1152/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1152/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 3/2/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1152 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1152/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "Δήμος …", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λάμπρο Γεωργακόπουλο, με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Β. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/12/2008 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 576/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων Δήμος με την από 25/9/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πιπιλίγκας ανέγνωσε την από 3/2/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο αυτοπροσώπως παραστάσας αναιρεσίβλητος ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ. 1 και 2, όπως αυτή ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 7 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, 97 παρ. 1 και 2 και 98 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι η δικαστική πληρεξουσιότητα, που δίδεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση του διαδίκου που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση, παρέχει στον πληρεξούσιο δικηγόρο το δικαίωμα να εκπροσωπεί στο δικαστήριο εκείνον που έδωσε την πληρεξουσιότητα και να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, εκτός από εκείνες που ρητά εξαιρέθηκαν κατά τη χορήγηση αυτής, καθώς και εκείνες για τις οποίες απαιτείται ειδική πληρεξουσιότητα.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 104 του ίδιου Κώδικα, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.
Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας, καθώς και η υπέρβασή της εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης. Από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 159 αρ. 1, 544 αριθ. 4 του ΚΠολΔ, 211, 219 και 238 του ΑΚ προκύπτει, ότι ο διάδικος για λογαριασμό του οποίου παραστάθηκε, ως δικηγόρος, πρόσωπο που δεν είχε δικαστική πληρεξουσιότητα, δικαιούται να εγκρίνει μεταγενέστερα τις πράξεις του εν λόγω δικηγόρου που προηγήθηκαν.
Η έγκριση μπορεί να γίνει είτε ρητά είτε σιωπηρά, με πράξεις εμφαίνουσες πρόθεση ισχυροποίησής αυτών, έχει αναδρομική ενέργεια και η ύπαρξή της ερευνάται από το δικαστήριο (Ολ.ΑΠ 1408/1984, ΟλΑΠ 626/1980, ΑΠ 254/2016, AΠ 344/2014). Σε κάθε περίπτωση όμως οι ανωτέρω ρυθμίσεις αφορούν την ενώπιον των δικαστηρίων υποχρεωτική παράσταση των διαδίκων με πληρεξούσιο δικηγόρο, ήτοι την διαδικαστική προϋπόθεση της κατά το άρθρο 94 παρ.1 του ΚΠολΔ ικανότητας προς το δικολογείν, και δεν αφορούν την μεταξύ του διαδίκου και του δικηγόρου του εσωτερική έννομη σχέση της σύμβασης έμμισθης (αμειβόμενης) εντολής.
Ειδικότερα από τις διατάξεις των άρθ. 1, 2, 38, 39, 46, 49, 63, 91, 92 (όπως ίσχυε πριν τη τροποποίησή του με το άρθρο 5 παρ.6 του Ν. 3919/2011), 94 και 170 του κατά το κρίσιμο χρόνο ισχύοντος Κώδικα περί Δικηγόρων (Ν.Δ/μα 3026/1954) σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 713 του ΑΚ συνάγεται ότι η μεταξύ του δικηγόρου και του πελάτη του σύμβαση προς διεξαγωγή υποθέσεων του τελευταίου έναντι αμοιβής έχει τον χαρακτήρα της αμειβομένης (έμμισθης) εντολής (ΑΠ 939/2013, ΑΠ 476/2007) και ο δικηγόρος δικαιούται να λάβει από τον εντολέα του αμοιβή για κάθε δικαστική ή εξώδικη εργασία.
Η αμοιβή του δικηγόρου καθορίζεται με βάση τη συμφωνία αυτού και του εντολέα του, ο οποίος οφείλει την αμοιβή, εφόσον έδωσε τη σχετική εντολή στο όνομα και για λογαριασμό του (ΑΠ 140/2007), εάν δε δεν υπάρχει ειδική συμφωνία ως προς το ύψος της αμοιβής, αυτή καθορίζεται με βάση τα προβλεπόμενα στα άρθ. 99 επ. του ως άνω Κώδικα ελάχιστα όρια.
Η ως άνω σύμβαση για την διεξαγωγή της υπόθεσης του πελάτη και τον καθορισμό της αμοιβής του δικηγόρου, πλην αντιθέτου νομοθετικής πρόβλεψης, δεν υπόκειται σε τύπο και μπορεί να καταρτισθεί ρητά ή σιωπηρά (ΑΠ 939/2013, ΑΠ 2073/2007, ΑΠ 372/2000). Περαιτέρω κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, όπως κωδικοποιήθηκε σε ενιαίο κείμενο νόμου με το άρθρο μόνο του Π.Δ/τος 410/1995 (ΦΕΚ Α 231) και ίσχυε κατά το κρίσιμο χρόνο "η δημαρχιακή επιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες...
στ) αποφασίζει για την άσκηση όλων των ενδίκων βοηθημάτων και των ένδικων μέσων... ι) αποφασίζει για την πρόσληψη πληρεξουσίου δικηγόρου είτε για την ανάκληση της πληρεξουσιότητας σε όσους δήμους είτε δεν έχουν προσληφθεί δικηγόροι με μηνιαία αμοιβή, είτε αυτοί που έχουν προσληφθεί δεν έχουν δικαίωμα να παρίστανται σε ανώτατα δικαστήρια.
Επίσης αποφασίζει για παροχή εντολής μόνο κατά υπόθεση δικαστική... και μόνο στους δήμους που δεν δικαιούνται να προσλάβουν δικηγόρους με μηνιαία αντιμισθία κατά το άρθρο 245 του ν. 1188/1981". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 114 παρ. 1 περ. α του ίδιου Κώδικα ο Δήμαρχος εκπροσωπεί το δήμο στα δικαστήρια και σε κάθε δημόσια αρχή, κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου κατ’ εξαίρεση, σε περίπτωση που δημιουργείται προφανής κίνδυνος ή ζημία των δημοτικών συμφερόντων από την αναβολή, ο δήμαρχος μπορεί να λάβει μέτρα, για θέματα που ανήκουν στην αρμοδιότητα της δημαρχιακής επιτροπής, οφείλει όμως να υποβάλει αμέσως τις ενέργειές του στην έγκρισή της.
Από τον συνδυασμό των αμέσως πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι: α) για την άσκηση των ενδίκων βοηθημάτων από το Δήμο, απαιτείται απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής, επ’ αυτής δε θεμελιώνεται η αντιπροσωπευτική εξουσία του δημάρχου για διεξαγωγή της δίκης ως αντιπροσώπου του Δήμου (ΑΠ 254/2016, ΑΠ 842/2013, 92/2013, AΠ 1027/2012) και β) η απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής και μόνο, αποτελεί προϋπόθεση για την πρόσληψη του πληρεξουσίου δικηγόρου και την παροχή της εντολής σε αυτόν για τη διενέργεια των διαδικαστικών πράξεων, που απαιτούνται για την εκτέλεσή της (εντολής) (ΑΠ 254/2016, ΑΠ 1027/2012).
Αντιθέτως η στη συνέχεια παρεχομένη κατά τις διατάξεις των άρθρων 94 παρ.1 και 96 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ από το Δήμαρχο πληρεξουσιότητα στον ήδη προσληφθέντα με απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής δικηγόρο αφορά την ενώπιον των δικαστηρίων νομιμοποίηση αυτού, ως πληρεξουσίου δικηγόρου του Δήμου κατά την εκδίκαση της ανατεθείσας σε αυτόν υπόθεσης και δεν αφορά την κατάρτιση της σύμβασης έμμισθης εντολής (πρόσληψη του δικηγόρου) για την οποία αρκεί η λήψη σχετικής απόφασης της δημαρχιακής επιτροπής.
Η τήρηση δε των πιο πάνω διατάξεων, από τις οποίες συνάγεται ότι η απόφαση της εν λόγω Επιτροπής μπορεί, νομίμως, να επακολουθήσει της διαδικαστικής πράξης της άσκησης της αγωγής ή των ενδίκων μέσων, ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο κατά την εκδίκαση της σχετικής υπόθεσης (άρθρο 73 ΚΠολΔ) στο πλαίσιο της έρευνας της διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας προς το δικολογείν, αφού πρόκειται για θέμα αναγόμενο στη δημόσια τάξη, δοθέντος ότι με αυτές σκοπείται η αποτροπή διεξαγωγής ανώφελων δικών για το δήμο (ΑΠ 842/2013, 1733/2012).
Εξ άλλου από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 312 παρ.1, 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι από τη γενομένη στη δικαστική απόφαση, στο προεισαγωγικό τμήμα της, μνεία ότι για κάποιο από τα διάδικα μέρη παρέστη ο αναφερόμενος σ’ αυτήν πληρεξούσιος δικηγόρος του και από τη βεβαίωση στο κύριο σώμα της απόφασης ότι το δικαστήριο δίκασε κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό εκείνου, δηλαδή του ως άνω παραστάντος κατά το άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού πληρεξουσίου του εκπροσωπηθέντος από αυτόν διαδίκου, δεδομένου ότι η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε το δικαστήριο, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, να εξετάσει αυτεπαγγέλτως.
Το περιεχόμενο δε αυτό της απόφασης μπορεί κατ’ άρθρο 312 παρ.2 του ΚΠολΔ, να ανατραπεί με το πρακτικό της συζήτησης ή με την προσβολή της απόφασης ως πλαστής (ΑΠ 254/2016, ΑΠ 1875/2013, AΠ 594/2010, ΑΠ 1115/2009, ΑΠ 1091/2005). Και ναι μεν κατά το άρθρο 16 του Ν. 2690/1990 "Κύρωση του Κώδικα Διοικητικής διαδικασίας και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α 45) ορίζεται ότι η διοικητική πράξη είναι έγγραφη, αναφέρει την εκδούσα αρχή και τις εφαρμοζόμενες διατάξεις, φέρει δε χρονολογία, καθώς και την υπογραφή του αρμοδίου οργάνου, πλην όμως η ρύθμιση αυτή δεν αποκλείει τη σιωπηρή έγκριση της ήδη ασκηθείσας από δικηγόρο διαδικαστικής πράξης, όπως είναι η άσκηση αγωγής, εφόσον αυτή εμπεριέχεται στην εν συνεχεία έγγραφη απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής να παράσχει εντολή και πληρεξουσιότητα στο δικηγόρο να παραστεί κατά την εκδίκαση αυτής και υποστηρίξει ενώπιον των δικαστηρίων τα συμφέροντα του δήμου, χωρίς να απαιτείται επί πλέον η λήψη ρητής απόφασης από τη δημαρχιακή επιτροπή που να εγκρίνει την εν λόγω άσκηση (ΟλΣτΕ 2757/1994, ΟλΣτΕ 996/1994, ΑΠ 254/2016, ΑΠ 2110/2014).
Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Στη προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα εξής: "Ο εναγόμενος Δήμος Αμαρουσίου [αναιρεσείων], δυνάμει της υπ’ αριθ. ...5.2001 απόφασης της Δημαρχιακής του Επιτροπής, ανέθεσε στον ενάγοντα, ήδη εκκαλούντα, ο οποίος είναι δικηγόρος Αθηνών [αναιρεσίβλητο], την εντολή και πληρεξουσιότητα για παράσταση και εκπροσώπηση προς υποστήριξη των συμφερόντων του, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την δικάσιμο της 8.6.2001, επί της από 10.2.2001 (αρ.κατ. .../2001) αίτησης του για τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδος αποζημίωσης, λόγω απαλλοτρίωσης εδαφικής έκτασης 14.995 τμ με τα επικείμενα αυτής.
Η συζήτηση της αίτησης ματαιώθηκε κατά τη παραπάνω ορισθείσα δικάσιμο και με την από 20.6.2001 (αρ. κατ. ...2001) κλήση του ενάγοντος επαναφέρθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο της 16.11.2001, οπότε ο ενάγων, δυνάμει σχετικής εντολής που έλαβε με την 166/17.10.2001 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής του εναγομένου παραστάθηκε και εκπροσώπησε αυτόν κατά τη συζήτηση, καταθέτοντας και τις από 16.11.2001 προτάσεις, συνταχθείσες από τον ίδιο.
Η ως άνω αίτηση καθορισμού προσωρινής τιμής μονάδας είχε συνταχθεί και κατατεθεί στις 19.4.2001 ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών από τον ενάγοντα δικηγόρο. Επί της ως άνω αιτήσεως, που συνεκδικάσθηκε με την ασκηθείσα από το εκεί καθού ανταίτηση, εκδόθηκε η υπ’ άριθ.129/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία καθορίσθηκε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης της απαλλοτριωθείσας εδαφικής έκτασης.
Ακολούθως ο εναγόμενος Δήμος ανέθεσε και πάλι στον ενάγοντα, με την 10/5.2.2003 απόφαση της Δημαρχιακής Επιτροπής, την εντολή και πληρεξουσιότητα για παράσταση και εκπροσώπησή του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών την 28.1.2003, κατά τη συζήτηση της αίτησης για τον καθορισμό οριστικής τιμής αποζημίωσης λόγω της απαλλοτρίωσης.
Κατά την ως άνω δικάσιμο η συζήτηση αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 14.10.2003, οπότε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης παραστάθηκε, για λογαριασμό του εναγομένου ο ενάγων, ο οποίος κατέθεσε και τις συνταχθείσες από τον ίδιο από 14.10.2003 προτάσεις. Επί της πιο πάνω, από 14.10.2002 αιτήσεως, η οποία είχε επίσης συνταχθεί και κατατεθεί στο Εφετείο Αθηνών στις 16.7.2002 (αρ. .../2002) από τον ενάγοντα, εκδόθηκε η υπ’ αρ. 8053/2003 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, η οποία καθόρισε συνολικό ποσό αποζημίωσης για την απαλλοτριουμένη εδαφική έκταση, μετά των επικειμένων της, ύψους 7.047.650 ευρώ.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά τη κατάθεση των παραπάνω από 10.2.2001 και από 10.7.2002 αιτήσεων καθορισμού προσωρινής και οριστικής, αντίστοιχα, τιμής μονάδας αποζημίωσης για την ως άνω απαλλοτρίωση, δεν είχε χορηγηθεί στον ενάγοντα η πληρεξουσιότητα, πλην όμως ο εναγόμενος Δήμος με το να δώσει, με τις προαναφερόμενες αποφάσεις της δημαρχιακής του επιτροπής, εντολή στον ενάγοντα να παρασταθεί στα άνω δικαστήρια κατά τη συζήτηση των αιτήσεων που είχαν ασκηθεί προηγουμένως, ενέκρινε και τις διαδικαστικές αυτές πράξεις για τη σύνταξη και κατάθεση αυτών (...) και επομένως θεραπεύτηκε κάθε τυχόν ακυρότητα των εν λόγω διαδικαστικών πράξεων του ενάγοντος, ενώ για την ενέργεια αυτών δεν ήταν αναγκαία η εντολή του δημάρχου.
Εξάλλου, όσον αφορά ειδικότερα την παράσταση και εκπροσώπηση του εναγομένου Δήμου από τον ενάγοντα στο Εφετείο Αθηνών κατά την μετ’ αναβολή δικάσιμο της 14.10.2003, για την οποία πράγματι δεν είχε χορηγηθεί στον τελευταίο σχετική εντολή με απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής του εναγομένου, πρέπει να σημειωθεί ότι, εφόσον στην 8053/2003 απόφαση του άνω δικαστηρίου, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της, γίνεται μνεία ότι για τον εκεί αιτούντα (ήδη εναγόμενο Δήμο) παρέστη ο ενάγων, παρέχεται πλήρης απόδειξη για το διορισμό του τελευταίου, κατ’ άρθρο 96 ΚΠολΔ, ως δικαστικού (του εναγομένου) πληρεξουσίου, για τη διεξαγωγή της δίκης εκείνης (δεδομένου ότι η συνδρομή της δικαστικής πληρεξουσιότητας είναι γεγονός την αλήθεια του οποίου όφειλε το δικαστήριο να εξετάσει αυτεπαγγέλτως), η οποία δεν επιδέχεται πλέον αμφισβήτηση, εφόσον ο εναγόμενος δεν προέβαλε ισχυρισμό ανατροπής του περιεχομένου της ως άνω απόφασης ή την προσβολή αυτής ως πλαστής.
Επομένως δεν συντρέχει περίπτωση άσκησης από τον ενάγοντα δικαστικών ενεργειών χωρίς πληρεξουσιότητα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος. Για τις ως άνω ενέργειές του ο ενάγων δεν αμείφθηκε, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο και επομένως, εφόσον δεν υπήρχε ειδική συμφωνία, δικαιούταν κατ’ αρχήν αμοιβή, η οποία υπολογίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 98, 100 παρ.1, 107, 111 και 114 παρ.5 του ν.δ. 3026/1954 "περί του Κώδικος Δικηγόρων" επί της αξίας του αντικειμένου της δίκης, που ταυτίζεται με την οριστικά προσδιορισθείσα αποζημίωση προς 3%, από το οποίο 2% για τη σύνταξη των αιτήσεων προσωρινού και οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης και 1% για τη σύνταξη και κατάθεση προτάσεων (ΑΠ 1893/2007), δηλαδή 211.429,50 ευρώ (7.047.650 Χ 3%)".
Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε το σχετικό λόγο εφέσεως του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου και την έφεση κατ’ ουσίαν, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η οποία είχε απορρίψει ως αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσιβλήτου για επιδίκαση της αμοιβής του για τις ως άνω δικαστικές ενέργειές του (με το αιτιολογικό ότι δεν είχε αυτός τη σχετική εντολή από την δημαρχιακή επιτροπή προς τούτο), και δικάζοντας την αγωγή δέχθηκε αυτή εν μέρει κατ’ ουσίαν και επεδίκασε, κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου, το ήμισυ (50%) του ως άνω ποσού, από 105.714,75 ευρώ ως αμοιβή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου.
Με την κρίση του αυτή, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθώς ερμήνευσε κι εφάρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2 στοιχ. ι, 114 παρ.1 στοιχ. α του Π. Δ/τος 410/1996 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 94 παρ.1, 96 παρ.1 και 2, 97, 98, 104 του ΚΠολΔ, 238, 648, 713 του ΑΚ και δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 16 του Ν. 2690/1999 σε σχέση με το κρίσιμο ζήτημα της ύπαρξης εντολής και πληρεξουσιότητας του αναιρεσίβλητου, για τη σύνταξη και κατάθεση της αγωγής και τη σύνταξη των προτάσεων.
Τούτο διότι, με βάση τις παραδοχές της απόφασης ο αναιρεσείων Δήμος με το να δώσει την εντολή στον αναιρεσίβλητο να παρασταθεί κατά τη συζήτηση της κάθε αίτησης για τον καθορισμό αντίστοιχα προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης λόγω απαλλοτρίωσης, οι οποίες είχαν συνταχθεί και ασκηθεί προηγουμένως από τον αναιρεσίβλητο, δυνάμει των αναφερομένων σ’ αυτήν (εγγράφων) αποφάσεων της δημαρχιακής του επιτροπής, ενέκρινε και τις διαδικαστικές αυτές πράξεις για τη σύνταξη και την κατάθεσή τους στις οποίες είχε προβεί ο ενάγων δικηγόρος και συνακόλουθα θεραπεύτηκε κάθε τυχόν ακυρότητα των διαδικαστικών πράξεων του αναιρεσίβλητου.
Εξάλλου η χορήγηση εντολής στον αναιρεσίβλητο να παραστεί κατά την εκδίκαση των πιο πάνω αιτήσεων στο δικαστήριο περιλαμβάνει και την από αυτόν σύνταξη προτάσεων που θα κατατεθούν κατά τη συζήτηση των αιτήσεων αυτών, ανεξαρτήτως του εάν κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο χώρησε αναβολή της συζήτησης.
Σε κάθε δε περίπτωση εφόσον, κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, οι δίκες επί των οποίων παραστάθηκε ο αναιρεσίβλητος και για τη συμμετοχή του σ’ αυτές ζήτησε με την ένδικη αγωγή την αμοιβή του, όπως και δεν αμφισβητείται από τον αναιρεσείοντα, διεξήχθησαν κατ’ αντιμωλία των διαδίκων, παρέχεται πλήρης απόδειξη για το διορισμό του αναιρεσιβλήτου, κατ’ άρθρο 96 του ΚΠολΔ, ως δικαστικού (του αναιρεσείοντος) πληρεξουσίου από τον εκπροσωπούντα το Δήμο δήμαρχο αυτού, για τη διεξαγωγή των δικών εκείνων, η οποία δεν επιδέχεται πλέον αμφισβήτηση, εφόσον ο αναιρεσείων Δήμος δεν προέβαλε ισχυρισμό ανατροπής του περιεχομένου των αποφάσεων εκείνων με βάση τα πρακτικά της συζήτησης εκάστης ή την προσβολή αυτών ως πλαστών.
Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Ο δε τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το επικουρικό του σκέλος, ότι ουδέποτε χορηγήθηκε από τον δήμαρχο που εκπροσωπούσε τον αναιρεσείοντα Δήμο πληρεξουσιότητα στον αναιρεσίβλητο κατά την εκδίκαση των πιο πάνω υποθέσεων, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού πλήττει την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου ως προς την εκπροσώπηση του δήμου από τον αναιρεσίβλητο, ως πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού κατά την εκδίκαση των ως άνω υποθέσεων, έχοντα συνεπώς σχετική προς τούτο πληρεξουσιότητα (άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 παρ. 2, 118 εδ. 4 και 216 παρ 1 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για το ορισμένο της αγωγής (ή ανταγωγής), πρέπει, το δικόγραφο αυτής, εκτός από άλλα στοιχεία, να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο και ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, σε τρόπο που να παρέχεται στον εναγόμενο η ευχέρεια της άμυνας και στο δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο αυτής.
Όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται τα πιο πάνω στοιχεία ή όταν αυτά περιέχονται κατά τρόπο ελλιπή ή ασαφή, τότε η έλλειψη αυτή καθιστά μη νομότυπη την άσκησή της, επιφέρει δε την απόρριψή της ως απαράδεκτης, λόγω της αοριστίας, είτε αυτεπαγγέλτως, είτε κατόπιν προβολής σχετικού ισχυρισμού από τον εναγόμενο.
Η αοριστία δε αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλων εγγράφων της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1864/2011, σχετ. ΑΠ 862/2015, AΠ 291/2015). Εξ άλλου από τον συνδυασμό των άρθρων 522, 524 παρ.1, 525, 526 και 536 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ερευνά στο πλαίσιο της έφεσης και των προσθέτων λόγων, αν κατ’ ορθή εφαρμογή του νόμου το κατώτερο δικαστήριο έκρινε ορθά ή όχι.
Περαιτέρω η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο κρίνοντας αυτήν ως αόριστη ή αντίθετα αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη.
Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ.
α’ και β’ ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν’ αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων Δήμος προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι εσφαλμένως απέρριψε ως αβάσιμο τον προταθέντα ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου με τις προτάσεις του ως εφεσίβλητου ισχυρισμό περί αοριστίας της ένδικης αγωγής, για το λόγο ότι στο οικείο δικόγραφο δεν γινόταν μνεία περί της δημοσίευσης της με αριθμό 86/2001 απόφασης της δημαρχιακής επιτροπής του Δήμου …, δυνάμει της οποίας κατά τα εκτιθέμενα στο οικείο δικόγραφο ανατέθηκε στον αναιρεσίβλητο η πληρεξουσιότητα για την εκπροσώπηση του Δήμου κατά τη συζήτηση της από 10.2.2001 αίτησης (για τον προσδιορισμό της προσωρινής τιμής μονάδας αποζημίωσης της απαλλοτριωθείσας έκτασης) , ούτε περί του χρόνου και τρόπου δημοσίευσης της με αριθμό ...
απόφασης της δημαρχιακής επιτροπής του ..., για την οποία, αντιθέτως, γινόταν μνεία περί δημοσίευσης αυτής, δυνάμει της οποίας κατά τα εκτιθέμενα στο οικείο δικόγραφο ανατέθηκε στον αναιρεσίβλητο η πληρεξουσιότητα για την εκπροσώπηση του Δήμου κατά τη συζήτηση της αίτησης για τον προσδιορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης της απαλλοτριωθείσας έκτασης.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι η δημοσίευση ατομικής διοικητικής πράξης, ως προαπαιτούμενο για τη τελείωσή της στις περιπτώσεις που τούτο ορίζει ο νόμος, σύμφωνα με το άρθρο 18 παρ.1 του Ν. 2690/1990, δεν συνιστά στοιχείο της ιστορικής βάσης της ένδικης αγωγής, αλλά η έλλειψη δημοσίευσης αυτής συνιστά στοιχείο σχετικού ισχυρισμού του εναγομένου Δήμου που μάχεται υπέρ της ακυρότητας αυτής, ο οποίος πρέπει να προβληθεί νομοτύπως.
Το ίδιο ισχύει αναφορικά με τη τήρηση της διαδικασίας του άρθρου 177 επόμ. του Π. Δ/τος 410/1995 που αφορά τον έλεγχο νομιμότητας των πράξεων των δημοτικών και κοινοτικών συμβουλίων και των λοιπών συλλογικών οργάνων των ΟΤΑ από την προβλεπομένη στη διάταξη αυτή Επιτροπή. Κατά τη διάταξη του αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο σχετικός λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος δηλαδή οι ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συνιστούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997).
Για να στοιχειοθετηθεί ο λόγος για μη λήψη υπόψη προταθέντων ισχυρισμών, πρέπει αυτοί να έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι να είναι σε θέση να οδηγήσουν, ενόψει του εφαρμοστέου εκάστοτε κανόνα δικαίου, στην ικανοποίηση του υποβληθέντος αιτήματος ή, κατ’ άλλη έκφραση να έχουν επίδραση στο διατακτικό (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 14/2004).
Ο ανωτέρω λόγος δεν ιδρύεται όμως εάν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 12/1991), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 148/2009, σχετ. ΟλΑΠ 11/1996). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 527 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στη πρωτόδικη δίκη, το δε απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως.
Ο κανόνας αυτός αποτελεί εκδήλωση της κατά το άρθρο 269 παρ.1 του ιδίου Κώδικα αρχής του άνευ επικουρίας δικάζεσθαι. Κατ’ εξαίρεση όμως της πιο πάνω απαγόρευσης, κατά τον αριθμό 1 της διάταξης αυτής είναι επιτρεπτή η προβολή των εν λόγω ισχυρισμών για πρώτη φορά στο Εφετείο, πολύ δε περισσότερο η επαναφορά τους στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο εάν αυτοί είχαν προβληθεί, έστω απαραδέκτως, στο πρώτο βαθμό, όταν τους προβάλλει ο εναγόμενος (ή ο ενάγων), ως εφεσίβλητος προς απόκρουση της κατ’ αυτού ασκηθείσας έφεσης και προς διατήρηση του διατακτικού της εκκαλουμένης από τον αντίδικό του απόφασης (ΑΠ 1143/2015, ΑΠ 865/2015, ΑΠ 773/2007, ΑΠ 352/2004) και μάλιστα χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 269 του ΚΠολΔ (ΑΠ 288/1980), η συνδρομή των οποίων (περιορισμών) συνιστά άλλο λόγο εξαίρεσης από τον πιο πάνω κανόνα, κατ’ εφαρμογή του αριθμού 3 της πιο πάνω διάταξης .
Τέλος κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση ή γ) για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ελέγχεται η νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ’ όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 183/2014, ΑΠ 111/2009).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον από το αριθμό 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τρίτο λόγο αναίρεσης κατά το κύριο αυτού σκέλος, ο αναιρεσείων Δήμος, επικαλούμενος τη ρύθμιση του άρθρου 177 του Π. Δ/τος 410/1995 που αφορά την άσκηση ελέγχου νομιμότητας όλων των πράξεων των κοινοτικών και συλλογικών συμβουλίων και των συλλογικών οργάνων των ΟΤΑ και προβλέπει τη για το λόγο αυτό αποστολή τους στον Περιφερειακό Διευθυντή εντός προθεσμίας δέκα (10) ημερών από τη συνεδρίαση με αντίγραφο του αποδεικτικού δημοσίευσης και εκείνη του άρθρου 180 του ιδίου Διατάγματος που προβλέπει ειδικά για τις πράξεις της δημαρχιακής επιτροπής την εντός της ιδίας προθεσμίας αποστολή τους στον Περιφερειακό διευθυντή μαζί με αποδεικτικό δημοσίευσής τους, προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι ουδέν διέλαβε περί του ισχυρισμού του που είχε προτείνει με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο περί αοριστίας της αγωγής για το λόγο ότι δεν γίνεται μνεία στο οικείο δικόγραφο περί δημοσίευσης των με αριθ. 86/2001 και ...
αποφάσεων της δημαρχιακής επιτροπής, ούτε άλλωστε προκύπτει κάτι τέτοιο. Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο αυτού σκέλος είναι αβάσιμος, διότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με ιδία σκέψη έκρινε την αγωγή επαρκώς ορισμένη και ως εκ τούτου έλαβε υπόψη του τον εν λόγω περί αοριστίας ισχυρισμό και τον απέρριψε εκ του πράγματος, κατά δε το δεύτερο αυτού σκέλος ως αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν προβάλλει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ισχυρισμό περί μη δημοσίευσης των εν λόγω αποφάσεων της δημαρχιακής επιτροπής, τον οποίο να προέβαλε στο εφετείο.
Με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της χώρας, εφόσον δεν προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων και δεν παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη", με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 ότι "καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει" και με τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 1 του Συντάγματος, όπως τούτο ισχύει μετά την αντικατάσταση του κατά την αναθεώρηση του Συντάγματος 1975 με το από 6/17 Απριλίου Ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής, ότι "τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του κράτους.
Όλα τα κρατικά όργανα υποχρεούνται να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη και αποτελεσματική άσκηση τους. Τα δικαιώματα αυτά ισχύουν και στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών στις οποίες προσιδιάζουν. Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα, είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι αποδέκτης της επιταγής για σεβασμό της αρχής της αναλογικότητας είναι τόσο ο κοινός νομοθέτης που θεσπίζει περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων με νόμο σύμφωνα με την συνταγματική επιταγή υπέρ αυτού (νομοθέτη), όσο και ο δικαστής, ο οποίος το μεν οφείλει να ελέγχει αν η αρχή αυτή έχει τηρηθεί κατά τη θέσπιση κανόνα δικαίου και σε αρνητική περίπτωση να αρνείται την εφαρμογή του νόμου ως αντισυνταγματικού, το δε να την εφαρμόζει, ως δεσμευτική δικαιϊκή αρχή στις μεταξύ των διαδίκων σχέσεις (ΟλΑΠ 9/2015).
Η εν λόγω δε αρχή, η οποία κατατείνει στην εκλογίκευση των επαχθών παρεμβάσεων της κρατικής εξουσίας στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα του ανθρώπου ως πολίτη, παραβιάζεται όταν η συγκεκριμένη κρατική παρέμβαση δεν είναι α) πρόσφορη (κατάλληλη) για την επίτευξη του σκοπού που επιδιώκεται με αυτήν, β) αναγκαία για την επίτευξη του εν λόγω σκοπού, με την έννοια ότι το αυτό αποτέλεσμα δεν μπορεί να επιτευχθεί με ένα ανώδυνο ή ηπιότερο μέσο και γ) αναλογική υπό στενή έννοια, δηλαδή να τελεί σε εσωτερική αλληλουχία προς τον επιδιωκόμενο σκοπό ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην είναι ποιοτικά και ποσοτικά κατώτερη από τη βλάβη που προκαλείται (Ολ ΑΠ 9/2015, ΟλΑΠ 5/2013).
Εξ άλλου, στον προϊσχύσαντα Κώδικα Δικηγόρων (Ν.Δ/μα 3026/1954 όπως έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί), που έχει εν προκειμένω εφαρμογή, ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι ο δικηγόρος είναι άμισθος δημόσιος υπάλληλος διοριζόμενος με υπουργική απόφαση, υπάγεται σε πειθαρχική εξουσία ασκούμενη κατά τις διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων και ότι πριν από την έναρξη της άσκησης των καθηκόντων του υποχρεούται να δώσει τον όρκο της υπηρεσίας του ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου και να εγγραφεί στο μητρώο ενός από τους υπάρχοντες δικηγορικούς συλλόγους του Κράτους (άρθρα 1, 20 και 22).
Έργο του δικηγόρου είναι να αντιπροσωπεύει και υπερασπίζει τον εντολέα του ενώπιον οποιουδήποτε δικαστηρίου και αρχής ενεργώντας ελεύθερα και ανεμπόδιστα κάθε αναγκαία πράξη γι’ αυτό (άρθ. 39 παρ. 1). Κατά την άσκηση του λειτουργήματος οφείλει να εκτελεί την ανατιθέμενη σ’ αυτόν εντολή ευσυνειδήτως και επιμελώς (άρθ. 46 παρ. 1).
Από τις διατάξεις αυτές του δικηγορικού Κώδικα προκύπτει ότι το δικηγορικό επάγγελμα είναι μεν ελεύθερο επάγγελμα, έχει όμως παράλληλα και το χαρακτήρα δημοσίου λειτουργήματος συνδεόμενου με το σύστημα απονομής της δικαιοσύνης, δηλαδή μιας από τις τρεις θεμελιώδεις κατά το άρθρο 26 του Συντάγματος κρατικές λειτουργίες (βλ.
σχετικά και την προβλεπόμενη από το Σύνταγμα συμμετοχή δικηγόρων στα ειδικά δικαστήρια των άρθρων 88 παρ. 2 και 99 παρ. 1 αυτού) και υπόκειται, για το λόγο αυτό, σε έντονη ρυθμιστική επέμβαση από το νομοθέτη. Ενόψει της ανωτέρω φύσης του δικηγορικού επαγγέλματος και ειδικότερα της σημαντικής θεσμικά αποστολής των δικηγόρων περί την απονομή της δικαιοσύνης και την αποτελεσματική άσκηση του κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος δικαιώματος για παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια, μπορεί ο κοινός νομοθέτης, επιτρεπτώς κατά το Σύνταγμα, να κρίνει ότι το δημόσιο συμφέρον επιβάλλει την άσκηση του δικηγορικού επαγγέλματος υπό ρυθμίσεις που εξασφαλίζουν την οικονομική αυτοτέλεια όλων των δικηγόρων, ως εγγύηση για την αποτελεσματικότερη και ποιοτικότερη παροχή των υπηρεσιών αυτών προς τον πολίτη.
Τέτοια επιτρεπτή ρύθμιση είναι και η προβλεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 98, 100 παρ. 1 εδ α’ , 107 παρ.1 εδ.α και 114 παρ. 5 του ως άνω Κώδικα των Δικηγόρων, η πρώτη από τις οποίες ορίζει ότι "1. Εν ελλείψει ειδικής συμφωνίας, το ελάχιστον ποσόν της αμοιβής του Δικηγόρου ορίζεται κατά τας διατάξεις των επομένων άρθρων αυξανόμενον κατά την κρίσιν του δικαστού ή του δικαστηρίου, αναλόγως της επιστημονικής εργασίας, της αξίας και του είδους της διεκπεραιωθείσης υποθέσεως, του καταναλωθέντος χρόνου, της σπουδαιότητος της διαφοράς, των ιδιαζουσών αυτή περιστάσεων και εν γένει των καταβληθεισών δικαστικών ή εξωδίκων ενεργειών. 2.
Κατά τον προσδιορισμόν τούτον η αποτίμησις εκάστης πράξεως και ενεργείας δεν δύναται να ορισθή υπό των δικαστηρίων και των δικαστικών αρχών κατωτέρα της εν τοις επομένοις άρθροις", η δεύτερη ότι "Το ελάχιστον όριον της αμοιβής διά την σύνταξιν κυρίας αγωγής ορίζεται εις ποσοστόν 2% επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής", η τρίτη ότι "Δια την σύνταξιν προτάσεων επί της πρώτης συζητήσεως της υποθέσεως, το ελάχιστον όριον της αμοιβής του μεν δικηγόρου του εναγομένου είναι ίσον προς το διά την σύνταξιν της αγωγής κλπ οριζόμενον εν άρθρ. 100 επ., του δε δικηγόρου του ενάγοντος είναι το ήμισυ αυτής" και η τέταρτη ότι "προκειμένου περί αιτήσεως προσδιορισμού αποζημιώσεως απαλλοτριουμένων διά δημοσίαν ανάγκην ή ωφέλειαν ακινήτων, το ελάχιστον όριον της αμοιβής κανονίζεται υπό του άρθρου 100 επί τη βάσει της αξίας των ακινήτων τούτων".
Η ρύθμιση αυτή καθορίζει σε αναλογικό ποσοστό την αποτίμηση κάθε δικηγορικής εργασίας, με βάση το αντικειμενικό κριτήριο της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε και ο δικηγόρος, ως άμισθος δημόσιος λειτουργός, που συμμετέχει στην οικονομική ζωή της χώρας, να μην υποβαθμίζεται και ο εντολέας του, υποχρεούμενος σε πληρωμή της αμοιβής ανάλογα με την οικονομική του δυνατότητα, εκφραζόμενη με την αξία του επιδίκου αντικειμένου, να μην επιβαρύνεται υπέρμετρα.
Η ρύθμιση αυτή είναι σύμφωνη και με την αρχή της αναλογικότητας, ως αναγκαία, πρόσφορη και ανάλογη, ενόψει του ως άνω επιδιωκομένου με αυτήν σκοπού (ΑΠ 254/2016). Επομένως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως απορρίπτοντας τον αντίθετο περί αντισυνταγματικότητας των ανωτέρω διατάξεων του Κώδικα των δικηγόρων και παραβίασης από αυτές της αρχής της αναλογικότητας, κατά το μέρος που δεν θέτουν ανώτατο όριο ως προς τα ελάχιστα όρια της δικηγορικής αμοιβής, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος Δήμο, ορθώς έκρινε.
Συνεπώς ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται από τον αναιρεσείοντα Δήμο στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβίασης των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και ειδικότερα της αρχής της αναλογικότητας κατά την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 100 και 114 παρ. 5 του Κώδικα των Δικηγόρων που παραδεκτώς για πρώτη φορά προβλήθηκε ως ισχυρισμός στο Εφετείο, εφόσον η αντισυνταγματικότητα του νόμου εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως και αφορά τη δημόσια τάξη (ΟλΑΠ 20/2011), είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο ανωτέρω λόγος αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000), δηλαδή αυτές που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων, ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου του αριθμού 1 (ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 2001/2009).
Εξ άλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά, κατά τη διάταξη του άρθρου 111 παρ.2 ΚΠολΔ καμία κύρια ή παρεμπίπτουσα αίτηση για δικαστική προστασία δεν μπορεί να εισαχθεί στο δικαστήριο χωρίς να τηρηθεί προδικασία, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά και κατά τη διάταξη του άρθρου 224 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτη η μεταβολή της βάσης της αγωγής, επιτρέπεται όμως στον ενάγοντα με τις κατατιθέμενες κατά το άρθρ. 237 παρ.1 του ίδιου Κώδικα προτάσεις του στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο να συμπληρώσει, διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται έτσι η βάση της αγωγής του.
Ως βάση της αγωγής, της οποίας δεν επιτρέπεται η μεταβολή, νοείται η ιστορική βάση αυτής, ήτοι το σύνολο των γεγονότων (πραγματικών περιστατικών) επί των οποίων θεμελιώνεται το αίτημα αυτής (ΟλΑΠ 2/1994), [ανεξαρτήτως του δοθέντος από τους διαδίκους νομικού χαρακτηρισμού], χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης (ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 460/2013, ΑΠ 309/2011, ΑΠ 1261/1993).
Μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, η οποία επάγεται το κατά τα ανωτέρω απαράδεκτο, αποτελεί η προσθήκη νέων περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΑΠ 1183/2015). Αυτονόητη προϋπόθεση για την ίδρυση του ανωτέρω από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης είναι στην ως άνω μεταβολή να προέβη ο διάδικος και στη συνέχεια να κρίνει αυτήν παραδεκτή το Δικαστήριο της ουσίας και να την ερευνήσει περαιτέρω.
Σε διαφορετική περίπτωση, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος, αλλά εκείνος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για παρά το νόμο λήψη υπόψη "πραγμάτων" που δεν προτάθηκαν, εφόσον στην έννοια των πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι διάφορες βάσεις της αγωγής (ΑΠ 148/2009, ΑΠ 1765/2005, ΑΠ 50/1992). Δηλαδή ο λόγος αυτός (από τον αριθμό 8) ιδρύεται (και) εάν το δικαστήριο έλαβε υπ’ όψη του γεγονότα που δεν διαλαμβάνονται στο δικόγραφο της αγωγής και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1765/2005).
Δεν συνιστά όμως απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, έστω και αν αυτά δεν συμπίπτουν πλήρως με τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα ή η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 517/2017, ΑΠ 1087/2014, σχετ.
ΑΠ 1854/2011, ΑΠ 1467/2009, ΑΠ 220/2003). Στη προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγω αναίρεσης ο αναιρεσείων Δήμος προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια της ανεπιτρέπτου μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής, συνισταμένης στο ότι, ενώ κατά την αγωγή ο ενάγων ιστορούσε ότι προέβη στη σύνταξη και κατάθεση των από 10.2.2001 και από 10.7.2002 αιτήσεων για τον καθορισμό προσωρινής και οριστικής αντιστοίχως τιμής μονάδας αποζημίωσης της απαλλοτριωθείσας έκτασης κατόπιν δοθείσας σε αυτόν εντολής από τον αναιρεσείοντα Δήμο, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε, με βάση τις παραδοχές αυτής, ότι κατά το χρόνο κατάθεσης των πιο πάνω αιτήσεων δεν είχε χορηγηθεί στον ενάγοντα πληρεξουσιότητα για την άσκηση αυτών από τον εναγόμενο Δήμο, πλην όμως στη συνέχεια με το να δοθεί η εντολή στον ενάγοντα να παρασταθεί στα δικαστήρια κατά τη συζήτηση αυτών με αντίστοιχες αποφάσεις της δημαρχιακής επιτροπής, ο εναγόμενος ενέκρινε τις διαδικαστικές πράξεις για τη σύνταξη και κατάθεση αυτών.
Κατά συνέπεια με τον τρόπο αυτό η προσβαλλομένη απόφαση μετέβαλε απαραδέκτως την ανωτέρω ιστορική βάση της αγωγής, υποπίπτουσα στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια. Με το περιεχόμενο αυτό ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος, αφού με βάση τα εκτιθέμενα δεν ιδρύεται αυτός, εφόσον ο αναιρεσείων Δήμος δεν περιλαμβάνει στην αίτηση αναίρεσης και ισχυρισμό περί ανεπιτρέπτου μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής από τον ενάγοντα και του τρόπου με τον οποίο έλαβε χώρα η ανωτέρω μεταβολή, την οποία με τις παραδοχές του αυτές παρείδε το δικαστήριο της ουσίας.
Σε κάθε δε περίπτωση ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης ερειδόμενος στον αριθμό 8 (και όχι 14) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, διότι η εκ των υστέρων σιωπηρή έγκριση από την δημαρχιακή επιτροπή της σύνταξης και κατάθεσης των από 10.2.2001 και από 10.7.2002 αιτήσεων για τον καθορισμό προσωρινής και οριστικής αντιστοίχως τιμής μονάδας αποζημίωσης της απαλλοτριωθείσας έκτασης με τη παροχή εντολής αυτής προς παράσταση του ενάγοντος δικηγόρου κατά τη συζήτηση αυτών στο δικαστήριο, όπως δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφασή του, συνιστά μη αυτοτελή παραλλαγή του αρχικού αγωγικού ισχυρισμού ότι είχε δοθεί εντολή από τα αρμόδια όργανα του δήμου στον αναιρεσίβλητο για την διενέργεια των πιο πάνω διαδικαστικών ενεργειών και για την εν συνεχεία παράσταση αυτού κατά τη συζήτηση αυτών με αποφάσεις της δημαρχιακής επιτροπής, όπως αυτή (παραλλαγή) ειδικότερα προέκυψε από την αποδεικτική διαδικασία, η οποία δεν αναιρεί την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, ήτοι της δοθείσας εντολής [εντολή από τη δημαρχιακή επιτροπή της άσκησης των πιο πάνω διαδικαστικών ενεργειών, στις οποίες προέβη ο αναιρεσίβλητος για λογαριασμό του αναιρεσείοντος Δήμου, η οποία κατά την παραλλαγή αυτή δόθηκε υπό τη μορφή σιωπηράς έγκρισης], που στηρίζει το αίτημα της αγωγής.
Με τη διάταξη του άρθρου 67 παρ. 2 του Ν. 1416/1984 "Τροποποίηση και συμπλήρωση διατάξεων της δημοτικής και κοινοτικής νομοθεσίας για την ενίσχυση της Αποκέντρωσης και την ενδυνάμωση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης" (ΦΕΚ Α 18) προστέθηκε παράγραφος με αριθμό 3 στη διάταξη του άρθρου 245 του κατά το κρίσιμο χρόνο ισχύοντος Ν. 1188/1981 "Περί κυρώσεως του Κώδικος καταστάσεως προσωπικού των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης" (ΦΕΚ Α 204) που ρυθμίζει τα της σύστασης οργανικών θέσεων δικηγόρων με πάγια αντιμισθία στους δήμους και ιδρύματα αυτών, με το ακόλουθο περιεχόμενο: "Οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται σε δήμους ή ιδρύματα αυτών, παρέχουν τις νομικές τους υπηρεσίες συγχρόνως στους δήμους, στα νομικά πρόσωπα και σε άλλα ιδρύματα των ιδίων δήμων, χωρίς να δικαιούνται ιδιαίτερη αμοιβή".
Η ρύθμιση αυτή με ταυτόσημο περιεχόμενο διατηρήθηκε σε ισχύ ως εδάφιο (γ) και μετά την επαναδιατύπωση του άρθρου 245 με το άρθρο 21 παρ.2 του Ν. 3274/2004 (ΦΕΚ Α 195). Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 190 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο Π.Δ/τος 410/1995 προβλέφθηκε η δυνατότητα σύστασης δημοτικών ή κοινοτικών ιδρυμάτων (όπως π.χ.
νοσοκομείων, βρεφοκομείων, ορφανοτροφείων, γηροκομείων) με απόφαση του δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου και έκδοση σχετικού διατάγματος, με το άρθρο 203 παρ.1 και 4 προβλέφθηκε η δυνατότητα σύστασης και άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου με σκοπό την οργάνωση ορισμένης δημοτικής ή κοινοτικής υπηρεσίας για την καλύτερη ικανοποίηση μίας τοπικής ανάγκης (π.χ.
συστήματος ύδρευσης, φιλαρμονικής, βιβλιοθήκης, μουσείου, γυμναστηρίου, θεάτρου, νεκροταφείου) και με το άρθρο 277 παρ. 1 και 5 προβλέφθηκε η δυνατότητα σύστασης δημοτικών ή κοινοτικών επιχειρήσεων για την εκτέλεση έργων, την παραγωγή αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών με σκοπό την εξυπηρέτηση του κοινού ή την ανάπτυξη δραστηριοτήτων με σκοπό την πραγματοποίηση εσόδων, που αποτελούν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας.
Αντίστοιχες ρυθμίσεις περιέχονταν στις διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα υπό τις κατά καιρούς προηγούμενες μορφές και συγκεκριμένα στις αντίστοιχες διατάξεις των άρθρων 125 (για ίδρυση ιδρυμάτων), 137 (για σύσταση δημοτικών ή κοινοτικών Ν.Π.Δ.Δ.) και 205 (για σύσταση επιχειρήσεων) του Ν. 1065/1980 "Περί κυρώσεως Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος" (ΦΕΚ Α 168), 163, 175 και 246 του Π.Δ/τος 76/1985 (ΦΕΚ Α27) και 174, 187 και 260 του Π.Δ/τος 323/1989 (ΦΕΚ Α 146) που κωδικοποίησαν σε ενιαίο κείμενο νόμου τις κατά καιρούς ισχύουσες ρυθμίσεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα με τις εντωμεταξύ επελθούσες τροποποιήσεις του.
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι η σχετική από το άρθρο 245 παρ.3 του Ν. 1188/1981 υποχρέωση παροχής δικηγορικών υπηρεσιών σε δήμους, νομικά πρόσωπα και ιδρύματα των ιδίων δήμων, χωρίς ιδιαίτερη αμοιβή, αφορά αποκλειστικά και μόνο δικηγόρους που προσλαμβάνονται με πάγια αντιμισθία από δήμους και κοινότητες ή από ιδρύματα αυτών και δεν αφορά δικηγόρους που προσλαμβάνονται με πάγια αντιμισθία από δημοτικές επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν αυτοτελή νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ή από άλλα δημοτικά ή κοινοτικά πρόσωπα άλλης νομικής μορφής.
Εάν ο νομοθέτης, ο οποίος γνώριζε τις πάγιες ρυθμίσεις του κατά καιρούς ισχύσαντος Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα για τη δυνατότητα ίδρυσης νομικών προσώπων από δήμους ή κοινότητες υπό διάφορες νομικές μορφές (Ιδρύματα, ΝΠΔΔ, δημοτικές επιχειρήσεις κ.α.), ήθελε και οι δικηγόροι που προσλαμβάνονται με πάγια αντιμισθία σε δημοτικές ή κοινοτικές επιχειρήσεις να περιλαμβάνονται στη ρύθμιση της παρ.3 του άρθρου 245 του Ν. 1188/1981, θα διατύπωνε διαφορετικά την ανωτέρω ρύθμιση και δεν θα περιόριζε το εύρος αυτής μόνο σε δικηγόρους που απασχολούνται με πάγια αντιμισθία σε δήμους, κοινότητες ή ιδρύματα αυτών, αναφέροντας μάλιστα ότι η παροχή υπηρεσιών, χωρίς ιδιαίτερη αμοιβή αυτών, γίνεται και "...στα άλλα νομικά πρόσωπα...".
Ούτε υφίσταται κενό δικαίου που να δικαιολογεί την ανάλογη εφαρμογή της. Τέλος ο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού δεν ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός αυτός είναι μη νόμιμος, αφού στη περίπτωση αυτή δεν ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 14/2004).
Στη προκειμένη περίπτωση με τον έκτο από τον αριθμό 8 (και όχι και από τον αριθμό 14) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων Δήμος προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα πρωτοδίκως και επαναφερθέντα κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ με τις προτάσεις αυτού ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ισχυρισμό ότι ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος δεν δικαιούται ιδιαίτερης αμοιβής για τις πιο πάνω υπηρεσίες του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 245 παρ.3 του Ν. 1188/1981, ευθέως ή αναλόγως εφαρμοζομένου, διότι από 8 Μαΐου 2000 είχε προσληφθεί ως δικηγόρος με πάγια αντιμισθία ποσού 320.000 δραχμών μηνιαίως και από 1.1.2001 αυξηθείσας σε 465.000 δραχμές μηνιαίως από τη συσταθείσα το έτος 1999 Δημοτική Επιχείρηση Τεχνολογίας του αναιρεσείοντος Δήμου.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αφού σύμφωνα με τα όσα προαναφέρθηκαν, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν είναι νόμιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησης του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκηση του, που θα έχει δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.
Η ως άνω επιχειρούμενη από το δικαιούχο εκ των υστέρων ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης, απαιτείται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ 8/2001). Η ανωτέρω διάταξη του ΑΚ 281 έχει έντονο χαρακτήρα δημόσιας τάξης, εφαρμόζεται δε και επί δικαιωμάτων που απορρέουν από άλλες επίσης δημόσιας τάξης διατάξεις, όπως είναι οι αξιώσεις των δικηγόρων προς καταβολή της ελάχιστης αμοιβής τους για την παροχή των νομικών υπηρεσιών τους που ορίζεται από τις διατάξεις των άρθρων 92 παρ.1, 98 επ.
του Κώδικα περί Δικηγόρων (ΟλΑΠ 33/2005, ΟλΑΠ 34/2005, ΑΠ 976/2011, ΑΠ 853/2010, ΑΠ 1038/2005). Περαιτέρω εάν η ένσταση κατάχρησης δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά αποτελούν χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 88/1980), η μη λήψη δε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ενός ή περισσοτέρων από αυτά στοιχειοθετεί τον ως άνω λόγο αναίρεσης της παρά το νόμο μη λήψης υπόψη προταθέντων ισχυρισμών (ΑΠ 623/2011, ΑΠ 2255/2009, ΑΠ 319/2008, ΑΠ 38/2004).
Εάν όμως και με τη λήψη υπόψη και αυτών των περιστατικών και πάλι δεν στοιχειοθετείται περίπτωσης κατάχρησης δικαιώματος, οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι ουσιώδεις, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και κατά συνέπεια δεν ιδρύεται ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος (ΑΠ 1408/3010, ΑΠ 1854/2007, ΑΠ 1846/2005). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση
του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Στη προκειμένη περίπτωση με τον έβδομο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων Δήμος προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι προκειμένου να απορρίψει την παραδεκτώς προβληθείσα πρωτοδίκως και επαναφερθείσα κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος λήψης από τον αναιρεσίβλητο της δικηγορικής του αμοιβής με βάση τα προβλεπόμενα από τον προϊσχύσαντα Κώδικα περί Δικηγόρων κατώτατα όρια, αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη της το σύνολο των προταθέντων για τη θεμελίωση αυτής πραγματικών περιστατικών, αφετέρου δε διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Ειδικότερα με βάση το προβαλλόμενο λόγο η ανωτέρω εκ του άρθρου 281 του ΑΚ ένσταση αυτού θεμελιωνόταν κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος στο ότι: α) τόσο ο αναιρεσίβλητος, όσο και ο αδελφός του, επίσης δικηγόρος, υιοί Αντιδημάρχου του αναιρεσείοντος Δήμου, οι οποίοι ήταν διορισμένοι δικηγόροι με πάγια αντιμισθία σε χωριστές δημοτικές επιχειρήσεις με μικρό κύκλο δραστηριοτήτων και είχαν παρασταθεί κατά την κατάρτιση μεγάλου αριθμού συμβολαίων αγοράς και πώλησης ακινήτων της Δημοτικής Επιχείρησης Αξιοποίησης Ακίνητης Περιουσίας του ανωτέρω Δήμου, ενώ είχαν χειρισθεί και άλλες υποθέσεις, γνώριζαν ότι, λόγω των σημαντικών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε μετά το έτος 2000 ο Δήμος με οφειλές που κατά το έτος 2007 ανήλθαν σε 280.000.000 ευρώ, καθιστώντας το Δήμο ένα εκ των πλέον υπερχρεωμένων Οργανισμό Τοπικής Αυτοδιοίκησης στη χώρα, σε περίπτωση συνεργασίας του αναιρεσείοντος Δήμου με εξωτερικό δικηγόρο, δυνάμει προφορικής συμφωνίας καταβάλλονταν μόνο τα κάθε φύσεως έξοδα και το γραμμάτιο προείσπραξης του Δ.Σ.Α, β) ο αναιρεσίβλητος αν και γνώριζε ότι δεν είχαν εκδοθεί αποφάσεις της δημαρχιακής επιτροπής προς σύνταξη και κατάθεση από αυτόν των πιο πάνω αιτήσεων προσδιορισμού της προσωρινής και οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης της απαλλοτριωθείσας εδαφικής έκτασης, ουδέποτε διαφώνησε με τη πρακτική αυτή, ούτε ενημέρωσε σχετικά με τις υπέρογκες αξιώσεις του τον αναιρεσείοντα Δήμο, μολονότι ως δικηγόρος γνώριζε ότι η νόμιμη αμοιβή του ήταν μεγαλύτερη της συμφωνηθείσας, με συνέπεια να δημιουργηθεί στον αναιρεσείοντα η εύλογη πεποίθηση ότι ο αναιρεσίβλητος δεν θα επεδίωκε μεγαλύτερη αμοιβή και μάλιστα τη προβλεπομένη από τον Κώδικα δικηγόρων, γ) αφού ο ίδιος εξασφάλισε την ανάθεση σε αυτό της υπόθεσης, όντας υιός αντιδημάρχου, παρέλειψε να ενημερώσει τον αναιρεσείοντα για τις αξιώσεις του αυτές, συνεχίζοντας επί οκταετία να χειρίζεται υποθέσεις του Δήμου, και άσκησε την ένδικη αγωγή την τελευταία ημέρα πριν την συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, ενώ εάν ενημέρωνε τον αναιρεσείοντα, ο τελευταίος θα ανέθετε την υπόθεση σε ένα εκ των δύο εμμίσθων δικηγόρων του Δήμου και θα απέφευγε την επιβάρυνση με το ποσό του 1.500.000 ευρώ, στην οποία ανέρχεται κατά τον Κώδικα η αμοιβή του αναιρεσίβλητου και του αδελφού του για τον χειρισμό από αυτούς έξι (6) συνολικά υποθέσεων απαλλοτριώσεων.
Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την ένσταση αυτή ως ουσιαστικά αβάσιμη με το ακόλουθο σκεπτικό: "Στη προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος ισχυρίζεται με τις προτάσεις του ότι ο ενάγων ασκεί καταχρηστικά το επίδικο δικαίωμα του, δεδομένου ότι, όπως αναφέρει, αυτός ως έμμισθος δικηγόρος από το έτος 2000 της Δημοτικής Επιχείρησης Τεχνολογίας, η οποία όμως έχει αυτοτελή νομική προσωπικότητα, γνώριζε ότι εξαιτίας των τεράστιων οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε από το έτος 2000 ο Δήμος, σε περίπτωση συνεργασίας με εξωτερικό συνεργάτη - δικηγόρο η αμοιβή του τελευταίου συνίστατο αποκλειστικά και μόνο, βάσει σχετικής προφορικής συμφωνίας, στην καταβολή κάθε φύσεως εξόδων και του γραμματίου προείσπραξης Δ.Σ.Α.
ουδέποτε διαφώνησε με τη πάγια αυτή τακτική του Δήμου, ούτε ποτέ έκανε λόγο για επιπρόσθετη αμοιβή, μολονότι δε γνώριζε, ως δικηγόρος, ότι η νόμιμη αμοιβή του ήταν μεγαλύτερη της συμφωνηθείσας ουδέποτε τον ενημέρωσε σχετικά και έτσι, με τη συμπεριφορά του αυτή, δημιούργησε σε αυτόν (εναγόμενο) την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα επεδίωκε μεγαλύτερη αμοιβή, αφού συνέχισε επί οκταετία να χειρίζεται υποθέσεις του Δήμου, χωρίς ποτέ να κάνει λόγο περί διεκδίκησης αμοιβής του από την άνω αιτία, ασκώντας την ένδικη αγωγή τη τελευταία ημέρα της παραγραφής.
Δεν αποδείχθηκε όμως ότι ο ενάγων επέδειξε συμπεριφορά που να δημιουργήσει στους εκπροσώπους του εναγομένου την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει την επίδικη αξίωσή του και ότι αυτός αποδέχθηκε την ως άνω επικαλουμένη από τον εναγόμενο άτυπη συμφωνία, ότι λόγω οικονομικής στενότητας, οι αμοιβές των συνεργαζομένων με αυτόν δικηγόρων δεν θα υπερβαίνουν το ποσό των εξόδων και της σχετικής προείσπραξης.
Αντίθετα αποδείχθηκε από τις καταθέσεις των τριών μαρτύρων του ενάγοντος, που περιέχονται στις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις, ότι αυτός, μη έχοντας λάβει ούτε τα έξοδά του, είχε ζητήσει κατά καιρούς να του καταβληθεί η προβλεπομένη από το νόμο νόμιμη αμοιβή για τις ως άνω ενέργειές του, και ουδέποτε αυτός (ενάγων) παραιτήθηκε ρητά ή σιωπηρά από τη νόμιμη αμοιβή του, δηλαδή συμπεριφορά που να καθιστά τη μετέπειτα άσκηση της επίδικης αξίωσή του καταχρηστική.
Επομένως η ως άνω ένσταση, που παραδεκτά προβάλλεται από τον εφεσίβλητο - εναγόμενο, είναι απορριπτέα ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη". Με το περιεχόμενο αυτό η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει επαρκείς αιτιολογίες για την απόρριψη της προβληθείσας από τον αναιρεσείοντα Δήμο ένστασης κατάχρησης δικαιώματος, δεν ήταν δε αναγκαία για τη πληρότητα αυτής η μνεία του χρόνου, τρόπου και οργάνου προς το οποίο κατά καιρούς απευθύνθηκε ο αναιρεσίβλητος, αιτούμενος τη καταβολή της νόμιμης αμοιβής του.
Περαιτέρω η συγγενική αυτού σχέση με τον Αντιδήμαρχο πατέρα του και με τον επίσης δικηγόρο αδελφό του, ο διορισμός αυτών ως δικηγόρων με πάγια αντιμισθία σε δημοτικές επιχειρήσεις, ο χειρισμός από αυτόν υποθέσεων της Δημοτικής Επιχείρησης Αξιοποίησης Ακινήτων του ..., το ύψος της απαιτουμένης συνολικά για τον αναιρεσείοντα δαπάνης προς καταβολή της αμοιβής του αναιρεσίβλητου και του αδελφού του από το χειρισμό υποθέσεων απαλλοτριώσεων σε συνδυασμό προς το ύψος των χρεών του Δήμου προς τρίτους και η άσκηση της ένδικης αγωγής την τελευταία ημέρα πριν την συμπλήρωση του χρόνου παραγραφής, δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, τα οποία συνολικώς εκτιμώμενα καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του επίδικου δικαιώματος του αναιρεσίβλητου, ως προφανώς υπερβαίνουσα τα κατ’ άρθρο 281 του ΑΚ τασσόμενα όρια, ενώ η επικαλουμένη πρακτική της καταβολής μόνο των εξόδων πλέον του γραμματίου προείσπραξης σε συνεργαζόμενους με τον αναιρεσείοντα εξωτερικούς συνεργάτες - δικηγόρους, λόγω οικονομικής στενότητας, δεν καθιστά ουσιώδη τον σχετικό ισχυρισμό, εφόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι μεταξύ των διαδίκων δεν καταρτίσθηκε σχετική προφορική συμφωνία, αφού ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε αποδέχθηκε τη πρακτική αυτή, ούτε επέδειξε συμπεριφορά ικανή να δημιουργήσει στον αναιρεσείοντα Δήμο την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει τις αξιώσεις του.
Συνεπώς ο από τους αριθμούς 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έβδομος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αβάσιμος. Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β του ΚΠολΔ ορίζεται ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Στη προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο και τελευταίο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων Δήμος προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση τη πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη της την με αριθ. 8053/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την οποία μάλιστα ρητώς μνημονεύει στο σκεπτικό της, αν και ο ενάγων και τότε εκκαλών δεν επικαλέσθηκε, ούτε προσεκόμισε κατά τη δευτεροβάθμια δίκη την εν λόγω απόφαση.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει από την επισκόπηση των ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου προτάσεων του τότε εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου, για τον έλεγχο της βασιμότητας του σχετικού λόγου αναίρεσης από τον Άρειο Πάγο (άρθ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), ο τελευταίος επικαλέσθηκε την ανωτέρω απόφαση ως σχετικό αριθ. 18 (βλ.
σελίδα 4 των προτάσεων αυτού), όπως δε προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλέσθηκαν και προσεκόμισαν και κατά συνέπεια και την πιο πάνω απόφαση (εφόσον δεν γίνεται καμία αναφορά στη προσβαλλομένη απόφαση ότι δεν προσκομίσθηκε η ανωτέρω απόφαση, παρά την επίκληση της) και, επομένως, ουδεμία γεννάται αμφιβολία ότι το έγγραφο αυτό (η 8053/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών) είχε προσκομισθεί στη δευτεροβάθμια δίκη.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων Δήμος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του ΚΠολΔ) στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, μειωμένων κατά το μέτρο του άρθρου 281 παρ. 2 του Ν. 3463/2006 "Κύρωση του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων".
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25.9.2015 αίτηση αναίρεσης της υπ’ αριθ. 576/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα Δήμο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εννεακοσίων (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ