Legislator Case Law & Legislation
1152/2018 AI generated

1152/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1152/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Legislator headnote

AI generated

1152/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις 9817 Β και 9818 Β/16-1-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Εφετείου Πατρών Μ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1152 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1152/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Γεώργιο Παπανδρέου-εισηγητή Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 18η Απριλίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Πατηνιώτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων:1 Γ. Λ. του Σ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Παναγή Καππάτου, 2.Σ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., 3.Δ. Ε. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2012 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2013 του ιδίου Δικαστηρίου και 154/2017 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-9-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του παρόντος αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από τις 9817 Β και 9818 Β/16-1-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Εφετείου Πατρών Μ.

Π., που προσκομίζει και επικαλείται ο πρώτος αναιρεσίβλητος Γ. Λ., ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτηση στην δικάσιμο της 18-4-2018 επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο και τρίτο αναιρεσίβλητους.

Οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου, και πρέπει να δικασθούν ερήμην, η συζήτηση όμως θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 2 εδ. γ' ΚπολΔικ.

2..Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ. 1 περ. β`, 309 εδ. α`, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ως άνω ενδίκου μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (Ολ. ΑΠ 5/2001 και ΑΠ 9/1996). .Εξάλλου κατά την παρ. 1 του άρθρου 503 ΚΠολΔ η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας είναι δέκα πέντε ημερών, αν ο διάδικος που δικάσθηκε ερήμην διαμένει στην Ελλάδα και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης.

Συνεπώς η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφού έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η δεκαπενθήμερη προς άσκηση αυτής προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε διότι ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής, ερημοδικασθείς διάδικος, παραιτήθηκε νομίμως από το δικόγραφο του ασκηθέντος ενδίκου μέσου της ανακοπής ή του δικαιώματος προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 553 αρ. 1β` ΚΠολΔ (ΑΠ 2066/2014).Απαιτείται δε να προσκομίζονται προς τούτο εκθέσεις επίδοσης της απόφασης και σχετικά πιστοποιητικά του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου,σε αντίθετη δε περίπτωση ,αν ασκηθεί το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας, η απόφαση δεν καθίσταται τελεσίδικη και δεν υπόκειται σε αναίρεση.

Από τις 9565 Β και 9566 Β/2-7-2017εκθέσεις της δικαστικής επιμελήτριας Εφετείου Πατρών Μ. Π., που προσκομίζει και επικαλείται ο πρώτος αναιρεσίβλητος Γ. Λ., ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο και τρίτο αναιρεσίβλητους και έκτοτε μέχρι την άσκηση της κρινόμενης αναίρεσης(22-9-2017) παρήλθε η δεκαπενθήμερη προθεσμία του άρθρου 501 ΚΠολΔ προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, δεν προσκομίζεται όμως σχετική βεβαίωση του εκδόντος την απόφαση Δικαστηρίου περί μη άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από τους δεύτερο και τρίτο αναιρεσίβλητους ή περί παραίτησης των ως άνω αναιρεσίβλητων από το σχετικό δικαίωμα για να κριθεί το παραδεκτό της ασκηθείσας κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

3. Περαιτέρω, από το συνδυασμό της διάταξης του αρθρ. 553 παρ. 1β ΚΠολΔ με αυτές των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, σε περίπτωση απλής ομοδικίας η οριστική απόφαση, που εκδίδεται, καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς έναντι εκάστου ομοδίκου και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση ως προς εκείνον από τους ομοδίκους που έγινε τελεσίδικη, έστω και αν δεν έγινε τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους.

Αντιθέτως, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους ομοδίκους. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 ΚΠολΔ σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας έχει ο ερημοδικασθείς αναγκαίος ομόδικος, έστω και αν αυτός θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους.

Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει μόνο το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Αρειος Πάγος κατά την έρευνα περί του εάν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη. (Ολ.ΑΠ 15/2001).Σε περίπτωση που αποδεικνύεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς ένα των αναγκαίων ομοδίκων η αναίρεση απορρίπτεται, ως απαράδεκτη, ως προς όλους και όχι μόνο ως προς αυτόν ως προς τον οποίο δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία (ΑΠ 764/09).

Εξάλλου, στην περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά φύλλα, όταν οι αναγραφόμενοι ως δικαιούχοι είναι περισσότεροι, αυτός που έχει έννομο συμφέρον και αμφισβητεί την ανακριβή εγγραφή του δικαιώματος όλων, επικαλούμενος ίδιον αυτού δικαίωμα, πρέπει να απευθύνει την ασκούμενη, κατ` άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 2664/1998, αγωγή του περί αναγνώρισης του θιγομένου δικαιώματός του και διόρθωσης της πρώτης εγγραφής κατά πάντων των αναγραφομένων ως δικαιούχων στα κτηματολογικά φύλλα, και σε περίπτωση αποβίωσης τους κατά των καθολικών διαδόχων τους (ΑΠ 1817/2011).

Από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει ότι κατά των νομιμοποιουμένων πιο πάνω ως εναγομένων υφίσταται μεταξύ τους σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, κατά την έννοια της διάταξης του αρθ. 76 παρ. 1 περ. γ` ΚΠολΔ (υποχρεωτική κοινή παθητική εναγωγή), για την αποφυγή διάσπασης της δικονομικής ενότητας των ανοιγομένων δικών και του κινδύνου έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων για το ίδιο δικαίωμα στο οποίο έχουν καταχωρισθεί αυτοί(ΑΠ.240/2015).

4. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Επί της από 19-3-2012 αγωγής του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά των πρώτου και δευτέρου εναγομένων (ήδη δεύτερου και τρίτου εφεσιβλήτων -αναιρεσίβλητων) και του τρίτου εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, (εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος), περί αναγνώρισης της κυριότητάς του των περιγραφόμενων σ` αυτή ακινήτων και της, μετά ταύτα, διόρθωσης της ανακριβούς πρώτης εγγραφής σχετικά με το δικαίωμά του αυτό στα κτηματολογικά βιβλία, όπου έχουν εγγραφεί ως δικαιούχοι του δικαιώματος συγκυριότητας και κατά τα αναφερόμενα ποσοστά εξ αδιαιρέτου οι δεύτερος και τρίτος αναιρεσίβλητοι και ιδιοκτήτης "άγνωστος", εκδόθηκε ερήμην του δεύτερου και τρίτου από αυτούς και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η υπ` αριθ. 86/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κεφαλληνίας, η οποία δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από το τρίτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον και εκδόθηκε η υπ` αριθ. 154/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία απέρριψε την έφεση, ερήμην και πάλι των πρώτου και δευτέρου εναγόμενων και ήδη δεύτερου και τρίτου αναιρεσίβλητων. Κατά της παραπάνω εφετειακής απόφασης άσκησε την ένδικη αίτηση αναίρεσης το εκκαλούν, που ηττήθηκε, πλην όμως δεν αποδεικνύεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση έχει καταστεί τελεσίδικη και ως προς τους ερημοδικασθέντες ως άνω δεύτερο και τρίτο αναιρεσίβλητους (αναγκαίους ομόδικους των λοιπών αναιρεσιβλήτων),ότι δηλαδή αυτοί δεν έχουν προσβάλλει την απόφαση με ανακοπή ερημοδικίας, καθόσον δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα της δικογραφίας, ούτε, άλλωστε, και γίνεται σχετική επίκληση από τους παρισταμένους διαδίκους είτε ότι από την επίδοση προς αυτούς της προσβαλλομένης ως άνω εφετειακής απόφασης παρήλθε άπρακτη η προς άσκηση ανακοπής προθεσμία, είτε υπήρξε παραίτηση αυτών από το σχετικό δικαίωμα.

5. Κατ` ακολουθίαν αυτών και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη η ένδικη αίτηση αναίρεσης κρίνεται, κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα, απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον ασκείται κατά απόφασης, η οποία δεν έχει καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους τους αναγκαίους ομοδίκους και να καταδικαστεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, μειωμένα όμως κατ` άρθρο 22 παρ. 1 και 3 του ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ. Ν. ΚΠολΔ, 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της Υ.Α. (Οικονομικών και Δικαιοσύνης) 134423/1992.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 22-9-2017 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 154/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ