Legislator Case Law & Legislation
1153/2009 AI generated

1153/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1153/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece · Case Law (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1153 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1153/2009 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ B2' Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μο...

Legislator headnote

Placeholder

Keywords

Placeholder

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1153 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1153/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: x1, 2)x2, 3)x3, 4)x4, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Μαρία Λαγουβάρδου.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Ε. ΜΑΥΡΟΦΡΥΔΗΣ ΑΕΒΕ" που εδρεύει στο 2ο χιλ. Σερρών Θεσ/νίκης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Περικλή Τσαμούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 117/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1525/2007 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-11-2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 3-3-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια δικηγόρος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 648 του ΑΚ ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της συμβάσεως, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτής έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, όσο δεν καταβάλει δηλαδή τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ.

Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών), ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραξία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι' αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη. Τέλος, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 εδάφ. α' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύονται, ο μεν πρώτος, αν το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών διαπιστώσεών του στο εννοιολογικό περιεχόμενο του εν λόγω κανόνα, ο δε δεύτερος, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας δεν περιέχονται καθόλου ή δεν περιγράφονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοσθέντος κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος. Η θεμελίωση του τελευταίου λόγου προϋποθέτει ελλείψεις σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που συνθέτουν την ιστορική βάση και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά κρίση ανέλεγκτη, τα ακόλουθα: Η αναιρεσίβλητη (εναγόμενη) εταιρία από πολλών ετών (πριν το έτος 1970) διατηρεί στις Σέρρες επιχείρηση κατασκευής λεβήτων και ηλιακών θερμοσιφώνων. Όλοι οι αναιρεσείοντες (ενάγοντες) προσλήφθησαν από την αναιρεσίβλητη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Συγκεκριμένα, προσλήφθησαν, ο πρώτος (x2), στις 4-11-1972, ως λεβητοποιός, ο δεύτερος (x1), στις 16-5-1978, ως εφαρμοστής σωληνώσεων, ο τρίτος (x3), στις 16-5-1978, ως ελασματουργός και ο τέταρτος (x4), στις 14-1-1974, ως λεβητοποιός. Από την αρχή προσέφεραν συνεχώς τις υπηρεσίες τους χωρίς μέχρι και τον Οκτώβριο του έτους 2003 να υπάρχει οποιαδήποτε διαμαρτυρία τους για καθυστέρηση στην πληρωμή των νόμιμων αποδοχών τους (μισθών, δώρων, άδειας κ.λ.π.). Καθυστέρηση ή διαμαρτυρία δεν υπήρχε μέχρι τότε και από κανένα άλλον εργαζόμενο. Όμως, για πρώτη φορά, η αναιρεσίβλητη δεν κατέβαλε, όπως όφειλε στο τέλος των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2003, τις συμφωνημένες αποδοχές (ημερομίσθια) των αναιρεσειόντων. Σ' αυτούς (αναιρεσείοντες) κατέβαλε κατά τη διάρκεια του μηνός Νοεμβρίου έναντι των οφειλόμενων αποδοχών ύψους, όπως συνομολογείται, 869 ευρώ (=34,76 ευρώ το ημερομίσθιο), τα ποσά των 150 ευρώ (στις 14-11-2003) στον πρώτο, των 50 ευρώ (στις 14-11-2003) και 150 ευρώ (στις 24/11) στον δεύτερο, των 150 ευρώ (στις 14-11-2003) στον τρίτο και των 150 ευρώ (στις 14/11) στον τέταρτο αναιρεσείοντα. Για όλους τους εργαζόμενους (συνολικά δέκα) υπήρξε ανάλογη καθυστέρηση στις πληρωμές των αποδοχών των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2003. Η καθυστέρηση στην πληρωμή των αποδοχών οφειλόταν στα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε τότε ο γ1, ιδρυτής, προ πολλών ετών, της αναιρεσίβλητης εταιρίας, ο οποίος και ουσιαστικά είχε την όλη ευθύνη λειτουργίας της επιχειρήσεως. Μάλιστα αυτός το Δεκέμβριο του έτους 2003 νοσηλεύθηκε στο Γενικό Νομαρχιακό Νοσοκομείο Σερρών με σοβαρά προβλήματα στην ουροδόχο κύστη. Η απουσία αυτού από την όλη δραστηριότητα της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης είχε επιπτώσεις στις εργασίες της τελευταίας και στην πτώση των κερδών της, με αποτέλεσμα το διάστημα Νοέμβριο 2003 Φεβρουάριο 2004 να αντιμετωπίσει οικονομικά προβλήματα. Στις αρχές Ιανουαρίου 2004, οι αναιρεσείοντες και άλλοι δύο εργαζόμενοι (οι .... και .....) διαμαρτύρονται στην Επιθεώρηση Εργασίας Σερρών για τη μη καταβολή των αποδοχών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2003, αλλά (και για πρώτη φορά) και διαφορών αναδρομικών αποδοχών από 1-1-2002 έως 31-12-2002, δώρου Πάσχα 2002, δώρου Χριστουγέννων 2002 και επιδόματος αδείας 2002 και 2003, συνολικού ποσού 2.830 έως 3.110 ευρώ, περίπου, στον καθένα. Στην Επιθεώρηση Εργασίας δεν εμφανίζεται ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσίβλητης, ή ο πληρεξούσιός της και εναντίον του ως άνω εκπροσώπου της αναιρεσίβλητης ...... υποβλήθηκε στις 8-1-2004 μήνυση για παραβάσεις του Α.Ν. 690/1945 και 1 επ. του Α.Ν. 539/1945. Στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες, και ενώ μετά τις διαμαρτυρίες τους στην Επιθεώρηση Εργασίας και την υποβολή της μηνύσεως συνέχιζαν να εργάζονται, στις 30-1-2004 κοινοποιούν στην αναιρεσίβλητη την με ίδια ημεροχρονολογία έγγραφη δήλωσή τους με την οποία δηλώνουν πως ασκούν, από την ημέρα εκείνη (30-1-2004) το δικαίωμα επισχέσεως και γι' αυτό παύουν να παρέχουν την εργασία τους μέχρι να καταβάλει στον καθένα τους τις καθυστερούμενες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2003 και Ιανουαρίου 2004 και (όπως επακριβώς εκθέτουν στη δήλωσή τους) "... παντός άλλου ποσού που οφείλετε στα πλαίσια της εργασιακής σχέσης ..." καλώντας την αναιρεσίβλητη όπως καταβάλετε άμεσα όλα όσα εκ της εργασίας μέχρι σήμερα οφείλεται και όσα στο μέλλον προκύψουν ένεκα της επίσχεσης ...". Στη δήλωσή τους δεν προσδιορίζουν συγκεκριμένα ποσά και κατ' είδος και αιτία οφειλής αναφέρουν μόνο τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου 2003 και Ιανουαρίου 2004. Από τότε και μέχρι τις 31-3-2005 (δηλαδή επί 14 μήνες), με τον ισχυρισμό ότι η αναιρεσίβλητη καθ'όλο το παραπάνω διάστημα δεν κατέβαλε σ' αυτούς τις καθυστερούμενες αποδοχές (παρά μόνο μέρος αυτών), για τις οποίες άσκησαν επίσχεση εργασίας, αν και είχαν τη δυνατότητα της εργασίας τους, δεν παρείχαν αυτή (την εργασία τους), ζητώντας γι' αυτό, λόγω της υπερημερίας της αναιρεσίβλητης, όλους τους μισθούς του παραπάνω διαστήματος, με τα ανάλογα δώρα εορτών (Χριστουγέννων και Πάσχα) 2004 και αποδοχές και επίδομα αδείας 2004. Όμως, οι αναιρεσείοντες δεν άσκησαν νόμιμα το δικαίωμα της επισχέσεως της εργασίας τους και έτσι η αναιρεσίβλητη δεν περιήλθε (από 30-1-2004) σε υπερημερία. Και τούτο γιατί: α) Ως προς την αξίωση των δεδουλευμένων αποδοχών του Ιανουαρίου 2004, αυτή, κατά το χρόνο ασκήσεως της επισχέσεως (30-1-2004) δεν ήταν ληξιπρόθεσμη. Κατά τη συμφωνία των διαδίκων, η αναιρεσίβλητη είχε υποχρέωση να καταβάλει τα ημερομίσθια κάθε μήνα στο τέλος του. Έτσι, οι αποδοχές του Ιανουαρίου ήταν απαιτητές την 31η ημέρα του μήνα (άρθρο 655 του ΑΚ), β) ως προς τις αξιώσεις (" ... παντός άλλου ποσού...", όπως αναφέρουν στη δήλωσή τους και προφανώς αφορούν εκείνες των αναδρομικών αποδοχών 2002 (ύψους 775,5 ευρώ στον καθένα), δώρων Πάσχα και Χριστουγέννων 2002 (ύψους 31,80 ευρώ και 76,25 ευρώ, αντίστοιχα, στον καθένα) και επιδόματος αδείας 2002 και 2003 (ύψους 39,65 ευρώ και 451,88 ευρώ, αντίστοιχα στον καθένα), για τις οποίες και διαμαρτυρήθηκαν στην Επιθεώρηση Εργασίας αυτές (αξιώσεις) δεν προσδιορίζονται στη δήλωση όχι μόνο κατά ποσό (είτε επί μέρους είτε συνολικά), αλλά ούτε κατ' είδος και αιτία οφειλής. Υπάρχει γενική μόνο αναφορά για την καταβολή οποιουδήποτε ποσού οφείλεται. Τέτοια αναφορά είτε σε αξίωση μη ληξιπρόθεσμη (στην πρώτη περίπτωση) είτε σε μη προσδιορισμένη, κατ' είδος και αιτία οφειλής, αξίωση (στη δεύτερη περίπτωση), δεν αρκεί για την πληρότητα της δήλωσης επισχέσεως, καθόσον η άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως προϋποθέτει ορισμένη κατά ποσό, είδος και αιτία ληξιπρόθεσμη αξίωση, η ικανοποίηση της οποίας επιδιώκεται δια του τρόπου αυτού, γ) Ως προς την αξίωση, τέλος, των δεδουλευμένων αποδοχών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2003, η δήλωση επισχέσεως είναι μεν σαφής και ορισμένη, έστω και αν δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένα το ποσό αυτής, καθόσον το ύψος των αποδοχών αυτών αντιστοιχεί σε εκείνο των νόμιμων ημερομισθίων το μήνα. Ακόμη, η αξίωση αυτή είναι ληξιπρόθεσμη από την τελευταία ημέρα (αρθρ. 655 εδ.α' του Α.Κ.) κάθε αντίστοιχου μήνα (30η Νοεμβρίου και 31η Δεκεμβρίου). Όμως ασκείται (η επίσχεση) καταχρηστικά και είναι παράνομη (άρθρο 281 Α.Κ.). Συγκεκριμένα, και κατ' αρχήν, οι αναιρεσείοντες εργάζονταν στην αναιρεσίβλητη επί πολλά έτη (για 33 ο πρώτος, 25 ο δεύτερος, 26 ο τρίτος και 30 ο τέταρτος), χωρίς μέχρι τον Οκτώβριο 2003 να υπάρχει καμία καθυστέρηση ή διαμαρτυρία τους στην πληρωμή των οποιονδήποτε αποδοχών τους από την εργοδοσία. Κάτι διαφορετικό δεν ισχυρίζονται και οι ίδιοι οι αναιρεσείοντες. Για πρώτη φορά, οι τελευταίοι, διαμαρτυρήθηκαν για διαφορές αναδρομικών 2002 και μικρές διαφορές δώρων εορτών και επιδόματος αδείας 2002, αλλά και επιδόματος αδείας 2003, μόλις τον Ιανουάριο 2004 στην Επιθεώρηση Εργασίας. Μέχρι τότε (Νοέμβριο 2003)η αναιρεσίβλητη είχε ικανοποιητικό κύκλο εργασιών άνω των 400.000 ευρώ, απασχολούσε πάνω από δέκα εργαζόμενους και δη τους πρώτους μήνες του έτους 2003 πάνω από 20 και δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα. Κανένα παράπονο δεν είχε διατυπωθεί μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2003 από οποιονδήποτε εργαζόμενο. Μάλιστα η αναιρεσίβλητη είχε λάβει ειδική μέριμνα για τους εργαζομένους της αφού είχε ασφαλίσει αυτούς για τις περιπτώσεις σωματικών βλαβών και θανάτου στην εταιρία Allianz και είχε χορηγήσει σ αυτούς κινητό τηλέφωνο για να χρησιμοποιούν σε εξωτερικές εργασίες τους, καλύπτοντας τους σχετικούς λογαριασμούς τους. Η ασθένεια, κατά τα παραπάνω, του γ1 (πατέρα του Προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσίβλητης) το Νοέμβριο του έτους 2003 είχε επιπτώσεις στη λειτουργία της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης. Η απουσία αυτού, ο οποίος ουσιαστικά, όντας ο ιδρυτής της, ήταν εκείνος που οργάνωνε την παραγωγική και εμπορική δραστηριότητα της επιχειρήσεως άρχισε να δημιουργεί οικονομικά προβλήματα και δυσκολίες στην πληρωμή όλων των αποδοχών των εργαζομένων. Έτσι, για πρώτη φορά, καθυστερεί στην πληρωμή ημερομισθίων (για το έτος 2002 υπήρχαν μόνο μικρές διαφορές ως προς το ύψος του ημερομισθίου). Το Νοέμβριο 2003 καταβάλει στους αναιρεσείοντες (όπως και στους υπόλοιπους εργαζόμενους) μέρος (κατά τα παραπάνω) των οφειλόμενων, παρά τα όσα αυτοί αβάσιμα υποστηρίζουν στην Επιθεώρηση Εργασίας και στη μήνυση ότι δεν τους καταβλήθηκε κανένα ημερομίσθιο του Νοεμβρίου 2003. Δεν τους καταβάλει τα ημερομίσθια Δεκεμβρίου 2003, αλλά σταδιακά καταβάλει στον καθένα τους (στις 12/12, 19/12 και 22/11/2003) 600 ευρώ για δώρο Χριστουγέννων 2003. Δηλαδή, η αναιρεσίβλητη και κατά τους μήνες αυτούς, κατά τους οποίους από απρόβλεπτες περιστάσεις (εξαιτίας της ασθένειας του ως άνω γ1) αντιμετωπίζει πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία, προσπαθεί να καταβάλει στους εργαζομένους (και τους αναιρεσείοντες) μέρος των αποδοχών τους. Τον Ιανουάριο 2004 διαμαρτύρονται μεν οι αναιρεσείοντες για την καθυστέρηση στην πληρωμή των αποδοχών και διεκδικούν πλέον αυτές, πλην όμως μέχρι τις 30/1/2004 δεν αναφέρουν και δεν ενημερώνουν το νόμιμο εκπρόσωπο της αναιρεσίβλητης ότι πρόκειται να ασκήσουν το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας τους έτσι ώστε να δώσουν σε αυτή εύλογο χρόνο είτε να τακτοποιήσει την ως άνω οικονομική εκκρεμότητα, είτε να αντιμετωπίσει τα προβλήματα στη λειτουργία της επιχειρήσεώς της από τη μη παροχή εργασίας τεσσάρων (από τους συνολικά δέκα) εξειδικευμένων και έμπειρων εργατών της. Αιφνίδια, στις 30-1-2004, ασκούν επίσχεση εργασίας τους και από τότε παύουν να παρέχουν αυτή και μάλιστα, εκτός των άλλων και για τις αποδοχές του Ιανουαρίου 2004, δηλαδή για αξίωση μη ληξιπρόθεσμη, καθόσον κατά τα παραπάνω συμφωνήθηκε να καταβάλλονται οι αποδοχές (ημερομίσθια) στο τέλος κάθε μήνα ή για αόριστες οφειλές. Όλοι τους γνώριζαν τότε την ασθένεια του ως άνω γ1 και τα πρόσκαιρα οικονομικά προβλήματα της αναιρεσίβλητης. Μόνοι οι αναιρεσείοντες από όλους τους εργαζόμενους αρνούνται να εισπράξουν μέρος των δεδουλευμένων, να εξοφληθούν πλήρως σε εύλογο χρόνο και να συνεχίσουν να παρέχουν την εργασία τους, έτσι ώστε η αναιρεσίβλητη να μπορέσει να ανταποκριθεί στις παραγωγικές ανάγκες της, προς όφελος (με την αύξηση του κύκλου εργασιών της) και των αναιρεσειόντων. Η βούληση της αναιρεσίβλητης να καταβάλει σε εύλογο χρόνο και τις καθυστερούμενες, ως άνω, αποδοχές των αναιρεσειόντων ήταν πραγματική, γιατί μέχρι τότε (και επί τόσα πολλά έτη) ήταν συνεπής στις υποχρεώσεις της από τις εργασιακές σχέσεις και ήταν αξιόπιστη και αξιόχρεη απέναντι σε όλους. (Με την αιφνίδια, όμως, άρνηση των αναιρεσειόντων να παρέχουν την εργασία τους, η αναιρεσίβλητη δεν είχε πλέον στην επιχείρησή της τέσσερις εργαζόμενους της, οι οποίοι, ως εκ της ειδικότητάς τους και της εμπειρίας τους ήταν απαραίτητοι για την κατασκευή και εγκατάσταση λεβήτων και ηλιακών θερμοσιφώνων. Η αναιρεσίβλητη χωρίς την εργασία αυτών, δεν μπορούσε να ανταποκριθεί στις παραγγελίες των πελατών της και να συνεχίσει την παραγωγική δραστηριότητά της, με αποτέλεσμα να περιορίσει τη δραστηριότητά της στο εμπορικό μόνο τομέα, να απωλέσει πελάτες ή να αναλαμβάνει πλέον μικρότερες παραγγελίες και να μη μπορέσει να εξοφλήσει πλήρως (από το Φεβρουάριο 2004, οπότε και ο ως άνω γ1 είχε και πάλι συμμετοχή στη λειτουργία της επιχειρήσεως) τους αναιρεσείοντες. Η εξόφληση των ως άνω ληξιπρόθεσμων αποδοχών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2003 (για τις οποίες η δήλωση επισχέσεως ήταν, κατά τα παραπάνω, σαφής και ορισμένη) έγινε μέχρι το Μάϊο 2004. Μεγαλύτερη καθυστέρηση υπάρχει μόνο στην πλήρη εξόφληση των υπολοίπων απαιτήσεων των αναιρεσειόντων (ημερομισθίων Ιανουαρίου 2004, διαφορές ημερομισθίων 2002 και επιδόματος αδείας 2003), που επιδικάσθηκαν με την ως άνω υπ' αριθμ. 546/2004 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σερρών (που εκδόθηκε, μάλιστα, κατά αποδοχή των αιτούμενων αυτών ποσών από την αναιρεσίβλητη). Η καθυστέρηση δε αυτή οφείλεται στον περιορισμό της οικονομικής δραστηριότητας της αναιρεσίβλητης από την άρνηση των αναιρεσειόντων να παρέχουν την εργασία τους. Με όσα αναφέρθηκαν, συνεκτιμώντας τις όλες ως άνω ιδιαίτερες συνθήκες και δη ότι η εναγομένη επί πολλά έτη απασχολούσε τους αναιρεσείοντες καταβάλλοντας πάντοτε τις νόμιμες αποδοχές τους: α) η καθυστέρηση της καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του Νοεμβρίου (μέρους τους) και Δεκεμβρίου 2003 δεν ήταν χρονικά αξιόλογη, κατά το χρόνο ασκήσεως (30-1-2004) της επισχέσεως, β) η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα της εργοδότριας αλλά οφείλεται σε απρόβλεπτες περιστάσεις και σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία της, που δε της επέτρεψαν να είναι συνεπής στο σύνολο των υποχρεώσεών της προς τους εργαζόμενους (και των αναιρεσειόντων) και γ) η επίσχεση χωρίς να περάσει εύλογος (ως εκ των ειδικότερων, ως άνω, περιστάσεων) χρόνος από την καθυστέρηση και χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της αναιρεσίβλητης, προκάλεσε δυσανάλογη ζημιά στην τελευταία, σε σχέση με το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, καθόσον μάλιστα διόγκωσε τα οικονομικά προβλήματα της αναιρεσίβλητης και καθυστέρησε ακόμη περισσότερο την πλήρη εξόφληση όλων εν γένει των ληξιπρόθεσμων (και όχι μόνο του Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2003) απαιτήσεων των αναιρεσειόντων όταν επιπλέον η αναιρεσίβλητη με συνεχείς (μετά τις 30-1-2004) δηλώσεις της καλούσε τους να εισπράξουν μέρος των δεδουλευμένων αποδοχών και να προσέλθουν στην εργασία τους. Μετά απ' αυτά, καταλήγει το Εφετείο, η άσκηση της επισχέσεως εργασίας, ως προς τις ως άνω ληξιπρόθεσμες δεδουλευμένες αποδοχές Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2003, είναι καταχρηστική, δηλαδή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (άρθρο 281 του Α.Κ.). Γι' αυτό ασκήθηκε παράνομα, η αναιρεσίβλητη δεν έγινε υπερήμερη και δεν οφείλει στους αναιρεσείοντες μισθούς υπερημερίας ή τα επιπλέον αιτούμενα ποσά (άδειας και επιδόματος αδείας 2004 και δώρων εορτών 2004), τα οποία συνδέονται με την παροχή εργασίας από τους αναιρεσείοντες ή την υπερημερία της αναιρεσίβλητης ως προς την αποδοχή της εργασίας τους. Ακολούθως το Εφετείο, δεχθέν την έφεση της αναιρεσίβλητης, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην απόφασή του επαρκείς ή σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής της διατάξεως αυτής. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ απορρέων, μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί και να συμψηφισθούν στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων, λόγω του δυσμερμηνεύτου των ως άνω διατάξεων που εφαρμόσθηκαν (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-11-2007 αίτηση των χ1 κλπ. περί αναιρέσεως της 1525/2007 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και, Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ