Supreme Court dismisses appeal in tenancy dispute, upholding lower court's finding of valid notice and rent deposit requirements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a tenancy dispute. The appellant argued that the landlord failed to meet statutory conditions for terminating the lease, specifically citing the lack of a written notice, the expiration of the three-month waiting period, and the non-payment of a security deposit. The court rejected these claims, affirming that the lower court correctly interpreted the law to find a valid written notice had been served and that the security deposit was not a prerequisite for the termination's validity.
Legislator headnote
AI generatedArticles 43 of Presidential Decree 34/1995; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The court held that the termination of a lease requires a written notice, the passage of the three-month period following its service, and the payment of a security deposit, which must be claimed separately if not paid at the time of notice.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1151 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1151/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα .
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθ' ου η κλήση: Α. Ε. Α., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης - καλούσας: Τεθείσας σε εκκαθάριση ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον διορισθέντα εκκαθαριστή αυτής Δ. Δ., κάτοικο ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Κόλλια με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την ενώπιον του ακροατηρίου και διά των προτάσεων ασκηθείσα ανταγωγή της "...". Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1146/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3341/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 12-7-2018 αίτησή του, η συζήτηση της οποίας ορίστηκε για τη δικάσιμο της 22-11-2019, κατά την οποία αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 8-5-2020, οπότε και ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 9-6-2020 κλήση της αναιρεσίβλητης - καλούσας.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 12-07-2018, με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης 6634/2018 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης 565/16-07-2018 στο Εφετείο Αθηνών αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ` αριθμ. 3341/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων με την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ισχύοντος από 1-1-2016 Ν. 4335/ 2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), προ πάσης επιδόσεως, εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) διετούς (καταχρηστικής) προθεσμίας από την γενόμενη στις 3-07-2018 δημοσίευση της περατώνουσας τη δίκη προσβαλλόμενης απόφασης, λαμβανομένου υπόψη και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, το πρώτον στις 24-09-2018 (δηλαδή μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης), όπως προκύπτει από την μετ'επικλήσεως προσκομιζόμενη από την αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της υπ'αρ. 7930 Γ'/ 24-09-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Α.
Ι. Χ., σε συνδυασμό και με την επί του σώματος της επιδοθείσας προσβαλλόμενης απόφασης επισημείωση του ίδιου ως άνω δικαστικού επιμελητή . Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ΚΠολΔ.) . Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΑΠ 799/2020 ).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 126/2022) . Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΑΠ 799/2020).
Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 24/1992, ΑΠ 126/2022, ΑΠ 799/2020 ). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 799/2020).
Συγκεκριμένα, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, συνεπώς, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις πιο πάνω εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο ( ΑΠ 799/2020 ).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 1.1.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού εμπορικής μίσθωσης καταστήματος, ο εκκαλών εκμίσθωσε στην εφεσίβλητη ένα ισόγειο κατάστημα, με υπόγειο και πατάρι, κείμενο επί της οδού ... (Κάτω Πατήσια), για το χρονικό διάστημα από 1.1. 2004 έως 31.1.2013, με περαιτέρω δυνατότητα παράτασης της μίσθωσης, για μία τριετία, μέχρι συμπληρώσεως διαρκείας δώδεκα ετών, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει για την εμπορία δικύκλων, αντί αρχικού μηνιαίου μισθώματος, ύψους 4.402 ευρώ, αναπροσαρμοζομένου ετησίως, κατά το λόγο ανόδου του τιμαρίθμου, πλέον δύο μονάδων επί του καταβαλλομένου μισθώματος του προηγουμένου έτους.
Βάσει του υπ' αριθ. 5 όρου του συμφωνητικού και κατά την κατάρτιση αυτού, η εφεσίβλητη κατέβαλε στον εκκαλούντα το ποσό των 8.804 ευρώ για την πιστή τήρηση των όρων της σύμβασης. Συμφωνήθηκε, επίσης, ότι η εγγύηση αυτή, αναπροσαρμοζομένη κατ' έτος, κατά το λόγο αναπροσαρμογής του μισθώματος, θα παραμείνει στον εκμισθωτή, σε όλη τη διάρκεια της μίσθωση και θα επιστρέφεται άτοκα, μετά την, καθ' οιονδήποτε τρόπο, λύση της μίσθωσης.
Με την από 17.6.2011 έγγραφη καταγγελία της εφεσίβλητης που κοινοποιήθηκε στον εκκαλούντα στις 20.6.2011 (βλ. έκθεση επίδοσης 10542Β /20.6.2011 του Δικαστικού Επιμελητού Αθηνών Ι. Χ.), η μίσθωση λύθηκε στις 20.9.2011, σύμφωνα με το άρθρο 43 Π.Δ. 34/1995. Στις 29.7.2011, η εφεσίβλητη παρέδωσε τα κλειδιά του μισθίου στον εκκαλούντα με Δικαστικό Επιμελητή (βλ. 1 0683Β / 29.7.2011 έκθεση επίδοσης της από 22.7.2011 κλήσης παράδοσης κλειδιών μισθίου καταστήματος του Δικαστικού Επιμελητού Αθηνών Ι.
Χ.). Ο εκκαλών παρέλαβε τα κλειδιά, υπογράφοντας "με πάσα επιφύλαξη παντός δικαιώματός μου", επιφύλαξη εντελώς αόριστη. Στις 30.9.2011, έλαβε χώρα, μεταξύ των διαδίκων, πλήρης εκκαθάριση των λογαριασμών που είχαν προκύψει από τη χρήση του μισθίου και η εφεσίβλητη κατέβαλε στον εκκαλούντα το ποσό των 1.633 ευρώ για λογαριασμούς Ο.Τ.Ε.
και Δ.Ε.Η. που είχαν εκδοθεί μετά την αποχώρηση της εφεσίβλητης από το μίσθιο, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη και τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών, με τον δεύτερο λόγο της έφεσή του, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
Συνεπώς, κατά την ημερομηνία αυτή, ο εκκαλών όφειλε να επιστρέψει στην εφεσίβλητη το άνω ποσό της εγγυοδοσίας από 8.804 ευρώ. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι η καταγγελία της μίσθωσης από την εφεσίβλητη δεν επέφερε τα αποτελέσματά της, καθ' όσον δεν ολοκληρώθηκε η διαδικασία του άρθρου 43 του Π.Δ. 34/1995, µε την καταβολή της αποζηµιώσεως ενός µηνιαίου µισθώµατος, τυγχάνει αβάσιµος και απορριπτέος, καθ' όσον η αποζηµίωση αυτή δεν απαιτείται να γίνει συγχρόνως µε την καταγγελία, ούτε αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της και οφείλεται ανεξαρτήτως αν ο εκµισθωτής υπέστη οποιαδήποτε ζηµιά από την καταγγελία (ΕΑ 6767/2004, όπως ίσχυε τότε το άρθρο 43 του Π.Δ. 341 1995, ΕλλΔικ 2005, σελ. 320), ο δε τελευταίος διατηρεί αξίωση για την καταβολή της, δυνάµενος να την επιδιώξει δικαστικά, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών, µε τον πρώτο λόγο της έφεσής του, είναι αβάσιµα και απορριπτέα.
Το πρωτοβάθµιο Δικαστήριο που έκρινε וּοίως και επιδίκασε στην αντενάγουσα το ποσό της δοθείσας εγγύησης των 8.804 ευρώ, ορθώς εκτίµησε τις προσκοµισθείσες ενώπιόν του αποδείξεις, έστω και µε ελλιπή, εν µέρει αιτιολογία, η οποία συµπληρώνεται, µε αυτήν της παρούσας απόφασης. Περαιτέρω και µη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη έφεση, ως αβάσιµη κατ' ουσίαν, στο σύνολό της,........." .Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη την από 25-09-2017 έφεση που είχε ασκήσει κατά της εκκαλούμενης υπ'αριθμό 1.146/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο εκκαλών - ενάγων - αντεναγόμενος και ήδη αναιρεσείων .
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθμ.19 ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι περιέχει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και ειδικότερα, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στο αναιρετήριο : "Δεχόμενη η προσβαλλόμενη, ως γεγονός να έχει λάβει χώρα την 30-09-2011 και συγκεκριμένα επί λέξει, ".....Στις 30.9.2011, έλαβε χώρα, μεταξύ των διαδίκων, πλήρης εκκαθάρισης των λογαριασμών που είχαν προκύψει από τη χρήση του μισθίου και η εφεσίβλητη κατέβαλε στον εκκαλούντα το ποσό των 1.633 ευρώ για λογαριασμούς Ο.Τ.Ε.
και Δ.Ε.Η. που είχαν εκδοθεί μετά την αποχώρηση της εφεσίβλητης από το μίσθιο.....", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι η αντίδικός μου - αναιρεσίβλητη, ήδη την 05-07-2011, κατέβαλε το ποσό των (10.000) ευρώ, με πίστωση του λογαριασμού μου, υπ'αριθ. ... τηρούμενου στην Τράπεζα ALPHA BANK, χωρίς να αναφέρεται οποιαδήποτε αιτία της γενόμενης καταβολής, αλλά όλως αορίστως αναφέρεται σε .....".....2 ενοίκια - ....", - χωρίς τούτο να διαλαμβάνεται ουδόλως στην προσβαλλόμενη, όπως απέδειξα με την προσαγωγή αντιγράφου κίνησης του άνω λογαριασμού μου - γεγονός που αποδεικνύει εμμέσως πλην σαφώς, την εκ μέρους της αντιδίκου μου αναγνώριση ύπαρξης εκκρεμοτήτων, σαφέστατα ευρισκόμεθα ενώπιον αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Πράγματι, δεν είναι δυνατόν να διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη ότι α) επήλθε "........πλήρης εκκαθάριση των λογαριασμών που είχαν προκύψει από τη χρήση του μισθίου ...", β) να μου καταβάλλονται εκ μέρους της αντιδίκου μου σχετικές διαφορές, ποσού 1.633 ευρώ, γ) να έχουν καταβληθεί προηγουμένως, όλως αορίστως, 10.000 ευρώ από την αντίδικό μου, με πίστωση του άνω λογαριασμού μου, δ) να μην υφίσταται εκ μέρους της αντιδίκου μου αίτημα επιστροφής, ή, έστω επιφύλαξη δικαιώματος, επιστροφής της καταβληθείσας εγγύησης για τη πιστή τήρηση των όρων της ένδικης μίσθωσης και ε) να υφίσταται επιφύλαξη των δικαιωμάτων μου για διαφορές οφειλομένων μισθωμάτων καθ'όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, ως η από 24-10-2011 αγωγή μου και να διαλαμβάνεται στη προσβαλλόμενη, όπως άλλωστε και στην πρωτόδικη οριστική απόφαση, ότι, δήθεν, οφείλεται η επιστροφή της εκ της μίσθωσης καταβληθείσας εγγύησης.
Ενόψει των ανωτέρω, η αναιρεσιβαλλόμενη, απορρίψασα το σχετικό λόγο της εφέσεώς μου, υπέπεσε στη πλημμέλεια της προβλεπόμενης από την υπ'αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., δοθέντος ότι διαλαμβάνει αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, μεθ'ο και πρέπει να αναιρεθεί." .
Εν όψει του ως άνω περιεχομένου του ο ως άνω 1ος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι, με την επίφαση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθ. 19 του άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται με αυτόν η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, και συγκεκριμένα προβάλλονται αιτιάσεις για την, κατ' άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, ως προς τις οποίες ο αναιρεσείων έχει διαφορετική ουσιαστική προσέγγιση, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα που εκτίθεται σαφώς και με επάρκεια .
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995 ("Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων εμπορικών μισθώσεων"), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ.1 του ν. 3853/2010 και όπως ίσχυε πριν το ν.4242/2014 (ΦΕΚ Α`/50/28-2-2014), στις συμβάσεις που ρυθμίζονται από αυτό, "Ο μισθωτής μπορεί μετά την πάροδο ενός (1) έτους από την έναρξη της σύμβασης να καταγγείλει τη μίσθωση.
Η καταγγελία γίνεται εγγράφως, τα δε αποτελέσματά της επέρχονται μετά την πάροδο τριών (3) μηνών από τη γνωστοποίησή της. Στην περίπτωση αυτή ο μισθωτής οφείλει στον εκμισθωτή ως αποζημίωση ποσό ίσο με ένα (1) μηνιαίο μίσθωμα, όπως αυτό έχει διαμορφωθεί κατά το χρόνο καταγγελίας της μίσθωσης". Με τη διάταξη αυτή, που θεσπίστηκε αρχικά προς προστασία του εκμισθωτή από τον κίνδυνο πρόωρης και αιφνίδιας λύσης της μίσθωσης (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 1012/2012), παρέχεται στο μισθωτή εμπορικής μίσθωσης το δικαίωμα, χωρίς τη συνδρομή ορισμένου λόγου, να καταγγείλει, οπωσδήποτε εγγράφως, τη μίσθωση (καταγγελία μεταμέλειας), εφόσον, αφενός μεν, η μίσθωση παραμένει ενεργός, αφετέρου δε, έχει παρέλθει ένα έτος από την έναρξή της.
Για το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν απαιτείται, όπως προαναφέρθηκε, η συνδρομή οποιουδήποτε λόγου, αλλά αρκεί η δήλωση του μισθωτή ότι λύει τη μίσθωση, διότι, για λόγους που δεν ενδιαφέρουν, μεταμελήθηκε και δεν επιθυμεί πλέον τη συνέχισή της. Έτσι, με την καταγγελία αυτή, που αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος του μισθωτή, επέρχεται, εφόσον, βέβαια, ασκήθηκε νόμιμα, η λύση της μίσθωσης, κατ` άρθρ. 587 ΑΚ και, άρα, ο μισθωτής δεν έχει άλλες υποχρεώσεις, εκτός από εκείνες που για τη συγκεκριμένη καταγγελία ορίζονται στην παραπάνω διάταξη.
Η ίδια καταγγελία τελεί υπό αναβλητική προθεσμία τριών μηνών και συνεπάγεται την υποχρέωση του μισθωτή να καταβάλει στον εκμισθωτή εφάπαξ αποζημίωση ποσού ίσου με ένα μηνιαίο μίσθωμα, υπολογιζόμενο κατά το χρόνο άσκησης της καταγγελίας (ΑΠ 799/2020, βλ. και ΑΠ 1000/2019, ΑΠ 1444/2018, ΑΠ 593/2017, ΑΠ 357/2017, ΑΠ 1013/2015). Η καταβολή της υπόψη αποζημίωσης δεν απαιτείται να γίνει συγχρόνως με την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της καταγγελίας, δηλαδή δεν εμποδίζει την ενέργεια αυτής - τη λύση της μίσθωσης (ΑΠ 799/2020).
Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, η εν λόγω αποζημίωση δεν οφείλεται, όταν ο μισθωτής καταγγείλει πρόωρα τη μίσθωση, σύμφωνα με τα άρθρα 281, 288, 588, 672 και 766 του ΑΚ για σπουδαίο λόγο, οπότε τα περιστατικά που συγκροτούν το λόγο αυτόν πρέπει να αποτελούν και το περιεχόμενο της καταγγελίας (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 1582/2014, ΑΠ 1414/2012, ΑΠ 1516/2011).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 799/2020) .
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. (ΑΠ 799/2020 ) . Στην κρινόμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 43 του π.δ/τος 34/1995 ("Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων εμπορικών μισθώσεων") .
Συγκεκριμένα ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, κατ' εκτίμηση όσων διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, ότι με την απόφασή του παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 43 του πδ.34/1995, και αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η ως άνω διάταξη για τη νομιμότητα και εγκυρότητα της γενόμενης υπό της μισθώτριας (τώρα αναιρεσίβλητης) καταγγελίας της ένδικης σύμβασης μίσθωσης και την εκ του λόγου αυτού φερόμενη λύση της ένδικης μίσθωσης, δεχόμενο αφενός ότι η από 17.6.2011 έγγραφη καταγγελία της εφεσίβλητης μισθώτριας( τώρα αναιρεσίβλητης ) είναι έγκυρη, αφετέρου ότι με αυτήν (την από 17.6.2011 έγγραφη καταγγελία της εφεσίβλητης μισθώτριας - τώρα αναιρεσίβλητης), που κοινοποιήθηκε στον εκκαλούντα (μισθωτή) και τώρα αναιρεσείοντα στις 20.06.2011, λύθηκε η ένδικη μίσθωση και απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της έφεσης του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος .Και τούτο διότι, όπως, κατά τα ακολούθως αυτολεξεί παρατιθέμενα, ισχυρίζεται ο αναιρεσείων : " ελλείπουν παντελώς οι από το νόμο (άρθρο 43 του πδ.34/1995) τασσόμενες προϋποθέσεις, δηλαδή, α) η απαιτούμενη έγγραφη καταγγελία β) η παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας για την επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας και γ) η καταβολή της σχετικής αποζημίωσης του ενός μηνιαίου μισθώματος . ...".
Ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος του τούτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι, έτσι που έκρινε και με βάση τα όσα ανωτέρω (σχετικά με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ) αυτολεξεί παρατεθέντα δέχθηκε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 43 του π.δ. 43/1995, τις οποίες ορθά ερμήνευσε, ενώ οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό του και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθόσον, με βάση τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά περιστατικά, προέκυψε ότι το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε ότι υπήρχαν στην από 17.6.2011 έγγραφη καταγγελία της αναιρεσίβλητης - μισθώτριας οι νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 43 του πδ.34/1995 και συγκεκριμένα ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος της καταγγελίας, ενώ επίσης (ορθά ) έκρινε ότι η καταβολή της σχετικής αποζημίωσης του ενός μηνιαίου μισθώματος "δεν απαιτείται να γίνει συγχρόνως με την καταγγελία, ούτε αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της και οφείλεται ανεξαρτήτως αν ο εκμισθωτής υπέστη οποιαδήποτε ζημιά από την καταγγελία.....ο δε τελευταίος διατηρεί αξίωση για την καταβολή της, δυνάμενος να την επιδιώξει δικαστικά ...",όπως επίσης (ορθά) έκρινε δε ότι "με την από 17.6.2011 έγγραφη καταγγελία της εφεσίβλητης που κοινοποιήθηκε στον εκκαλούντα στις 20.6.2011 (βλ.
έκθεση επίδοσης 10542 Β/20.6.2011 του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Ι. Χ.) η μίσθωση λύθηκε στις 20.9.2011, σύμφωνα με το άρθρο 43 του πδ.34/1995..", δηλαδή ότι η επέλευση των αποτελεσμάτων της καταγγελίας επέρχεται μετά την παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας από την κοινοποίηση της εν λόγω καταγγελίας . Ως εκ τούτου ο 2ος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Μετά από αυτά, και αφού δεν υπάρχει προς εξέταση άλλος λόγος αναίρεσης η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Τέλος, ο αναιρεσείων που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12 Ιουλίου 2018, με Γενικό Αριθμό Κατάθεσης 6634/2018 και Ειδικό Αριθμό Κατάθεσης 565/16-07-2018 αίτηση αναιρέσεως, κατά της υπ` αριθμ. 3341/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών
Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, στο δημόσιο ταμείο. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800)ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ