1153/2006 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΑπόφαση 1153 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1153/2006 ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ Β2΄ Πολιτικό Τμήμα ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Î...
Legislator headnote
AI generatedKeywords
AI generatedRelated Decisions
Full text
Απόφαση 1153 / 2006 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1153/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Χρήστο Μπαλντά, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Κολυβά, Γεώργιο Χλαμπουτάκη, Αναστάσιο - Φιλήτα Περίδη και Ηλία Γιαννακάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2006, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου – Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία «ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΕΙΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΧΟΛΗ ΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ» (ΝΠΔΔ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Γεωργάκη. Της αναιρεσίβλητης: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Ζησιμάτο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/8/2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2178/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 6375/2003 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18/11/2003 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 21/12/2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο τρίτος λόγος αναιρέσεως και να απορριφθούν οι υπόλοιποι λόγοι. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 126 παρ. 1 περ. δ΄ Κ.Πολ.Δ., «η επίδοση για νομικά πρόσωπα ή άλλες ενώσεις προσώπων γίνεται στον εκπρόσωπό τους , σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό». Ο εκπρόσωπος όμως του νομικού προσώπου δικαιούται, εντός του πλαισίου της γενικής προς εκπροσώπηση του νομικού προσώπου εξουσίας του, να ορίσει κάποιο άλλο πρόσωπο (δικηγόρο, υπάλληλο κλπ) ως αρμόδιο για την παραλαβή δικογράφων, στην τελευταία δε περίπτωση ο εξουσιοδοτηθείς μπορεί να παραλάβει δικόγραφο σαν να ήταν ο ίδιος ο εκπρόσωπος. Αν κατά την επίδοση διαπιστώνεται η απουσία του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου η επίδοση μπορεί να γίνει στα αναφερόμενα στο άρθρο 129 Κ.Πολ.Δ. πρόσωπα, ήτοι στο διευθυντή του καταστήματος, ή σε κάποιο από τους συνεργάτες, υπαλλήλους ή υπηρέτες, χωρίς να είναι υποχρεωμένος ο επιδίδων να τηρήσει οποιαδήποτε σειρά μεταξύ των προσώπων αυτών που είναι δεκτικά παραλαβής επιδιδομένων δικογράφων, αρκεί να αναφέρεται στην έκθεση επιδόσεως η ιδιότητα και το ονοματεπώνυμο του προσώπου προς το οποίο εγχειρίσθηκε το δικόγραφο, για να μπορεί να ελεγχθεί αν είναι από εκείνα που ορίζονται από το προμνησθέν άρθρο 129 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. Τέλος, κατά τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: Η πρωτόδικη 2178/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επιδόθηκε στο αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, στις 24-12-2002 και συντάχθηκε για την επίδοση η 6288/24-12-2002 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πειραιά ...., στην οποία αναφέρεται ότι: « δεν βρήκα το νόμιμο εκπρόσωπο και πρόεδρο αυτής, αλλά τον εντεταλμένο για την παραλαβή δικογράφου Διευθυντή Οικονομικών όπως μου δήλωσε ο ίδιος με το όνομα X1 και του επέδωκα την ως άνω απόφαση». Το αναιρεσείον άσκησε έφεση κατά της παραπάνω αποφάσεως, που κατατέθηκε στη γραμματέα του Πρωτοδικείου Αθηνών, στις 24-1-2003. Η αναιρεσίβλητη προβάλλει ότι η έφεση είναι απαράδεκτη, επειδή ασκήθηκε μετά την προθεσμία του άρθρου 518 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Το αναιρεσείον προς απόκρουση της ενστάσεως ισχυρίσθηκε ότι η επίδοση ήταν άκυρη, επειδή ο X1 δεν είναι εντεταλμένος για την παραλαβή δικογράφων. Από την 6851/29-5-2003 βεβαίωση του αναπληρωτή Γενικού Διευθυντή του αναιρεσείοντος ..... προκύπτει ότι ο X1 είναι υπάλληλος (Διευθυντής Οικονομικών, όπως σημειώνεται) του αναιρεσείοντος και επομένως, αφού ο δικαστικός επιμελητής δεν βρήκε κατά το χρόνο της επίδοσης τον παραλήπτη του εγγράφου εγκύρως επέδωσε στον ανωτέρω υπάλληλο X1, κατ' άρθρο 129 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε ότι η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης προς το αναιρεσείον, που έγινε στον πιο πάνω υπάλληλό της, ήταν έγκυρη και επομένως η ασκηθείσα από το αναιρεσείον έφεση ήταν εκπρόθεσμη και απαράδεκτη και έτσι απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως εκπρόθεσμη. Με όσα δέχθηκε το Εφετείο δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει την ακυρότητα της παραπάνω επιδόσεως και έτσι δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 14 του Κ.Πολ.Δ.. Η επίδοση που έγινε κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα από το Εφετείο σε υπάλληλο του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου, δηλαδή σε πρόσωπο δεκτικό παραλαβής δικογράφων, ήταν αρκετό για το κύρος της επιδόσεως, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός ότι το πρόσωπο αυτό δεν ήταν και εντεταλμένο για την παραλαβή δικογράφων, ούτε το γεγονός ότι στην έκθεση επιδόσεως αναγράφεται ότι το ίδιο πρόσωπο ήταν εντεταλμένο για την παραλαβή δικογράφων. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, αληθώς από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. (και όχι τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, που επικαλείται το αναιρεσείον), με τον οποίο προβάλλεται η ακυρότητα της παραπάνω επιδόσεως και το εμπρόθεσμο και παραδεκτό της έφεσης, για το λόγο ότι ο X1 δεν ήταν εντεταλμένος για την παραλαβή δικογράφων, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. (Δεν προβάλλεται δε με το αναιρετήριο ότι προτάθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας ισχυρισμός περί του ότι είχεν ορισθεί εντεταλμένος για την παραλαβή των εγγράφων και ότι δεν ανεζήτησεν αυτόν η επιδόσασα δικαστική επιμελήτρια). Επίσης, αβάσιμοι και απορριπτέοι είναι και οι άλλοι λόγοι αναιρέσεως και ειδικότερα ο πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., γιατί δεν έχει παραβιασθεί από το Εφετείο κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ο δεύτερος από τον αριθμό 6 του ίδιου άρθρου, γιατί δεν δικάσθηκε διάδικος ερήμην, ο τέταρτος, από τον αριθμό 11 του ίδιου άρθρου, γιατί δεν έχει γίνει από το Εφετείο εκτίμηση αποδεικτικών μέσων και ο πέμπτος, από τον αριθμό 17 του ίδιου άρθρου, γιατί δεν περιέχονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης αντιφατικές διατάξεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1383/19-11-2003 αίτηση του Νομικού προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία «ΣΙΒΙΤΑΝΙΔΕΙΟΣ ΔΗΜΟΣΙΑ ΣΧΟΛΗ ΤΕΧΝΩΝ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΩΝ» για αναίρεση της 6375/2003 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ