Legislator Case Law & Legislation
1153/2011 AI generated

1153/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1153/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1153 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1153/2011

Legislator headnote

AI generated

1153/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1153 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1153/2011

Keywords

AI generated
withdrawal following settlement fraudulent acquisition assignment of contract share purchase agreement transfer of shares rights of buyer
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1153 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1153/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: E. W. (Έ. Β.) του E. και E., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λάτση.

Του αναιρεσίβλητου: Μ. Μ. του Θ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Σημαντήρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 227/1-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και με την από 18-9-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 153/2009 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-2-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κων/νος Τσόλας ανέγνωσε την από 23-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Από τη διάταξη του άρθρου 138 ΑΚ, συνδυαζόμενη και με τις διατάξεις των άρθρων 180, 211, 214, 513 και 1033 ΑΚ, συνάγονται τα ακόλουθα: Σε περίπτωση καταχωρισμένης, σε συμβολαιογραφικό έγγραφο, σύμβασης πώλησης και, εξαιτίας της πώλησης, μεταβίβασης της κυριότητας ακινήτου από τον κύριό του σε άλλον, αν οι αντίστοιχες για την πώληση δηλώσεις βούλησης αφενός του πωλητή και αφετέρου του αγοραστή ήταν εικονικές, υπό την έννοια ότι δεν έγιναν στα σοβαρά παρά έγιναν μόνο φαινομενικά, διότι οι βουλήσεις εκείνων ήταν είτε να μην υπάρχουν η υποχρέωση του πωλητή να μεταβιβάσει την κυριότητα και παραδώσει το πωλούμενο και η υποχρέωση του αγοραστή να πληρώσει το τίμημα, είτε να μην υπάρχει η μία μόνο από αυτές τις εκατέρωθεν υποχρεώσεις, η σύμβαση πώλησης είναι, λόγω της εικονικότητας, άκυρη, θεωρούμενη γι' αυτό ως μη γενόμενη, αυτή δε η ακυρότητα επισύρει την ακυρότητα της σύμβασης μεταβίβασης της κυριότητας λόγω του αιτιώδους χαρακτήρα της τελευταίας. Ως εκ τούτου, δεν είναι ανάγκη να προκύπτει και ο σκοπός για τον οποίο έγινε η ελαττωματική αυτή δήλωση, εκτός αν υποκρύπτει άλλη δικαιοπραξία και μόνο για την έρευνα του κύρους ή μη αυτής σύμφωνα με το δεύτερο εδάφιο του ίδιου άρθρου. Καμία επιρροή δεν ασκεί επί του κύρους της καταρτισμένης σύμβασης πώλησης το αν ο αγοραστής κατέβαλε πράγματι και με ποιο τρόπο το συμφωνημένο τίμημα, αφού αυτό μπορεί να χαριστεί ή να εξοφληθεί με δόση αντί καταβολής ή μπορεί η σχετική αξίωση να αποσβεσθεί με παραγραφή ή κατ, άλλο τρόπο. Απλώς το δικαστήριο κατά την έρευνα της ύπαρξης συναλλακτικής πρόθεσης των συμβαλλομένων, μπορεί να συναγάγει τεκμήριο ή επιχείρημα για το ότι η σύμβαση πώλησης δεν είναι εικονική ως προς το πρόσωπο του αγοραστή από το αποδεικνυόμενο γεγονός της καταβολής του τιμήματος από τον ίδιο. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της. Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αφορά πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις. Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης, εκτός αν η παράθεση ασαφών ή αντιφατικών επιχειρημάτων δημιουργεί αμφιβολίες και ως προς το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι με αυτήν το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα προέβη στις 15-11-1995 στην αγορά ενός ακινήτου στο ... του ..., προκειμένου να δημιουργήσει εξοπλισμένο κέντρο εκπαίδευσης ατόμων με νοητική στέρηση και γενικότερα με ειδικές ανάγκες. Συγκεκριμένα δυνάμει του ... συμβολαίου αγοράς του συμβολαιογράφου Πύλου Αγγέλου Σκουφάκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, αγόρασε από τον Ι. Δ. του Ν. έναν αγρό ξερικό με το υπάρχον σ' αυτόν πηγάδι, έκτασης 10.409 τ.μ., ο οποίος βρίσκεται εκτός ορίων σχεδίου πόλης οικισμού και ζώνης σε καθαρά αγροτική περιοχή, στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της Κοινότητας ... του άλλοτε ..., όπως ειδικότερα περιγράφεται σ' αυτήν (προσβαλλόμενη απόφαση). Στον δικαιοπάροχό της Ι. Δ. περιήλθε αυτός εν μέρει με δωρεά εν ζωή από τον Η. Ν. του Ν., δυνάμει του ... δωρητηρίου συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, και εν μέρει από αγορά από τον Ι. Α. του Δ., δυνάμει του ... συμβολαίου του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στη συνέχεια μετά τη μεταβίβασή του στην ενάγουσα, αυτή ανήγειρε δυνάμει της ... αδείας του Πολεοδομικού Γραφείου Πύλου δύο κτίσματα και ειδικότερα μία ισόγεια οικία που καλύπτει επιφάνεια 60 τ.μ. και μία παρακείμενη ισόγεια αποθήκη που καλύπτει επιφάνεια οικοπέδου 60 τμ. Ακολούθως στις 19-3-1997 συνεστήθη η αστική μη κερδοσκοπική εταιρία με την επωνυμία "ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ" με έδρα το ανωτέρω ακίνητο, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στις 28-1-1997 στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας και πρόεδρός της ορίστηκε η ενάγουσα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι γνωρίζονταν ήδη από το έτος 1992. Μάλιστα η ενάγουσα είχε βαφτίσει την πρώην σύζυγο του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, ενόψει δε της γνωριμίας τους αυτής, του γεγονότος ότι η πρώην σύζυγος του εναγομένου και η ενάγουσα ήταν Δανοί υπήκοοι και της ιδιότητας του εναγομένου ως ιατρού παιδιάτρου, αυτός συμμετείχε στην ανωτέρω εταιρία. Ωστόσο λόγω προβλημάτων υγείας και οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η ενάγουσα, για τα οποία ο εναγόμενος της είχε παράσχει οικονομική στήριξη, μεταβίβασε σε αυτόν με δωρεά αιτία θανάτου, η οποία μάλιστα είχε συμφωνηθεί αμετάκλητη, το προαναφερόμενο ακίνητο, μετά των εντός αυτού κτισμάτων, δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πύλου Αγγέλου Σκουφάκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι προέβη σε αυτή τη δωρεά προκειμένου να αποφύγει διεκδικήσεις του ακινήτου εκ μέρους των κληρονόμων της, πρέπει να απορριφθεί διότι αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν έχει ούτε σύζυγο, ούτε τέκνα, ούτε γονείς ώστε να υφίσταται τέτοιος κίνδυνος, ενώ ποτέ δεν προέβη σε ανάκληση της δωρεάς αυτής, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι πράγματι ο εναγόμενος, μέλος του προαναφερομένου συλλόγου τους ενίσχυε οικονομικά. Ακολούθως, στις 3-10-2000 η ενάγουσα μεταβίβασε στον εναγόμενο το επίδικο ακίνητο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, λόγω πώλησης δυνάμει του ... συμβολαίου του συμβολαιογράφου Πύλου Αγγέλου Σκουφάκη, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα, αντί τιμήματος 11.879.120 δραχμών, το οποίο κατέβαλε ο εναγόμενος. Έτσι δυνάμει του εν λόγω τίτλου κυριότητας ο εναγόμενος κατέστη αποκλειστικός κύριος του επιδίκου ακινήτου. Τα όσα δε ισχυρίζεται η ενάγουσα στην αγωγή της περί εικονικότητας του ανωτέρω ... πωλητηρίου συμβολαίου δεν αποδείχθηκαν, διότι διαπιστώθηκε η συναλλακτική πρόθεση των μερών και η πραγματική βούληση της ενάγουσας περί μεταβίβασης του ακινήτου αυτού στον εναγόμενο. Αυτό συνεπικουρείται και από το προηγούμενο συμβόλαιο δωρεάς αιτία θανάτου, στο οποίο η εναγομένη δεν είχε κανένα λόγο να προβεί αν δεν επιθυμούσε πραγματικά να μεταβιβάσει το ακίνητο στον εναγόμενο, λόγω ευγνωμοσύνης για την οικονομική βοήθεια που της είχε προσφέρει στην υλοποίηση των στόχων της, αφού διαφορετικά θα μπορούσε να προβεί απευθείας στην κατάρτιση του εικονικού συμβολαίου. Επίσης αποδείχθηκε, ότι ο εναγόμενος διέθετε την οικονομική άνεση για να καταβάλει το τίμημα της πώλησης του ακινήτου σε αυτήν (αν και αυτό δεν αποτελεί κρίσιμο στοιχείο της κρίσης περί εικονικότητας), διότι ο εναγόμενος εργαζόταν ως ειδικευόμενος ιατρός στη Δανία αλλά και περιστασιακά στη Σουηδία, όπου η αμοιβή του ιατρού ανερχόταν γύρω στο 1.100.000 δραχμές το μήνα, ενώ στις παραμεθόριες περιοχές, όπου εργαζόταν, λάμβανε ως αμοιβή το ποσό των 3.000.000 δραχμών, διότι ήταν δύσκολη η μετάβαση στις περιοχές αυτές, όπως κατέθεσε και ο μάρτυράς του. Σύμφωνα δε με την κατάθεση του ιδίου μάρτυρα τα προαναφερόμενα ποσά ήταν καθαρά, χωρίς φορολογικές κρατήσεις. Όπως δε αποδείχθηκε από το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο οι φόροι που ο εναγόμενος κατέβαλε για την αγορά του επιδίκου ανήλθαν στο ποσό των 631.751 δραχμών. Υπό κανονικές συνθήκες φορολόγησης ο φόρος μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου που έπρεπε να καταβληθεί ήταν το ποσό των 1.206.703 δραχμών (φόρος 9% για τα πρώτα 5.000.000 δραχμές και 11% για το υπόλοιπο ποσό). Αυτό σημαίνει ότι ο εναγόμενος είχε έκπτωση στον φόρο, που κατέβαλε, αφού εισήγαγε συνάλλαγμα από την εργασία του εκτός Ελλάδος, το οποίο και δραχμοποίησε. Από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα δελτία δήλωσης εισαγομένων μετρητών και αξίων, που δραχμοποιήθηκαν και αφορούν χρονικό διάστημα από το έτος 1998 έως το έτος 2000, προκύπτει ότι κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα ο εναγόμενος εισήγαγε και δραχμοποίησε τα ακόλουθα χρηματικά ποσά: α) 235850 δανικές κορώνες Χ 45 δραχμές η κορώνα = 10.613.250 δρχ. β) 21960 γερμανικά μάρκα Χ 170 δραχμές το γερμανικό μάρκο=3.733.200 δρχ. και 384 δολάρια ΗΠΑΧ299,5 δραχμές το δολάριο=115.000, για να αγοράσει το ακίνητο, γεγονός που αποδεικνύει ότι η συναλλακτική πρόθεση των συμβαλλομένων ήταν η μεταβίβαση του ακινήτου πραγματικά και όχι εικονικά, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Το γεγονός, άλλωστε, ότι δυνάμει του ... πληρεξουσίου διαχείρισης ακινήτου του συμβολαιογράφου Πύλου Αγγέλου Σκουφάκη, ο εναγόμενος διόρισε ειδική πληρεξούσια και αντίκλητό του την αστική εταιρία "ΕΣΤίΑ ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ", στην οποία έδινε τις ειδικές εντολές και πληρεξουσιότητες να ενεργεί κάθε πράξη διαχείρισης και εκμετάλλευσης του επιδίκου ακινήτου, αξιοποιώντας το κατά το προσφορότερο τρόπο προς το συμφέρον πάντοτε του ιδιοκτήτη και σύμφωνα με τη πραγματική του θέληση, δεν ανατρέπει τα πραγματικά περιστατικά. Τα όσα δε ισχυρίστηκαν οι μάρτυρες της ενάγουσας στις ένορκες καταθέσεις τους, ότι δηλαδή η ύπαρξη του πληρεξουσίου αποδεικνύει την εικονική μεταβίβαση είναι απορριπτέα. Αντίθετα η σύνταξη του πληρεξουσίου επιβεβαιώνει την ύπαρξη της κυριότητας στο πρόσωπο του εναγομένου. Αλλά και η ίδια η ενάγουσα με το 13593/18-11-1998 ειδικό πληρεξούσιο. που συντάχθηκε ενώπιον του ως άνω συμβολαιογράφου είχε παραχωρήσει στην ανωτέρω αστική εταιρία το δικαίωμα να διοικεί και να διαχειρίζεται, με την ευρεία έννοια του όρου, το επίδικο ακίνητο. Δυνάμει δε του ανωτέρω ειδικού πληρεξουσίου διαχείρισης του επιδίκου ακινήτου η εντολοδόχος εταιρία "ΕΣΤίΑ ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ", νομίμως εκπροσωπούμενη από την ενάγουσα Έ. Γ., προέβη στην εκμίσθωση της ισόγειας οικίας που βρίσκεται εντός του επιδίκου χώρου, στον Μ. Φ. του Β., κάτοικο ..., αντί μηνιαίου μισθώματος 20.000 δραχμών για τρία χρόνια από 19-2-1999 έως 18-2-2002. Η εταιρία επίσης δια της νομίμου εκπροσώπου της προσέλαβε τον Φ. Μ. και Σ. συζ. Φ. Μ., προκειμένου να εργάζονται στις εγκαταστάσεις της εταιρίας έναντι αμοιβής και ειδικότερα να βοηθούν στη νοσηλεία και περίθαλψη των αναπήρων και να φροντίζουν το επίδικο ακίνητο. Περαιτέρω και ενώ είχε προηγηθεί η ανωτέρω μεταβίβαση του επιδίκου ακινήτου από την ενάγουσα στον εναγόμενο και η σύνταξη του ως άνω 14.801/2000 ειδικού πληρεξουσίου διαχείρισης ακινήτου, η ανωτέρω εκμισθώτρια αστική εταιρία, νομίμως εκπροσωπούμενη από την ενάγουσα, και ο μισθωτής Φ. Μ. προέβησαν σε τροποποίηση της σύμβασης μίσθωσης, αυξάνοντας το ποσό του μηνιαίου μισθώματος στις 30.000 δραχμές και παρατείνοντας τη διάρκεια της μίσθωσης μέχρι τις 17-9-2010, αρχής γενομένης από 17-9-2001. Ο εναγόμενος όμως ανακάλεσε το πληρεξούσιο στη συνέχεια. Όλα αυτά συνηγορούν υπέρ του γεγονότος ότι είναι ο πραγματικός κύριος του επιδίκου ακινήτου. Στη συνέχεια μετέβη τον Αύγουστο του έτους 2002 στο επίδικο ακίνητο και ζήτησε από το μισθωτή της οικίας να το εγκαταλείψει μαζί με τη σύζυγό του. Αυτοί συμμορφώθηκαν και αποχώρησαν και ο εναγόμενος άλλαξε τις κλειδαριές. Όμως μετά τον Ιούνιο 2003 ο ανωτέρω πρώην μισθωτής και η σύζυγός του, ενεργώντας κατόπιν εντολής της νομίμου εκπροσώπου της προαναφερθείσης αστικής εταιρίας, αφού άλλαξαν εκ νέου τα κλειδιά μπήκαν και εγκαταστάθηκαν πάλι στο επίδικο. Στη συνέχεια ο εναγόμενος άσκησε αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πύλου, το οποίο με την 3/2004 απόφασή του ανεγνώρισε τον εναγόμενο προσωρινό νομέα. Στη συνέχεια όμως το Πρωτοδικείο Καλαμάτας με την 218/2004 απόφαση, δικάζοντας κατ' έφεση την άνω υπόθεση, απέρριψε την αίτηση, θεωρώντας ότι είναι ισχυρή η μίσθωση. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι η ένδικη αγωγή για την αναγνώριση της ανωτέρω επίδικης σύμβασης ως εικονικής είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη και στη συνέχεια απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, που είχε κρίνει ομοίως. Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 138 και 513 ΑΚ, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη εικονικότητας της επίδικης σύμβασης πώλησης, οι οποίες (αιτιολογίες) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή μη εφαρμογή της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 138 ΑΚ.

Συνεπώς, είναι αβάσιμοι οι συναφείς πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος τους, από τον αριθ 19 του ίδιου Κώδικα, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τ'αντίθετα. Επίσης, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος του, που με αυτούς η αναιρεσείουσα προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και στην ανεπάρκεια της αιτιολόγησης της συναγωγής από αυτές του ως άνω αποδεικτικού πορίσματος του Εφετείου, είναι απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ.1ΚΠολΔ).

2.- Ο από το άρθρο 559 αριθ.12 ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης της παραβίασης των ορισμών του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσδίδει σε αποδεικτικό μέσο μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που προσδίδει σ' αυτό ο νόμος, ενώ δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά. Για να θεμελιωθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης απαιτείται να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο α) για την απόδειξη ποιου συγκεκριμένου ισχυρισμού προσκομίσθηκε το σχετικό αποδεικτικό μέσο, καθώς και ποιά επίδραση θα ασκούσε ο ισχυρισμός αυτός στην έκβαση της δίκης, β) ποια είναι η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ' αυτό από το δικαστήριο της ουσίας και γ) ποιο είναι ως προς το αποδεικτικό μέσο το σχετικό σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης. Αν λείπει έστω και ένα από τα στοιχεία αυτά ο λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθ.12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με την αποδεικτική δύναμη των με επίκληση προσαχθέντων από την αναιρεσείουσα εγγράφων είναι απορριπτέος ως αόριστος, εφόσον δεν καθορίζεται σ' αυτόν, ποια συγκεκριμένα είναι τα προσκομισθέντα από αυτήν (αναιρεσείουσα) έγγραφα, ποια ήταν η αποδεικτική δύναμη που δεν αποδόθηκε σε καθένα από αυτά από το δικαστήριο και σε τι συνίσταται το σχετικό σφάλμα της απόφασης. 3.- Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτή νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού της περί εικονικότητας της επίδικης σύμβασης πώλησης. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε υπόψη: 1) Την από 10-1-2001 επιστολή του αντιδίκου της με τα συνημμένα σ'αυτήν φυλλάδια, σχετικά με το έργο, σκοπό και τις δυνατότητες της ΕΣΤΙΑΣ ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ, 2) το σχέδιο "ΕΣΤΙΑ ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ- ΕΙΔΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΕΙΣ" και γ) τα πρακτικά της Γ.Σ της ΕΣΤΙΑΣ ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ της 11-9-2000 και 17-3-2001. Επίσης με τον ίδιο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη στο σύνολό της την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του αναιρεσιβλήτου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Από την επισκόπηση, όμως, της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα του εναγομένου - αναιρεσιβλήτου, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και (όλα) τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και την ως άνω μαρτυρική κατάθεση (στο σύνολό της), την οποία ρητά μνημόνευσε καθώς και τα πιο πάνω (επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα) έγγραφα. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε το Εφετείο ως προς την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων διαδίκων με το επίδικο συμβόλαιο, είναι απαράδεκτος, αφού αναφέρεται στην εκτίμηση της αποδεικτικής βαρύτητας των μέσων αυτών. 4.- Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας διαπράττει διαγνωστικό λάθος και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι περιέχει και όχι λάθος κατά την αξιολόγησή του, προβαίνει δηλαδή σε ελλιπή ή εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου και εξαιτίας αυτής καταλήγει σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από αυτό που προκύπτει από το έγγραφο ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία πραγματικού γεγονότος. Εξάλλου, για το ορισμένο του λόγου αυτού αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, το αληθινό περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και ποιο ακριβώς περιεχόμενο του εγγράφου δέχθηκε το δικαστήριο ώστε από τη σχετική σύγκριση να υπάρχει δυνατότητα στον Άρειο Πάγο να κρίνει αν υφίσταται διαγνωστικό λάθος. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ο οποίος προτείνεται με διατύπωση επικουρικότητας (σε σχέση με τον αμέσως ανωτέρω λόγο αναίρεσης), μέμφεται το Εφετείο, διότι παραμόρφωσε, με ελλιπή ανάγνωση, το περιεχόμενο των προαναφερθέντων εγγράφων, ήτοι της από 10-1-2001 επιστολής του αντιδίκου της με τα συνημμένα σ'αυτήν φυλλάδια, του σχεδίου "ΕΣΤΙΑ ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ-ΕΙΔΙΚΕΣ ΚΑΤΑΣΚΗΝΩΣΕΙΣ" και των πρακτικών της Γ.Σ της ΕΣΤΙΑΣ ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ της 11-9-2000 και 17-3-2001. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ποιό ακριβώς περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων δέχθηκε το δικαστήριο. Πέραν τούτου ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι, σε κάθε περίπτωση, αβάσιμος, διότι δεν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε ελλιπή ανάγνωση των ως άνω εγγράφων και ότι εξαιτίας αυτής κατέληξε σε συμπέρασμα τελείως διαφορετικό από εκείνο που προκύπτει από αυτά (έγγραφα). Απλώς, όπως προαναφέρθηκε το Εφετείο, για τη συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά. Οι περαιτέρω δε αιτιάσεις που περιέχονται στον πιο πάνω λόγο αναίρεσης, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση "παραμόρφωσε τα εν λόγω έγγραφα, διότι από αυτά προκύπτει ότι ο σκοπός των συμβληθέντων με το προαναφερθέν συμβόλαιο ήταν η πώληση να είναι εικονική" είναι απαράδεκτες, διότι πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την 4-2-2010 αίτηση της Έ. Β. για αναίρεση της 153/2009 απόφασης του Εφετείου Καλαμάτας.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ