Legislator Case Law & Legislation
1151/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor termination compensation ruling due to lack of legal interest despite erroneous legal reasoning.

Case Number 1151/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding termination compensation. The appellant argued the lower court applied the wrong statute for calculating severance pay based on retirement, but the appellate court found the final monetary award was correct. Consequently, the court ruled that no legal interest existed to justify overturning the judgment based on the flawed reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 578 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the final decision is substantively correct despite erroneous legal reasoning, provided no legal interest exists to prevent the binding effect of the judgment.

Keywords

AI generated
appeal admissibility legal interest requirement erroneous legal reasoning termination compensation substantive correctness binding effect of judgment labor law dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 260 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 578 of the Code of Civil Procedure
Article 559 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1151 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1151/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Αριστείδη Βαγγελάτο, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 30 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Β. Π. του Κ., κατοίκου ... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Δούναβη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καρούζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 176/2022 του ίδιου Δικαστηρίου και 4071/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-12-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 18-10-2023 πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο η από 28-12-2022 και με αριθμό κατάθεσης 10539/1212/30-12-2022 αίτηση αναίρεσης, της οποίας η συζήτηση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 17-10-2023 ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8-10-2023 και των επαναληπτικών εκλογών της 15-10-2023 (άρθρο 260 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Με την υπό κρίση από 28-12-2022 με αριθ. κατάθεσης 10539/1212/30-12-2022 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών με αριθ. 4071/28-7-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης της από 3-3-2022 με αριθ.

καταθ. 18155/1064/3-3-2022 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 176/21-2-2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την ως άνω έφεση κατά της εκκαλουμένης απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία, κατά μερική παραδοχή της επικουρικής βάσης της από 18-5-2020 και με αριθ.

κατάθεσης 27020/787/19-5-2020 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, είχε επιδικασθεί σε αυτόν το ποσό των 6.209,40 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής ως αποζημίωση αποχώρησης απόλυσης αυτού από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη λόγω συνταξιοδότησης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, εντός της κατά νόμο προθεσμίας των δυο ετών, αφού δεν προκύπτει, ούτε τα διάδικα μέρη επικαλούνται επίδοση αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 του KΠολΔ, προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες, δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (ΟλΑΠ 2/2001, ΟλΑΠ 12/2000). Μέσω του παραπάνω, από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγου αναίρεσης, ελέγχονται, πλην άλλων, τα όρια του παραδεκτού της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 2078/2009).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 KΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 του Ν. 3994/2011, είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής.

Με τις διατάξεις αυτές του ως άνω άρθρου θεσπίζεται η απαγόρευση μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής, με την ποινή του απαραδέκτου και παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα, είτε με τις προτάσεις του, που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είτε με δήλωσή του στα πρακτικά, να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους αγωγικούς ισχυρισμούς του, προς το σκοπό του ακριβέστερου προσδιορισμού και διευκρίνησης της έννομης σχέσης με επουσιώδη ή δευτερεύοντα πραγματικά γεγονότα, ή με αναφορά νέου περιστατικού που αποσαφηνίζει και δεν μεταβάλλει την ιστορική βάση της αγωγής (ΑΠ 816/2022, ΑΠ 389/2010).

Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ.1 στοιχ. α του KΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 του KΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα.

Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (ΟλΑΠ 2/1994, ΑΠ 816/2022, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 597/2019, ΑΠ 1/2017, ΑΠ 1525/2013, ΑΠ 962/2012, ΑΠ 43/2011).

Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 167, 168, 648, 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και, συνεπώς, το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 (και επί εργατοτεχνιτών των άρθρων 3 και 5 του Β.Δ/τος της 16/18.07.1920, που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 2 του Ν. 2112/1920), 174 και 180 του Α.Κ., η κατά τα ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού με ποινή την σχετική ακυρότητα αυτής υπέρ του μισθωτού, πρέπει να γίνει εγγράφως και να καταβληθεί η προβλεπόμενη από το νόμο αποζημίωση απόλυσης.

Σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω μη τήρησης των ανωτέρω τυπικών προϋποθέσεων, η σύμβαση εργασίας δεν λύεται και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών από τη σύμβαση παραμένουν ακέραια. Έτσι, ο εργοδότης, που αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού, καθίσταται υπερήμερος (άρθρα 349, 350 και 656 του Α.Κ.) και υποχρεούται στην πληρωμή των συμφωνημένων ή νόμιμων αποδοχών του (μισθοί υπερημερίας), για το διάστημα της υπερημερίας του (ΑΠ 439/2023).

Ο μισθωτός αντίστοιχα δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσει, κατά το άρθρο 656 του Α.Κ., τις αποδοχές του, ενώ δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσής του να μην αποδεχθεί, στο μέλλον, τις υπηρεσίες του απολυθέντος (ΑΠ 366/2020, ΑΠ 105/2020, ΑΠ 597/2006), είτε, ενόψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ αυτού και είναι επομένως σχετική, να θεωρήσει την καταγγελία έγκυρη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από τον Ν. 2112/1920 ή από το Β.Δ.

από 16/18-7-1920 αποζημίωση. (ΑΠ 439/2023, ΑΠ 105/2020). Στοιχεία της αγωγής, που έχει ως αίτημα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2 και 216 παρ.1 στοιχ. α` KΠολΔ, είναι η σύμβαση εργασίας, τα γεγονότα που επέφεραν την ακυρότητα της καταγγελίας και η υπερημερία του εναγομένου εργοδότη περί την αποδοχή της εργασίας που πρόσφερε ο ενάγων εργαζόμενος (ΑΠ 521/2022).

Όταν όμως η αγωγή του εργαζόμενου έχει αίτημα την επιδίκαση μισθών υπερημερίας λόγω άρνησης του εργοδότη να αποδεχθεί τις προσφερόμενες από το μισθωτό υπηρεσίες, σε περίπτωση που δεν υφίσταται καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη (ανύπαρκτη καταγγελία), πρέπει για την πληρότητα αυτής να διαλαμβάνει, εκτός από τη σύμβαση εργασίας και τη συμβατική ή νόμιμη αμοιβή και τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία προκύπτει η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών που προσέφερε ο εργαζόμενος.

Η υπερημερία αυτή δεν προκύπτει αυτομάτως, όπως στην άκυρη καταγγελία, πρέπει δε να αναφέρεται στην αγωγή, για να είναι ορισμένη, ότι ο μισθωτός, προσέφερε πραγματικά, (ενόψει και της ανυπαρξίας της καταγγελίας) τις υπηρεσίες του στον εργοδότη και ότι ο τελευταίος τις απέκρουσε, περιερχόμενος έτσι σε υπερημερία, διαφορετικά η αγωγή είναι αόριστη (σχετ.

ΑΠ 1804/2022, ΑΠ 736/2020, ΑΠ 1039/2019, ΑΠ 1650/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την, κατ` άρθρ. 561 παρ. 1 KΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 18-5-2020 και με αριθ. εκθ. κατ. 27020/787/19-5-2020 αγωγής του ενάγοντος-αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης-αναιρεσίβλητης προκύπτει ότι με αυτήν ο ενάγων είχε εκθέσει, ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΚΤΕΛ ΝΟΜΟΥ ΑΤΤΙΚΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", την 25-7-2000, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδηγός, προκειμένου να εκτελεί σε σταθερή βάση το νυκτερινό υπεραστικό δρομολόγιο Αθήνα - Θεσσαλονίκη μετ' επιστροφής αντί των μηνιαίων αποδοχών ύψους 1.048,47 ευρώ.

Ότι, ωστόσο, η εναγομένη καθ' όλη τη διάρκεια της εργασίας του τον απασχολούσε με εξαντλητικό ωράριο εργασίας, χωρίς να του χορηγεί ανάπαυση κατά τις αργίες και τις Κυριακές, ούτε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, δεν του κατέβαλε τις νόμιμες αποδοχές του, τις οποίες καθυστερούσε συνεχώς και ότι ενώ της ζήτησε την άδεια αναψυχής του για τα έτη 2015, 2016, 2017, 2018 και 2019, εκείνη ουδέποτε του την χορήγησε.

Ότι, ακολούθως, στις 31-1-2020, η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του θέτοντας αυτόν εκτός υπηρεσίας, γνωστοποιώντας του το από 31-1-2020 έγγραφο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, στο οποίο αναγραφόταν ότι η οφειλόμενη σε αυτόν αποζημίωση απόλυσης ανερχόταν στο ποσό των 6.209,24 ευρώ, το οποίο όμως ουδέποτε του καταβλήθηκε.

Ότι ως εκ τούτου η εναγομένη έχει περιέλθει σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του. Με την ιστορική αυτή βάση και επικαλούμενος την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ζήτησε, κύρια με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, μετά από παραδεκτό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής του σε έντοκο αναγνωριστικό, α) να αναγνωριστεί ότι η εκ μέρους της εναγομένης εταιρείας κατά την 31-1-2020 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, β) να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη οφείλει να του καταβάλει το ποσό των 11.827,12 ευρώ για μισθούς υπερημερίας μέχρι την 30-9-2020, γ) το ποσό των 5.672,27 ευρώ για αποζημίωση μη χορηγηθείσας άδειας, δ) το ποσό των 5.000 ευρώ για τη χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη διαρκή καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών του και της οφειλής των δεδουλευμένων αποδοχών του, ποσού 5.147,04 ευρώ και συνολικά το ποσό των 22.499,39 ευρώ, άλλως και επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, το ποσό των 20.697,46 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης καθώς και τα προαναφερθέντα υπό στοιχ.

γ και δ ποσά για τις αναφερόμενες αιτίες και συνολικά το ποσό των 31.369,73 ευρώ και ε) να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη. Κατά την συζήτηση της αγωγής αυτής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο ενάγων με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου και στις υποβληθείσες προτάσεις του, παραιτήθηκε από το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, εμμένοντας, [ενόψει ότι η εναγομένη (κατά τη δήλωσή του) μετά την παραίτηση του από το ως άνω αίτημα της αγωγής, δεν προέβαλε ένσταση λύσης της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας με έγκυρη καταγγελία και συνεπώς αυτή είναι ανύπαρκτη], στο κύριο αίτημα της αγωγής για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, διαμορφώνοντας το αίτημα της αγωγής ως εξής:

να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει, το συνολικό ποσό των 11.527,12 ευρώ για μισθούς υπερημερίας από την επομένη της καταγγελίας έως και την 30-9-2020, πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής του, έτσι όπως το εν λόγω κονδύλιο περιορίστηκε κατά το ποσό των 300 ευρώ, το ποσό των 5.672,27 ευρώ, για αποζημίωση μη χορηγηθείσας αδείας ετών 2015 έως και 2019 και το ποσό των 5.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθική βλάβης που υπέστη από τη διαρκή καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών του και της οφειλής των δεδουλευμένων αποδοχών του, ύψους 5.147,04 ευρώ, άλλως και επικουρικά, σε περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του κριθεί έγκυρη, ζήτησε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλλει το συνολικό ποσό των 20.697,46 ευρώ ως αποζημίωση λόγω της προαναφερόμενης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, το ποσό των 5.672,27 ευρώ, για αποζημίωση μη χορηγηθείσας αδείας ετών 2015 έως και 2019 και το ποσό των 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη διαρκή καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών του και της οφειλής δεδουλευμένων αποδοχών του ύψους 5.147,04 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 176/21-2-2022 απόφασή του α) απέρριψε την αγωγή, 1) ως απαράδεκτη, ως προς την κυρία βάση της, που αφορούσε επιδίκαση μισθών υπερημερίας, λόγω παρόδου της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, 2) ως μη νόμιμη, ως προς το αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης και ως προς την επικουρική της βάση εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού, 3) ως αβάσιμη κατ' ουσία, ως προς το αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης μη χορηγηθείσας άδειας και β) δέχτηκε την αγωγή ως εν μέρει βάσιμη κατ' ουσία ως προς το επικουρικό αίτημα επιδίκασης αποζημίωσης, για το ποσό των 6.209,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα από 3-3-2022 με αριθμό κατάθεσης 18155/1064/3-3-2022 έφεσης, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερευνώντας τον πρώτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο ο ενάγων παραπονείτο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου κατά την απόρριψη του αιτήματός του περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας και ζητούσε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσία, κατά το κεφάλαιο αυτό, έκρινε ότι η ένδικη αγωγή, ως προς το αίτημα αυτό ήταν παραδεκτή, ως ασκηθείσα εντός της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν.3198/1955, λόγω αναστολής της εν λόγω προθεσμίας από 13-3-2020 έως 31-5-2020 κατ' εφαρμογή του άρθρου 74 παρ. 1 του ν. 4690/2020.

Ακολούθως δε, στο πλαίσιο του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της ασκηθείσας έφεσης, εκτιμώντας κυριαρχικά το περιεχόμενο της αγωγής, όπως είχε διαμορφωθεί μετά τη δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος παραιτήθηκε από το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, διατήρησε όμως το αίτημα της επιδίκασης των μισθών υπερημερίας, υποστηρίζοντας ότι δεν υφίσταται θέμα αναγνώρισης ακυρότητας της καταγγελίας (γι' αυτό και παραιτήθηκε του αιτήματος) αλλά ανυπαρξίας της καταγγελίας και ότι εναπόκειται στην εναγομένη κατ' ένσταση να προβάλλει τον ισχυρισμό περί λύσης της σύμβασης και εφόσον δεν το κάνει, συνάγεται ομολογία από πλευράς της ως προς την ανυπαρξία της καταγγελίας και την συνέχιση της εργασιακής σχέσης.

Επί του ζητήματος αυτού, λεκτέα τα εξής: Η αγωγή έχει ένα συγκεκριμένο περιεχόμενο ως προς την ιστορική και νομική της βάση όσον αφορά το κύριο αίτημα αυτής και εν προκειμένω γίνεται επίκληση πραγματοποιηθείσας καταγγελίας, η οποία είναι άκυρη επειδή δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση και για το λόγο αυτό ζητούνται μισθοί υπερημερίας.

Η παραίτηση από το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας και ο ισχυρισμός περί ανυπαρξίας καταγγελίας, συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της αγωγής (άρθρο 224 ΚΓΊολΔ) καθώς πρόκειται για μια εντελώς διαφορετική ιστορική και νομική βάση, γεγονός που καταδεικνύεται εξάλλου και από το ότι η πλευρά της εναγομένης πρέπει να διαφοροποιήσει εντελώς την δικονομική της στάση και να προβάλει ισχυρισμούς (ένσταση λύσης της σύμβασης) που δεν θα ήταν απαραίτητοι κατά την άμυνα κατά της αγωγής στην αρχική της μορφή.

Κατά ρητή του νόμου διατύπωση (άρθρο 224 παρ. 1 ΚΠολΔ), η μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής είναι, εν όψει της θέσπισης της απαγόρευσης προς προστασία του δημοσίου συμφέροντος, απαράδεκτη και κατά νομική ακολουθία, απορριπτέα η αγωγή (ως προς το κύριο αίτημά της περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας) για το λόγο αυτό, χωρίς μάλιστα να απαιτείται να συντρέχει και το στοιχείο της βλάβης της εναγομένης (....).

Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο απέρριψε την αγωγή ως προς το κύριο αίτημα αυτής ως απαράδεκτο (λόγω εκπρόθεσμης άσκησης) δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα, έστω και για διαφορετικό λόγο απαραδέκτου από αυτόν που συντρέχει (απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής) και επομένως, δεν απαιτείται να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος έφεσης και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση παρά το ανωτέρω σφάλμα της, αφού δεν μεταβάλλεται το διατακτικό της και παραμένει απορριπτέα η αγωγή ως απαράδεκτη ως προς το κύριο αίτημά της, αρκεί δε η αντικατάσταση της αιτιολογίας από το παρόν Δικαστήριο.".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παρά το νόμο κήρυξης απαραδέκτου, όπως αντίθετα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με το πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης. Τούτο δε διότι πράγματι ο αναιρεσείων με την παραπάνω δήλωσή του προέβη σε απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγήςτου, η οποία, κατά το περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας αίτημά της, στηριζόταν στην επικαλουμένη ως θεμελιωτική της αξίωσης επιδίκασης μισθών υπερημερίας ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, χωρίς να είναι απαραίτητο να εκτίθεται για τη θεμελίωση του ότι ο ίδιος προέβη σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του στην εναγομένη, η οποία τις απέκρουσε και έτσι κατέστη υπερήμερη και δεν θεμελιωνόταν απλά στην άρνηση της αναιρεσίβλητης να αποδέχεται τις υπηρεσίες του (χωρίς την ύπαρξη καταγγελίας), ενώ, κατά το μετά τη δήλωση του διαμορφωθέν αίτημά της περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας, θεμελιώνεται στην, λόγω της ανύπαρκτης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, υπερημερία της εναγομένης από την μη αποδοχή, της πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς των υπηρεσιών του (χωρίς πάντως να εκτίθενται και τα αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά).

Έτσι όμως, στη δεύτερη περίπτωση, διαφοροποιείται εντελώς η δικονομική θέση της εναγομένης, η οποία για την άμυνά της πρέπει να προβάλλει, αρνούμενη την υπερημερία της, ένσταση λύσης της σύμβασης ή και σχετικούς ισχυρισμούς περί της μη πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς των υπηρεσιών του αναιρεσείοντος, που δεν ήταν απαραίτητο να προβάλλει αμυνόμενη κατά της αγωγής με το αρχικό της περιεχόμενο και αίτημα, οπότε θα μπορούσε να προβεί σε απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της ακυρότητας της καταγγελίας, εμμένοντας στην εγκυρότητα αυτής.

Σημειώνεται ότι αντίθετη ερμηνευτική εκδοχή υπό την επίκληση του άρθρου 223 του ΚΠολΔ θα μπορούσε υπό συγκεκριμένες περιστάσεις να οδηγήσει σε καταστρατήγηση της προβλεπόμενης από το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955 τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας για την άσκηση αξιώσεων απορρεουσών από άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του μισθωτού, στις οποίες περιλαμβάνονται οι για την αιτία αυτή αξιώσεις καταβολής μισθών υπερημερίας, η οποία (προθεσμία), ως αποσβεστική, λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο κατ' άρθρο 280 του ΑΚ (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 349/2021, ΑΠ 105/2020, ΑΠ 314/2019, ΑΠ 524/2018).

Επομένως ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, "όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 330 του ιδίου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: (α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), (β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή της παράλειψης του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε, (γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια, (δ) πρόσφορη αιτιώδη συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας, η οποία συντρέχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και τη λογική, η συμπεριφορά αυτή στο χρόνο και με τις συνθήκες που έλαβε χώρα, ήταν ικανή, κατά τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 601/2022, ΑΠ 10/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 1115/2015).

Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, ήτοι τη συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα που επιδεικνύει ο χρηστός και εχέφρων συναλλασσόμενος κατά τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις.

Επίσης, για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης, που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κάποιος με τις πράξεις του από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη (ΑΠ 14/2021, ΑΠ 1027/2021, ΑΠ 1363/2012).

Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης, ως παράνομης συμπεριφοράς, προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της παραλειφθείσας θετικής ενέργειας, η οποία (υποχρέωση) μπορεί να απορρέει από το νόμο, τη δικαιοπραξία, την καλή πίστη, τις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις και συναλλακτικές αντιλήψεις, από προηγηθείσα συμπεριφορά του υπαιτίου ή από το γενικό πνεύμα του δικαίου, κατά τις διατάξεις των άρθρων 200, 281, 288 και 919 ΑΚ (ΑΠ 1381/2022 , ΑΠ 1027/2021, ΑΠ 46/2020, ΑΠ 1115/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο μόνο του ν. 690/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 2336/1995, τιμωρείται με τις ποινές που προβλέπονται εκεί κάθε εργοδότης που δεν καταβάλλει εμπροθέσμως στους απασχολούμενους σ` αυτόν με μισθό τις αποδοχές ή κάθε φύσεως χορηγίες που τους οφείλει από τη σχέση εργασίας.

Με τη διάταξη αυτή ανάγεται σε ποινικό αδίκημα η μη εκπλήρωση από τον εργοδότη της υποχρεώσής του για πληρωμή του μισθού που απορρέει από τη σύμβαση εργασίας. Με την παράλειψη όμως της πληρωμής (ενόλω ή εν μέρει) αυτού ο εργαζόμενος δεν χάνει τις καθυστερούμενες αποδοχές, τις οποίες ο εργοδότης εξακολουθεί να οφείλει από τη σύμβαση και, συνεπώς, δεν υπάρχει ζημία, που να έχει αιτία τη, σε σχέση με το ν. 690/1945, παράνομη συμπεριφορά του εργοδότη.

Παρέπεται ότι η μη εκπλήρωση της προς καταβολή του οφειλόμενου μισθού υποχρέωσης του εργοδότη και η παρακράτηση από αυτόν του μισθού, τον οποίο ενοχικώς οφείλει, δεν συνιστά αδικοπραξία. (ΑΠ 1839/2022, ΑΠ 359/2020, ΑΠ 670/2016). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 3/2020, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΟλΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 14/2022).

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του Δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, εφόσον οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 3/1997).

Επίσης δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το Δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 12/1991, ΑΠ 14/2022, ΑΠ 598/2019) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 14/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι, ενώ με την υπό κρίση αγωγή του, το περιεχόμενο της οποίας προαναφέρθηκε, και ειδικότερα, για τη θεμελίωση του αιτήματός του περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, είχε εκθέσει ότι η εναγομένη-αναιρεσίβλητη από τα μέσα του έτους 2015 άρχισε να μην είναι συνεπής στην καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, καταβάλλοντας πάντοτε καθυστερημένα το δεδουλευμένο μισθό του και ποτέ ολόκληρο το ποσό, με αποτέλεσμα αφενός μεν να στερείται τα ποσά του μισθού του, που ήταν απαραίτητα για τη διατροφή του ιδίου και της οικογένειας του (είναι έγγαμος με δυο ήδη ενήλικα τέκνα) και αφετέρου η εναγομένη εταιρεία συνεχώς να εκμεταλλεύεται την εργασία του και να πορίζεται αδικαιολόγητα σε βάρος του ωφέλεια από τη μη έγκαιρη και εμπρόθεσμη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, χρησιμοποιώντας τα παρανόμως παρακρατούμενα από αυτήν χρήματα των δεδουλευμένων αποδοχών του με τους παραγόμενους τόκους υπερημερίας επ' ωφελεία της και σε βάρος του και ότι με δεδομένη αυτήν την επί συνεχή και για χρονικό διάστημα παραπάνω από μια πενταετία εξακολουθητική αδικοπρακτική και μεθοδευμένη σε βάρος του συμπεριφορά της εναγομένης, που διήρκεσε μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, προσβλήθηκε παράνομα η τιμή, υπόληψη και η προσωπικότητά του ως εργαζομένου, το Εφετείο, με το να απορρίψει ως μη νόμιμο το αίτημα αυτό της αγωγής του περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τη διαρκή μη καταβολή των αποδοχών του και την οφειλή για δεδουλευμένες αποδοχές ποσού 5.147,04 ευρώ, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 914, 932 ΑΚ και επί πλέον παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αυτόν τον αγωγικό του ισχυρισμό, υποπίπτοντας στις αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ερευνώντας τον τρίτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη της αγωγής του από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως προς το αίτημά του αυτό, ως μη νόμιμη, διέλαβε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, το αγωγικό αίτημα περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, δοθέντος ότι μόνη η μη καταβολή ή η καθυστέρηση καταβολής, εκ μέρους του εργοδότη, των αποδοχών του εργαζομένου, χωρίς τη συνδρομή και άλλων περιστατικών που επέφεραν ηθική μείωση αυτού, δεν συνεπάγεται προσβολή της προσωπικότητας του τελευταίου.

Κατά τον ίδιο τρόπο και συνεπώς ορθά ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε το εν λόγω αίτημα ως μη νόμιμο και δεν έσφαλε, επομένως ο περί του αντιθέτου υποστηρίζων τρίτος λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, δεχόμενο ότι το ανωτέρω αίτημα της αγωγής είναι μη νόμιμο και απορρίπτοντας τον τρίτο λόγο της έφεσης του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε αποφανθεί ομοίως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη, παράλληλα δε, έλαβε υπόψη τον υπό του ενάγοντος-αναιρεσείοντος προβληθέντα σχετικό ισχυρισμό και τον απέρριψε, ως μη νόμιμο.

Επομένως ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649, 669 και 672 του ΑΚ και 1 του Ν. 2112/1920 συνάγεται ότι: α) Σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει, ρητώς ή σιωπηρώς, ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. β) Η σύμβαση εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν, ρητώς ή σιωπηρώς, έχει συμφωνηθεί η διάρκεια αυτής μέχρις ορισμένου χρονικού σημείου ή η λήξη της προκύπτει από το είδος και το σκοπό της εργασιακής σύμβασης. Χαρακτηριστικό δε της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι, ότι τα συμβαλλόμενα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 του ΑΚ, όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημίωσης (ΟλΑΠ 20/2007).

Εξάλλου, στο άρθρο 671 ΑΚ ορίζεται ότι "Η σύμβαση εργασίας που συνομολογήθηκε για ορισμένο χρόνο λογίζεται πως ανανεώθηκε για αόριστο χρόνο, αν μετά τη λήξη του χρόνου της ο εργαζόμενος εξακολουθεί την εργασία χωρίς να εναντιώνεται ο εργοδότης". Η διάταξη αυτή, ενδοτικού δικαίου, με την οποία καθιερώνεται νομικό πλάσμα όσον αφορά τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών σχετικά με τη σιωπηρή παράταση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ως αορίστου πλέον χρόνου για την περίπτωση που η εργασιακή σχέση συνεχίσθηκε με τη συναίνεση των μερών και μετά την πάροδο του χρόνου ορισμένης διάρκειας σύμβασης εργασίας, δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην περίπτωση που αμέσως μετά την παρέλευση της διάρκειας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή την πάροδο μικρού χρονικού διαστήματος από τη λήξη αυτής, τα μέρη προβαίνουν σε κατάρτιση νέας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (σχετ. ΑΠ 1270/2012, ΑΠ 1373/1990).

Περαιτέρω κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει αυτόν, αν δεν συντρέχει μία, από την ως άνω διάταξη, εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι, στην περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 43/1990, ΑΠ 1003/2023, ΑΠ 470/2022, ΑΠ 796/2021, ΑΠ 231/2020, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 593/2015).

Συνεπώς ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του, ή επαναφοράς του στο παραπάνω δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο αν ο σχετικός ισχυρισμός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 524/2019, ΑΠ 199/2017), αν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ.

α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή ( ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 1003/2023, ΑΠ 4/2020, ΑΠ 93/2020, ΑΠ 911/2019). Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τους αριθμούς 1, 19 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, α) για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρου 671 ΑΚ, ως προς το ζήτημα του χαρακτήρα της συνδέουσας αυτόν με την εναγομένη από 25-7-2000 μέχρι 31-1-2020 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ως μιας ενιαίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και β) για παρά το νόμο μη λήψη υπ' όψη πράγματος που προτάθηκε και έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψη τον θεμελιωτικό του δικαιώματος αυτού αγωγικό ισχυρισμό του για τα επί μέρους χρονικά διαστήματα της απασχόλησής του από 25-7-2000 και εντεύθεν στην εναγόμενη με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου αρχικά και στη συνέχεια με την από 15-6-2006 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από τις οποίες προέκυπτε ότι ο χαρακτήρας της συνδέουσας τους διαδίκους σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο εσφαλμένο συμπέρασμα, ότι δηλαδή ο ίδιος συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 15-5-2006 μέχρι την 31-1-2020, χωρίς να συνυπολογίσει για τον υπολογισμό της οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης απόλυσής του, και το χρονικό διάστημα από 28-6-2000 μέχρι 14-5-2006, που συνδεόταν με την εναγομένη με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου και συνεπώς να κρίνει ότι επρόκειτο για μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων-αναιρεσείων, με την ένδικη αγωγή του και για τη θεμελίωση των αγωγικών του αξιώσεων, είχε εκθέσει πλην άλλων, ως προς το χαρακτήρα της συνδέουσας αυτόν με την εναγομένη σύμβασης εργασίας, κατά λέξη: "Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε στην Αθήνα, προσλήφθηκα στις 25-7-2000 από την εναγομένη εταιρία ως οδηγός, κατέχοντας όλα τα νόμιμα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που τότε ίσχυαν....".

Το Εφετείο, κατά την έρευνα του δευτέρου λόγου της έφεσης του ενάγοντος-αναιρεσείοντος, με τον οποίο παραπονείτο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο είχε δεχθεί ότι ο ενάγων συνδεόταν με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 15-6-2006 μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του την 31-1-2020, χρονικό διάστημα επί του οποίου υπολόγισε την οφειλόμενη από την εναγομένη αποζημίωση απόλυσης, με αναφορά στα αποδεικτικά μέσα με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: " Ο ενάγων και ήδη εκκαλών προσλήφθηκε στις 28.6.2000 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προκειμένου να απασχοληθεί ως εφεδρικός οδηγός σε διώροφο λεωφορείο ιδιοκτησίας της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης, που εκτελούσε δρομολόγιο Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Αθήνα.

Έκτοτε απασχολήθηκε στην εναγομένη με την ίδια ιδιότητα με διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου έως τις 14.5.2006. Από 15.5.2006 απασχολήθηκε πλέον με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι τις 31.1.2020, οπότε η εναγομένη προέβη σε αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησής του και κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση λόγω της επικείμενης συνταξιοδότησης του ενάγοντος κατόπιν και της σχετικής υποβολής της υπ' αριθ.

πρωτ. ....2020 αίτησης αυτού προς την εργοδότριά του, με την οποία της γνωστοποίησε ότι από 1.2.2020 θα παύσει να εργάζεται λόγω συνταξιοδότησης και καλούσε αυτήν για τις δικές της ενέργειες. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος είχε τη μορφή σύμβασης αορίστου χρόνου από την αρχή, ήτοι από 28.6.2000, όπως αβάσιμα υποστηρίζει, ούτε μάλιστα ο ίδιος επικαλείται το λόγο που θεωρεί ότι η σύμβαση είχε εξ αρχής τον χαρακτήρα σύμβασης αορίστου χρόνου.

Συνεπώς ο ενάγων απασχολήθηκε στην εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 15.5.2006 έως και 31.1.2020, ήτοι επί 13 χρόνια και 8 μήνες, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, επικουρικώς ασφαλισμένος και η προβλεπόμενη από το Ν. 2112/1920 αποζημίωσή του, λόγω συνταξιοδοτήσεως, ανέρχεται σε ποσοστό 40% των μικτών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του.

Για το διάστημα έως τις 14.5.2006, ο ενάγων απασχολείτο δυνάμει διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, επί των οποίων δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του Ν. 2112/1920 για λήψη αποζημίωσης και επομένως αυτό το χρονικό διάστημα δεν προσαυξάνει τον χρόνο ο οποίος υπολογίζεται για το ύψος της σχετικής αποζημίωσης...".

Υπό τα ανωτέρω: Α) ο λόγος αυτός της αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πράγματι όμως μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, καθόσον ο ενάγων με την ένδικη αγωγή του επικαλέσθηκε μόνο την κατάρτιση στις 25-7-2020 μίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και δεν επικαλέστηκε, με αναφορά των σχετικών πραγματικών περιστατικών, ότι οι από 25-7-2000 και εντεύθεν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούσαν με την από 15-5-2006 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μια ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Μόνο δε το γεγονός ότι οι συμβάσεις αυτές ήταν διαδοχικές, χωρίς την επίκληση των οριζόμενων από το ΠΔ 81/2003 προϋποθέσεων, δεν καθιστούν τις επικαλούμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου μια ενιαία σύμβαση με την από 15-5-2006 σύμβαση αορίστου χρόνου. Ούτε βέβαια υφίσταται έδαφος εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 671 ΑΚ, όπως αβάσιμα επικαλείται ο αναιρεσείων, καθόσον η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή στην περίπτωση εξακολούθησης μιας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, μετά τη λήξη της, χωρίς εναντίωση του εργοδότη και όχι, όπως εν προκειμένω, την περίπτωση κατάρτισης διαδοχικά νέων συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, μετά τη λήξη της τελευταίας των οποίων καταρτίζεται σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Β) ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη τον ανωτέρω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε, καταλήγοντας σε αντίθετο συμπέρασμα από αυτό του αναιρεσείοντος.

Με τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι "αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον για να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία". Ως "αιτιολογικό" στο πλαίσιο εφαρμογής της διάταξης αυτής νοείται η "νομική αιτία" δηλαδή η διάταξη νόμου που συνιστά τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 30/1998, ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 1280/2018, ΑΠ 256/2016) και όχι οι αιτιολογίες της απόφασης οι οποίες ανάγονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (ΟλΑΠ 1/2020). Εσφαλμένο επομένως "αιτιολογικό" κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που (ανελέγκτως) δέχθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπάγονται σε κανόνα δικαίου διαφορετικό από εκείνο που εφαρμόσθηκε από αυτήν, υπό την προϋπόθεση ότι η εφαρμογή του ορθού κανόνα δικαίου καταλήγει στο ίδιο πόρισμα στο οποίο κατέληξε με το διατακτικό της και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 32/2002, ΑΠ 1712/2018, ΑΠ 166/2013, ΑΠ 1776/2012, ΑΠ 950/2005).

Στην περίπτωση αυτή δεν ιδρύεται αναιρετικός λόγος από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, διότι η ευδοκίμηση των ανωτέρω αναιρετικών λόγων δεν εξαρτάται από την ορθότητα των νομικών αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, αλλά από το διατακτικό της τελευταίας, το οποίο συνδέεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΟλΑΠ 1/2020, ΑΠ 1411/2018, ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 70/2016, ΑΠ 1776/2012).

Στην περίπτωση αυτή ο Άρειος Πάγος απορρίπτει τον σχετικό αναιρετικό λόγο χωρίς να προβεί σε ρητή αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. διαφορά στη διατύπωση των άρθρων 578 και 534 του ΚΠολΔ), προβαίνοντας μόνο στην απόδοση του ορθού νοήματος της κρίσιμης εφαρμοστέας διάταξης στο σκεπτικό του (ΑΠ 1243/2019, ΑΠ 1280/2018, σχετ. ΟλΑΠ 1/2020, ΟλΑΠ 30/1998). Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενος τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση της διάταξης του άρθρου 3 παρ. 1 του ν. 2112/1920, υπολογίζοντας την οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης μειωμένη κατά 40%, ενώ δεν προβλέπεται από τη διάταξη αυτή τέτοια μείωση του ποσού της αποζημίωσης απόλυσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, ως προς το ζήτημα του υπολογισμού της οφειλόμενης νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης του αναιρεσείοντος, το Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του τα ακόλουθα: "...Από 15.5.2006 απασχολήθηκε πλέον με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μέχρι τις 31.1.2020, οπότε η εναγομένη προέβη σε αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησής του και κατήγγειλε την μεταξύ τους σύμβαση λόγω της επικείμενης συνταξιοδότησης του ενάγοντος κατόπιν και της σχετικής υποβολής της υπ' αριθ. πρωτ. ....2020 αίτησης αυτού προς την εργοδότριά του, με την οποία της γνωστοποίησε ότι από 1.2.2020 θα παύσει να εργάζεται λόγω συνταξιοδότησης και καλούσε αυτήν για τις δικές της ενέργειες (.....).

Συνεπώς ο ενάγων απασχολήθηκε στην εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 15.5.2006 έως και 31.1.2020, ήτοι επί 13 χρόνια και 8 μήνες, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, επικουρικώς ασφαλισμένος και η προβλεπόμενη από το Ν. 2112/1920 αποζημίωσή του, λόγω συνταξιοδοτήσεως, ανέρχεται σε ποσοστό 40% των μικτών τακτικών μηνιαίων αποδοχών του. (.....).

Οι δε μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά τον προηγούμενο μήνα της αποχώρησής του, ανέρχονταν στο ποσό ων 1.478,39 ευρώ. Κατ' ακολουθίαν, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, για τα 13 έτη και 8 μήνες υπηρεσίας, το ποσό της αποζημίωσης ανέρχεται στο 40% λόγω επικουρικής ασφάλισης επί των μηνιαίων αποδοχών 9 μηνών, με προσαύξηση 1/6, ήτοι [(1.478,39 ευρώ μικτές αποδοχές X 9 μήνες =) 13.305,51 ευρώ + 2.217,585 ευρώ (1/6) = 15.523,095 X 40% =) 6.209,40 ευρώ.

Ο ενάγων υποστηρίζει ότι εσφαλμένα υπολογίσθηκε η ως άνω αποζημίωση από την εναγομένη λόγω συνταξιοδότησης, καθώς στην αίτησή του προς αυτήν ουδόλως ανέφερε περί "πλήρους" συνταξιοδοτήσεως, ενώ έπρεπε να υπολογισθεί χωρίς τη μείωση στο 40% ως αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης από πλευράς της εναγομένης.

Αποδεικνύεται όμως ότι η εναγομένη δεν προέβη σε καταγγελία της σύμβασης με δική της πρωτοβουλία αλλά κατόπιν σχετικής αιτήσεως του ενάγοντος επειδή επίκειτο η συνταξιοδότησή του, ουδόλως δε εξηγεί ο ενάγων τι εννοεί όταν επικαλείται ότι δεν έκανε λόγο για "πλήρη" συνταξιοδότηση, αφού στην αίτησή του σαφώς αναφέρει ότι θα παύσει λόγω συνταξιοδοτήσεως να εργάζεται και κάλεσε μάλιστα την εναγομένη για δικές της ενέργειες, ήτοι την ενημέρωνε για την αποχώρησή του από την εργασία και ζητούσε τις δικές της ενέργειες για την απόδοση σε αυτόν του ποσού της αποζημιώσεως, εν όψει της συνταξιοδότησής του.

Επομένως σε κανένα σφάλμα ή παράνομη ενέργεια δεν υπέπεσε η εναγομένη, αναγγέλλοντας την οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντος και υπολογίζοντας την αποζημίωσή του λόγω επικείμενης συνταξιοδοτήσεως με μείωση στο 40%, ούτε βεβαίως ήταν απαραίτητο να προβάλλει η εναγομένη ισχυρισμό περί καταβολής μειωμένης αποζημιώσεως, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων.

Ούτε βεβαίως η εναγομένη οφείλει να αποδείξει ότι ο ενάγων πράγματι είχε τις προϋποθέσεις για συνταξιοδότηση, ούτε είχε το βάρος να ερευνήσει αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, προκειμένου να αναγγείλει την οικειοθελή αποχώρηση του ενάγοντος και να προβεί στον υπολογισμό της αποζημίωσης.

Επομένως ο ενάγων δικαιούται το ανωτέρω ποσό των 6.209,40 ευρώ...". Από τις ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο κατά τον υπολογισμό της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης του αναιρεσείοντος, ως επικουρικώς ασφαλισμένου, μειωμένης κατά 40%, δέχθηκε ανελέγκτως ότι η εναγομένη κατήγγειλε την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου του αναιρεσείοντος λόγω συνταξιοδότησης, όπως ο ίδιος είχε δηλώσει προς αυτήν με την με αρ.

πρωτ. ...-2020 αίτησή του ότι θα παύσει να εργάζεται από 1-2-2020 λόγω συνταξιοδότησης και την καλούσε για τις δικές της ενέργειες.

Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση προέβη στον υπολογισμό της οφειλόμενης λόγω συνταξιοδότησης αποζημίωσης όχι με βάση το ν. 2112/1920, όπως εσφαλμένα διαλαμβάνει στο σκεπτικό της, αλλά υπολόγισε αυτή κατ' ορθή εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 8 εδ. β του ν. 3198/1955, όπως το εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 8 παρ. 4 του ν.δ/τος 3788/1957 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 435/1976, η οποία και τυγχάνει εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση με βάση τις εν λόγω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης. Επομένως, εφόσον το Εφετείο, παρά την εσφαλμένη αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης ως προς τον εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, κατέληξε σε ορθό διατακτικό, πρέπει κατ' εφαρμογή του άρθρου 578 του ΚΠολΔ ν' απορριφθεί ο από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης, ενόψει και του ότι δεν υφίσταται έννομο συμφέρον προς αποτροπή δυσμενούς για τον αναιρεσείοντα δεδικασμένου από την ως άνω εσφαλμένη αιτιολογία.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις και παρέστη, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-12-2022 και με αριθμό κατάθεσης 10539/1212/30-12-2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 4071/28-7-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και επειδή αυτός καθώς και όλα τα μέλη της σύνθεσης έπαψαν να είναι τοποθετημένοι στο Δικαστήριο (λόγω συνταξιοδότησης) Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ταύτης αποχωρήσασας η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης