Supreme Court allows appeal against lower court's jurisdiction denial in property dispute involving municipal illegal occupation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision to dismiss the bank's claim for damages due to lack of jurisdiction. The bank argued that its claim for compensation regarding the loss of property rights stemmed from an illegal occupation initiated in 1985, which created a damaging situation extending beyond the initial date. The Court found the lower court erred by incorrectly applying binding precedent regarding the nature of the dispute, failing to recognize that the claim was actionable in civil courts.
Legislator headnote
AI generatedArt. 94 of the Constitution; Art. 1, 2 of the Code of Civil Procedure: Civil courts retain jurisdiction over civil law disputes and administrative matters not assigned to administrative courts, provided the claim is not barred by statute of limitations or other specific bars.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1152 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1152/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό και Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Αθηναίων, ο οποίος εκπροσωπείται νόμιμα από τον Δήμαρχό του και κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αικατερίνη Ευκλείδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4279/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 3201/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-11-2021 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 94 του Συντάγματος, όπως αυτό ίσχυε πριν αναθεωρηθεί με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων "1. Η εκδίκασις των διοικητικών διαφορών ουσίας ανήκει εις τα υφιστάμενα τακτικά διοικητικά δικαστήρια. Εκ των ως άνω διαφορών αι μη υπαχθείσαι εισέτι εις τα δικαστήρια ταύτα, δέον να υπαχθούν υποχρεωτικώς εις την δικαιοδοσίαν αυτών, εντός πέντε ετών από της ισχύος του παρόντος, της προθεσμίας ταύτης δυναμένης να παρατείνεται δια νόμου. 2.
Μέχρι της υπαγωγής εις τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια και των λοιπών ουσιαστικών διοικητικών διαφορών, είτε εν τω συνόλω είτε κατά κατηγορίας, αύται εξακολουθούν να υπάγωνται εις τα πολιτικά δικαστήρια, πλην εκείνων δια τας οποίας ειδικοί νόμοι συνέστησαν ειδικά διοικητικά δικαστήρια, εις τα οποία τηρούνται αι διατάξεις των παραγράφων 2 έως 4 του άρθρου 93. 3.
Εις τα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται πάσαι αι ιδιωτικαί διαφοραί, ως και αι δια νόμου ανατιθέμεναι εις ταύτα υποθέσεις εκουσίας δικαιοδοσίας. 4. Εις τα πολιτικά ή διοικητικά δικαστήρια δύναται να ανατεθή και πάσα άλλη υπό του νόμου οριζομένη διοικητικής φύσεως αρμοδιότης". Αντίστοιχα ο ΚΠολΔ ορίζει στο άρθρο 1 ότι "στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν:
α) Οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια, β)...και δ) οι διοικητικές διαφορές που δεν υπάγονται στη δικαιοδοσία διοικητικών δικαστηρίων" και στο άρθρο 2 ότι "τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές, όπως επίσης απαγορεύεται στα διοικητικά δικαστήρια ή αρχές να επεμβαίνουν σε διαφορές ή υποθέσεις ιδιωτικού δικαίου, επιτρέπεται όμως η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως", εφόσον βέβαια τα ζητήματα αυτά δεν καλύπτονται από δεδικασμένο (ΑΠ 1271/2019).
Σε εκτέλεση της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος εκδόθηκε ο ν. 1406/1983 "Ολοκλήρωση της δικαιοδοσίας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων κ.λ.π.", ο οποίος στα άρθρα 1, 9, 10 και 31 όρισε και τα ακόλουθα: "1. Υπάγονται στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας που δεν έχουν μέχρι σήμερα υπαχθεί σε αυτή. 2.
Στις διαφορές αυτές περιλαμβάνονται ιδίως αυτές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας που αφορά: α)... η) την ευθύνη του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου προς αποζημίωση σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα.
θ)..." (άρθρο 1), "1. Η εκδίκαση των διαφορών του άρθρου 1 από τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια αρχίζει: α) για τις διοικητικές διαφορές των περιπτώσεων α, β, και γ της παραγράφου 2 του άρθρου 1, από την έναρξη της ισχύος του νόμου αυτού. β) για τις διοικητικές διαφορές των περιπτώσεων δ, ε, στ και ζ από 11 Ιουνίου 1984 και γ) για τις λοιπές διοικητικές διαφορές από 11 Ιουνίου 1985. 2.
Για την εφαρμογή των διατάξεων της προηγουμένης παραγράφου λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος, κατά τον οποίο εκδόθηκε η διοικητική πράξη ή συντελέστηκε η παράλειψη ή κατά τον οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της. 3. Η προθεσμία του άρθρου 94 παράγραφος 1 του Συντάγματος, που παρατάθηκε με το άρθρο 33 του Ν. 1366/1983 (ΦΕΚ 81) μέχρι την 31.12.83 παρατείνεται από την παραπάνω λήξη της έως την 11η Ιουνίου 1985" (άρθρο 9), "Διοικητικές πράξεις που εκδίδονται ή παραλείψεις που συντελούνται ή αξιώσεις που γεννιούνται και είναι δικαστικώς επιδιώξιμες μέχρι τις χρονολογίες, που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του προηγουμένου άρθρου, εξακολουθούν να υπόκεινται στα ένδικα ή ενδικοφανή μέσα, που προβλέπονται από τις ισχύουσες, κατά το χρόνο της έκδοσης, συντέλεσης ή γέννησής τους, διατάξεις και εκδικάζονται από τα προβλεπόμενα από τις διατάξεις αυτές αρμόδια δικαστήρια ή διοικητικά όργανα" (άρθρο 10) και "Καταργούνται οι διατάξεις:
α) ...καθώς και κάθε άλλη διάταξη που δεν είναι σύμφωνη με τις διατάξεις του νόμου αυτού ή που αναφέρεται σε θέματα τα οποία ρυθμίζονται από αυτές" (άρθρο 31). Εξάλλου, στα άρθρα 104, 105 εδ. α' και 106 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα ορίζεται ότι "Για πράξεις και παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου, που ανάγονται σε έννομες σχέσεις του ιδιωτικού δικαίου ή σχετικές με την ιδιωτική του περιουσία, το δημόσιο ευθύνεται κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για τα νομικά πρόσωπα" (άρθρο 104), "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος..." (άρθρο 105) και "Οι διατάξεις των δύο προηγούμενων άρθρων εφαρμόζονται και για την ευθύνη των δήμων, των κοινοτήτων ή των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου από πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που βρίσκονται στην υπηρεσία τους"(άρθρο 106).
Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες με τη διάταξη του άρθρου 71 του ΑΚ, προκύπτει ότι μπορεί να δημιουργηθεί ευθύνη του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ) προς αποζημίωση κατά το άρθρα 105 και 106 του ΕισΝΑΚ και από υλική πράξη οργάνου τους, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους(ΑΕΔ 5/1995, ΟλΑΠ3/1994), συνεπώς δε να δημιουργηθεί εντεύθεν διοικητική διαφορά, υπαγόμενη στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, όταν η πράξη αυτή ενέχει άσκηση δημόσιας εξουσίας, είτε γιατί εντάσσεται σε έννομη σχέση δημοσίου δικαίου, μεταξύ κράτους και πολίτη, την οποία πραγματώνει ή επ` ευκαιρία της οποίας τελείται, είτε γιατί συνιστά καθεαυτή δραστηριότητα, η οποία αναπτύσσεται υπό καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι των πολιτών, το οποίο αρμόζει αποκλειστικά στο κράτος ή στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ως φορείς δημόσιας εξουσίας.
Αντίθετα δε, αν η υλική πράξη δεν συνδέεται αιτιωδώς με έννομη σχέση του δημοσίου δικαίου, μεταξύ κράτους και πολίτη, ούτε καλύπτεται καθεαυτή από εξαιρετική νομοθετική ρύθμιση, δημιουργική σχέσεως υπεροχής έναντι των πολιτών, αλλά με τη διαχείριση της ιδιωτικής περιουσίας των ανωτέρω νομικών προσώπων, τότε η πηγάζουσα από αυτή ευθύνη προς αποζημίωση θεμελιώνεται αναγκαίως στις διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου και, συνεπώς, η διαφορά που ανακύπτει είναι ιδιωτική (ΟλΑΠ 3/1994, ΑΠ 1271/2019, ΑΠ 1175/2014, ΑΠ 599/2013, ΣτΕ 1033/2019, ΣτΕ 1159/2018).
Στο πλαίσιο αυτό ευθύνη του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και κατ` επέκταση δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων υπάρχει όχι μόνον όταν με πράξη ή παράλειψη οργάνου του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου παραβιάζεται συγκεκριμένη διάταξη νόμου, αλλά και όταν παραλείπονται τα ιδιαίτερα καθήκοντα και υποχρεώσεις που προσιδιάζουν στη συγκεκριμένη υπηρεσία και προσδιορίζονται από την εν γένει νομοθεσία, τα διδάγματα της κοινής πείρας και τις αρχές της καλής πίστης (ΑΠ 1271/2019, ΣτΕ 1033/2019, ΣτΕ 1159/2018).
Περαιτέρω, με την υπ' αρ. 2369/2007 απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας παραπέμφθηκε στο Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο το ζήτημα της άρσης της αμφισβήτησης, ως προς την έννοια των ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 1 περ. γ' και 2 και 10 του ν. 1406/1983. Ειδικότερα, το Συμβούλιο της Επικρατείας με την ως άνω παραπεμπτική του απόφαση έκρινε ότι τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν αγωγών κατά του Δημοσίου περί ευθύνης αυτού σε αποζημίωση ένεκα παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί σ` αυτά, εφόσον οι σχετικές αξιώσεις γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες πριν από τις 11 Ιουνίου 1985, αφ` ότου, δηλαδή, τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια άρχισαν να έχουν δικαιοδοσία επί των διαφορών αυτών σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 περ.
γ' του ν. 1406/1983. Επίσης έκρινε ότι υπάρχει η δικαιοδοσία αυτή των πολιτικών δικαστηρίων, μόνον εφόσον οι αξιώσεις προς λήψη αποζημίωσης εκτείνονται μέχρι τις 11 Ιουνίου 1985, ενώ, κατά το μέρος που οι αξιώσεις αυτές εκτείνονται μετά την ανωτέρω ημερομηνία, δικαιοδοσία να επιλύσουν τις διαφορές, που ανάγονται στην περίοδο αυτή, έχουν τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια.
Η παραπομπή έγινε γιατί ο Άρειος Πάγος, με την υπ' αρ. 1700/1999 απόφασή του, έκρινε ότι η διοικητική διαφορά ουσίας, που ανακύπτει από παράνομη πράξη ή παράλειψη των οργάνων του Δημοσίου, γενεσιουργό υποχρεώσεως προς αποζημίωση, κατά τους όρους του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, εξακολουθεί να υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, αν η πράξη αυτή εκδόθηκε ή η παράλειψη συντελέσθηκε πριν από τις 11 Ιουνίου 1985 και, επίσης, αν από την αδικοπραξία δημιουργήθηκε παρατεταμένη ζημιογόνος κατάσταση, γιατί χρόνος γεννήσεως της αξιώσεως προς αποζημίωση είναι ο χρόνος τελέσεως της αδικοπραξίας, η οποία, και όταν ακόμη δημιουργεί διαρκή ζημιογόνο κατάσταση, είναι έννομη σχέση στιγμιαία, που ολοκληρώνεται με την τέλεση της, έκτοτε δε μπορεί να επιδικασθεί και το σύνολο της αποζημιώσεως είτε έχει επέλθει η ζημία, είτε είναι μέλλουσα, εφόσον μπορεί να προσδιορισθεί.
Έτσι, ο Άρειος Πάγος με την ανωτέρω απόφαση του εδέχθη, αντιθέτως από το Συμβούλιο της Επικρατείας, ότι στις ως άνω περιπτώσεις η δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων εξακολουθεί συντρέχουσα και για αξιώσεις προς αποζημίωση, κατά το άρθρο 105 Εισ.Ν.Α.Κ., οι οποίες εκτείνονται και μετά την 11 Ιουνίου 1985. Ενόψει των ως άνω αντίθετων αποφάσεων, και μετά την παραπομπή της υπόθεσης σε αυτό, εκδόθηκε η υπ' αρ. 31/2008 απόφαση του Ανώτατου Ειδικού Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, τα πολιτικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν αγωγών κατά του Δημοσίου περί ευθύνης αυτού σε αποζημίωση από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων του κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας, που τους έχει ανατεθεί, εφόσον οι σχετικές αξιώσεις γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες πριν από την 11η Ιουνίου 1985 και ότι η δικαιοδοσία αυτή των πολιτικών δικαστηρίων εξακολουθεί να υπάρχει και στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες οι συνέπειες των ανωτέρω παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου εκτείνονται και μετά την ημερομηνία αυτή, με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές αξιώσεις είναι, είτε πριν, είτε μετά την ως άνω ημερομηνία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προσδιορίσιμες.
Αντιθέτως, εάν οι αξιώσεις αυτές γεννήθηκαν και κατέστησαν δικαστικώς επιδιώξιμες μετά την 11η Ιουνίου 1985, η επίλυση των σχετικών διαφορών ανήκει στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων. Από το περιεχόμενο αυτό της ανωτέρω υπ' αρ. 31/2008 απόφασης προκύπτει ότι το ΑΕΔ έκρινε δεσμευτικά και έναντι πάντων, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 345/1976 "Περί κυρώσεως του Κώδικος περί του κατά το άρθρον 100 του Συντάγματος Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου", περί της έννοιας των ανωτέρω μεταβατικών διατάξεων των άρθρων 9 παρ. 1 γ' και 2 και 10 ν. 1406/1983, για τις προϋποθέσεις, υπό τις οποίες τα πολιτικά ή τα διοικητικά δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να επιληφθούν αγωγών κατά του Δημοσίου (συνεπώς και κατά των λοιπών ΝΠΔΔ, που αναφέρονται στο άρθρο 106 ΕισΝ ΑΚ), περί ευθύνης αυτών σε αποζημίωση από παράνομες πράξεις ή παραλείψεις οργάνων τους κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί και, ειδικότερα, στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες οι συνέπειες των ανωτέρω παράνομων πράξεων ή παραλείψεων των οργάνων του Δημοσίου εκτείνονται και μετά τις 11-6-1985, κρίνοντας ότι δικαιοδοσία έχουν τα πολιτικά δικαστήρια με την προϋπόθεση, όμως, ότι οι σχετικές αξιώσεις είναι, είτε πριν, είτε μετά την ως άνω ημερομηνία, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, προσδιορίσιμες, χωρίς βέβαια να αποφανθεί και για το πότε οι συγκεκριμένες αξιώσεις, που πηγάζουν από τις ανωτέρω παράνομες πράξεις ή παραλείψεις, είναι προσδιορίσιμες (ΑΠ 847/2019).
Εξάλλου, προσδιορίσιμες κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι και οι αξιώσεις εκείνες, οι οποίες γεννήθηκαν από παράνομη πράξη, τελεσθείσα πριν τις 11-6-1985, αρμοδίων οργάνων Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης(ΟΤΑ), που στο πλαίσιο ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης κηρυχθείσας νομίμως, προβαίνουν παρανόμως, πριν την συντέλεση της απαλλοτρίωσης, στην κατάληψη του ρυμοτομούμενου ιδιωτικού ακινήτου και, ακολούθως, παρά την αντίδραση του ιδιοκτήτη του ακινήτου, χωρίς να ολοκληρώνουν τη διαδικασία απαλλοτρίωσης, παραλείπουν, αντίθετα στην καλή πίστη και συνεπώς παράνομα, την άρση της κατάληψης, με την απόδοση του ακινήτου στον ιδιοκτήτη του, και οι οποίες (αξιώσεις) αφορούν αποζημίωση του ιδιοκτήτη του ακινήτου για την στέρηση αυτού, που άρχισε πριν τις 11-6-1985 και συνεχίζεται και μετά την ημερομηνία αυτή.
Συνεπώς δικαιοδοσία να δικάσουν και τις διαφορές αυτές έχουν τα πολιτικά και όχι τα διοικητικά δικαστήρια, αφού πρόκειται για παράνομη πράξη τελεσθείσα πριν τις 11-6-1985, από την οποία δημιουργήθηκε παρατεταμένη ζημιογόνος κατάσταση, οι συνέπειες της οποίας εκτείνονται και μετά την ημερομηνία αυτή, και για αξιώσεις του ιδιοκτήτη προς αποκατάσταση της ζημίας του, απορρέουσες και μετά την 11-6-1985 από την παρατεταμένη αυτή κατάσταση, δηλαδή την προεκτεθείσα παράνομη κατάληψη του ακινήτου και την εν συνεχεία διαρκή παράνομη παράλειψη άρσης της κατάληψης αυτής, οι οποίες ήσαν, κατά τα ανωτέρω, προσδιορίσιμες (πρβλ για το συναφές ζήτημα της παράνομης παράλειψης ολοκλήρωσης ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης ΣτΕ 907/2022, ΣτΕ 2299/2010).
Είναι διαφορετικό το ζήτημα της παραγραφής των πιο πάνω αξιώσεων του ζημιωθέντος προς αποζημίωση για τη ζημία που υφίσταται από την διατήρηση της καταστάσεως αυτής και την παράλειψη του δράστη να ενεργήσει προς άρση της, η οποία παραγραφή, στην περίπτωση αυτή, δεν αρχίζει από το χρόνο που αυτός έλαβε γνώση της αρχικής ζημιογόνου συμπεριφοράς του δράστη με την οποία δημιουργήθηκε η ζημιογόνος κατάσταση, αλλά από τα μεταγενέστερα χρονικά σημεία που εξακολουθεί να υφίσταται η κατάσταση αυτή και να προκαλεί ζημία σε άλλον (ΑΠ 1605/2014).
Τέλος, η υπέρβαση από τα πολιτικά δικαστήρια της δικαιοδοσίας τους, ιδρύει το λόγο αναιρέσεως από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.4 ΚΠολΔ, κατά την έννοια της οποίας υφίσταται υπέρβαση δικαιοδοσίας και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν τα πολιτικά δικαστήρια επιλαμβάνονται υποθέσεως, η οποία, κατά το νόμο, ανήκει στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ποινικού ή διοικητικού ή στη δικαιοδοσία διοικητικής αρχής (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 5/1995, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1271/2019), ενώ, όταν το δικαστήριο, αν και έχει δικαιοδοσία για την έρευνα της υπόθεσης, απορρίπτει εσφαλμένα την αίτηση δικαστικής προστασίας για έλλειψη δικαιοδοσίας (αρνητική υπέρβαση δικαιοδοσίας), υποπίπτει στην πλημμέλεια τής παρά το νόμο κηρύξεως απαραδέκτου του αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/1999, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 781/2019, ΑΠ 741/2017).
Στην περίπτωση υπέρβασης της δικαιοδοσίας του πολιτικού δικαστηρίου δεν ιδρύονται οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναίρεσης, που στηρίζονται αντιστοίχως στην επίκληση της πλημμέλειας της ευθείας και της εκ πλαγίου παραβίασης κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, διότι οι περί δικαιοδοσίας διατάξεις είναι όχι του ουσιαστικού αλλά του δικονομικού δικαίου, τούτο δε δεν αλλάζει εκ του ότι το δικαστήριο, την περί δικαιοδοσίας κρίση του, έχει τυχόν στηρίξει σε παρεμπίπτουσα κρίση σχετική με ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται στο αναιρετήριο, ότι επίσης παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 11/2000, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 1313/2021, ΑΠ 1529/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Η αναιρεσείουσα άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου Δήμου στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 15-12-2014 αγωγή της, στην οποία εξέθεσε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα εξής:
Ότι το έτος 1998 κατέστη καθολική διάδοχος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... με την οποία συγχωνεύθηκε με απορρόφηση της από την ίδια, όπως αναφέρεται στην αγωγή. Ότι με την συγχώνευση αυτή κατέστη κυρία και του περιγραφόμενου στην αγωγή κατά θέση, έκταση και όρια οικοπέδου επιφάνειας 2.071,75 τ.μ., που βρίσκεται στα Κάτω Πατήσια Αττικής, το οποίο είχε αποκτήσει κατά κυριότητά η δικαιοπάροχός της με το υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο αγοραπωλησίας της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Παπακωνσταντίνου - Μαλάμη, που είχε μεταγράφει νόμιμα. Ότι το ως άνω οικόπεδο κηρύχθηκε απαλλοτριωτέο υπέρ του εναγομένου με το από 14-9-1981 Π.Δ.(ΦΕΚ Δ'570/1981) περί τροποποιήσεως του ρυμοτομικού σχεδίου του Δήμου Αθηναίων. Ότι στις 28-10-1982 ο εναγόμενος Δήμος προέβη σε παράνομη κατάληψη του ανωτέρω ακινήτου, καθαιρώντας το μανδρότοιχο αυτού και διαμορφώνοντάς το σε πλατεία και πάρκο, η δε δικαιοπάροχός της άσκησε στις 1-6-1983 κατά του εναγομένου αγωγή αποβολής από την νομή της, ζητώντας την αναγνώρισή της ως νομέα και την απόδοση του ακινήτου, η οποία αγωγή έγινε δεκτή τελεσίδικα.
Ότι, κατόπιν αιτήσεως της ενάγουσας εκδόθηκε η υπ' αρ. 6577/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία καθόρισε την οριστική τιμή μονάδος της κηρυχθείσας στην συνέχεια απαλλοτρίωσης στο ποσό των 125.000 δρχ. ανά τ.μ.. Ότι το εναγόμενο δεν προέβη σε παρακατάθεση του καθορισθέντος ποσού αποζημίωσης εντός ενάμισι έτους από τη δημοσίευση της παραπάνω απόφασης, με αποτέλεσμα να ανακληθεί αυτοδίκαια η απαλλοτρίωση.
Ότι με την υπ' αριθμ. 7082/270/21.7.2006 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών, που δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 740/Δ/7.9.2006, έγινε άρση και ταυτόχρονη επανεπιβολή της αρθείσας απαλλοτρίωσης, κατά δε της απόφασης αυτής και της απόφασης του Γενικού Γραμματέα της Περιφέρειας Αττικής, που την επικύρωσε, εκκρεμεί η από 3-1-2007 αίτηση ακυρώσεως, που έχει ασκήσει στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Ότι ο εναγόμενος εξακολουθεί, παρά την αντίθετη θέλησή της, να κατέχει παράνομα και υπαίτια το ακίνητο συνεχώς από το έτος 1982 και μέχρι την άσκηση της αγωγής, με αποτέλεσμα να υφίσταται ζημία, που αφορά στα απολεσθέντα εισοδήματα, που θα αποκτούσε, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, αν νεμόταν και μπορούσε να διαθέσει ελεύθερα το ακίνητο.
Ότι για τον λόγο αυτό και για το χρονικό διάστημα από 19-11-1982 έως 31-12-2008 έχει ασκήσει κατά του εναγομένου τις αναφερόμενες στην αγωγή της τέσσερις αγωγές της, με τις οποίες ζητεί αποζημίωση για τα απωλεσθέντα εισοδήματά της, για τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα κάθε αγωγής. Ότι αν το ακίνητο δεν το κατείχε παράνομα ο εναγόμενος θα μπορούσε να το εκμισθώνει σε τρίτους ως υπαίθριο χώρο στάθμευσης, οπότε για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-7-2013, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε το συνολικό ποσό των 474.843,60 ευρώ, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή, το οποίο και απώλεσε.
Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει ως αποζημίωση για το ανωτέρω χρονικό διάστημα το ποσό αυτό των 474.843,60 ευρώ, νομιμοτόκως για κάθε επιμέρους ποσό, που αντιστοιχεί σε κάθε μήνα του παραπάνω χρονικού διαστήματος, από τη λήξη του αντιστοίχου μηνός, άλλως, για το συνολικό ποσό, από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.
Επικουρικά, ζητά το ίδιο ως άνω ποσό κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, εκθέτοντας ότι ο εναγόμενος αποκόμισε ως ωφέλεια από την χρήση του ακινήτου της το ποσό αυτό, το οποίο θα αναγκαζόταν να καταβάλει στην ενάγουσα ή σε τρίτο για τη μίσθωση του επίδικου ή άλλου όμοιου ακινήτου. Η αγωγή αυτή, με την υπ' αρ. 4279/2017 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ως προς την επικουρική της βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και έγινε δεκτή κατά την κυρία βάση της, επί δε της ασκηθείσας έφεσης του αναιρεσιβλήτου Δήμου κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, το οποίο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 14-9-1981 Π.
Δ/τος (Φ.Ε.Κ. Δ' 570/13-10-1981) εγκρίθηκε η τροποποίηση του ρυμοτομικού σχεδίου Αθηνών στο οικοδομικό τετράγωνο, που περικλείεται από τις οδούς Καπετάν Λαχανά, Χαιρέτη, Γιάνναρη και Παρασκευοπούλου, στη θέση " Θυμαράκια", ή "Όπλα Αγίου Δημητρίου", περιοχής Κάτω Πατησίων Αθηνών, με τον χαρακτηρισμό τμήματος του εν λόγω οικοδομικού τετραγώνου, ως χώρου κοινοχρήστου πρασίνου.
Σε εφαρμογή δε του ως άνω Π. Δ/τος, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 20/1990 πράξη αναλογισμού αποζημίωσης από το αρμόδιο Τμήμα Απαλλοτριώσεων της Νομαρχίας Αθηνών, που κυρώθηκε εν μέρει με την υπ' αριθ. 7708/212/1994 απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Πολεοδομίας της ίδιας Νομαρχίας. Μεταξύ των, κατά τα ανωτέρω, απαλλοτριωθέντων ακινήτων, περιλαμβάνεται και ακίνητο, φερόμενο ως ιδιοκτησίας της ενάγουσας, ήδη εφεσίβλητης (ήδη αναιρεσείουσας), επιφάνειας 2.071,75 τ.μ., οικόπεδο, κείμενο στη γωνία της συμβολής των οδών Γιάνναρη και Παρασκευοπούλου, αρ. 154, που από τον Οκτώβριο του 1982, ο χώρος του έχει μετατραπεί από τον ήδη εκκαλούντα, και εναγόμενο(ήδη αναιρεσίβλητο), Δήμο Αθηναίων, σε κοινόχρηστο χώρο πρασίνου, παιδικής χαράς, και αθλοπαιδιών.
Δυνάμει της υπ' αριθ. 6577/1998 οριστικής απόφασης του Εφετείου Αθηνών, δημοσιευθείσας στις 8-7-1998, καθορίστηκε η οριστική τιμή της μονάδας αποζημίωσης του εν λόγω ακινήτου, στο ποσό των 125.000 δραχμών, ανά τ.μ., ήδη δε 366,84 €. Παρά ταύτα, όμως, το ποσό της οφειλόμενης αποζημίωσης δεν καταβλήθηκε στη φερόμενη δικαιούχο, κυρία του ακινήτου, εφεσίβλητη-ενάγουσα, εντός της από το Σύνταγμα τασσόμενης δεκαοκτάμηνης προθεσμίας από τη δημοσίευση της ανωτέρω απόφασης, ούτε δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εντός της ίδιας προθεσμίας, γνωστοποίηση για την παρακατάθεση του ποσού της οφειλόμενης αποζημίωσης.
Μετά ταύτα, η εφεσίβλητη-ενάγουσα, με την από 8-10-2002 αίτησή της προς τη Διοίκηση, αντίγραφο της οποίας υπέβαλε στις 9-10-2002, στο Υ.ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Αθηνών και Πειραιώς, και στον εκκαλούντα-εναγόμενο Δήμο Αθηναίων, ζήτησε να βεβαιωθεί η αυτοδικαίως επελθούσα άρση της απαλλοτρίωσης του προαναφερόμενου ακινήτου φερόμενης ιδιοκτησίας της, λόγω μη συντελέσεως της αναγκαστικής του απαλλοτριώσεως εντός της υπό του Συντάγματος προβλεπόμενης ως άνω δεκαοκτάμηνης προθεσμίας.
Η αίτηση όμως αυτή απορρίφθηκε σιωπηρώς από τη Διοίκηση, με την παρέλευση της από την υποβολή της τρίμηνης προθεσμίας απράκτου. Ακολούθως, η εφεσίβλητη-ενάγουσα, αιτήσει της, πέτυχε να εκδοθεί η υπ' αριθ. 5019/2005 οριστική απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας αναγνωρίστηκε η αυτοδίκαιη άρση της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης του εν λόγω ακινήτου, ακυρώθηκε δε η άρνηση της Διοίκησης να εκδώσει πράξη βεβαιωτική περί της άρσης της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης του εν λόγω ακινήτου, και αναπέμφθηκε η υπόθεση στη Διοίκηση, προκειμένου να προβεί στην εν λόγω βεβαίωση.
Στη συνέχεια, δυνάμει της υπ' αριθ. 7082/ /270/21-7-2006 απόφασης του Νομάρχη Αθηνών, έγινε άρση, και ταυτόχρονη επανεπιβολή της αρθείσας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ως άνω ακινήτου, ενώ με την υπ' αριθ. 2867/2015 απόφαση του ΣτΕ, επί αιτήσεως ακυρώσεως της εφεσίβλητης-ενάγουσας, απορρίφθηκε η αίτηση ακύρωσης της επιβολής εκ νέου της ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης του ως άνω ακινήτου, καθόσον κρίθηκε, ότι υπάρχει σοβαρή πολεοδομική ανάγκη διατήρησης του κοινόχρηστου χώρου του επίμαχου ακινήτου, καθώς και πρόθεση, και δυνατότητα της Διοίκησης, να αποζημιώσει τη θιγόμενη από τη ρυμοτομική αυτή απαλλοτρίωση, φερόμενη ιδιοκτήτρια, ήδη εφεσίβλητη-ενάγουσα, εφόσον στους προϋπολογισμούς του εκκαλούντος, και εναγόμενου Δήμου, των ετών 2006, 2007 και 2008, είχαν εγγραφεί, για την αποζημίωση της απαλλοτρίωσης του συγκεκριμένου ακινήτου πιστώσεις και εξελίσσονταν η διαδικασία συντάξεως της οικείας πράξεως αναλογισμού και αποζημιώσεως.
Δυνάμει δε, της υπ' αριθ. 1605/2014 αναιρετικής αποφάσεως του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, έγινε δεκτό, ότι όταν η γενεσιουργός της ζημίας, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του υπόχρεου, δεν έλαβε χώρα άπαξ, αλλά συνεχίζεται, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση, που ο δράστης υπαιτίως παραλείπει να άρει τη δημιουργηθείσα από αυτόν επιζήμια κατάσταση, από τη διατήρηση της οποίας προκαλείται ζημία σε άλλον, και ότι στην περίπτωση αυτή, η ζημία, η οποία προκαλείται σε άλλον από την υπαίτια παράλειψη του δράστη να άρει τη γενεσιουργό της ζημίας κατάσταση δεν είναι άμεση συνέπεια της άπαξ τελεσθείσας και ολοκληρωθείσας πράξης του δράστη, με την οποία δημιουργήθηκε η κατάσταση, αλλά της διατήρησης και μη άρσης της ζημιογόνου αυτής καταστάσεως, γεννάται δε, για όσο χρόνο διαρκεί αυτή η κατάσταση και όχι άπαξ, με την τέλεση της πράξης, διά της οποίας αυτή η κατάσταση δημιουργήθηκε.
Κρίθηκε δε, δεσμευτικώς, για το παρόν Δικαστήριο, ότι "στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για ζημιογόνο κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε, διατηρείται, και δεν αίρεται από τον αναιρεσίβλητο, εναγόμενο, εκκαλούντα Δήμο, με συνέπεια να προκαλείται στην αναιρεσείουσα-ενάγουσα, ήδη δε εφεσίβλητη, ζημία για όσο χρόνο διαρκεί η κατάσταση αυτή".
Κρίθηκε, δηλαδή, κατ' άρθρο 580 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ., δεσμευτικώς για το Δικαστήριο τούτο, ότι οι δια της ως άνω αγωγής της εφεσίβλητης-ενάγουσας, καταγόμενες σε δίκη επίδικες αξιώσεις αποζημιώσεως χρήσεως της εφεσίβλητης-ενάγουσας, λόγω παράνομης χρήσης του επίμαχου ακινήτου, φερόμενης ιδιοκτησίας της, κατά το χρονικό διάστημα, από 1-1-2009 μέχρι και 31-7-2013, απορρέουν από έννομη σχέση, η οποία στηρίζεται όχι στην παράνομη πράξη της καταλήψεως του επίμαχου ακινήτου, που έλαβε χώρα τον Οκτώβριο του 1982, αλλά στην μη άρση της παράνομης καταλήψεως του εν λόγω ακινήτου, κατά το επίδικο διάστημα, που είναι μεταγενέστερο της 11ης Ιουνίου 1985.
Συνεπώς, η ένδικη, από 15-12-2014, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 139267/4082/16-12-2014, αγωγή της εφεσίβλητης, ενάγουσας, της οποίας, κατ' άρθρο 215 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., το δικόγραφο επιδόθηκε στον εναγόμενο, εκκαλούντα Ο.Τ.Α., στις 17-12-2014 (ενν.βλ.) την υπ' αριθ. 1813Η/17-12-2014 έκθεση επιδόσεως του διορισμένου στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δικαστικού Επιμελητή, Κ./νου Έ., που προσκομίζει και επικαλείται η εφεσίβλητη, ενάγουσα), ασκήθηκε στις 17-12-2014, το οποίο χρονικό σημείο καθορίζει στο πλαίσιο της παροχής δικαστικής προστασίας τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων, καθόσον κρίσιμος χρόνος για τη θεμελίωση της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων είναι ο χρόνος ασκήσεως της αγωγής, και ενδεχόμενη μεταγενέστερη της ασκήσεως της αγωγής νομοθετική μεταβολή της δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων δεν επιδρά στο ένδικο βοήθημα, που έχει ήδη κατατεθεί και εκκρεμεί σε αυτά, ούτε καθιστά ανίσχυρη την εκδιδόμενη από αυτά δικαστική απόφαση (άρθρο 45 του Κ.Πολ.Δ.), εισάγει διαφορά δημοσίου δικαίου, διότι η υλική πράξη, που περιγράφεται στην ως άνω αγωγή, και συγκεκριμένα, η αυθαίρετη διατήρηση του καθεστώτος παράνομης κατάληψης του επίμαχου φερόμενης ιδιοκτησίας της ήδη εφεσίβλητης-ενάγουσας, εκ μέρους του εκκαλούντος και εναγόμενου Δήμου Αθηναίων, ενέχει άσκηση δημόσιας εξουσίας, διότι συνιστά καθεαυτή δραστηριότητα, η οποία αναπτύσσεται υπό καθεστώς νομοθετικής υπεροχής έναντι της εφεσίβλητης-ενάγουσας, καθόσον τελέστηκε στα πλαίσια επισπευδόμενης ήδη από το 2006, επιβληθείσας πάλι διαδικασίας αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του επίμαχου ακινήτου, και συνεπώς, το διοικητικό όργανο του υπέρ ου η ρυμοτομική, από το 2006, απαλλοτρίωση, εκκαλούντος-εναγόμενου Ο.Τ.Α., του Δήμου Αθηναίων, έδρασε εν προκειμένω, ως potentior persona, δηλαδή κάνοντας χρήση ειδικής κατά νόμο υπερέχουσας θέσης του έναντι του υποκειμένου, της ήδη εφεσίβλητης-ενάγουσας, καθόσον προέβη σε διαχείριση χώρου, που περιλήφθηκε στα πλαίσια της τροποποίησης ρυμοτομικού σχεδίου, και δη ρυμοτομικής απαλλοτρίωσης, η οποία άρθηκε μεν, πλην, όμως, επανεπιβλήθηκε αρμοδίως το 2006, και κρίθηκε αναγκαία και από το ΣτΕ, ώστε να διατηρηθεί ο χώρος του επίδικου ακινήτου, ως κοινόχρηστος χώρος πρασίνου, παιδικής χαράς, και αθλοπαιδιών.
Επομένως, το Δικαστήριο τούτο στερείται δικαιοδοσίας, προς εκδίκαση της προκειμένης διαφοράς της ως άνω αγωγής της εφεσίβλητης, ενάγουσας, που υπάγεται στη δικαιοδοσία των τακτικών Διοικητικών Δικαστηρίων, ως αναφυόμενη κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας, που αφορά την ευθύνη του εκκαλούντος, και εναγόμενου Ο.Τ.Α., του Δήμου Αθηναίων, σύμφωνα με τα άρθρα 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ.
Συνεπώς, ενόψει των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών γεγονότων, που δεν αμφισβητούνται βάσιμα από τους διαδίκους, με έγγραφα, ή μάρτυρες, και βάσει όσων εκτίθενται στην παραπάνω μείζονα σκέψη, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφαση, έκρινε τα αντίθετα, και δέχθηκε ότι η υπόθεση της αγωγής υπάγεται στη δικαιοδοσία των Πολιτικών Δικαστηρίων, διότι η φερόμενη παράνομη πράξη του εναγόμενου Δήμου, κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας του, έλαβε χώρα πριν τις 11-6-1985, έσφαλε, ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου, ενώ έπρεπε, και αυτεπαγγέλτως, ελλείψει δικαιοδοσίας εκδίκασης της διαφοράς της αγωγής, να την απορρίψει, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 4 του Κ.Πολ.Δ., 105 και 106 του Εισ.Ν.Α.Κ., 1 παρ. 1, παρ. 2 στοιχ.
η, 9 παρ. 1 εδ. γ και παρ. 2 του Ν.1406/1983". Ακολούθως με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, έκανε δεκτό τον σχετικό τρίτο λόγο έφεσης του Δήμου, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή την απέρριψε ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, αφού, υπό τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές του, ήτοι α) ότι η κατάληψη του επίδικου ακινήτου ιδιοκτησίας της αναιρεσείουσας έγινε παράνομα από τα αρμόδια όργανα του αναιρεσίβλητου Δήμου, κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας τους, τον Οκτώβριο του 1982 και β) ότι έκτοτε συνεχώς και μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής, στις 17-12-2014, ο Δήμος συνεχίζει να νέμεται το ακίνητο, παραλείποντας να ολοκληρώσει την απαλλοτρίωση, όπως ειδικότερα αναφέρεται στην απόφαση, υπάρχει δικαιοδοσία των πολιτικών και όχι των διοικητικών δικαστηρίων για εκδίκαση της ένδικης αγωγής, με την οποία η αναιρεσείουσα ζητεί αποζημίωση για την ζημία, που υφίσταται από τη στέρηση του ακινήτου της και για το επίδικο, μετά την 11-6-1985, χρονικό διάστημα της αγωγής, και τούτο γιατί, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, υπό τα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά αυτά, η ένδικη αξίωση της αναιρεσείουσας για αποζημίωση κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-7-2013, επειδή στερήθηκε κατ' αυτό το δικαίωμα να εκμεταλλευτεί το ακίνητό της, απορρέει από τη ζημιογόνο κατάσταση, η οποία δημιουργήθηκε από την προγενέστερη της 11-6-1985 παράνομη κατάληψη του ακινήτου της και τη μετέπειτα επίσης παράνομη παράλειψη άρσης της κατάστασης αυτής, οι συνέπειες της οποίας εκτείνονται και για το μετά τις 11-6-1985 χρονικό διάστημα, και παράλληλα η αξίωση αυτή ήταν προσδιορίσιμη, κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων.
Κατόπιν αυτού, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι στερείται δικαιοδοσίας και απέρριψε για το λόγο αυτό την αγωγή, παραβιάζοντας και την υποχρέωση του να συμμορφωθεί προς την υπ' αρ. 31/2008 απόφαση του ΑΕΔ, που ήρε την αμφισβήτηση ως προς την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 2 εδ.
η', 9 παρ. 1 εδ. γ',και 10 ν. 1406/1983, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος, αφού σημειωθεί ότι, αντίθετα από ότι δέχθηκε το Εφετείο, καμία δέσμευση του δεν προκύπτει από την αναφερομένη στην απόφαση του υπ' αρ. 1605/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία ανεξαρτήτως του ότι δεν αφορά στην ένδικη υπόθεση, αλλά σε μία από τις ανωτέρω τέσσερις άλλες αγωγές της αναιρεσείουσας κατά του αναιρεσιβλήτου, δεν έκρινε για το επίδικο ζήτημα της ύπαρξης ή μη δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, αλλά, ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 914 και 937 ΑΚ, έκρινε για το εντελώς διαφορετικό ζήτημα της παραγραφής των αξιώσεων της αναιρεσείουσας.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ. Πολ.Δ.), να διαταχθεί η απόδοση του παράβολου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ.3 Κ. Πολ. Δ.) και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 Κ. Πολ. Δ.), μειωμένων όμως κατά την διάταξη του άρθρου 281 παρ.2 Ν.3463/2006 " Κώδικας Δήμων και Κοινοτήτων", όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3201/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός εκείνων που εξέδωσαν την απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου της αναίρεσης στην αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουνίου 2024.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και τούτου, καθώς και του αρχαιότερου Αρεοπαγίτη
αποχωρησάντων, ο αμέσως αρχαιότερος
της σύνθεσης Αρεοπαγίτης
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Αυγούστου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣΗ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ