΓΝΑΤΙΑ και πρόγραμμα εκδόσεως κοινού ενυπόθηκου ομολογιακού δανείου μετά συμβάσεων καλύψεως τη πρωτογενούς διαθέσεως και ορισμού εκπροσώπου ομολογιούχων της ΜΑRFΙΝ ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ), συνέταξε εξώδικα έγγραφα τα οποία και κοινοποίησε, συμβούλευε την εκκαλούσα επί νομικών θεμάτων και πραγματοποίησε έρευνα για αγοραστή των μετοχών της εταιρείας. Μάλιστα, για το σκοπό αυτό ήρθε σε επαφή με τον διευθυντή πωλήσεων της εταιρείας Friesland ΑΕ, κύριο προμηθευτή της ΒΑΚΑΝΑ ΑΕΒΕ. Από κανένα, λοιπόν, αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι ενήργησε σε βάρος της εναγομένης ή μη προσηκόντως. Κατόπιν αυτών αποδεικνύεται ότι ήταν αδικαιολόγητη η εκ μέρους της εκκαλούσας ανάκληση της εντολής. Από κανένα, όμως, στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι συνετελέσθη η πώληση των μετοχών που επικαλείται ο ενάγων, ούτε ο ίδιος προσεκόμισε έγγραφα που να αποδεικνύουν τη μεταβίβαση αυτών, ούτε αποδείχθηκε ότι είχε καταλήξει ο ίδιος σε συμφωνία για την μεταβίβαση τους με τίμημα 1.500.000 ευρώ, η οποία δεν πραγματοποιήθηκε εξ αιτίας της εναγομένης". Με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή και είχε επιδικασθεί στον αναιρεσείοντα ως αμοιβή το ποσό των 50.000 ευρώ. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο αφενός μεν δεν έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων τoυ άρθρου 170 του κυρωθέντος με το ν.δ. 3026/1954 Κώδικα περί Δικηγόρων, αφετέρου δε περιέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στηρίζουν πλήρως το αποδεικτικό πόρισμα και το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως και συγκεκριμένα για το ότι δεν συνετελέσθη η πώληση των μετοχών που επικαλείται ο αναιρεσείων, προς την αδελφή της αναιρεσίβλητης με τίμημα 1.500.000 ευρώ, καθώς και για το ότι δεν είχε αυτός, πριν την ανάκληση καταλήξει σε συμφωνία για τη μεταβίβαση τους με το ίδιο τίμημα (1.500.000 ευρώ) σε τρίτο πρόσωπο, μεταβίβαση η οποία δήθεν δεν πραγματοποιήθηκε εξ αιτίας της ανακλήσεως της εντολής. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
3.Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, ως εκ τούτου, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (AΠ 234/2014). Δεν στοιχειοθετείται, όμως, αυτός ο λόγος αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1997, ΑΠ 43/2015), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 167/2015, 131/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι δεν απάντησε στον τρίτο λόγο εφέσεως, με τον οποίο παραπονέθηκε ο αναιρεσείων κατά της πρωτόδικης απόφασης ότι έσφαλε που δεν του επιδίκασε αμοιβή υπολογιζόμενη σε ποσοστό 18% επί της κατά τη σύμβαση εντολής εκτιμήσεως της αξίας των μετοχών της αναιρεσίβλητης κατ’ ελάχιστον στο ποσό των 500.000 ευρώ, άλλως απέρριψε τον λόγο αυτό εφέσεως σιωπηρά χωρίς καμιά αιτιολογία. Όπως, όμως, γίνεται φανερό από τις ως άνω παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε ότι ως αμοιβή του αναιρεσείοντος συμφωνήθηκε στη μεν περίπτωση πωλήσεως των μετοχών ποσοστό 18% επί του ποσού του τιμήματος που θα επιτυγχανόταν, στη δε περίπτωση που, για οποιοδήποτε λόγο, δεν πραγματοποιείτο η πώληση των μετοχών το ποσό των 50.000 ευρώ και περαιτέρω ότι δεν πραγματοποιήθηκε η πώληση των μετοχών ούτε είχε συμφωνηθεί μεταξύ αναιρεσείοντος και τρίτου πριν από την ανάκληση της εντολής η πώληση των μετοχών, με τις παραδοχές δε αυτές απέρριψε σιωπηρά ως αβάσιμο τον τρίτο αυτό λόγο εφέσεως, αλλά και την έφεση κατ’ ουσίαν, επικυρώνοντας την πρωτοβάθμια απόφαση που είχε επιδικάσει στον αναιρεσείοντα ως αμοιβή το ποσό των 50.000 ευρώ. Δεν παρείδε, δηλαδή, αυτό το λόγο της εφέσεως του αναιρεσείοντος, αλλ’ αντιθέτως τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία του με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν, ήτοι του ότι δεν είχε συμφωνηθεί αμοιβή σε ποσοστό 18% επί της εκτιμητέας, κατά το χρόνο υπογραφής του συμφωνητικού των διαδίκων, αξίας των μετοχών (500.000 ευρώ) ανεξαρτήτως του αν αυτές πωληθούν ή όχι. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ή 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.
4.Επειδή, σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-8-2014, με αριθ. εκθέσεως καταθέσεως 26/1-9-2014, αίτηση του Ι. Π. κατά της Α. Β., περί αναιρέσεως της 103/2014 αποφάσεως του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. –Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Αυγούστου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ