Supreme Court partially allowed appeal on interest rates, ordering social security fund to pay holiday and moral damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the Athens Court of First Instance's decision, overturning the final judgment on interest calculations while upholding the main liability. The social security fund (e-EFKA) argued for dismissal, but the court found the lower court erred in applying the correct interest rate methodology. Consequently, the fund was ordered to pay specific holiday and moral damages with legally prescribed interest rates from the date of the lawsuit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must review the entire case when an appeal is lodged against a final judgment, binding itself to the correct legal interpretation of interest rates and ensuring the lower court's decision is corrected accordingly.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1152 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1152/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αριστείδη Βαγγελάτο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νίκη Κατσιαούνη, Μαρία Γιαννακοπούλου, Απόστολο Φωτόπουλο και Γεώργιο Μικρούδη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Απριλίου 2025, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟΣ ΕΘΝΙΚΟΣ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ" (e-ΕΦΚΑ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του, ως οιονεί καθολικού διαδόχου του Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (Ι.Κ.Α.- Ε.Τ.Α.Μ.)", το οποίο εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από το Διοικητή του. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Τούμπα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, ο oποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Λ. Τ. του Π., κατοίκου ... και 2)Χ. Ζ. του Π., ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Κόντο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-06-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 93/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 4679/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο, με την από 13-09-2024 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση από 13-09-2024 (7995/776/2024) αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 4679/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-06-2016 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά του αρχικώς εναγομένου ΙΚΑ ΕΤΑΜ επί της οποίας εξεδόθη αντιμωλία η απόφαση 93/2021 του ίδιου Δικαστηρίου, επιδικάζοντας ποσά 1.743,40 και 2.079 ευρώ στους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων, αντιστοίχως, για επιδόματα Εορτών - Αδείας καθώς και 3.000 ευρώ σε έκαστο αυτών για ηθική βλάβη. Κατά της πρωτόδικης αποφάσεως άσκησε την από 27-4-2021 έφεση το νυν αναιρεσείον (ως οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικώς εναγομένου). Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη απόφαση του έκανε τυπικά δεκτή, αλλά απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το τελευταίο με την κρινομένη αίτησή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου στις 13-9-2024 και έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), δοθέντος ότι δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης, ούτε έχει παρέλθει διετία από την έκδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 14-9-2022), γεγονός εξάλλου που δεν αμφισβητείται από την αντίδικη πλευρά. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλομένη για πλημμέλειες εκ των αριθμών 1, 9, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι απέρριψε το σχετικό λόγο της εφέσεώς του σε σχέση με την προσωρινή εκτελεστότητα της πρωτόδικης αποφάσεως, αλλά και για την εκτελεστότητα της προσβαλλομένης (τελεσίδικης) αποφάσεως.
Ο λόγος όμως αυτός στο παρόν αναιρετικό στάδιο τυγχάνει άνευ αντικειμένου και ως εκ τούτου απορριπτέος, διότι η παρούσα απόφαση τυγχάνει αμετάκλητη και με την έκδοση της δεν τίθεται πλέον ζήτημα εκτελεστότητας της προσβαλλομένης αποφάσεως, πολύ δε περισσότερο της πρωτόδικης, για την περί προσωρινής εκτελεστότητα κρίση της οποίας παραπονείται εκ νέου αλυσιτελώς το αναιρεσείον (ΑΠ 1879/2022). 1α) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ.
α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Για ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 542/2021 901/2010).
β) Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών (ή αντιφατικών) αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 542/2021, 1184/2015). 2) Κατά το άρθρο 559 αριθ. 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του αριθμού 1 του ως άνω άρθρου (ΑΠ 14/9/2023). Με τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, δηλαδή αυτό που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται του κύρους της (ΟλΑΠ 2/2001, ΑΠ 1419/2023).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, πρέπει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση και ότι το απαράδεκτο ή η ακυρότητα είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 782/2024, ΑΠ 40/2024, ΑΠ 1419/2023) εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562§2 ΚΠολΔ γεγονός που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 40/2024, ΑΠ 1419/2023).
Με τους πρώτο και τρίτο αναιρετικούς λόγους το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη πλημμέλειες εκ των αριθμών 1, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σε σχέση (αντιστοίχως) με τα αγωγικά κονδύλια των επιδομάτων Εορτών - Αδείας και ηθικής βλάβης που εγένοντο δεκτά (πρωτοδίκως, αλλά και κατ' έφεση). Οι λόγοι όμως αυτοί, κατά το μέρος που ερείδονται στους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, τυγχάνουν απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, σύμφωνα και με την προπαρατεθείσα με αρ. 1 νομική σκέψη διότι, αν και το Εφετείο ερεύνησε την ουσία της υποθέσεως, δεν παρατίθενται, ούτε και αποσπασματικά, οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η επικαλουμένη παραβίαση των αναφερόμενων κανόνων ουσιαστικού δικαίου καθώς και οι αιτιολογίες που λείπουν από τη φερόμενη ως ανεπαρκή αιτιολογία (ΑΠ 542/2021), με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό.
Η αοριστία δεν μπορεί μάλιστα να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα έγραφα ή στην προβληθείσα απόφαση (ΟλΑΠ 20/2005), ως επιχειρείται εν προκειμένω από το αναιρεσείον με την παραπομπή στο δικόγραφο της εφέσεως και της προσβαλλομένης αποφάσεως (σ. 20, 21 του αναιρετηρίου). Κατά δε το μέρος που επιχειρείται θεμελίωση των ως άνω λόγων στον αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πάλι τυγχάνουν απαράδεκτοι, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω με αρ. 2 νομική σκέψη, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται το δικονομικό απαράδεκτο που δεν κήρυξε το Εφετείο, ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε και ότι το απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο ή ότι συντρέχει κάποια από τις περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.
3) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Η περίπτωση αυτή, η οποία στηρίζεται στην παράβαση του συστήματος συζήτησης, κατά την οποία ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί, υπάρχει όταν, για τα "πράγματα" που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο, δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε απόδειξη ή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει στην απόφασή του, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη για "πράγματα" που δέχθηκε ως αληθινά...
Δεν απαιτείται, πάντως, να αξιολογείται στην απόφαση κάθε αποδεικτικό μέσο ειδικά και χωριστά ή να εξειδικεύονται τα έγγραφα ή να γίνεται διάκριση ποια από αυτά λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Για να είναι ορισμένος και παραδεκτός ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο πραγματικός ισχυρισμός που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 1161/2020, ΑΠ 677/2015). 4) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ.
λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Τέτοια εσφαλμένη εφαρμογή νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ. κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, η οποία προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας περί αποδείξεως απόφασης.
Μετά την κατάργηση όμως του άρθρου 341 ΚΠολΔ, με το άρθρο 5 του Ν. 2195/2001, τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται και συνεπώς ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ περιορίζεται μόνον όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων περιστατικών για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του.
Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ως προς τον οποίο εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα οι ορισμοί του νόμου για το βάρος της απόδειξης, καθώς και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 579/2024, ΑΠ 526/2017).
Με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη πλημμέλειες εκ των αριθμών 10, 13 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, σε σχέση με την απόρριψη του σχετικού (4ου) λόγου εφέσεως με το οποίο ζητούσε να περιοριστεί (υπολογιστεί) το τυχόν επιδικαζόμενο στους ενάγοντες ποσό με βάση μηνιαίο μισθό εξ 750 ευρώ.
Ο λόγος όμως αυτός κατά το μέρος που ερείδεται στον αριθμό 19 του παραπάνω άρθρου τυγχάνει απαράδεκτος, ως αόριστος, σύμφωνα και με την προπαρατεθείσα (1β) νομική σκέψη, διότι (και πάλι) δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί τυχόν νομική πλημμέλεια της απόφασης, αλλά απλώς επαναλαμβάνεται αυτούσια η παραπάνω διάταξη.
Κατά το μέρος που επιχειρείται να βρει έρεισμα στον αρ. 10 του ως άνω άρθρου ομοίως είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω με αρ. 3 νομική σκέψη, διότι ο αναιρεσείων (εκτός ότι δεν παραθέτει τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλομένης), δεν προσδιορίζει στο αναιρετήριο τον πραγματικό ισχυρισμό που έλαβε υπόψη το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό της απόφασης.
Τέλος ως προς την προβαλλόμενη αιτίαση από τον αρ. 13 του ως άνω άρθρου και πάλι πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, σύμφωνα με την ανωτέρω με αρ. 4 νομική σκέψη, αφού εκτός από την αριθμητική επίκληση της σχετικής αναιρετικής πλημμέλειας, αφ' ενός δεν παρατίθενται και πάλι οι παραδοχές της προσβαλλομένης, αφ' ετέρου δεν προσδιορίζεται ποιο είναι το σφάλμα του Εφετείου, υπό την εκδοχή ότι οι ορισμοί του νόμου ως προς το βάρος απόδειξης εφαρμόσθηκαν εσφαλμένα, δηλαδή υπό την έννοια ότι ενώ το βάρος αποδείξεως έφεραν εν προκειμένω οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι, το Εφετείο μετέφερε αυτό εις βάρος του εναγομένου - εκκαλούντος.
5) Περαιτέρω κατά το άρθρο 21 του κ.ν. της 26.6/10.7.1944 "περί δικών του Δημοσίου", που εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με το άρθρο 109 εδ. δ' του ΕισΝΑΚ "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πόσης του δημοσίου οφειλής, ορίζεται σε 6% ετησίως, πλην αν άλλως ωρίσθη δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου. Ο ειρημένος τόκος άρχεται από της επιδόσεως της αγωγής".
Σύμφωνα όμως με το άρθρο 45 παρ. 1 του ν. 4607/24.4.2019 "το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΜΚΟ), που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως.
Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΜΚΟ), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος...".
Η ανωτέρω παράγραφος, σύμφωνα με την παρ. 3 του ίδιου άρθρου του ν. 4607/2019 εφαρμόζεται "και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις, σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος", δηλαδή από 1-5-2019 και εφεξής (ΑΠ 1760/2024, ΑΠ 312/2022) αφορά δε και τα ΝΠΔΔ όπως το αναιρεσείον (ΑΠ 875/2023, ΑΠ 520/2023).
Με τον πέμπτο (τελευταίο) αναιρετικό λόγο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς την εφαρμογή του άρθρου 45 παρ. 1 του ν. 4507/2019 (εννοεί ν. 4607/2019), την οποία εσφαλμένα το Εφετείο έκρινε μη εφαρμοστέα, ενώ ετύγχανε εφαρμογής από 1-5-2019 και εφεξής.
Πράγματι στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 93/2021 οριστική απόφαση του, επεδίκασε τα προαναφερόμενα ποσά (1.743,40 και 2.079 ευρώ στους πρώτο και δεύτερο των εναγόντων, αντιστοίχως, για επιδόματα Εορτών - Αδείας καθώς και 3.000 ευρώ σε έκαστο αυτών για ηθική βλάβη) "με τον νόμιμο τόκο (6% ετησίως) από της επιδόσεως της αγωγής μέχρι την εξόφληση".
Το δε Μονομελές Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση απέρριψε τον σχετικό λόγο εφέσεως του τότε εκκαλούντος, ήδη αναιρεσείοντος, θεωρώντας ότι, ως εκ του χρόνου ασκήσεως της από 30-6-2016 αγωγής, ορθώς επιδικάσθηκε επιτόκιο 6% από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παρότι, όπως αναφέρθηκε στην προηγηθείσα με αρ. 5 νομική σκέψη, από 1-5-2019 σε δίκες του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ το επιτόκιο διαμορφώθηκε σε ποσοστό καθοριζόμενο κατά τη διάταξη του άρθρου 45 του ν. 4607/2019 και η πρωτόδικη απόφαση εξεδόθη στις 29-1-2021, ήτοι μετά την θέση σε ισχύ της παραπάνω διατάξεως.
Επομένως το Μονομελές Εφετείο πράγματι στην προκειμένη περίπτωση παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 45 παράγραφος 1 του ν. 4607/2019, την οποία δεν εφήρμοσε, μολονότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, με συνέπεια να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ, όπως βάσιμα επικαλείται το αναιρεσείον με το λόγο αναίρεσης που προαναφέρθηκε.
Μετά από αυτό πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά το κεφάλαιό της με το οποίο το αναιρεσείον είτε υποχρεώθηκε, είτε αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή του να καταβάλει στους αναιρεσιβλήτους τα ποσά που προαναφέρθηκαν εντόκως με επιτόκιο 6% από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως την εξόφληση. 6) Από τη διάταξη του άρθρου 580 παράγραφος 3 και 4 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν μετά την αναίρεση της απόφασης, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της με βάση την εμβέλεια της αναιρετικής απόφασης, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική απόφαση επί της ουσίας να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 25/2001, ΑΠ 1760/2024).
Εν προκειμένω το Μονομελές Εφετείο, αν η υπόθεση παραπεμφθεί ενώπιόν του για περαιτέρω εκδίκαση, θα δεσμεύεται από την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου ως προς το ύψος του επιτοκίου με βάση το οποίο θα υπολογισθούν οι τόκοι που οφείλονται. Στην υπό κρίση περίπτωση επομένως υπολείπεται μόνο η διατύπωση του ορθού διατακτικού της απόφασης.
Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, η υπόθεση ως προς το κεφάλαιο της προσβαλλομένης αποφάσεως που αναιρέθηκε πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν Δικαστήριο. Μετά από αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η από 27-4-2021 έφεση, να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση ως προς το κεφάλαιο των τόκων και α) να υποχρεωθεί το αναιρεσείον να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα -αναιρεσίβλητο ποσό 1.743,40 Ευρώ και στον δεύτερο ενάγοντα -αναιρεσίβλητο ποσό 2.079 Ευρώ και β) να αναγνωρισθεί ότι το αναιρεσείον οφείλει σε κάθε ενάγοντα -αναιρεσίβλητο ποσό 3.000 Ευρώ, με επιτόκιο για όλα τα ως άνω ποσά 6% ετησίως από της επιδόσεως της αγωγής έως 30-4-2019 και με το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 του ν. 4607/2019 από 1-5-2019 και εφεξής (ΑΠ 1760/2024).
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της παρούσας αναιρετικής δίκης και αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, κατά το άρθρο 22 παρ. 2 εδ. β` του ν. 3693/1957, που εφαρμόζεται και για το αναιρεσείον κατά το άρθρο 62 παρ. 3 περ. Θ του Ν. 4387/2016, όπως ισχύει (ΑΠ 1815/2022), σε συνδ. με τα άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (ΑΠ 447/2024).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4679/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Κρατεί και δικάζει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος.
Δέχεται την από 27-4-2021 (26898/1852/2021) έφεση του εκκαλούντος ΝΠΔΔ.
Εξαφανίζει την 93/2021 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο των τόκων επί των επιδικασθέντων στους ενάγοντες κονδυλίων.
Κρατεί και δικάζει την από 30-6-2016 (40730/1262/2016) αγωγή, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο.
Υποχρεώνει το αναιρεσείον, ως οιονεί καθολικό διάδοχο του αρχικώς εναγομένου ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΚΑ ΕΤΑΜ", να καταβάλει στον πρώτο αναιρεσίβλητο - ενάγοντα ποσό χιλίων επτακοσίων σαράντα τριών Ευρώ και σαράντα λεπτών (1.743,40) και στον δεύτερο αναιρεσίβλητο -ενάγοντα ποσό δύο χιλιάδων εβδομήντα εννέα (2.079) Ευρώ, νομιμοτόκως με επιτόκιο 6% ετησίως από της επιδόσεως της αγωγής έως και την 30-4-2019 και με το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 του ν. 4607/2019 από 1-5-2019 και εφεξής.
Αναγνωρίζει ότι το αναιρεσείον, ως οιονεί καθολικός διάδοχος του αρχικώς εναγομένου, ν.π.δ.δ. με την επωνυμία "ΙΚΑ ΕΤΑΜ, οφείλει σε έκαστο των αναιρεσιβλήτων -εναγόντων ποσό τριών χιλιάδων (3.000) Ευρώ, νομιμοτόκως με επιτόκιο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής έως και την 30-4-2019 και με το επιτόκιο που ορίζεται στο άρθρο 45 παράγραφος 1 του ν. 4607/2019 από 1-5-2019 και εφεξής.
Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη των διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης και αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Ιουνίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και τούτου αποχωρήσαντος η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης