Legislator Case Law & Legislation
1151/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against water utility's termination compensation, ruling statutory caps do not apply to non-compensatory benefits.

Case Number 1151/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the water utility's appeal against a lower court judgment awarding severance pay to a retiring employee. The employee argued for a lump sum and pension benefits exceeding the statutory cap of 15,000 euros, while the utility contended these amounts were subject to the limit. The court held that the lump sum and pension incentives are not compensatory in nature and do not fall under the statutory cap, thus upholding the lower court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Art. 2 para. 2 and 3 of Law 173/1967; Art. 3 of Law 173/1967; Art. 21 para. 13 of Law 3144/2003; The statutory cap on termination compensation does not apply to non-compensatory benefits such as lump sums or pension incentives, as they are not of the same nature as the compensation under Law 2112/1920.

Keywords

AI generated
statutory compensation cap termination severance pay non-compensatory benefits public utility employment retirement pension incentive lump sum severance Labor Law 173/1967

Cited Legislation

AI generated
Art. 2 para. 2 and 3 of Law 173/1967
Art. 3 of Law 173/1967
Art. 21 para. 13 of Law 3144/2003
Art. 12 of Law 4093/2012
Art. 30 of Law 4024/2011
Art. 48, 49 and 31 of the Internal Organization Regulations
Law 618/1970
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1151 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1151/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Μαΐου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Δημοτικής επιχείρησης Ύδρευσης-Αποχέτευσης Λάρισας, (Δ.Ε.Υ.Α.Λ), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Θεόδωρου Κωνσταντίνου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Γ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Κρίτσανου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Λάρισας.

Εκδόθηκαν η 368/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 441/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-11-2018 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 2 του α.ν. 173/1967 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του α.ν. 99/1967, περί ελέγχου ομαδικών απολύσεων κλπ"(ΦΕΚ Α' 189), "Εις ας περιπτώσεις εργοδότης τυγχάνει το Δημόσιον ή Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου ή Τράπεζα ή Επιχειρήσεις και Οργανισμοί κοινής ωφελείας (ΔΕΗ, ΟΤΕ, Εταιρείαι Υδάτων κ.λπ.) ή Επιχειρήσεις επιχορηγούμεναι υπό του Κράτους, η υπό του ν. 2112/1920, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη μεταγενεστέρως, οφειλομένη αποζημίωσις δεν δύναται να υπερβαίνει εις πάσαν περίπτωσιν το ποσόν των 240.000 δραχμών, καταργουμένης πάσης αντιθέτου ειδικής διατάξεως νόμου ή συμβάσεως οιασδήποτε μορφής ή τυχόν υπάρχοντος εθίμου".

Το ανώτατο αυτό όριο αποζημιώσεως αυξήθηκε διαδοχικά και με το άρθρο 21 παρ. 13 του ν. 3144/2003 (ΦΕΚ Α' 111) προσδιορίσθηκε στο ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ. Στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου ορίζεται ότι: 1. " Εις ας περιπτώσεις ειδική διάταξις νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως αναφερομένης εις ανωνύμους εταιρείας ή Κοινωφελείς Επιχειρήσεις...

προβλέπει την καταβολήν εις υπαλλήλους κατά τον χρόνον της απομακρύνσεώς των εκ της εργασίας, και ετέρας προσθέτου αποζημιώσεως πέραν της υπό του ν. 2112 προβλεπομένης, η αποζημίωσις αύτη δεν δύναται να υπερβαίνη ποσοστόν 15% της υπό της παρ. 2 του άρθρου 2 του παρόντος οριζομένης". Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 "Περί εφαρμογής των διατάξεων του α.ν. 173/1967...

επί των αποζημιώσεων των χορηγουμένων υπό του Δημοσίου, ΝΠΔΔ κλπ." (ΦΕΚ Α' 171), "Τα υπό των διατάξεων της παρ. 2 του άρθρου 2 και του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967 τιθέμενα ανώτατα όρια αποζημιώσεως ισχύουν διά πάσαν περίπτωσιν οφειλομένης, δυνάμει γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου ή κανονισμού ή συμβάσεως, αποζημιώσεως εις τους αποχωρούντος, απομακρυνομένους ή απολυομένους υπαλλήλους και εργάτας του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως, Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου, Τραπεζών, Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας ή Επιχειρήσεων επιχορηγουμένων υπό του Κράτους, εφ' οιαδήποτε σχέσει εργασίας μετ' αυτών συνδεομένων, καταργουμένης πάσης αντιθέτου γενικής ή ειδικής διατάξεως νόμου, κανονισμού, συμβάσεως οιασδήποτε μορφής και εθίμου".

Οι ως άνω διατάξεις, ως εκ του σκοπού θεσπίσεώς τους, που προδήλως έγκειται στον περιορισμό, για λόγους γενικότερου συμφέροντος, των αποζημιώσεων των προαναφερόμενων μισθωτών για την οικονομική ανακούφιση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των άλλων Οργανισμών και Επιχειρήσεων, περιλαμβανομένων και των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, δεδομένου ότι οι σχετικές δαπάνες επιβαρύνουν τελικώς τους φορολογούμενους ή το κόστος των παρεχομένων στους πολίτες υπηρεσιών, αποτελούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια, αφού τείνουν τελικά σε προστασία και των πολιτών, και υπερισχύουν γι' αυτό των ευνοϊκότερων όρων των Σ.Σ.Ε., σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (Ολ ΑΠ 10/1998, ΑΠ 227/2016, 1621/2011).

Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, έχοντας εξ ορισμού ως αντικείμενο την εξυπηρέτηση κοινωφελών σκοπών, για τους οποίους πρωτίστως ενδιαφέρεται το Κράτος, αποτελούν κατά κανόνα κατηγορία δημοσίων επιχειρήσεων, που ελέγχονται από το δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα ή οργανισμούς δημοσίου χαρακτήρα. Αποφασιστικό, όμως, στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας επιχειρήσεως ως κοινής ωφέλειας δεν είναι η νομική μορφή ή ο φορέας της, ούτε το νομικό καθεστώς που διέπει την ίδρυση και λειτουργία της, αλλά η φύση των υπηρεσιών της, οι οποίες πρέπει να είναι ζωτικής σημασίας για την εξυπηρέτηση βασικών αναγκών του κοινωνικού συνόλου (Ολ ΑΠ 20/2006, ΑΠ 597/2017, 10/1998, 33-34/1997).

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυσιν Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (ΦΕΚ Α' 191) ορίζεται ότι: "Δια την άσκησιν των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος υδρεύσεως και αποχετεύσεως οικιστικών κέντρων της χώρας, εξαιρέσει των πόλεων Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων αυτών περιοχών, δύναται να συνιστώνται, εις έκαστον Δήμον ή Κοινότητα της Χώρας ή υπό πλειόνων Δήμων ή Κοινοτήτων ή Δήμων και Κοινοτήτων ενιαίαι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως.

Αι ανωτέρω Επιχειρήσεις αποτελούν ίδια Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου κοινωφελούς χαρακτήρα, διεπόμενα υπό των κανόνων της ιδιωτικής οικονομίας, εφ' όσον δεν ορίζεται άλλως υπό του νόμου. Αι επιχειρήσεις υδρεύσεως και αποχετεύσεως λειτουργούν υπό μορφήν Δημοτικής ή Κοινοτικής επιχειρήσεως και διέπονται ως προς την διοίκησιν, οργάνωσιν, εκτέλεσιν, λειτουργίαν, συντήρησιν των έργων της αρμοδιότητος των καθώς και τας πηγάς της χρηματοδοτήσεώς των υπό των διατάξεων του παρόντος νόμου, εφαρμοζομένων κατά τα λοιπά των σχετικών διατάξεων του "Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικος" και στο άρθρο 7 παρ. 1 του ίδιου νόμου ότι " ΔΓ Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας, συντασσομένου δι' αποφάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της επιχειρήσεως, εγκρινομένης υπό του Υπουργού Εσωτερικών μετά γνώμην των οικείων Δημοτικών ή Κοινοτικών Συμβουλίων, καθορίζεται η οργάνωσις, η σύνθεσις και η αρμοδιότης των υπηρεσιών, ο αριθμός των θέσεων του πάσης φύσεως προσωπικού αναλόγως προς τας ανάγκας της επιχειρήσεως, η κατά μισθολογικά κλιμάκια κατανομή των θέσεων προσωπικού καθ'ομάδας ειδικοτήτων και αναλόγως της βαθμίδος εκπαιδεύσεως, αι αποδοχαί, ως και ο τρόπος προσλήψεως και απολύσεως και το αρμόδιον προς τούτο όργανον".

Εξάλλου, ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης και Αποχέτευσης Λάρισας (ΔΕΥΑΛ), όπως αυτός τροποποιήθηκε με την …/2009 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου, η οποία εγκρίθηκε με την …/2009 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Λαρισαίων και με την 17943/2010 απόφαση του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας Θεσσαλίας (ΦΕΚ Β' 190), ο οποίος (Οργανισμός) εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 του ν. 1069/1980, στο άρθρο 48 αυτού ορίζει τα ακόλουθα :"1.

Στο τακτικό προσωπικό της επιχείρησης που αποχωρεί από την υπηρεσία λόγω συνταξιοδότησης ή θανάτου, είτε απομακρύνετε από την εργασία του για λόγους υγείας, εφόσον δεν περιορίζεται ρητά από το νόμο, καταβάλλεται η νόμιμη αποζημίωση, που ισχύει κάθε φορά για τους επικουρικά ασφαλισμένους, προσαυξημένη κατά ποσοστό 10%, με τις ακόλουθες διαβαθμίσεις :α)...β)...γ) Ποσό ίσο με τις συνολικές αποδοχές έξι μηνών προσαυξημένες με την αναλογία των δώρων και επιδόματος αδείας για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ από 3 μέχρι 5 χρόνια.

Για υπηρεσία στη ΔΕΥΑΛ μεγαλύτερη των 5 χρόνων καταβάλλεται αποζημίωση που προσαυξάνεται με τις αποδοχές τριών μηνών για κάθε πενταετία ή ανάλογο κλάσμα της. 2. Η εφάπαξ αποζημίωση καταβάλλεται και σε όσους αποχωρούν οικειοθελώς από την υπηρεσία, αφού συμπλήρωσαν το 58ο έτος της ηλικίας τους ή αφού διάνυσαν στη ΔΕΥΑΛ χρόνο πραγματικής υπηρεσίας 20 ετών. 3 Για την καταβολή της εφάπαξ αποζημίωσης στους αποχωρούντες λόγω συνταξιοδότησης απαιτείται η συμπλήρωση όλων των προϋποθέσεων που απαιτούνται από το νόμο για τη χορήγηση σύνταξης λόγω γήρατος.

Στο άρθρο 49 του ίδιου Οργανισμού ορίζεται ότι :"1. Το προσωπικό της ΔΕΥΑΛ, με σκοπό τη διευκόλυνση της επιχείρησης για την αποχώρηση του προσωπικού της, εφόσον έχει διανύσει στη ΔΕΥΑΛ πραγματική υπηρεσία 20 ετών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους σύνταξης από τον ασφαλιστικό οργανισμό στον οποίο υπάγεται, έχει τη δυνατότητα να αποχωρεί οικειοθελώς από την εργασία του πριν τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του. 2.

Στην περίπτωση αυτή καταβάλλεται ως κίνητρο πρόσθετη αποζημίωση, το ύψος της οποίας καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΕΥΑΛ. Σαν βάση για τον καθορισμό της πρόσθετης αποζημίωσης λαμβάνονται τα 5 έως 1 χρόνια, που υπολείπονται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας. Το ανώτατο ποσό καταβάλλεται σε όσους υπολείπονται τουλάχιστον 5 χρόνια υπηρεσίας και για κάθε έτος που προστίθεται μέχρι τη συμπλήρωση του 65ου έτους, το ποσό της πρόσθετης αποζημίωσης μειώνεται κατά ποσό ή ποσοστό που ορίζει το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΥΑΛ, έτσι ώστε να μηδενίζεται και να μην καταβάλλεται σε όσους αποχωρούν με τη συμπλήρωση της ηλικίας αυτής". 3.

Η απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου πρέπει να είναι γενική και να προβλέπει την καταβολή της ανωτέρω αποζημίωσης ομοιόμορφα και σε όλο το προσωπικό, που πληροί τις προϋποθέσεις πρόωρης αποχώρησης. 4. Για την αποχώρηση και την καταβολή της πρόσθετης αποζημίωσης απαιτείται υποβολή σχετικής αίτησης από τον ενδιαφερόμενο, που εγκρίνεται κάθε φορά από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΔΕΥΑΛ.

Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να απορρίψει την αίτηση αν το επιβάλλουν οι ανάγκες της υπηρεσίας ή δεν το επιτρέπει η οικονομική κατάσταση της επιχείρησης". Περαιτέρω με το άρθρο 31 του ίδιου Οργανισμού ορίζεται: "Άρθρο 31. Διάφορες παροχές ... 4. Ειδικό βοήθημα συνταξιούχων: α) Σε κάθε εργαζόμενο που αποχωρεί από την επιχείρηση και έχει συμπληρώσει 15 τουλάχιστον χρόνια πραγματικής υπηρεσίας στη ΔΕΥΑΛ, ΔΕΥΛ, ΟΥΗΛ και ΔΕΦΑΛ χορηγείται, από την ημέρα της αποχώρησης του και για 15 χρόνια, βοήθημα κάθε μήνα ίσο με το 1/10 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών που ελάμβανε την ημέρα που αποχώρησε ...

Το παραπάνω βοήθημα δεν αποτελεί μισθό ή σύνταξη και αναπροσαρμόζεται σύμφωνα με τις αποδοχές που καταβάλλονται κάθε φορά στο προσωπικό, που υπηρετεί στη ΔΕΥΑΛ με την ίδια ειδικότητα". - Άρθρο 48. Εφάπαξ Αποζημίωση Τακτικού οικονομική κατάσταση της επιχείρησης". Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι η αποζημίωση την οποία δικαιούνται οι μισθωτοί, υπάλληλοι ή εργάτες, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας του Δημοσίου, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και των άλλων δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, βάσει των διατάξεων του Ν. 2112/1920 (δηλαδή όταν η σύμβαση εργασίας λύεται με καταγγελία του εργοδότη ή του εργαζομένου) υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 2 παρ. 2 του Α.Ν. 173/1967 και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000,00 ευρώ, ακόμη και αν η καταβολή υψηλότερης αποζημίωσης προβλέπεται είτε από άλλη διάταξη νόμου ή κανονισμού είτε από σύμβαση οποιασδήποτε μορφής ή εθιμικό κανόνα.

Για την ταυτότητα του νομικού λόγου διάταξη αναγκαστικού δικαίου με αμφιμερή ενέργεια αποτελεί και αυτή του άρθρου 3 του α.ν. 173/1967, με την οποία θεσπίζεται περιορισμός στο ύψος των πρόσθετων, σε σχέση με αυτές που χορηγούνται βάσει του Ν. 2112/1920, αποζημιώσεων, που καταβάλλονται στους εργαζομένους κατά τον χρόνο της απομάκρυνσής τους από την υπηρεσία, οι όποιες δεν μπορούν να υπερβαίνουν το ποσό των 2.250,00 (15.000,00 Χ15%) ευρώ.

Η ως άνω διάταξη, η οποία εισάγει εξαίρεση από την διέπουσα το εργατικό δίκαιο αρχή της εύνοιας υπέρ του εργαζόμενου και πρέπει να ερμηνεύεται στενά, αποκλειομένης της προσφυγής στην αναλογική ή διασταλτική ερμηνεία, εφαρμόζεται, κατά τη ρητή διατύπώσή της, εφόσον συντρέχουν σωρευτικώς οι εξής προϋποθέσεις:

α') Η παροχή συνιστά αποζημίωση για την απώλεια της θέσης εργασίας και προβλέπεται από άλλη ειδική διάταξη νόμου, κανονισμού, συμβάσεως, οργανισμού εσωτερικής υπηρεσίας, συλλογικής σύμβασης εργασίας κ.λπ. β') είναι πρόσθετη, δηλαδή όμοιας φύσης σε σχέση με την καταβαλλόμενη βάσει των διατάξεων του Ν. 2112/1920, με τον οποίο ρυθμίζεται η λύση της εργασιακής σχέσης συνεπεία καταγγελίας του εργοδότη ή του εργαζόμενου και γ') συνιστά δεύτερη αποζημίωση, πέραν της προβλεπόμενης στον ως άνω νόμο.

Ev όψει των ανωτέρω, οι χρηματικές παροχές των άρθρων 31 παρ. 4, 48 και 49 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας της εκκαλούσης, οι οποίες δεν έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα και δεν καταβάλλονται συνεπεία καταγγελίας της σύμβασης εκ μέρους του εργοδότη ή του εργαζομένου και άρα δεν είναι όμοιας φύσης προς την αποζημίωση που προβλέπεται στις διατάξεις του Ν. 2112/1920, δεν συνιστούν "αποζημίωση" και μάλιστα πρόσθετη έναντι αυτής που καταβάλλεται βάσει του Ν. 2112/1920 και δεν εμπίπτουν στον περιορισμό μέχρι του ποσού των 2.250,00 ευρώ (ΑΠ 597/2017, 282/2004).

Περαιτέρω, το ειδικό βοήθημα του άρθρου 31 παρ. 4 του Οργανισμού, το οποίο χορηγείται στους συνταξιούχους της Δ.Ε.Υ.Α.Λ. εφόσον έχουν συμπληρώσει τουλάχιστον 15 χρόνια πραγματικής υπηρεσίας στην Επιχείρηση, καθώς και η εφάπαξ αποζημίωση του άρθρου 48 και το κίνητρο εθελούσιας εξόδου του άρθρου 49 του Οργανισμού, δεν αποτελούν μισθολογικές παροχές προς το εν ενεργεία προσωπικό της τελευταίας και συνεπώς δεν καταργήθηκαν με τη διάταξη του άρθρου 30 Ν. 4024/2011.

Πέραν δε τούτου, το άρθρο 30 του νόμου αυτού καταργήθηκε από 1ης-1-2016, με το άρθρο 34 του Ν. 4354/2015 και επομένως δεν καταλαμβάνει σε καμμία περίπτωση τους εργαζομένους οι οποίοι αποχώρησαν μετά την ημερομηνία αυτή. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ.α' ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου.

Η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές. Δηλαδή, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΟλΑΠ 7/2014, 2/2013).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. AΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).

Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει ότι απασχολήθηκε ως βοηθός υδραυλικού δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στην επιχείρηση της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας από την 23-11-2000 έως την 19-4-2016, είχε συμπληρώσει δε πραγματική υπηρεσία 20 ετών και 5 μηνών με συνυπολογισμό, όπως εδικαιούτο, της προϋπηρεσίας του από την 1-7-1997 στην ΕΥΔΑΠ.

Ακολούθως ότι κατά την αποχώρησή του λόγω συνταξιοδότησης από την υπηρεσία της αναιρεσείουσας η τελευταία δεν του κατέβαλε την προβλεπόμενη από το άρθρο 48 παρ. 1 του Οργανισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτής εφάπαξ αποζημίωση ποσού 14.675 ευρώ, ποσό 2940 ευρώ ως κίνητρο εθελουσίας εξόδου κατ' άρθρο 49 παρ. 1 του άνω Οργανισμού και το ποσό των 1620 ευρώ κατ' άρθρο 31 παρ. 4 του ιδίου Οργανισμού ως ειδικό βοήθημα συνταξιούχου.

Το Πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την αγωγή ως προς ολόκληρο το αιτηθέν ποσό, κατόπιν δε ασκηθείσης εφέσεως εκ μέρους της εναγομένης-αναιρεσείουσας εξεδόθη η ήδη προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, με την οποία εξαφανίσθηκε η Πρωτόδικη απόφαση και αφού απερρίφθη το αίτημα της αγωγής για καταβολή του ποσού των 2940 ευρώ του σχετικού επιδόματος προβλεπόμενου από το άρθρο 49 παρ. 1 του Οργανισμού της εναγομένης, διότι ο ενάγων δεν πληρούσε τις τυπικές προϋποθέσεις λήψης αυτού, κατά τα λοιπά έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή.

Συγκεκριμένα το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Με την υπ' αριθμ. πρωτ. .../29-3-2016 αίτησή του, προς το Διοικητικό Συμβούλιο της εφεσίβλητης και εδρεύουσας στη Λάρισα Δημοτικής Επιχείρησης Ύδρευσης-Αποχέτευσης Λάρισας (εφεξής Δ.Ε.Υ.Α.Λ.), ο εργαζόμενος Ι.

Γ., βοηθός υδραυλικός, ανήκων στο τακτικό προσωπικό της εφεσίβλητης και συνδεόμενος με αυτή δυνάμει συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ζήτησε να αποχωρήσει από τη θέση εργασίας του από τις 20-4-2016, λόγω συνταξιοδότησης. Η δήλωσή του αυτή δεν αποτελεί παραίτηση ή οικειοθελή αποχώρηση με την έννοια της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, αλλά αποχώρηση λόγω συνταξιοδότησης, η οποία ρυθμίζεται αυτοτελώς στον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας της εκκαλούσας και συνδέεται, εφόσον πληρούνται οι σχετικές προϋποθέσεις του Οργανισμού, με ιδιαίτερες χρηματικές παροχές, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω.

Το Διοικητικό Συμβούλιο, με την υπ' αριθμ. ...4-2016 απόφασή του, αποδέχθηκε την αίτηση του εργαζομένου και εξουσιοδότησε τον Γενικό Διευθυντή να καταβάλει στον αποχωρούντα εργαζόμενο τις νόμιμες αποζημιώσεις. Ωστόσο, δεν έχουν καταβληθεί στον τελευταίο οι χρηματικές παροχές των οποίων οι προϋποθέσεις και το ύψος καθορίζονται στις διατάξεις των άρθρων 31 παρ. 4, 48 παρ. 1 και 49 του Οργανισμού.

Σχετικώς με τη συνδρομή των τασσομένων στις εν λόγω διατάξεις προϋποθέσεων, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Ο εφεσίβλητος γεννήθηκε στις 17-3-1953 και από 1-7-1997 προσελήφθη ως τεχνίτης- υδραυλικός στην ΕΥΔΑΠ, βάσει του Ν. 1648/1986, ως μέλος πολύτεκνης οικογένειας. Με την υπ' αριθμ. ...-6-2000 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της εκκαλούσας, εγκρίθηκε η μετάταξη του εφεσιβλήτου από την ΕΥΔΑΠ στη ΔΕΥΑΛ, η οποία διενεργήθηκε με την υπ' αριθμ. 39.514/23-11-2000 Κοινή Απόφαση των Υφυπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και ΠΕΧΩΔΕ, δημοσιευθείσα στο Φ.Ε.Κ. 293/18-12-2000, όπως εκτίθεται στην αγωγή και δεν αμφισβητήθηκε από την εκκαλούσα.

Η πραγματική απασχόληση του εφεσιβλήτου στη ΔΕΥΑΛ, κατόπιν ολοκλήρωσης της διαδικασίας μετάταξης, ξεκίνησε από τις 9-1-2001, όπως ομολογεί ο ίδιος στην υπ' αριθμ. πρωτ. .../29-3-2016 προαναφερόμενη αίτησή του ......... Με την υπ'αριθμ. ...-3-2016 απόφαση του Διευθυντή Ι.Κ.Α-Ε.Τ.Α.Μ. Υποκαταστήματος Λάρισας, η οποία εκδόθηκε βάσει της υπ' αριθμ.

πρωτ. .../14-7-2015 αίτησης του εφεσιβλήτου, χορηγήθηκε σε αυτόν μειωμένη σύνταξη λόγω γήρατος. Επίσης, με την υπ' αριθμ. ...-3-2016 απόφαση του ως άνω Διευθυντή και βάσει της υπ' αριθμ. πρωτ. .../14-7-2015 αίτησης εφεσιβλήτου, του χορηγήθηκε μειωμένη επικουρική σύνταξη λόγω γήρατος. Εξάλλου, δεν αμφισβητείται από την εκκαλούσα ότι κατά τον χρόνο της αποχώρησής του ο εφεσίβλητος ελάμβανε μηνιαίες αποδοχές ποσού 2.025,76 ευρώ.

Υπό τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, ο εφεσίβλητος εδικαιούτο, εξαιτίας της αποχώρησης λόγω συνταξιοδότησης, τα ακόλουθα ποσά: Α'] Βάσει του άρθρου 31 παρ. 4 περ. α' του Οργανισμού, επειδή είχε συμπληρώσει 15 έτη πραγματικής υπηρεσίας στη ΔΕΥΑΛ, δικαιούται μηνιαίως, ως βοήθημα συνταξιούχου, το 1/10 των συνολικών μηνιαίων αποδοχών που ελάμβανε κατά την ημέρα της αποχώρησης, δηλαδή (2.025,76 ευρώ/10=) 202,57 ευρώ, επί 15 έτη από την αποχώρησή του (20-4-2016), άρα και κατά την επίδικη χρονική περίοδο των 8 μηνών μεταξύ Μαΐου και Δεκεμβρίου του έτους 2016.

Επομένως, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε για την αιτία αυτή συνολικό ποσό 1.620,00 ευρώ. - Β'] Σύμφωνα με το άρθρο 48 παρ. 1 γ', 2 και 3 του Οργανισμού, λαμβανομένου υπόψιν ότι αποχώρησε λόγω συνταξιοδότησης, έχοντας μάλιστα συμπληρώσει το 58° έτος της ηλικίας του, δεν απολύθηκε δε κατ' άρθρο 46 παρ. 1 του Οργανισμού ούτε παραιτήθηκε από την Επιχείρηση, ο εφεσίβλητος δικαιούται, ως εφάπαξ αποζημίωση κατ' άρθρο 48 του Οργανισμού, το ποσό των 14.675,00 ευρώ, το οποίο ζητήθηκε με την αγωγή.

Επομένως, ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε και το εν λόγω ποσό της εφάπαξ αποζημίωσης.....". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 και 3 του ΑΝ 173/1967, 1 παρ. 1 του ΝΔ 618/1970, 21 παρ. 13 Ν.3144/2003, 12 Ν. 4093/2012, 30 Ν.4024/2011, 48, 49 και 31 του Εσωτερικού Κανονισμού της αναιρεσείουσας, καθόσον, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα η εφάπαξ αποζημίωση και το κίνητρο εθελούσιας εξόδου που εδικαιούτο ο αναιρεσίβλητος για την εθελούσια έξοδό του από την υπηρεσία δεν υπόκεινται στον περιορισμό της καταβολής αυτών, διότι οι παροχές αυτές δεν έχουν αποζημιωτικό χαρακτήρα, ούτε καταβάλλονται συνεπεία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και ως εκ τούτου δεν είναι όμοιας φύσεως προς την αποζημίωση που καταβάλλεται βάσει του Ν.2112/1920, ώστε να δύνανται να θεωρηθούν πρόσθετη παροχή σε σχέση με την προβλεπόμενη στο Ν.2112/1920 και να εμπίπτουν στον περιορισμό του άρθρου 3 του ΑΝ 173/1967.

Διέλαβε δε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω. Επομένως, οι περί του αντιθέτου πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους προσάπτονται στην προσβαλλόμενη οι από τους αριθμούς 1 και 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.

Κατόπιν αυτών πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου ο οποίος κατέθεσε προτάσεις (αρθ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-11-2018 αίτηση για αναίρεση της 441/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαρτίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Νοεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ