1153/20101153/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Summary AI generated
Απόφαση 1153 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1153/2010 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Γ' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Î...
Απόφαση 1153 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1153/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιλτιάδη Καγκελάρη.
Της αναιρεσίβλητης-καλούσας: ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Φράγκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και με την από 2-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1548/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 3789/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-10-2006 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1342/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 26-6-2009 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 22-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.17 ΚΠολΔ δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου. Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τυπικά την έφεση του ενάγοντα-εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντα κατά της πρωτόδικης απόφασης - με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η από 2-6-2003 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 4769/3-6-2003) αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή του λόγω μη εμπρόθεσμης εγγραφής της στα βιβλία διεκδικήσεων και αντίθετα, έγινε δεκτή εν μέρει ως και κατ'ουσίαν βάσιμη η από 25-6-2002 (με αριθμό έκθ. κατάθ. 5236/25-6-2002) διεκδικητική αγωγή της ενάγουσας-εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, -ακολούθως δε, απέρριψε αυτήν-έφεση-κατ'ουσίαν, όσον αφορά τη διεκδικητική αγωγή της αναιρεσίβλητης και δέχθηκε την ίδια -έφεση-κατ'ουσίαν, όσον αφορά την αναγνωριστική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντα, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς τη διάταξή της με την οποία απέρριψε την εν λόγω αγωγή, κράτησε ως προς την αγωγή αυτή την υπόθεση και, αφού τη δίκασε, την απέρριψε κατ'ουσίαν (ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της), γιατί δεν γίνεται στη τελευταία καθορισμός των ορίων του επίδικου ακινήτου εμβαδού 260 τετρ. μέτρων, τμήματος ακινήτου, εμβαδόν 756 τετρ. μέτρων που περιήλθε στον αναιρεσείοντα ως, τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, εμβαδού 1600 τετρ. μέτρων, που έλαβε αυτός από τη σ'αυτή αγωγή-αναφερόμενη εξώδικη διανομή, του οποίου και μόνο περιγράφονται τα όρια, έτσι ώστε να γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του εν λόγω ακινήτου, παράλληλα δε, δεν αναφέρεται στην εν λόγω αγωγή, για τη θεμελίωση του παράγωγου τρόπου κτήσης της κυριότητας του αναιρεσείοντα στο επίδικο ακίνητο, ότι η συμβολαιογραφική, μεταβιβαστική της κυριότητας, πράξη έχει νόμιμα μεταγραφεί, πέραν του ότι δεν αναφέρεται και το όνομα του συμβολαιογράφου που τη συνέταξε. 'Ετσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν περιέχει στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αντιφατικές διατάξεις, γι'αυτό και ο αντίθετος σχετικός πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού η δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997), όχι δε και εκείνοι που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν άρνηση αυτής, ούτε και εκείνοι που δεν έχουν αυτοτέλεια και αποτελούν επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 469/1984). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.8, 106, 335,338 και 339 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι πράγματα, κατά την έννοια της πρώτης απ'αυτές, δεν αποτελούν τα αποδεικτικά μέσα. Ο δεύτερος, επομένως, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο μέμφεται ο αναιρεσείων την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περίπτ.α'του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο απέρριψε την έφεση και την αγωγή του ως αόριστη χωρίς να λάβει υπόψη τα έγγραφα, που, με επίκληση, προσκόμισε ο ίδιος ενώπιόν του, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν.2943/2001), αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός της αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι'αυτά-πράγματα- ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα. Ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη ή απαράδεκτη. Ο δεύτερος, επομένως κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο, κατ'ορθή εκτίμησή του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας χωρίς να διατάξει απόδειξη "για πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης", είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.
Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το πραγματικό περιεχόμενο του αποδεικτικού εγγράφου και το περιεχόμενο που από διαγνωστικό σφάλμα αποδόθηκε σε αυτό το έγγραφο από το δικαστήριο της ουσίας. Ο τρίτος, επομένως, λόγος της αναίρεσης με τον οποίο ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο, κατ'ορθή εκτίμησή του, έλαβε υπόψη επιλεκτικά τα "προσκομισθέντα έγγραφα στοιχεία και παραμόρφωσε το περιεχόμενό τους", είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν μνημονεύονται σ'αυτόν τα συγκεκριμένα αποδεικτικά έγγραφα, το περιεχόμενο του καθενός από αυτά και σε τι συνίσταται το διαγνωστικό σφάλμα του Εφετείου στο οποίο υπέπεσε το τελευταίο σε σχέση με το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14-10-2006 αίτηση του ... για αναίρεση της 3789/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ