1153/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1153 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1153/2012
Legislator headnote
AI generated1153/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1153 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1153/2012
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1153 / 2012 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1153/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Πατινίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Δημήτριο Μουστάκα, Χριστόφορο Κοσμίδη και Νικόλαο Τρούσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 29 Μαΐου 2012, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε.", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Μπάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/8/2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1990/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4229/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/3/2008 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 10/2/2009 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Αντωνίου Αθηναίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αγωγή του εργαζομένου για καταβολή σ' αυτόν του μέρους του μισθού του, που υπολογίζεται σε ποσοστά επί της τιμής πωλήσεως του πωλουμένων ειδών, για να είναι ορισμένη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1α' Κ.Πολ.Δ. και 648, 653, 654 και 655 ΑΚ, πρέπει να διαλαμβάνει στο δικόγραφο της μόνο τα πραγματικά περιστατικά τα αναγόμενα στην καταρτισθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στο συμβατικό ποσοστό της προμηθείας, στο συνολικό επιτευχθέν ποσό των πραγματοποιηθεισών υπό του εργαζομένου και με τη μεσολάβηση του, εισπράξεων ασφαλίστρων, για λογαριασμό του εργοδότη, στη χρονική διάρκεια της σύμβασης εργασίας και στο συνολικό ύψος της δικαιούμενης παροχής της εργασίας. Δεν απαιτείται όμως να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ο αναλυτικός προσδιορισμός των πραγματοποιηθεισών μερικότερων εισπράξεων ασφαλίστρων, των ημερομηνιών, κατά τις οποίες έλαβαν χώρα αυτές, των ονοματεπωνύμων των πελατών, του αριθμού αυτών και του ποσού της είσπραξης ασφαλίστρων από κάθε πελάτη (βλ. σχ. ΑΠ 379/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, ιστορείτο σ' αυτή ότι ο αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με το από 11-3-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως εισπράκτορας ασφαλίστρων από συμβόλαια ζωής πελατών της στην περιοχή της Αττικής ή σε όποια άλλη περιοχή θα καθόριζε αυτή, ως μισθός δε συμφωνήθηκε ότι θα καταβάλλει σ' εκείνον για κάθε ατομική ασφάλιση ζωής ποσοστό 3% για κάθε εισπραττόμενη απόδειξη και με κατώτατο όριο αμοιβής 170 δρχ. και για τις ομαδικές ασφαλίσεις ζωής ποσοστό ο,5% επί των ασφαλίστρων της με κατώτατο όριο αμοιβής 170 δρχ. και ανώτατο 1800 δρχ. Η αναιρεσείουσα, στα πλαίσια του διευθυντικού της δικαιώματος, ανέθεσε στον αναιρεσίβλητο και την είσπραξη ασφαλίστρων από συμβόλαια αυτοκινήτων που αφορούσαν τον κλάδο γενικών ασφαλειών, με την ίδια αμοιβή. Η αναιρεσείουσα εντελώς αυθαίρετα δεν απέδιδε στον αναιρεσίβλητο ολόκληρο το ως άνω ποσοστό του 3% για τις εισπράξεις από τα ασφάλιστρα αυτοκινήτων, αλλά ποσοστό 2%, όπως επίσης δεν του κατέβαλε και για τις ασφάλειες ζωής το συμφωνηθέν ποσοστό του 3%, αλλά λιγότερο ... Με βάση αυτό το ιστορικό της αγωγής, προκύπτει ότι περιέχονταν σ' αυτή όλα τα πάνω απαραίτητα στοιχεία για να είναι ορισμένη, διευκρινίζονταν δε επαρκώς ότι οι πραγματοποιηθείσες εισπράξεις αφορούσαν ατομικές ασφάλειες ζωής και ασφάλειες του κλάδου αυτοκινήτων, αφού στην ως άνω αγωγή αναφέρονταν ότι η αναιρεσείουσα κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο ποσοστό λιγότερο του 3% για τις πραγματοποιούμενες εισπράξεις ασφαλίστρων, δεν ήταν δε απαραίτητο να αναφέρονται στο δικόγραφο της πόσες ήταν οι πραγματοποιηθείσες εισπράξεις ασφαλίστρων, ούτε αν η αμοιβή για κάθε είσπραξη υπερέβαινε ή όχι τα προεκτεθέντα ανώτατα όρια, ενόψει του ότι αυτά αφορούσαν τις ομαδικές ασφάλειες ζωής, για τις οποίες δεν ζητούσε ο αναιρεσίβλητος διαφορές αμοιβών από τις πραγματοποιηθείσες εισπράξεις ασφαλίστρων. Επομένως, ο δέκατος τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η αγωγή ήταν αόριστη, επειδή δεν περιείχε όλα τα απαραίτητα στοιχεία για να είναι ορισμένη και παρά το νόμο δεν κηρύχθηκε απαράδεκτη, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 648 και 652 του ΑΚ και 6 του Α.Ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 324/1946 Π.Υ.Σ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 Εισ.Ν.ΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες, ως προς τον τόπο, χρόνο και τον τρόπο παροχής της εργασίας και να ασκεί έλεγχο και εποπτεία για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση μάλιστα του τελευταίου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του σχετικά με τον τρόπο παροχής της εργασίας, αποτελεί το βασικό γνώρισμα της ως άνω εξαρτήσεως, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του, λόγω των επιστημονικών ή τεχνικών του γνώσεων, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία του ως εξαρτημένη (Ολ.ΑΠ 28/2005). Αν δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ειδικότερα αν εκείνος που παρέχει τις υπηρεσίες του δεν υποβάλλεται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, υπό την ανωτέρω έννοια, υπάρχει σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας. Ο χαρακτήρας δε της εργασίας ως εξαρτημένης δεν επηρεάζεται από τον τρόπο προσδιορισμού και καταβολής της αμοιβής του εργαζομένου, ούτε από άλλα δευτερεύοντα στοιχεία, όπως είναι η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών και η ασφάλιση στο ΙΚΑ. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 681 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει την υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνηθείσα αμοιβή, προκύπτει ότι, κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της συμβάσεως έργου είναι ότι με αυτήν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στο τελικό αποτέλεσμα της εργασίας και όχι σ' αυτή καθεαυτή την εργασία, που θα απαιτηθεί για την εκτέλεση του έργου, η ολοκλήρωση και παράδοση του οποίου επιφέρει τη λύση της συμβάσεως. Αντικείμενο δε της συμβάσεως αυτής μπορεί να είναι και έργο μη αυτοτελές αλλά επαναλαμβανόμενο σε ορισμένη ή αόριστη χρονική διάρκεια. Σε κάθε όμως περίπτωση, τη μίσθωση έργου χαρακτηρίζει η έλλειψη εξαρτήσεως από τον κύριο του έργου, αφού ο εργολάβος έχει την πρωτοβουλία στην εκτέλεση αυτού, επιλέγοντας το χρόνο και τον τρόπο εκτελέσεως του μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, χωρίς να υποχρεούται να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες και εντολές του κυρίου του έργου, μη υποκείμενος στον έλεγχο του. Τέλος, ο χαρακτηρισμός της συμβάσεως ως εξαρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή έργου δεν εξαρτάται από τον χαρακτηρισμό που δίδεται σε αυτή από τους διαδίκους, αλλά αποτελεί έργο του δικαστηρίου, το οποίο σχηματίζει την κρίση του για το χαρακτήρα της συμβάσεως από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 2078/2007). Εξάλλου, οι λόγοι των αριθμών 1 εδ.α' και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ιδρύονται, ο με πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεων του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς. Ως ζητήματα των οποίων η μη αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχτηκε τα εξής: Με το από 11-3-1996 ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφηκε μεταξύ του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, το οποίο φέρεται ως σύμβαση (έργου) εργολαβίας, ανατέθηκε στον αναιρεσίβλητο το έργο της είσπραξης αξιών από ασφάλιστρα από τους ασφαλισμένους της εργοδότριας αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας, σύμφωνα με τον όρο 1 του ως άνω συμφωνητικού. Επίσης, με τον όρο 2 του ιδίου ως άνω συμφωνητικού, υποχρεώνονταν ο αναιρεσίβλητος να χρησιμοποιεί διπλότυπες ή τριπλότυπες αποδείξεις της αναιρεσείουσας εταιρίας, που αυτή του παρέδιδε, απαγορευόμενης της χρήσης δικών του αποδείξεων. Επίσης, συμφωνήθηκε ότι τα όρια της περιοχής εντός της οποίας ο αναιρεσίβλητος θα έκανε τις εισπράξεις του, θα καθορίζονταν από την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία (εργοδότρια) επιφύλαξε για τον εαυτό της το δικαίωμα να μεταβάλει ελεύθερα και κατά τη βούληση της και σύμφωνα με τις ανάγκες της τα όρια της περιοχής αυτής (όρος 3ος). Στον τέταρτο όρο του συμφωνητικού ορίστηκε ότι ο αναιρεσίβλητος (εργολάβος) υποχρεούται να αποδίδει λογαριασμό καθημερινά και να αποδίδει τις εισπράξεις της προηγουμένης ημέρας στο αρμόδιο γι' αυτό το σκοπό όργανο της έργο- δότριας εταιρίας (αναιρεσείουσας), απειλούμενης και ποινικής ρήτρας για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Επιπλέον, ορίστηκε ο εργολάβος υποχρεούται να εκτελεί το έργο με επιμέλεια, προσοχή και ταχύτητα, επιβαρυνόμενος προσωπικά με κάθε δαπάνη για την ορθή και γρήγορη εκτέλεση της μεταφοράς και παράδοσης των εισπράξεων (όρος 5ος) και ότι η αναιρεσείουσα υποχρεούται να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο (εργολάβο) ως αντάλλαγμα για την εκτέλεση του έργου καθοριζόμενο ποσοστό επί των πραγματοποιούμενων εισπράξεων, το οποίο ορίζεται: α)για τις ατομικές ασφαλίσεις ζωής σε ποσοστό 3% επί των ασφαλίστρων για κάθε εισπραττόμενη απόδειξη και β)για τις ομαδικές ασφαλίσεις ζωής σε ποσοστό 0,5% επί των ασφαλίστρων για κάθε εισπραττόμενη απόδειξη (όρος 6ος) και τέλος με τον έβδομο όρο ορίσθηκε ότι στην καθορισμένη αμοιβή του έργου θα γίνονται οι κατά νόμο κρατήσεις από την εργοδότρια. Ο αναιρεσίβλητος ανέλαβε την είσπραξη ασφαλίστρων των πελατών της αναιρεσείουσας στην περιοχή Αττικής, ενώ παράλληλα έκανε και εργασίες στα γραφεία της αναιρεσείουσας εταιρίας. Συγκεκριμένα, επί καθημερινής βάσης αλλά χωρίς να τηρεί ωράριο, εισέπραττε ασφάλιστρα στο όνομα και για λογαριασμό της αναιρεσείουσας χρησιμοποιώντας ειδικά έντυπα με το λογότυπο της και την επωνυμία της, ακολουθώντας τις λεπτομερείς οδηγίες της που περιέχονται στον κανονισμό εισπράξεων που είχε χορηγήσει. Σε καθημερινή βάση μετέβαινε υποχρεωτικά σε κατάστημα της αναιρεσείουσας που του υποδείκνυε αυτή από όπου παραλάμβανε τις αποδείξεις ανανέωσης συμβολαίων, ενημέρωνε τη Γραμματεία για τυχόν προβλήματα μεταξύ της εταιρίας και των ασφαλισμένων, συμπλήρωνε καθημερινές καταστάσεις εισπραχθέντων ασφαλίστρων και παρέδιδε στους αρμοδίους υπαλλήλους της, επίσης συμπλήρωνε και έστελνε τις ταχυδρομικές επιταγές στους πελάτες και ενημέρωνε τα Δελτία του ταχυδρομείου για να παρακολουθεί τις ταχυδρομικές επιταγές και γενικά είχε υποχρέωση να διεκπεραιώνει και γραφειοκρατική εργασία και υποχρεωτικά κατέθετε καθημερινά τα χρήματα από τις εισπράξεις σε λογαριασμό της εταιρίας όπως προβλέπει ο Κανονισμός Εισπράξεων. Σε καθημερινή βάση παρέδιδε στη Γραμματεία της αναιρεσείουσας τα δικαιολογητικά παράδοσης των ασφαλίστρων και αντίγραφα αποδείξεων για τους ασφαλιστές, συμπλήρωνε δελτία αλλαγής διευθύνσεων και τηλεφώνων των ασφαλισμένων μία φορά το δεκαπενθήμερο σε συνεργασία με τη Γραμματεία της αναιρεσείουσας και το έστελνε στην Τεχνική Υπηρεσία της αναιρεσείουσας και γενικά προέβαινε σε όλες τις απαιτούμενες από την εναγομένη πράξεις για την ορθή εφαρμογή της εργασίας του. Συγκεκριμένα εμφανιζόταν κάθε πρωί στα γραφεία της εταιρίας, χωρίς να τηρεί συγκεκριμένο ωράριο (δεν κτυπούσε κάρτα) και κατέθετε τις εισπράξεις που είχε κάνει. Η καθημερινή παρουσία του ήταν απαραίτητη, αφού οι πελάτες που έπρεπε να επισκεφθεί προκαθορίζονταν καθημερινά από τα γραφεία της αναιρεσείουσας, βάσει συγκεκριμένων διευθύνσεων, αλλά και από τον όγκο της για κάθε μήνα εισπρακτέας ύλης, η οποία ήταν συγκεκριμένη και έπρεπε να εισπραχθεί μέσα σε ορισμένο χρόνο. Επίσης, ενημέρωνε και διόρθωνε τα στοιχεία των πελατών, έκανε ταξινόμηση φακέλων στα γραφεία της αναιρεσείουσας, ερχόταν σε επαφή με τους πελάτες στους οποίους παρέδιδε τα συμβόλαια, παρελάμβανε και διαβίβαζε τις αιτήσεις των πελατών στα γραφεία της εταιρίας και όχι σε δικά του γραφεία. Καθώς επίσης βοηθούσε τη γραμματεία και έπαιρνε σχετικές εντολές από τον προϊστάμενο του γραφείου της αναιρεσείουσας, στον οποίο λογοδοτούσε, ενώ συγχρόνως λογοδοτούσε και στο τμήμα ρευστοποίησης. Όπως δε κατέθεσε ο μάρτυρας αποδείξεως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πολλές φορές παρέμεινε στα γραφεία της αναιρεσείουσας έως αργά το βράδυ για να διεκπεραιώσει τις εργασίες που του ανατίθενταν. Μόνο αν είχε ειδική εντολή από το Διευθυντή της αναιρεσείουσας μπορούσε να συνεργασθεί με συνεργάτες της αναιρεσείουσας για προβλήματα εισπράξεων και επίσης μόνο με ειδική έγγραφη εντολή της αναιρεσείουσας για προβλήματα εισπράξεων και επίσης μόνο με ειδική έγγραφη εντολή της αναιρεσείουσας μπορούσε να εκχωρήσει το εισπρακτικό δικαίωμα των ταχυδρομικών επιταγών. Από τα ως άνω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος-εφεσίβλητος, βρισκόταν κάτω από τη νομική εξάρτηση έναντι των προϊσταμένων της εναγομένης εταιρίας και του ησκείτο έλεγχος και εποπτεία, ως προς τον τρόπο, τον τόπο και εν γένει ως προς τον χρόνο εργασίας από τα όργανα της αναιρεσείουσας, υποχρεούμενος να συμμορφώνεται με τις εντολές των προϊσταμένων υπαλλήλων της αναιρεσείουσας. Η ανάπτυξη κάποιας πρωτοβουλίας εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου με τη σύναψη ασφαλίσεων από αυτόν για λογαριασμό της αναιρεσείουσας και ο καθορισμός ποσοστού αμοιβής (γεγονός που μπορούσαν να πράξουν και άλλοι υπάλληλοι αυτής), δεν επηρεάζει ουσιαστικά το χαρακτήρα της συμβάσεως που είναι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και όχι σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή σύμβαση έργου. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας που αποτελεί και σχετικό λόγο έφεσης, ότι ο αναιρεσίβλητος ήταν μόνο εισπράκτορας ασφαλίσεων, απορριπτέος κρίνεται, ως ουσιαστικά αβάσιμος, και ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε τις ως άνω αποδείξεις και δεν έσφαλε. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, που επίσης αποτελεί και σχετικό λόγο έφεσης, ότι ο αναιρεσείων δεν ήταν υποχρεωμένος να προσέρχεται στα γραφεία της εταιρίας καθημερινά, αναιρείται από τον προαναφερθέντα 4° όρο της συμβάσεως, κατά τον οποίο ο αναιρεσείων είχε την υποχρέωση να αποδίδει λογαριασμό καθημερινά και να αποδίδει τις εισπράξεις της προηγουμένης ημέρας στο αρμόδιο γι' αυτό το σκοπό όργανο της εργοδότριας εταιρίας (αναιρεσείουσας), με την απειλή ποινικής ρήτρας για κάθε ημέρα καθυστέρησης. Επομένως ο σχετικός λόγος της έφεσης απορριπτέος κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος και ορθά το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εκτίμησε τις ως άνω αποδείξεις και δεν έσφαλε. Επίσης ο σχετικός λόγος της έφεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα εταιρία ισχυρίζεται ότι τα συμβληθέντα μέρη στην άνω αναφερομένη σύμβαση έργου ήθελαν να ισχύει αυτή ως σύμβαση έργου, απορριπτέος κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος, γιατί κάτω από την ως άνω σύμβαση υποκρυπτόταν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όπως αυτή ερμηνεύεται με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών. Γενικά αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσείων επί εννέα (9) συνεχή έτη έκανε τόσο εξωτερική όσο και εσωτερική εργασία στα γραφεία της αναιρεσείουσας εταιρίας, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της εταιρίας και επομένως η σύμβαση του φέρει χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Το γεγονός ότι ο αναιρεσίβλητος δεν ελάμβανε άδεια ή επιδόματα εορτών και άδειας και ότι εξέδιδε αποδείξεις παροχής υπηρεσιών δεν αρκούν να χαρακτηρίσουν τη σύμβαση αυτή ως σύμβαση έργου ή σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα και με σχετικό λόγο της έφεσης, αφού τα περισσότερα στοιχεία οδηγούν στην κρίση περί υπάρξεως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας".
Με βάση τα περιστατικά αυτά, το εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος τελούσε υπό τη νομική και προσωπική εξάρτηση των αρμοδίων οργάνων της αναιρεσείουσας εταιρείας, τα οποία ασκούσαν έλεγχο ως προς τον τρόπο, τον τόπο και εν μέρει τον χρόνο παροχής της εργασίας του και ότι αυτός ήταν υποχρεωμένος να συμμορφώνεται με τις εντολές των εν λόγω οργάνων, έκρινε ότι η ένδικη σύμβαση αποτελεί σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία υποκρυπτόταν κάτω από την καταρτισθείσα, ως άνω, εγγράφως, σύμβαση έργου. Με την κρίση του, όμως, αυτή, το εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του ανεπαρκείς αιτιολογίες, σχετικά με τον χαρακτήρα της ένδικης συμβάσεως, που αποτελεί ζήτημα με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα: α) ενώ αναφέρει ότι ο αναιρεσίβλητος προσέφερε και υπηρεσίες που βρίσκονταν εκτός των υποχρεώσεων του, ως εισπράκτορα ασφαλίστρων, δεν εξειδικεύει τις υπηρεσίες αυτές, περιγράφοντας, ουσιαστικά, υπηρεσίες αναγόμενες στα εν λόγω, από τη σύμβαση, οριζόμενα καθήκοντα του, χωρίς να προσδιορίζει ειδικότερα τις πέραν αυτών εργασίες, στις οποίες, κατά βάση, στήριξε την κρίση του, ότι η συνδέουσα τον αναιρεσίβλητο με την αναιρεσείουσα σύμβαση ήταν εξαρτημένης εργασίας, β) δεν αιτιολογεί την (σιγή) απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας, ότι δηλαδή δεν υπήρξε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά σύμβαση έργου και προς επίρρωση του οποίου πρόβαλε τα επιχειρήματα: 1) ότι ο ενάγων (και ήδη αναιρεσίβλητος) δεν εντάχθηκε ποτέ στην επιχείρηση της, ως εργαζόμενος, 2) ότι αυτός διατηρούσε δική του επαγγελματική στέγη, 3) ότι δεν εφαρμόσθηκε στον αναιρεσίβλητο ο Κανονισμός Εργασίας της, 4) ότι ουδέποτε εντάχθηκε στη συνδικαλιστική οργάνωση του προσωπικού αυτής (αναιρεσείουσας), 5) ότι επί εννέα έτη ο αναιρεσίβλητος δεν διαμαρτυρήθηκε στο σωματείο των εργαζομένων ούτε σε άλλη συνδικαλιστική οργάνωση ή σε αρμόδια κρατική υπηρεσία, για το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα χαρακτήρισε τη σύμβασή του, ως σύμβαση έργου, 6) ότι δεν κατονομάζεται ούτε ένα στέλεχος ή εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας, που να έδινε εντολές και οδηγίες στον αναιρεσίβλητο, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, 7) το ότι ο αναιρεσίβλητος, με βάση τους όρους της σύμβασης τους, διέθετε την αναγκαία, για την εκτέλεση των καθηκόντων του οργάνωση και πείρα και ότι επιβαρυνόταν ο ίδιος προσωπικά με κάθε δαπάνη, που ήταν αναγκαία για την ορθή και γρήγορη εκτέλεση του έργου, 8) ότι με άλλο συμφωνητικό, τρίτος εγγυήθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος θα καταβάλλει σ' αυτή όποια ασφάλιστρα θα εισπράττονται και 9) το ότι συμφώνησαν πως η αμοιβή του θα ήταν σε ποσοστό επί των εισπραττομένων ασφαλίστρων και ότι αν ο αναιρεσίβλητος δεν πραγματοποιούσε καμία είσπραξη, δε θα λάμβανε αμοιβή. Σύμφωνα με αυτά, συνεπώς, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν, σχετικά δηλαδή με το αν η συνδέουσα τον αναιρεσίβλητο με την αναιρεσείουσα, ως άνω συμβατική σχέση είχε τη μορφή της εξαρτημένης εργασίας ή αυτή της συμβάσεως έργου.
Συνεπώς και κατά παραδοχή των σχετικών αναιρετικών λόγων (1-13), με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να αναιρεθεί αυτή και να παραπεμφθεί η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δικ). Μετά από αυτά, εξάλλου, η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων παρέλκει. Τέλος, ο αναιρεσίβλητος πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, κατά το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 4229/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, εκ δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2012.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουνίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ