1152/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9116/6-11-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και με την από 3795/29-4-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2823/2000, 9776/2000 μη οριστικές, 4849/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4891/2006 μη οριστική, 568/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-7-2009 αίτησή τους και με τους από 23-7-2010 πρόσθετους λόγους.
Legislator headnote
AI generated1152/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Full text
Απόφαση 1152 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1152/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κων/νο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Γ. Κ. του Κ. και 2. Φ. συζ. Γ. Κ., το γένος Β. Ζ., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Πέτρο Σούπο.
Του αναιρεσίβλητου: Ι. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Πολυμερίδου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9116/6-11-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου και με την από 3795/29-4-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2823/2000, 9776/2000 μη οριστικές, 4849/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4891/2006 μη οριστική, 568/2009 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-7-2009 αίτησή τους και με τους από 23-7-2010 πρόσθετους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 10-3-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνουν στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο με το επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες, για τον υπόχρεο.
Απαιτείται, δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται ιδιαιτέρως επαχθείς για τον ίδιο επιπτώσεις, να τελούν σε ουσιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος (ΟλΑΠ 62/1990).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν ορθώς εφαρμόστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης, με αυτήν το Εφετείο δέχθηκε τ' ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, που πρόβαλαν οι αναιρεσείοντες προς απόκρουση της διεκδικητικής κυριότητας αγωγή του αναιρεσιβλήτου:
Με το .../23-11-1982 δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Παπακωνσταντίνου - Μαλάμη, που μεταγράφηκε νόμιμα, όπως το συμβόλαιο αυτό διορθώθηκε με την .../20-1-1983 πράξη της ίδιας συμβολαιογράφου, που επίσης μεταγράφηκε νόμιμα, η Ε. συζ. Κ. Λ., μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, στον ενάγοντα-εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο γιο της Ι.
Α., την ψιλή κυριότητα ενός οικοπέδου, έκτασης 305,81 τ.μ., μετά της υφιστάμενης σ' αυτό παλαιάς διώροφης οικίας, που βρίσκεται στη θέση "..." της περιφέρειας του Δήμου ... και επί της οδού ... αριθμ. 179, και παρακράτησε για τον εαυτό της την επικαρπία αυτού εφ' όρου ζωής της. Με το .../15-3-1991 προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Αποστολόπουλου, ο ενάγων και η μητέρα του Ε.
Λ. ανέθεσαν στον εργολάβο Ι. Ο. την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής επί του ανωτέρω οικοπέδου τους με το σύστημα της αντιπαροχής και ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν, τμηματικά και ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, ως εργολαβικό αντάλλαγμα στον παραπάνω εργολάβο κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή, είτε σε τρίτα πρόσωπα που εκείνος θα υποδείκνυε, τα 708/1000 εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου τους, τα οποία αντιστοιχούσαν σε συγκεκριμένες οριζόντιες ιδιοκτησίες, όπως αυτές περιγράφονται στο εργολαβικό συμβόλαιο και στην .../15-11-1991 πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας και κανονισμού πολυκατοικίας του ίδιου συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Ρητώς όμως συμφωνήθηκε, με τον 6° όρο του ανωτέρω προσυμφώνου και εργολαβικού συμβολαίου, ότι ο εργολάβος υποχρεούται να παραδώσει τις περιερχόμενες στους οικοπεδούχους οριζόντιες ιδιοκτησίες, που αντιστοιχούσαν στα υπόλοιπα 292/1000 εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου, αποπερατωμένες και κατάλληλες για οίκηση (με το κλειδί) μέσα σε προθεσμία είκοσι τεσσάρων (24) μηνών, τους δε κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, πράγματα και εγκαταστάσεις της οικοδομής σε πλήρη λειτουργία μέσα σε προθεσμία είκοσι έξι (26) μηνών, από την έκδοση της οικοδομικής άδειας.
Με τον ίδιο όρο συμφωνήθηκε επίσης ότι, σε περίπτωση υπερημερίας του εργολάβου επί έξι (6) μήνες, οι οικοπεδούχοι θα δικαιούνται να τον κηρύξουν έκπτωτο του έργου και των δικαιωμάτων του από την εργολαβική σύμβαση και να συνεχίσουν με άλλον εργολήπτη την αποπεράτωση του έργου. Η έκδοση της οικοδομικής άδειας έγινε την 15-10-1991 και έπρεπε, συνεπώς, βάσει του παραπάνω συμβατικού όρου, οι κατά τα άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες των οικοπεδούχων να παραδοθούν στον ενάγοντα, εφόσον η επικαρπώτρια μητέρα του Ε.
Λ. απεβίωσε στις 29-7-1991 και συνενώθηκε η επικαρπία με την ψιλή κυριότητα, αποπερατωμένες και κατάλληλες για οίκηση μέχρι την 15-10-1993 και οι κοινόχρηστοι και κοινόκτητοι χώροι, πράγματα και εγκαταστάσεις της οικοδομής, σε πλήρη λειτουργία μέχρι την 15-12-1993. Μεταξύ των οριζόντιων ιδιοκτησιών, που συμφωνήθηκε να περιέλθουν κατά κυριότητα στον ανωτέρω εργολάβο ή στα πρόσωπα που αυτός θα υποδείκνυε ήταν και α) το υπό στοιχεία Δ-1 διαμέρισμα του τετάρτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, το οποίο αποτελείται από "λίβινγκ-ρουμ", κουζίνα, "οφφίς", τρία υπνοδωμάτια, λουτρό και W.C., έχει επιφάνεια 108 τ.μ.
και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 190/1000 εξ αδιαιρέτου, β) η υπό στοιχεία Υ-2 αποθήκη του υπογείου ορόφου, η οποία αποτελείται από έναν ενιαίο χώρο, έχει επιφάνεια 8 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 6/1000 εξ αδιαιρέτου, και γ) η υπό στοιχεία Υ-1 αποθήκη του υπογείου ορόφου, η οποία αποτελείται από έναν ενιαίο χώρο, έχει επιφάνεια 28 τ.μ.
και ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του οικοπέδου 19/1000 εξ αδιαιρέτου. Τις παραπάνω υπό στοιχεία Δ-1 και Υ-2 οριζόντιες ιδιοκτησίες υποσχέθηκε να πωλήσει ο ανωτέρω εργολάβος στους εναγόμενους-εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στον καθένα τους με το .../18-4-1991 προσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Αποστολόπουλου, αντί του αναγραφομένου στο συμβόλαιο αυτό τιμήματος των 13.900.000 δρχ., στην πραγματικότητα όμως αντί τιμήματος 22.000.000 δρχ., έναντι του οποίου καταβλήθηκε κατά την ημέρα υπογραφής του προσυμφώνου το ποσό των 4.000.000 δρχ.
και το υπόλοιπο πιστώθηκε και συμφωνήθηκε να καταβληθεί σε δόσεις. Το οριστικό συμβόλαιο συμφωνήθηκε να καταρτισθεί μέχρι την 20-1-1992, υπό την προϋπόθεση ότι ο εργολάβος θα δικαιούται να αξιώσει τη μεταβίβαση των ποσοστών που αντιστοιχούν στις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες από τους οικοπεδούχους. Κατά το μήνα Απρίλιο του έτους 1992 ο εργολάβος υποσχέθηκε προφορικά να πωλήσει στους εναγόμενους και την ανωτέρω υπό στοιχεία Υ-1 αποθήκη του υπογείου ορόφου, αντί τιμήματος 4.200.000 δρχ.
Όμως ο εργολάβος δεν τήρησε τις υποχρεώσεις του από το προαναφερόμενο προσύμφωνο και εργολαβικό συμβόλαιο και ειδικότερα δεν αποπεράτωσε πλήρως τις οριζόντιες ιδιοκτησίες του ενάγοντος οικοπεδούχου και τους κοινόχρηστους χώρους της οικοδομής μέχρι τις συμφωνημένες πιο πάνω χρονολογίες παράδοσής τους (15-10-1993 και 15-12-1993, αντίστοιχα), ούτε τις αποπεράτωσε εντός των επόμενων έξι (6) μηνών, αλλά ούτε και μέχρι την 28-2-1996, που αυτός κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης, με την 653/28-2-1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Κατόπιν τούτων ο ενάγων, ο οποίος έως τότε είχε συμπράξει για τη μεταβίβαση σε τρίτους, κατόπιν υπόδειξης του εργολάβου, οριζόντιων ιδιοκτησιών που αναλογούσαν στα 493/1000 εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου, κοινοποίησε στις 13-6-1996 στο σύνδικο της πτώχευσης την από 11-6-1996 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, με την οποία κάλεσε τον τελευταίο να του γνωστοποιήσει μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από την κοινοποίησή της εάν θα συνεχίσει τις εργασίες αποπεράτωσης της οικοδομής για λογαριασμό του πτωχεύσαντος εργολάβου.
Η προθεσμία αυτή παρήλθε άπρακτη και ο ενάγων οικοπεδούχος, με την από 5-7-1996 εξώδικη δήλωσή του, που κοινοποίησε αυθημερόν στο σύνδικο της πτώχευσης, υπαναχώρησε από την εργολαβική σύμβαση, βάσει του προαναφερθέντος 6ου όρου αυτής, με αποτέλεσμα τη λύση της εργολαβικής σύμβασης και την έκπτωση του εργολάβου από τα συμβατικά του δικαιώματα, πράγμα που αναγνωρίσθηκε, κατόπιν σχετικής αγωγής του ενάγοντος οικοπεδούχου, με την 1242/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που έγινε τελεσίδικη με την 2402/2008 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, που απέρριψε την ασκηθείσα κατ' αυτής έφεση.
Μέχρι την υπαναχώρηση από την εργολαβική σύμβαση δεν είχε καταρτισθεί το οριστικό της πώλησης συμβόλαιο για τις παραπάνω οριζόντιες ιδιοκτησίες, που ο εργολάβος είχε προσυμφωνήσει να πωλήσει στους εναγόμενους, και έτσι ο ενάγων οικοπεδούχος παρέμεινε κύριος των οριζόντιων αυτών ιδιοκτησιών. Στο μεταξύ οι εναγόμενοι, οι οποίοι κατά το χρονικό διάστημα από 18-4-1991 έως και 15-1-1995 είχαν καταβάλει έναντι του συμφωνηθέντος τιμήματος στον εργολάβο το συνολικό ποσό των 21.280.000 δρχ., κατόπιν συνεννόησης με τον τελευταίο, προχώρησαν με δική τους δαπάνη, που ανήλθε στο ποσό των 1.000.000 δρχ.
περίπου, στην εκτέλεση ορισμένων πρόσθετων εργασιών στο επίδικο υπό στοιχεία Δ-1 διαμέρισμα και ειδικότερα κατασκεύασαν σ' αυτό τζάκι και τοποθέτησαν είδη υγιεινής καλύτερης ποιότητας από εκείνα που προβλέπονταν στη συγγραφή υποχρεώσεων και το μήνα Ιανουάριο του έτους 1995 εγκαταστάθηκαν στο παραπάνω διαμέρισμα, όπου και διαμένουν έκτοτε μέχρι και την άσκηση της ένδικης αγωγής (25-11-1998), χρησιμοποιώντας συγχρόνως τις επίδικες υπό στοιχεία Υ-1 και Υ-2 αποθήκες ως αποθηκευτικούς χώρους προς εξυπηρέτηση του διαμερίσματος.
Για την κατά τα παραπάνω εγκατάσταση των εναγομένων στις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες διαμαρτυρήθηκε αμέσως ο ενάγων, με την από 14-2-1995 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, που κοινοποίησε τόσο στον εργολάβο όσο και στους εναγόμενους στις 15-2-1995 και κάλεσε τους τελευταίους να αποχωρήσουν από τις οριζόντιες αυτές ιδιοκτησίες και να του παραδώσουν τα κλειδιά τους μέσα σε προθεσμία πέντε (5) ημερών από την κοινοποίηση της πρόσκλησής του αυτής.
Ακολούθως, ο ενάγων μετά την υπαναχώρησή του, στις 5-7-1996, από την εργολαβική σύμβαση, άσκησε εναντίον των εναγομένων την από 22-7-1996 διεκδικητική των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών αγωγή, η οποία απορρίφθηκε ως αόριστη με την 4064/1997 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και στη συνέχεια αυτός άσκησε την ένδικη από 6-11-1998 διεκδικητική αγωγή.
Μετά την άσκηση της πρώτης πιο πάνω αγωγής ο ενάγων κοινοποίησε στις 18-10-1996 στους εναγόμενους την υπό την αυτή ημερομηνία εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία και πρόσκληση, με την οποία διαμαρτυρήθηκε για την περαιτέρω παραμονή των εναγομένων στις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες και την αντιποίηση των δικαιωμάτων του σ' αυτές και κάλεσε εκ νέου τους εναγόμενους να του αποδώσουν ελεύθερες τις ιδιοκτησίες αυτές, ενώ στις καταστάσεις και στους λογαριασμούς κοινοχρήστων δαπανών της πολυκατοικίας ο ενάγων εμφάνιζε τους εναγόμενους, όχι ως ιδιοκτήτες του επιδίκου διαμερίσματος, αλλά ως ενοίκους αυτού, λόγος για τον οποίο οι τελευταίοι σταμάτησαν από του μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 1996 και εφεξής να πληρώνουν τις αναλογούσες στο διαμέρισμα αυτό κοινόχρηστες δαπάνες.
Όμως οι εναγόμενοι, παρότι ο ενάγων είχε ήδη κοινοποιήσει σ' αυτούς την παραπάνω από 14-2-1995 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή του, διέθεσαν στις 18-10-1995 το χρηματικό ποσό των 28.866 δρχ. για τη σύνδεση του επιδίκου διαμερίσματος με το δίκτυο της ΔΕΗ και στις 3-11-1995 το χρηματικό ποσό των 5.857.865 δρχ. για την εξόφληση των οφειλόμενων στο Ι.Κ.Α ασφαλιστικών εισφορών των απασχοληθέντων για την ανέγερση της πολυκατοικίας εργατοτεχνιτών, οι οποίες, βάσει όρου της εργολαβικής σύμβασης, βάρυναν τον εργολάβο, ώστε να αποτρέψουν τον πλειστηριασμό του επιδίκου διαμερίσματος, που επέσπευδε το Ι.Κ.Α, δυνάμει του 6619/70/21.8.1995 προγράμματος αναγκαστικού πλειστηριασμού, προς είσπραξη της παραπάνω απαίτησής του σε βάρος του ενάγοντος ως ιδιοκτήτη του οικοπέδου επί του οποίου αναγειρόταν η πολυκατοικία, ο οποίος μάλιστα προηγουμένως είχε ήδη καταβάλει έναντι της απαίτησης αυτής του Ι.Κ.Α το ποσό των 1.600.000 δρχ.
και στις 24-10-1995 είχε συμφωνήσει με τον εργολάβο να καταβάλει αυτός το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό, όπως είχε υποχρέωση από την εργολαβική σύμβαση, συμφωνία όμως που δεν τήρησε ο τελευταίος, με συνέπεια να καταβάλουν το ποσό αυτό οι εναγόμενοι για να ματαιώσουν τον πλειστηριασμό. Ήδη δε οι τελευταίοι έχουν ασκήσει κατά του ενάγοντος την από 10-10-2000 αγωγή τους για απόδοση του παραπάνω ποσού που κατέβαλαν στο Ι.Κ.Α κατά τις διατάξεις περί διοίκησης αλλότριων, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Προηγουμένως και συγκεκριμένα στις 26-5-1993, ήτοι πριν ακόμη καταστεί υπερήμερος ο εργολάβος, ο πρώτος των εναγομένων, ο ενάγων και οι άλλοι συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας υπέβαλαν κοινή αίτηση στο Δήμο ... για την κατασκευή αγωγού ακαθάρτων υδάτων επί της οδού ..., προκειμένου να γίνει η σύνδεση της πολυκατοικίας με το αποχετευτικό δίκτυο και στις 6-9-1993 ο πρώτος των εναγομένων κατέβαλε στον εν λόγω Δήμο το ποσό των 100.000 δρχ.
για την αναλογούσα στις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες δαπάνη κατασκευής του αγωγού αυτού και τη σύνδεση της πολυκατοικίας με αυτόν. Αντίθετα συμμετοχή των εναγομένων στις δαπάνες των συνιδιοκτητών για τη εγκατάσταση του καυστήρα της πολυκατοικίας και για την τοποθέτηση της πόρτας της κυρίας εισόδου αυτής, δεν αποδείχθηκε.
Ενόψει όλων των παραπάνω ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο ενάγων με τη συμπεριφορά του δημιούργησε σ' αυτούς την πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του για διεκδίκηση των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, αναγνωρίζοντάς τους ως ιδιοκτήτες των ιδιοκτησιών αυτών από τον Απρίλιο του 1991, που καταρτίσθηκε το προσύμφωνο, και συνεχώς έκτοτε, και προτρέποντάς τους να πραγματοποιήσουν τις πιο πάνω δαπάνες, δεν αποδείχθηκε, αφού αντιθέτως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, αμέσως μόλις αντιλήφθηκε την εγκατάσταση των εναγομένων στις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες, ρητώς εναντιώθηκε στην ενέργειά τους αυτή και ζήτησε την άμεση απόδοσή τους σ' αυτόν, άσκησε δε εναντίον τους, χωρίς καθυστέρηση, την προηγούμενη από 22-7-1996 διεκδικητική αγωγή του και μετά την απόρριψη αυτής ως αόριστης την ένδικη αγωγή, ενώ στις καταστάσεις και τους λογαριασμούς κοινοχρήστων δαπανών της πολυκατοικίας εμφάνιζε τους εναγόμενους ως ενοίκους και όχι ως ιδιοκτήτες.
Η δε πραγματοποίηση των δαπανών για την εκτέλεση πρόσθετων εργασιών στο επίδικο διαμέρισμα έγινε από τους εναγόμενους με γνώση τους ότι ο εργολάβος δεν είχε αποκτήσει αξίωση μεταβίβασης των αναλογούντων στις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες ποσοστών εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου, πράγμα που είχε τεθεί και στο προσύμφωνο αγοράς τους ως προϋπόθεση για την κατάρτιση της οριστικής της πώλησης σύμβασης, ενώ η διάθεση από τους εναγόμενους των παραπάνω χρηματικών ποσών για τη σύνδεση του επιδίκου διαμερίσματος με το δίκτυο της ΔΕΗ και για την εξόφληση των οφειλόμενων στο Ι.Κ.Α ασφαλιστικών εισφορών έγινε παρότι είχε ήδη κοινοποιηθεί σ' αυτούς η ως άνω από 14-2-1995 εξώδικη δήλωση του ενάγοντος, με την οποία ο τελευταίος ρητώς εκδήλωνε την αντίθεσή του για την εγκατάστασή τους στις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες και ζητούσε την άμεση απόδοσή τους.
Μόνο δε το επικαλούμενο από τους εναγόμενους γεγονός, ότι ο ενάγων μετά την κατάρτιση του προσυμφώνου κατά μήνα Απρίλιο του 1991 ευχήθηκε σ' αυτούς "καλορίζικο" το διαμέρισμα, ως και το γεγονός ότι υπέβαλαν στις 26-5-1993 κοινή αίτηση με τον ενάγοντα στο Δήμο Μοσχάτου για κατασκευή του προαναφερόμενου αγωγού αποχέτευσης, αντικειμενικά δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν ευλόγως την πεποίθηση στους εναγόμενους ότι αυτός δεν θα ασκούσε το δικαίωμά του για διεκδίκηση των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, αφού τότε ο εργολάβος δεν είχε ακόμη καταστεί υπερήμερος, ούτε είχαν προβάλει οι εναγόμενοι έως τότε έναντι του ενάγοντος οικοπεδούχου δικαιώματα κυριότητας, νομής και κατοχής επί των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών και, συνεπώς, δεν καθιστούν καταχρηστική την άσκηση του ένδικου δικαιώματος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης, που οι αναιρεσείοντες πρόβαλαν παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με λόγο έφεσης ως κατ' ουσίαν αβάσιμη και, στη συνέχεια, απέρριψε το σχετικό πρώτο λόγο της έφεσης αυτών κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε κρίνει ομοίως.
Έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε, με την εσφαλμένη μη εφαρμογή της, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω δεκτά γενόμενα περιστατικά δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της, ενώ δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού επί του ουσιώδους ζητήματος της απόρριψης της ένστασης αυτής διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της εν λόγω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Ενόψει δε των ως άνω παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης δεν ήταν απαραίτητο για τη νομική πληρότητά της η αναφορά περί του "αν κατά την άσκηση του δικαιώματος υπό του αναιρεσιβλήτου υπήρξε ή όχι προφανής υπέρβαση των ορίων ενός ή περισσοτέρων εκ των κριτηρίων της ως άνω διάταξης", όπως αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Επομένως, ο δέκατος λόγος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και οι ένατος και δέκατος, κατά το δεύτερο μέρος τους, λόγοι του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, από τον αριθ.19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται τ' αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
2. - Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 10 περ. β' ΚΠολΔ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να διατάξει απόδειξη γι' αυτά. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά το νόμο αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο) όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον όγδοο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 10 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, μέμφονται το Εφετείο, διότι δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς να διαταχθεί απόδειξη γι' αυτά, ήτοι δέχθηκε "α) την εναντίωση του ενάγοντος στην εγκατάσταση τους στο διαμέρισμα με την από 14-2-1995 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση, β) την μετά την έκπτωση του εργολάβου εκ της συμβάσεως άσκηση εναντίον τους δύο αγωγών, γ) την εμφάνισή τους υπ' αυτού από τον Σεπτέμβριο του 1996 στις καταστάσεις κοινοχρήστων δαπανών της πολυκατοικίας ως ενοίκων και όχι ως ιδιοκτητών, όπως τους εμφάνιζε κατά τον προ της εκπτώσεως χρόνο, όπως τούτο προέκυπτε από την περιεχόμενη στην από 14-2-1995 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση αυτού προς τον εργολάβο και αυτούς ομολογία του, και δ) την περιέλευση του εργολάβου σε υπερημερία.
Όπως όμως προκύπτει από την 9776/2000 προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την οποία ως διαδικαστικό έγγραφο της ίδιας δίκης επιτρεπτώς εκτιμά ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), οι εναγομένοι και ήδη αναιρεσείοντες υποχρεώθηκαν να αποδείξουν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για απόδοση των επίδικων ακινήτων.
Ειδικότερα (οι αναιρεσείοντες) υποχρεώθηκαν να αποδείξουν: Ότι από την ημερομηνία υπογραφής του .../18.4.1991 προσυμφώνου πώλησης οριζόντιων ιδιοκτησιών του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Αποστολόπουλου μεταξύ αυτών και του εργολάβου Ι. Ο., με το οποίο προσυμφώνησαν την αγορά των οριζόντιων ιδιοκτησιών, (Δ-1 διαμέρισμα και Υ-2 αποθήκη) και έκτοτε συνεχώς, και μετά την κατασκευή του διαμερίσματος και την εγκατάστασή τους σ' αυτό στις αρχές του έτους 1995, ο ενάγων τους αναγνώρισε ιδιοκτήτες των ως άνω ιδιοκτησιών καθώς και της Υ-1 αποθήκης, όχι μόνο λεκτικά, αλλά και με πολλαπλές ενέργειές του, όπως με τη συμμετοχή τους και στις δαπάνες ιδιοκτητών της όλης πολυκατοικίας.
Ότι λόγω του γεγονότος ότι ο πρώτος από αυτούς είχε αναλάβει, υπεργολαβικά, απέναντι στον εργολάβο και πράγματι εκτέλεσε την κατασκευή των σιδηροκατασκευών και των αλουμινοκατασκευών της οικοδομής, ο ενάγων ήταν σχεδόν σε καθημερινή επαφή μαζί τους, επιβεβαιώνοντας συνεχώς την πιο πάνω θέση του. Συγκεκριμένα:
α) τον Απρίλιο του 1991, όταν ο πρώτος απ' αυτούς του ανήγγειλε την υπογραφή του ως άνω προσυμφώνου στο μαγαζί του, όπου τον επισκέφθηκε για να κάνει στο διαμέρισμά του εργασίες αλουμινοκατασκευών πέραν της συμφωνίας του με τον εργολάβο, τους ευχήθηκε "καλορίζικα" και εξέφρασε, τη χαρά του για το γεγονός της γειτονίας τους, β) το καλοκαίρι του 1993, ο ενάγων, κατόπιν προσωπικών ενεργειών στο Δήμο Μοσχάτου και κοινής αίτησής τους, ως ιδιοκτητών, απηύθυνε στον πρώτο τα με αριθμ.
πρωτ. 4740/4.6.1993 και 7118/5.6.1993 έγγραφα του Δήμου, σχετικά με την κατασκευή αγωγού ακαθάρτων λυμάτων, γ) στις 6.9.1993, κατέβαλαν με πρωτοβουλία του ενάγοντος, ως ιδιοκτήτες του επίδικου διαμερίσματος, για την πιο πάνω σύνδεση, το αναλογούν στην ιδιοκτησία τους ποσό (καθοριστεί), δ) το ίδιο συνέβη και με τη δαπάνη σύνδεσης της Δ.Ε.Η.
και της Ε.Υ.Δ.Α.Π (καθοριστούν επακριβώς), ε) στις αρχές του 1995 συμμετείχαν, με πρωτοβουλία του ενάγοντος, στις αναλογούσες δαπάνες ιδιοκτητών, για πέραν του κανονισμού, κατασκευή του καυστήρα και της κυρίας εισόδου της πολυκατοικίας, στ) τον Αύγουστο του 1995 εκδόθηκε το 6619/21-8-1995 πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού του επίδικου διαμερίσματος για οφειλές του εργολάβου προς το Ι.Κ.Α, ο ενάγων όμως αδιαφόρησε για την εκπλειστηρίασή του, γιατί δεν το θεωρούσε δικό του, και τους πρότεινε, ως ιδιοκτήτες, να καταβάλουν τις ως άνω οφειλές, ύψους 5.853.057 δραχμών, ποσό που αυτοί κατέβαλαν προς αποτροπή του πλειστηριασμού, ζ) τους αντιμετώπιζε πάντα ως ιδιοκτήτες των επίδικων ιδιοκτησιών, λέγοντας τους ότι το πρόβλημα με τον εργολάβο είναι κοινό και έπρεπε από κοινού να το αντιμετωπίσουν.
Ότι όλα τα παραπάνω περιστατικά τους δημιούργησαν την πεποίθηση ότι ο ενάγων δεν επρόκειτο να κινήσει δικαστικό αγώνα εναντίον τους για την διεκδίκηση των επίδικων ιδιοκτησιών, κατόπιν δε τούτου και εν γνώσει του ενάγοντος, ενεργώντας ως ιδιοκτήτες, προχώρησαν στην κατασκευή τζακιού στο διαμέρισμα, σε αντικατάσταση των ειδών υγιεινής και σε τοποθέτηση νέων καλύτερης ποιότητας, το δε σύνολο των δαπανών ανήλθε σε 5.000.000 δραχμές.
Από την αντιπαραβολή των θεμάτων απόδειξης και του ως άνω λόγου αναίρεσης γίνεται φανερό ότι οι περιλαμβανόμενοι στον τελευταίο ισχυρισμοί του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της πιο πάνω ένστασης των αναιρεσειόντων-εναγομένων για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος απόδοσης των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, για την οποία τάχθηκε σε βάρος των ενισταμένων η προαναφερθείσα απόδειξη, και μπορούσαν να αποδειχθούν από τον ενάγοντα ανταποδεικτικώς χωρίς ιδιαίτερη δικαστική επιταγή.
Συνεπώς ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.
3. - Επειδή, από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, προς εκείνες των άρθρων 262, 269 και 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγμα", η μη λήψη υπόψη του οποίου ιδρύει τον προβλεπόμενο από την τελευταία από τις διατάξεις αυτές λόγο αναίρεσης, αποτελεί το καθένα από τα περισσότερα πραγματικά περιστατικά που έχουν παραδεκτώς προβληθεί, εφόσον με την προσθήκη και αυτού ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληρώνει, δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος όμως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο έκρινε νόμιμο το σχετικό ισχυρισμό, αφού έλαβε υπόψη όλα τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν προς στήριξή του, ακολούθως όμως, κρίνοντας κατ' ουσίαν τον ισχυρισμό αυτό, τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι δέχθηκε ότι δεν αποδεικνύεται η αλήθεια των πραγματικών περιστατικών στα οποία αυτός στηρίζεται.
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον όγδοο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του τα επικαλούμενα από αυτούς περιστατικά που περιέχονται στο θέμα απόδειξης που διατάχθηκε με την ως άνω προδικαστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, τα οποία θεμελιώνουν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ.
Όπως, όμως, προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, που συγκροτούν την ιστορική βάση της εν λόγω ένστασης, για τα οποία τάχθηκε σε βάρος των αναιρεσειόντων το οικείο θέμα απόδειξης, λήφθηκαν υπόψη, δεν κρίθηκαν όμως, ενόψει και όσων ανταποδεικτικώς απέδειξε ο αναιρεσίβλητος (και αναφέρονται ανωτέρω), ικανά για να στηρίξουν την ένσταση αυτή.
Συνεπώς, το Εφετείο δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά που στήριζαν την εν λόγω ένσταση και ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Οι αναιρεσείοντες διατείνονται με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, ότι προς θεμελίωση της ανωτέρω ένστασής τους ισχυρίσθηκαν επιπρόσθετα, ότι το κόστος των υπολειπομένων κατά το χρόνο της λύσης της σύμβασης οικοδομικών εργασιών, που προσδιόριζε αντίστοιχα και την απαίτηση του αναιρεσιβλήτου κατά του εργολάβου για το μέχρι της έκπτωσης αυτού μη εκτελεσθέν έργο, έφθανε στο ποσό των 3.450.000 δραχμών και κατά συνέπεια η αξίωση για απόδοση των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, δεκαπλάσιας κατά το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής εμπορικής αξίας, υπερβαίνει προφανώς τα όρια του οικονομικού σκοπού του δικαιώματος και παρίσταται εκ του λόγου τούτου καταχρηστική.
Πρόκειται για πραγματικό ισχυρισμό θεμελιωτικό της εν λόγω ένστασης, ουσιώδη από την άποψη της αξιολόγησης των επαχθών για τους ενιστάμενους συνεπειών, και με την έννοια αυτή αποτελεί σε συνέπεια με τις σημειούμενες ανωτέρω νομικές παραδοχές, "πράγμα" κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, η μη λήψη υπόψη του οποίου από την προσβαλλόμενη απόφαση ιδρύει κατ' αρχήν την περί τούτου διατυπούμενη αναιρετική αιτίαση.
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση των από 9-11-1999 προτάσεων, που οι αναιρεσείοντες υπέβαλαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι τελευταίοι δεν προέβαλαν κατά τρόπο σαφή και ορισμένο σχετικό ισχυρισμό, γι' αυτό και δεν τάχθηκε σε βάρος τους οικείο θέμα απόδειξης με την προαναφερθείσα προδικαστική απόφαση.
Συνεπώς, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός δεν προβλήθηκε παραδεκτά, δεν ιδρύεται ο ως άνω από τον αριθ.8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης. Πέραν τούτου ο λόγος αυτός αναίρεσης κατά το μέρος που αφορά τον ανωτέρω ισχυρισμό είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, εφόσον δεν προσβάλλεται επιτυχώς η ως άνω κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν δημιούργησε με την συμπεριφορά του στους αναιρεσείοντες την πεποίθηση ότι δεν θα διεκδικήσει τις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες, η οποία αυτοτελώς στηρίζει το διατακτικό της.
4. - Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης. Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Στην προκείμενη περίπτωση με τον έβδομο λόγο του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη κατά τη διατύπωση του πιο πάνω αποδεικτικού πορίσματός του τα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, που αυτοί νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν με τις προτάσεις τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και προς απόδειξη της ένστασης του 281 ΑΚ. Ειδικότερα ισχυρίζονται ότι δεν έλαβε υπόψη: α) Την από 10-4-1996 τεχνική έκθεση της τεχνικής εταιρείας "Ν. Β. -Δ. Χ. Ο.Ε", β) την από 14-2-1995 εξώδικη δήλωση- πρόσκληση του αναιρεσιβλήτου προς τον εργολάβο και προς αυτούς (αναιρεσείοντες) και γ) το προαναφερθέν εργολαβικό προσύμφωνο και ιδίως τον 6ο όρο αυτού. Από την επισκόπηση, όμως, του προσκομιζόμενου αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτήν γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και μάλιστα και τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο αυτής, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα και τα έγγραφα αυτά. Επομένως, ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
5.- Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή αποτελεί εκδήλωση της αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης με βάση τα πραγματικά γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν υπόψη του ουσιαστικού δικαστηρίου από τους διαδίκους. Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής, εκείνη δηλαδή που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται σ' αυτή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από τους αριθμούς 8 και 14 του ιδίου άρθρου.
Σε κάθε όμως περίπτωση για να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης πρέπει ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός να προτείνεται, κατά τρόπο σαφή, στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το ως άνω άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Περαιτέρω, κατά τους ορισμούς και την έννοια του άρθρου 522 ΚΠολΔ, το αντικείμενο της δευτεροβάθμιας δίκης προσδιορίζεται από την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους, κατά το οποίο και μεταβιβάζεται η υπόθεση στο επιλαμβανόμενο της έφεσης δικαστήριο. Στα πλαίσια του οριοθετούμενου από την έφεση μεταβιβαστικού αυτής αποτελέσματος και του εντεύθεν οριζόμενου αντικειμένου της δευτεροβάθμιας δίκης περιορίζεται ο αναιρετικός έλεγχος και οι προβλεπόμενοι λόγοι αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση των παρακάτω διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τ' ακόλουθα: Ο ενάγων- αναιρεσίβλητος με το από 6-11-1998 και με αριθ. εκθ. κατ. 9116/6-11-1998 δικόγραφο, επικαλούμενος σύμβαση έργου με την οποία ανέθεσε με την εν ζωή τότε μητέρα του σε εργολάβο την κατασκευή πολυώροφης οικοδομής επί οικοπέδου τους κατά το σύστημα της αντιπαροχής, η οποία λύθηκε μετά από υπαναχώρησή του εξ αυτής λόγω υπερημερίας του εργολάβου περί την εκτέλεση του έργου, ζήτησε α) να αναγνωρισθεί ότι είναι κύριος των περιγραφόμενων οριζόντιων ιδιοκτησιών, που είχαν παραδοθεί στους εναγομένους-αναιρεσείοντες από τον εργολάβο με βάση προσύμφωνο πώλησης και αποτελούσαν μέρος του συμφωνηθέντος εργολαβικού ανταλλάγματος αυτού, και να υποχρεωθούν οι τελευταίοι σε απόδοσή τους και β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ως κακής πίστης νομείς, να του αποδώσουν το όφελος που είχαν από τη χρήση των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, το οποίο συνίσταται στην εξοικονόμηση της σχετικής δαπάνης για τα μισθώματα και ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 7.820.000 δραχμών.
Για την αγωγή αυτή εκδόθηκαν αρχικά οι 2823/2000 και 9776/2000 προδικαστικές αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την πρώτη από αυτές έγινε δεκτό ότι οι εναγόμενοι συνομολογούν τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τη διεκδικητική αγωγή, καθώς και τα περιστατικά γέννησης του επικαλουμένου με τη δεύτερη αγωγή δικαιώματος (για απόδοση ωφελημάτων) και τάχθηκε θέμα απόδειξης σε βάρος του αναιρεσιβλήτου μόνο για το ύψος του οφέλους που αποκόμισαν οι εναγόμενοι από τη χρήση των επίδικων ακινήτων και συγκεκριμένα για το ύψος της μισθωτικής αξίας αυτών κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Με τη δεύτερη (απόφαση) κρίθηκε νόμιμη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου για απόδοση των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, που προέβαλαν παραδεκτά οι εναγόμενοι, και τάχθηκε σε βάρος αυτών το οικείο θέμα απόδειξης. Μετά τη διεξαγωγή των αποδείξεων εκδόθηκε η 4849/2005 οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου με την οποία η μεν διεκδικητική κυριότητας αγωγή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν, αφού απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ανωτέρω ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου, η δε αγωγή απόδοσης ωφελημάτων έγινε δεκτή κατ' ουσίαν εν μέρει για το ποσό των 13.500 ευρώ.
Ειδικότερα, με την απόφαση αυτή έγινε δεκτό, αναφορικά με την πρώτη (διεκδικητική) αγωγή, ότι ο εργολάβος Ι. Ο., στον οποίο ο αναιρεσίβλητος και η μητέρα του Ε. Λ. ανέθεσαν με το .../15-3-1991 εργολαβικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Αποστολόπουλου την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής, με το σύστημα της αντιπαροχής, σε οικόπεδο, το οποίο ανήκε κατά ψιλή κυριότητα στον πρώτο και κατ' επικαρπία στη δεύτερη, δεν εκτέλεσε και δεν παρέδωσε το έργο εντός της συμφωνηθείσης (με το εν λόγω εργολαβικό) προθεσμίας, ενώ με την 653/1996 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κηρύχθηκε σε κατάσταση πτώχευσης.
Επίσης έγινε δεκτό ότι ο ενάγων, ο οποίος μετά το θάνατο της μητέρας του (27-7-1991) απέκτησε την πλήρη κυριότητα του οικοπέδου, με εξώδικη δήλωση που κοινοποίησε στον σύνδικο της πτώχευσης στις 5-7-1996 υπαναχώρησε από την εργολαβική σύμβαση, η υπαναχώρηση δε αυτή αναγνωρίστηκε έγκυρη με την 1242/2003 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι μετά τη λύση της εργολαβικής σύμβασης οι επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες παρέμειναν οριστικά στην κυριότητα του ενάγοντος.
Αναφορικά με τη δεύτερη αγωγή για απόδοση ωφελημάτων έγινε δεκτό, ότι οι εναγόμενοι- αναιρεσείοντες από την κατοχή των επίδικων ακινήτων ωφελήθηκαν τα ποσά, που ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν σε τρίτο, προκειμένου να τα μισθώσουν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα από 15-2-1995, που πληροφορήθηκαν ότι δεν είχαν δικαίωμα κατοχής τους, και μέχρι την 31-10-1998 και τα οποία (ποσά) ανέρχονται σε 250 ευρώ μηνιαίως για το διαμέρισμα, σε 35 ευρώ μηνιαίως για την αποθήκη Υ-1 και 15 ευρώ για την αποθήκη Υ-2 και συνολικά σε 13.500 ευρώ.
Κατά της απόφασης αυτής οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 9-11-2005 έφεσή τους, η οποία περιέχει τρεις λόγους. Με τον πρώτο λόγο έφεσης οι εκκαλούντες-αναιρεσείοντες παραπονούνται για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με την απόρριψη της ένστασής τους περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου για απόδοση των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, με το δεύτερο λόγο (παραπονούνται) για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου αναφορικά με την απόρριψη (ως απαράδεκτης) της ένστασης επίσχεσης λόγω δαπανών που ενήργησαν στις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες και με τον τρίτο λόγο (παραπονούνται) για κακή εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά μόνο με το ύψος της μισθωτικής αξίας των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών, με βάση την οποία προσδιορίστηκε το όφελος των αναιρεσειόντων από τη χρήση τους κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα.
Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση απερρίφθησαν και οι τρεις λόγοι έφεσης ως αβάσιμοι και συνακόλουθα και η έφεση των αναιρεσειόντων στο σύνολό της. Ενόψει των ανωτέρω δεν μεταβιβάστηκε στο Εφετείο η εκκαλούμενη (4849/2005) απόφαση ως προς τις διατάξεις της που αφορούν τη διεκδικητική κυριότητας αγωγή καθώς και ως προς τις διατάξεις της που αφορούν την αγωγή απόδοσης ωφελημάτων και ειδικότερα τα περιστατικά γέννησης του επικαλουμένου με αυτήν δικαιώματος (για απόδοση ωφελημάτων).
Επομένως, οι παρακάτω λόγοι του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, καθώς και οι λόγοι του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τους οποίους προβάλλονται αιτιάσεις που πλήττουν παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που αφορούν αφενός την διεκδικητική κυριότητας αγωγή και αφετέρου την αγωγή απόδοσης ωφελημάτων και ειδικότερα τα περιστατικά γέννησης του επικαλουμένου με αυτήν δικαιώματος (για απόδοση ωφελημάτων), οι οποίες (παραδοχές) αναφέρθηκαν διηγηματικώς, (αφού η εκκαλούμενη απόφαση δεν μεταβιβάστηκε κατά τις σχετικές διατάξεις της στο Εφετείο), κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας της ένστασης του άρθρου 281 ΑΚ και του ύψους του οφέλους από τη χρήση των επίδικων ακινήτων από τους αναιρεσείοντες, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Τούτο γιατί, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, οι σχετικοί ισχυρισμοί, στους οποίους στηρίζονται, δεν προτάθηκαν στο Εφετείο με λόγο έφεσης, ούτε συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες, ενώ ο αναιρετικός έλεγχος περιορίζεται στα πλαίσια του οριοθετούμενου από την έφεση μεταβιβαστικού αυτής αποτελέσματος και του εντεύθεν οριζόμενου αντικειμένου της δευτεροβάθμιας δίκης.
Ειδικότερα είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, (για τους ανωτέρω λόγους): 1) Ο πρώτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρ. 559 αριθ. ΚΠολΔ, κατ' ορθή υπαγωγή, όπως ο λόγος αυτός συμπληρώνεται με τον δεύτερο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν απέρριψε την ένδικη διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου, λόγω νομικής και ποιοτικής αοριστίας αυτής, αφού έφερε τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο ελλείψεις, 2) οι δεύτερος και έκτος λόγοι του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλεται η από τον αριθ.10 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δέχθηκε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή χωρίς να διαταχθεί γι' αυτά, ενόψει της αμφισβήτησής τους με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σχετική απόδειξη, 3) ο τρίτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται με το πρώτο και δεύτερο μέρος του πέμπτου λόγου του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με τις παραδοχές της που αφορούν τη διεκδικητική κυριότητας αγωγή και κυρίως αναφορικά με τα αποτελέσματα που επήλθαν από την υπαναχώρηση της εργολαβικής σύμβασης στην οποία προέβη ο αναιρεσίβλητος, 4) ο τέταρτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται με το τρίτο μέρος του πέμπτου λόγου του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τον οποίο αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, διότι, με το να δεχθεί ότι μετά την υπαναχώρηση από την εργολαβική σύμβαση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου η κυριότητα των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών παρέμειναν στην κυριότητα αυτού και όχι σε εκείνη του εργολάβου ως εργολαβική αμοιβή του σύμφωνα με σχετικό όρο (αριθ.6) του προαναφερθέντος εργολαβικού συμβολαίου, παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή), τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 681, 389 παρ.2, 399, 400 και 904 ΑΚ, 5) ο πέμπτος λόγος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του από τον αριθ.20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο ότι, με το να δεχθεί ότι με την ανωτέρω υπαναχώρηση λύθηκε η εργολαβική σύμβαση στο σύνολό της και η κυριότητα των επίδικων ακινήτων παρέμεινε στην κυριότητα του ενάγοντος, παραμόρφωσε αφενός το .../15-3-1991 εργολαβικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Ηλία Αποστολόπουλου και ειδικότερα τον 6ο όρο αυτού, αφού παρέλειψε να αναγνώσει ολόκληρο το περιεχόμενό του και αφετέρου το διατακτικό της ανωτέρω 1242/2003 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, προσδίδοντας σ' αυτό διαφορετικό περιεχόμενο, και κατά το δεύτερο (επικουρικό) μέρος του, από τον αριθ. 8 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στο Εφετείο την αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη του τον προταθέντα ισχυρισμό τους, ότι από τον 6ο όρο του ως άνω εργολαβικού συμβολαίου προέκυπτε ότι μετά την έκπτωση του εργολάβου "η διαιτησία, μετά από αίτηση ενός από τους συμβαλλόμενους θα αποφάσιζε και θα καθόριζε την τύχη των τελειωμένων μέχρι την έκπτωση κτισμάτων", 6) ο ενδέκατος λόγος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης, από τον αριθ. 10 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, όπως ο λόγος αυτός συμπληρώνεται με το πρώτο μέρος του τρίτου λόγου του δικογράφου των πρόσθετων λόγων, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, διότι δέχθηκε τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ένδικη αγωγή απόδοσης ωφελημάτων και συγκεκριμένα ότι ο ενάγων ήταν κύριος των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών και αυτοί κακής πίστης νομείς, χωρίς να διαταχθεί γι' αυτά, ενόψει της αμφισβήτησής τους με τις προτάσεις της πρώτης συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, σχετική απόδειξη, 7) ο πρώτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 10 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν. 2915/2001, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την πλημμέλεια, ότι δέχθηκε ως αληθινό τον (αγωγικό) ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου, ότι με την υπαναχώρηση επήλθε έκπτωση όλων των δικαιωμάτων του εργολάβου, μη εξαιρουμένης και της εργολαβικής αμοιβής του, με συνέπεια η κυριότητα των επίδικων ακινήτων να παραμείνει στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου, χωρίς να διαταχθεί σχετική απόδειξη και κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ.11 περ.
β' του ίδιου άρθρου, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, διότι, παρά το νόμο, δέχθηκε απόδειξη με μάρτυρες και με δικαστικά τεκμήρια κατά περιεχομένου εγγράφου και συγκεκριμένα "κατά της τελευταίας παραγράφου του 6ου όρου του .../1991 εργολαβικού προσυμφώνου που αφορούσε στη ρύθμιση της τύχης των τελειωμένων κτισμάτων της οικοδομής", 8) ο δεύτερος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, διότι με το να δεχθεί, ερμηνεύοντας τον 6ο όρο της εργολαβικής σύμβασης, ότι ο αναιρεσίβλητος "ως υπαναχωρήσας εκ της συμβάσεως οικοπεδούχος παρέμεινε μετά τη λύση αυτής αυτοδικαίως και άνευ ετέρου τινός λχ λόγω συμφωνίας ποινικής ρήτρας και κατάπτωσης αυτής υπέρ αυτού, κύριος των τελειωμένων κτισμάτων" παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών (άρθρα 173 και 200 ΑΚ), κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα, κατά το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο και έβδομο μέρος του, από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες μέμφονται το Εφετείο, διότι, με το να δεχθεί ότι με την υπαναχώρηση του αναιρεσιβλήτου από την εργολαβική σύμβαση επήλθε "ολική έκπτωση αυτού των εκ της συμβάσεως δικαιωμάτων του, μηδέ της εργολαβικής αμοιβής αυτού εξαιρουμένης για το μέχρι τότε τελειωμένων κτισμάτων στον οικοπεδούχο", παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 389 παρ.2, 399 και 400 ΑΚ, τις δύο δε τελευταίες (διατάξεις) και εκ πλαγίου, κατά το πέμπτο μέρος του, από τον αριθ.8 περ.α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δέχθηκε ότι με την υπαναχώρηση του αναιρεσιβλήτου από την εργολαβική σύμβαση επήλθε ολική έκπτωση των δικαιωμάτων του εργολάβου, χωρίς να προταθεί σχετικός ισχυρισμός, και κατά το έκτο μέρος του, από τους αριθ. 10 περ.
β' του άρθρου ΚΠολΔ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ.2 του ν.2915/2001 και 11 περ. β' του ίδιου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, διότι, με το να δεχθεί ότι η υπαναχώρηση του αναιρεσιβλήτου από την εργολαβική σύμβαση είχε το προαναφερθέν αποτέλεσμα (ως προς την κυριότητα των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών), αφενός δέχθηκε πράγματα χωρίς να διαταχθεί σχετική απόδειξη και αφετέρου για την απόδειξη "της ολικής εκπτώσεως του εργολάβου από τα δικαιώματά του" έλαβε υπόψη του "μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, όπως μάρτυρες και δικαστικά τεκμήρια", 9) ο τρίτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, κατ' εκτίμηση, από τους αριθ. 1 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται, ότι το Εφετείο εσφαλμένως δεν απέρριψε την αγωγή απόδοσης ωφελημάτων, λόγω νομικής και ποιοτικής αοριστίας αυτής, αφού έφερε τις αναφερόμενες στο αναιρετήριο ελλείψεις, και κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθ.11 περ.
β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο (οι αναιρεσείοντες) μέμφονται το Εφετείο, διότι για την απόδειξη των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή απόδοσης ωφελημάτων και συγκεκριμένα για την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου επί των επίδικων ακινήτων και τη νομή αυτών εκ μέρους τους με κακή πίστη έλαβε υπόψη "μη επιτρεπόμενα από το νόμο αποδεικτικά μέσα, όπως μάρτυρες και δικαστικά τεκμήρια", 10) ο τέταρτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως ο λόγος αυτός συμπληρώνεται με το τέταρτο μέρος του τρίτου λόγου του ίδιου δικογράφου, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με τις παραδοχές της που αφορούν την αγωγή απόδοσης ωφελημάτων και ειδικότερα τα περιστατικά γέννησης του επικαλουμένου με αυτήν δικαιώματος (για απόδοση ωφελημάτων) ήτοι την ύπαρξη κυριότητας του αναιρεσιβλήτου στις επίδικες οριζόντιες ιδιοκτησίες και την κακή πίστη αυτών των εν λόγω ακινήτων και 11) ο πέμπτος λόγος του δικογράφου των πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το τέταρτο μέρος του, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση, διότι, με το να δεχθεί ότι μετά την υπαναχώρηση από την εργολαβική σύμβαση εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου η κυριότητα των επίδικων οριζόντιων ιδιοκτησιών παρέμειναν στην κυριότητα αυτού και όχι σε εκείνη του εργολάβου ως εργολαβική αμοιβή του, παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 954 παρ.1,1000 και 1057 ΑΚ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-7-2009 αίτηση των Γ. Κ. και Φ. συζύγου Γ. Κ. για αναίρεση της 568/2009 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, καθώς και τους πρόσθετους λόγους αναίρεσης που ασκήθηκαν με το από 22-7-2010 δικόγραφο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 30 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ