Legislator Case Law & Legislation
1152/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on partnership dissolution and liability allocation.

Case Number 1152/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by partners against a final judgment regarding the dissolution of a partnership and their liability for debts. The lower court had incorrectly applied Article 763 of the Civil Code, limiting partners' liability to their capital contributions, whereas the Supreme Court held that such limitation does not apply absent agreement. Consequently, the appeal was rejected, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 763 of the Civil Code; The Supreme Court ruled that a partner's liability for partnership debts extends beyond their capital contribution unless the partners have agreed otherwise, rejecting the lower court's erroneous application of a statutory limitation.

Keywords

AI generated
partnership dissolution joint liability capital contribution civil code interpretation appeal dismissal legal costs final judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 763 of the Civil Code
Article 26 of the Commercial Code
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1152 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1152/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 25 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Χ., 2) Θ. Σ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παύλο Σιούφα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Ζ. του Σ., κατοίκου …, ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ν. Φ. του Γ., κατοίκου …., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25/5/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 494/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 599/2015 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20/9/2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από την προσκομιζόμενη από τους αναιρεσείοντες υπ' αριθ. 3566 γ/6-3-2019 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιά, με έδρα το Πρωτοδικείο Πειραιά, Θ. Κ., προκύπτει ότι επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 18-11-2019, κατά την οποία αυτή αναβλήθηκε μετά από αίτημα των αναιρεσιβλήτων για την παρούσα δικάσιμο, έχει επιδοθεί, με επιμέλεια των επισπευδόντων τη συζήτηση αναιρεσειόντων, νομίμως και εμπροθέσμως στον πρώτο των αναιρεσιβλήτων (άρθρ. 122 επ., 143, 226 παρ. 4, 568 παρ. 2, 3 και 4 ΚΠολΔ). Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

II. Με την κρινόμενη από 20-9-2018 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 599/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δικάζοντας τις εφέσεις των διαδίκων κατά της υπ' αριθ. 494/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθ. υπ' αριθ. 1498/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, είχε κάνει εν μέρει δεκτή την από 25-5-2012 αγωγή των αναιρεσειόντων, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και έκανε δεκτές τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων, ακολούθως δε εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 293 του ν. 4072/11-4-2012 η κοινοπραξία είναι εταιρεία χωρίς νομική προσωπικότητα, η οποία, εφόσον καταχωρισθεί στο Γ.Ε.ΜΗ. ή εμφανίζεται προς τα έξω, αποκτά, ως ένωση προσώπων, ικανότητα δικαίου και πτωχευτική ικανότητα. Στην κοινοπραξία που συστήθηκε με σκοπό το συντονισμό της δραστηριότητας των μελών της (γνήσια ή αστική κοινοπραξία) εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για την αστική εταιρεία.

Η σύμβαση κοινοπραξίας μπορεί να προβλέπει ότι για τις υποχρεώσεις της κοινοπραξίας έναντι τρίτων τα κοινοπρακτούντα μέλη θα ευθύνονται εις ολόκληρον. Εφόσον η κοινοπραξία ασκεί εμπορική δραστηριότητα (μη γνήσια ή εμπορική κοινοπραξία), καταχωρίζεται υποχρεωτικά στο Γ.Ε.ΜΗ. και εφαρμόζονται ως προς αυτήν αναλόγως οι διατάξεις για την ομόρρυθμη εταιρεία.

Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η κοινοπραξία είναι δυνατό να προσλάβει τη νομική μορφή αστικής εταιρείας, εάν από τη φύση ή το σκοπό της δεν είναι εμπορική, οπότε διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 741 επ. του ΑΚ, είτε εμπορικής εταιρείας, οπότε εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του εμπορικού δικαίου και υπάγεται σε έναν από τους εταιρικούς τύπους που αναγνωρίζονται περιοριστικά απ' αυτό (ΑΠ 1417/2018, ΑΠ 1446/2014, ΑΠ 1266/1996).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 285 του ν. 4072/11-4-2012 με τη σύμβαση της αφανούς εταιρείας ο ένας από τους εταίρους (εμφανής εταίρος) παραχωρεί σε άλλον ή άλλους εταίρους (αφανείς εταίρους) δικαίωμα συμμετοχής στα αποτελέσματα μιας ή περισσότερων εμπορικών πράξεων ή εμπορικής επιχείρησης, που διενεργεί στο όνομά του, αλλά προς το κοινό συμφέρον των εταίρων.

Η αφανής εταιρεία δεν έχει νομική προσωπικότητα και δεν καταχωρίζεται στο Γ.Ε.ΜΗ. Στην αφανή εταιρεία εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εταιρεία, εκτός από εκείνες που δεν συμβιβάζονται με τη φύση της αφανούς εταιρείας. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 286 του ίδιου νόμου ο αφανής εταίρος καταβάλλει την εισφορά του στον εμφανή εταίρο, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 289 αυτού ο αφανής εταίρος συμμετέχει στα κέρδη της εταιρείας κατά το ποσοστό ή το ποσό που έχει συμφωνηθεί στην εταιρική σύμβαση, άλλως εφαρμόζεται το άρθρο 763 του Αστικού Κώδικα.

Επίσης, κατά την ίδια διάταξη του άρθρου 289 του ως άνω ν. 4072/2012, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, ο αφανής εταίρος μετέχει στις ζημίες που προκύπτουν κατά το ίδιο ποσοστό με τα κέρδη. Μπορεί να συμφωνηθεί ότι η συμμετοχή του στις ζημίες δεν υπερβαίνει την αξία της εισφοράς του. Στο τέλος κάθε ημερολογιακού έτους ή στο χρόνο που έχουν συμφωνήσει τα μέρη, καθώς και σε περίπτωση λύσης της εταιρείας, ο εμφανής εταίρος έχει υποχρέωση να λογοδοτήσει και να καταβάλει τα αναλογούντα κέρδη στον αφανή εταίρο.

Δεν αποκλείεται να συμφωνηθεί η καταβολή κερδών στον αφανή εταίρο και κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους, ιδίως κατά την ολοκλήρωση κάποιας πράξης ή επιχειρηματικής δράσης. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 291 του ίδιου νόμου η αφανής εταιρεία λύνεται στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα.

Τη λύση ακολουθεί η εκκαθάριση. Η εκκαθάριση της αφανούς εταιρείας διενεργείται από τον εμφανή εταίρο. Συνίσταται στην απόδοση στον αφανή εταίρο της αξίας συμμετοχής του, μειωμένης κατά τις ζημίες που του αναλογούν. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι αφανής ή μετοχική είναι η προσωπική και χωρίς νομική προσωπικότητα και εταιρική περιουσία εταιρεία, με απουσία ανάπτυξης εταιρικού δεσμού προς τα έξω, στην οποία ο μεταξύ των εταίρων εταιρικός δεσμός καταλαμβάνει τις προς τα έσω σχέσεις των εταίρων.

Ειδικότερα, οι αφανείς εταίροι μετέχουν μόνο ενοχικά στα αποτελέσματα της δραστηριότητας του εμφανούς και όχι ως κοινωνοί των δικαιωμάτων και συνοφειλέτες των υποχρεώσεων που δημιουργεί η δράση του εμφανούς, συμμετέχοντας μόνο στην κατανομή των κερδοζημιών που προκύπτουν από τη δράση του εμφανούς, ενώ προς τα έξω εμφανίζεται ένας εταίρος (ή περισσότεροι), που ονομάζεται εμφανής, προς διάκριση από τους αφανείς, ο οποίος αναπτύσσει δραστηριότητα έναντι των τρίτων ιδίω ονόματι (ΑΠ 1335/2019, ΑΠ 116/2013, ΑΠ 672/2010, ΑΠ 800/2000, ΑΠ 1635/2006).

Επιπλέον, κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 294 παρ. 1 του ως άνω νόμου (4072/2012), ο εν λόγω νόμος εφαρμόζεται και στις εταιρείες, οι οποίες κατά την έναρξη ισχύος του δεν τελούν σε εκκαθάριση ή πτώχευση, ενώ κατά την παρ. 2 του άρθρου 330 αυτού η ισχύς του ως άνω νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (11-4-2012), πλην των αναφερομένων εξαιρέσεων που αρχίζει μεταγενέστερα και όπου ορίζεται διαφορετικά από τις επί μέρους διατάξεις.

Η εν λόγω διάταξη, μολονότι αναφέρεται στις εταιρείες, εφαρμόζεται για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στις κοινοπραξίες (γνήσιες και μη), οι οποίες κατά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου (11-4-2012) δεν τελούσαν σε εκκαθάριση. Περαιτέρω, κατά την εφαρμοζόμενη και στην αφανή εταιρεία διάταξη του άρθρου 745 του ΑΚ, ο εταίρος, αν δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, δεν έχει υποχρέωση να αυξήσει την εισφορά του, ούτε να τη συμπληρώσει, αν μειώθηκε εξαιτίας ζημιών μετά την πραγματοποίησή της.

Η θεσπιζόμενη με την ως άνω διάταξη απαλλαγή από την υποχρέωση αύξησης ή συμπλήρωσης της εισφοράς οδηγεί στον αποκλεισμό στις εσωτερικές σχέσεις των εταίρων της ευθύνης πέραν αυτής (εισφοράς), έστω και για την κάλυψη ζημιών, και περιορίζει την ισχύ της μόνο στο χρόνο λειτουργίας της εταιρείας. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 762 ΑΚ, σε περίπτωση εταιρείας με διάρκεια μακρότερη από ένα έτος, ο λογαριασμός κλείνεται και τα κέρδη μοιράζονται στο τέλος κάθε έτους, εφόσον δεν προκύπτει κάτι άλλο από την εταιρική σύμβαση.

Παρόμοιου περιεχομένου ρύθμιση περιλαμβάνει και η ως άνω διάταξη του άρθρου 289 παρ. 3 του ν. 4072/2012. Οι εν λόγω διατάξεις εισάγουν τον ερμηνευτικό κανόνα ότι επί εταιρείας με διάρκεια μεγαλύτερη του έτους ο λογαριασμός κλείνεται και τα κέρδη διανέμονται στο τέλος κάθε έτους. Αντιθέτως, οι ζημίες εκκαθαρίζονται κατά την εκκαθάριση της εταιρείας.

Ζημίες κατά τις ενδιάμεσες εταιρικές χρήσεις μεταφέρονται στις επόμενες, καθόσον δεν υφίσταται κατά το στάδιο παραγωγικής λειτουργίας της εταιρείας, πλην αντίθετης ρύθμισης, υποχρέωση προς αύξηση ή συμπλήρωση της εισφοράς που μειώθηκε εξαιτίας ζημιών. Επιπλέον, οι εφαρμοζόμενες και στην αφανή εταιρεία διατάξεις των άρθρων 763-764 ΑΚ ρυθμίζουν τη συμμετοχή των εταίρων στα κέρδη και τις ζημίες, πέραν της ως άνω πρόβλεψης της διάταξης του άρθρου 289 παρ. 1 του ν. 4072/2012.

Η συμμετοχή των εταίρων στα αποτελέσματα της εταιρικής δράσης θετικά μεν εκδηλώνεται με το γενικό δικαίωμα στα κέρδη που έχει ως περιεχόμενο ότι ο εταίρος στο τέλος της εταιρικής χρήσης δικαιούται να απαιτήσει την αναλογία του στο ποσό των κερδών, αρνητικά δε εκφράζεται με την υποχρέωση συμμετοχής του εταίρου στις ζημίες της εταιρείας.

Η ζημία ως νομική έννοια αποτελεί το ποσό κατά το οποίο το παθητικό υπερβαίνει το ενεργητικό στον ισολογισμό. Υπό τη νομική της έννοια η ζημία σημαίνει για τον εταίρο κατά το στάδιο της παραγωγικής λειτουργίας της εταιρείας είτε ατονία της απαίτησης για την καταβολή κερδών στη συγκεκριμένη χρήση (παθητική συμμετοχή) είτε υποχρέωση των εταίρων προς καταβολή συμπληρωματικών εισφορών, για την κάλυψη της ζημίας (ενεργητική συμμετοχή).

Αλλά και ως οικονομικό μέγεθος η ζημία (μείωση της εταιρικής περιουσίας) έχει ανάλογες νομικές συνέπειες για τον εταίρο κατά την εκκαθάριση που συνίσταται στην ατονία του δικαιώματος επί του προϊόντος της εκκαθάρισης (παθητική συμμετοχή) και στην υποχρέωση καταβολής συμπληρωματικών εισφορών (ενεργητική συμμετοχή), για την εξόφληση των εταιρικών δανειστών, όσο και την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη κάποιος εταίρος που κατέβαλε εταιρικό χρέος και δεν μπόρεσε να ικανοποιηθεί.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι ενεργητική συμμετοχή των εταίρων στις ζημίες κατά το παραγωγικό στάδιο λειτουργίας της εταιρείας, υπό τη μόνη δυνατή έννοια (μορφή) της αύξησης ή της συμπλήρωσης της εταιρικής εισφοράς, υφίσταται μόνον αν συμφωνήθηκε (ΑΚ 745), ενώ κατά την εκκαθάριση ρυθμίζεται από την ΑΚ 783.

Με την τελευταία αυτή διάταξη θεσπίζεται η υποχρέωση των εταίρων για κάλυψη των εταιρικών ζημιών κατά το στάδιο της εκκαθάρισης ανάλογα με τη συμμετοχή τους σ' αυτές (ΑΚ 763) σε περίπτωση ανεπάρκειας της εταιρικής περιουσίας για εξόφληση των χρεών και απόδοση των εισφορών. Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες με την από 25-5-2012 αγωγή τους ιστορούσαν ότι την άνοιξη του έτους 2007 συνέστησαν άτυπα με τους αναιρεσιβλήτους και το μη διάδικο Σ.

Φ. κοινοπραξία, υπό τη μορφή αφανούς εταιρείας, με αντικείμενο την αγορά και εκμετάλλευση εμπορικών πλοίων μέσω εξωχώριων πλοιοκτητριών εταιριών, στις οποίες εμφανείς εταίροι ήταν οι ίδιοι (αναιρεσείοντες), κατά συνολικό ποσοστό 50%, αφανείς δε εταίροι οι αναιρεσίβλητοι, κατά ποσοστό 22,50% καθένας, καθώς και ο Σ.

Φ. κατά ποσοστό 5% και ότι τα προαναφερόμενα ποσοστά ορίστηκαν και για τη συμμετοχή καθενός εταίρου στις κερδοζημίες της εταιρείας. Ότι η συσταθείσα κοινοπραξία εμφάνισε ελλείμματα (ζημίες) κατά τις χρήσεις των ετών 2010, 2011 και 2012, συνολικού ποσού 20.142.656 δολαρίων Η.Π.Α., ενώ η καταβληθείσα συνεισφορά των μελών της για την κάλυψη των ζημιών ανήλθε στο συνολικό ποσό των 17.004.468,05 δολαρίων Η.Π.Α..

Ότι το ποσό αυτό αποτελεί βάρος για όλα τα μέλη της κοινοπραξίας κατά το ποσοστό συμμετοχής καθενός σ' αυτήν. Ότι το ποσό αυτό πρέπει να κατανεμηθεί μεταξύ των μελών της κοινοπραξίας κατά το λόγο (ποσοστό) συμμετοχής καθενός σ' αυτήν. Ότι με βάση τα ως άνω ποσοστά συμμετοχής οι αναιρεσίβλητοι εναγόμενοι, από κοινού, αλλά διαιρετώς, οφείλουν το ποσό των 7.652.010,62 (3.826.005,31 συν 3.826.005,31), από το οποίο ποσό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 2.000.000 δολαρίων Η.Π.Α.

που κατέβαλαν ως συμμετοχή στις υποχρεώσεις της κοινοπραξίας την 9-9-2008. Ότι συνεπεία τούτων το οφειλόμενο από τους αναιρεσιβλήτους συνολικό ποσό κατά κεφάλαιο ανέρχεται σε 5.652.010,62, ήτοι καθένας από τους αναιρεσιβλήτους οφείλει στους αναιρεσείοντες κατά κεφάλαιο το ποσό των 2.826.005,31 δολαρίων Η.Π.Α. και συγκεκριμένα καθένας από τους αναιρεσιβλήτους (εναγομένους) οφείλει σε καθένα από τους αναιρεσείοντες (ενάγοντες) κατά κεφάλαιο το ποσό των 1.413.002,65 δολαρίων Η.Π.Α., πλέον του ποσού των 232.222,94 δολαρίων Η.Π.Α.

για τους αναφερόμενους τόκους επί του ως άνω κεφαλαίου. Με βάση δε τα παραπάνω ζήτησαν οι αναιρεσείοντες να υποχρεωθεί καθένας των αναιρεσιβλήτων να καταβάλει σε καθένα απ' αυτούς το ισόποσο σε ευρώ του συνολικού ποσού των 1.645.225,59 δολαρίων Η.Π.Α. κατά το χρόνο πληρωμής, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Με βάση τα πιο πάνω εκτιθέμενα η ένδικη αγωγή είναι νόμω αβάσιμη, καθόσον η ενεργητική συμμετοχή των εταίρων στις ζημίες κατά το αναφερόμενο παραγωγικό στάδιο λειτουργίας της εταιρείας, υπό τη μόνη δυνατή έννοια της αύξησης της εταιρικής εισφοράς ή της συμπλήρωσής της, λόγω μείωσής της εξαιτίας ζημιών, υφίσταται μόνον αν συμφωνήθηκε (ΑΚ 745).

Τέτοιος όμως όρος δεν περιλαμβάνεται στο εκτιθέμενο από τους αναιρεσείοντες περιεχόμενο της σχετικής συμφωνίας σύστασης της ως άνω κοινοπραξίας-αφανούς εταιρείας, με αποτέλεσμα οι αναιρεσίβλητοι αφανείς εταίροι (εναγόμενοι) να μην υποχρεούνται σε πρόσθετη ή συμπληρωματική εισφορά χωρίς τη συγκατάθεσή τους.

Τα παραπάνω δε ισχύουν ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία δεν έχει καταβληθεί από τους εταίρους εισφορά κατά τη σύσταση της αφανούς εταιρείας και ακολούθως ζητείται η καταβολή εισφοράς εξαιτίας ζημιών κατά το παραγωγικό στάδιο λειτουργίας της εταιρείας. Είναι δε σαφές ότι για τη θεμελίωση της αξίωσης του εμφανούς εταίρου για συμμετοχή του αφανούς στην κάλυψη των εταιρικών ζημιών κατά το παραγωγικό στάδιο λειτουργίας της εταιρείας, υπό τη (μόνη δυνατή) έννοια της πρόσθετης ή συμπληρωματικής ή (για πρώτη φορά) συνεισφοράς, απαραίτητη προϋπόθεση είναι ύπαρξη σχετικής συμφωνίας μεταξύ των εταίρων.

Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι δεν θα ήταν δυνατό να εκτιμηθεί ότι με την ένδικη αγωγή εζητείτο η, στο πλαίσιο εκκαθάρισης της πιο πάνω εταιρείας, απόδοση των αναφερόμενων από τους αναιρεσείοντες δαπανών, στις οποίες αυτοί υποβλήθηκαν για λογαριασμό της εταιρείας και είναι υποχρεωμένοι οι αναιρεσίβλητοι να αποδώσουν, κατά το ποσοστό συμμετοχής τους σε αυτήν, δεδομένου ότι κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή η μεταξύ των διαδίκων εταιρεία εξακολουθεί να υφίσταται και δεν έχει λυθεί.

Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ως νόμω αβάσιμη την ένδικη αγωγή ως προς το πιο πάνω αιτούμενο ποσό κατά κεφάλαιο, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους και ως εκ τούτου είναι αβάσιμοι οι από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 δύο πρώτοι λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται τα αντίθετα.

ΙV. Με την ισχύ του ν. 4072/2012 και την εφαρμογή για την αφανή εταιρεία των διατάξεων του ΑΚ κατ' άρθρ. 285 παρ. 3 του ως άνω νόμου, δεν είναι δυνατό πλέον να τεθεί ζήτημα αναλογικής εφαρμογής σ' αυτήν (αφανή εταιρεία) των διατάξεων για την ετερόρρυθμη εταιρεία. Επίσης, δεν μπορεί πλέον να γίνει δεκτό ότι ο αφανής εταίρος, ελλείψει συμφωνίας, συμμετέχει στις ζημίες μόνο μέχρι του ποσού της εισφοράς του, ενόψει του ότι ο ίδιος ως άνω νόμος (4072/2012) ορίζει πλέον με τη διάταξη του άρθρου 289 παρ. 2 ότι, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, ο αφανής εταίρος μετέχει στις ζημίες που προκύπτουν κατά το ίδιο ποσοστό με τα κέρδη.

Επίσης, κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο συνίσταται στη με την απόφασή του υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.

Εσφαλμένο αιτιολογικό κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης υπάρχει, όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υπάγονται σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Επομένως, ως αιτιολογικό νοείται στη συγκεκριμένη περίπτωση η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζεται με τις αιτιολογίες της απόφασης, οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού.

Κατά συνέπεια τούτων η ευδοκίμηση λόγου αναίρεσης που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 ΚΠολΔ εξαρτάται από την ορθότητα όχι των νομικών αιτιολογιών, αλλά του διατακτικού της απόφασης, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου (Ολ ΑΠ 1/2020, Ολ ΑΠ 6/2019, Ολ ΑΠ 32/2002).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο εισήλθε στην έρευνα της ουσίας της υπόθεσης και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, όχι δε και όταν αυτό απέρριψε την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση ως απαράδεκτη, αόριστη ή μη νόμιμη (Ολ ΑΠ 9/2011, ΑΠ 736/2020, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 914/2018, ΑΠ 642/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβιάζοντας ευθέως και εκ πλαγίου τις σχετικές διατάξεις ουσιαστικού δικαίου δέχθηκε περιορισμένη συμμετοχή των αναιρεσιβλήτων αφανών εταίρων στις ζημίες της αναφερόμενης αφανούς εταιρείας μόνο μέχρι του ποσού της εισφοράς τους.

Επίσης, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ότι η εκδοχή της απεριόριστης συμμετοχής του αφανούς εταίρου στις ζημίες της εταιρείας, λύση που ακολουθείται στην αστική εταιρεία, πρέπει να αποκλειστεί στην περίπτωση της αφανούς εταιρίας, δεδομένου ότι παραγνωρίζει τον ιδιόμορφο χαρακτήρα της και τη θέση του αφανούς εταίρου, ο οποίος πλησιάζει κατά πολύ τον ετερόρρυθμο εταίρο και έτσι η λύση αυτή ευρίσκει επαρκές έρεισμα στο άρθρο 763 ΑΚ, υποκείμενο στη συγκεκριμένη περίπτωση σε τελολογικό περιορισμό του πεδίου εφαρμογής του, χωρίς να είναι αναγκαία η προσφυγή στην αναλογική εφαρμογή του άρθρου 26 του ΕμπΝ.

Με τις ως άνω σκέψεις του το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 763 ΑΚ, δεχόμενο ότι αυτή υπόκειται στη συγκεκριμένη περίπτωση σε τελολογικό περιορισμό, έτσι ώστε οι αναιρεσίβλητοι αφανείς εταίροι να συμμετέχουν στις ζημίες της αφανούς εταιρείας μόνο μέχρι του ποσού της εισφοράς τους.

Τούτο δε διότι μετά την ισχύ του ν. 4072/11-4-2012, που εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση λόγω του χρόνου σύστασης της ένδικης εταιρείας το έτος 2007 και του γεγονότος ότι αυτή δεν είχε λυθεί μέχρι την ως άνω έναρξη εφαρμογής αυτού, δεν μπορεί πλέον να γίνει δεκτό ότι ο αφανής εταίρος, ελλείψει συμφωνίας, συμμετέχει στα κέρδη και τις ζημίες μόνο μέχρι του ποσού της εισφοράς του, όπως υποστηριζόταν υπό τον ΕμπΝ, ενόψει και του ότι η κατά τα ως άνω εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 763 ΑΚ γίνεται χωρίς τελολογική συστολή αυτής.

Πλην όμως η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά την κατά τα ως άνω εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 763 ΑΚ με τελολογική συστολή του πεδίου αυτής, αντί της επιβαλλόμενης εφαρμογής της χωρίς τελολογική συστολή, έχει ορθό (κατά το αποτέλεσμα) διατακτικό με την ως άνω απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης και ως εκ τούτου, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 578 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος ο από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 σχετικός τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του.

Περαιτέρω, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης (τρίτος) κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι προεχόντως απαράδεκτος, δεδομένου το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς, αλλά απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειόντων (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά του, να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-9-2018 αίτηση των Γ. Μ. και Θ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 599/2015 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τoυς αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Ιουνίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 28 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ