Legislator Case Law & Legislation
1151/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right claim regarding property ownership and rent claims.

Case Number 1151/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against the First Instance Court's rejection of the appellees' counterclaim. The appellants argued that the First Instance Court erred in applying Article 281 of the Civil Code regarding the abuse of right, claiming the appellees had not created a reasonable expectation that their rights would not be exercised. The court found the appellants' conduct, including their refusal to sign the final contract and their prior litigation, demonstrated that the appellees had no reasonable expectation of non-exercise, thus justifying the First Instance Court's decision.

Legislator headnote

AI generated

Art. 281 ΑΚ; The exercise of a right is considered abusive when the holder's prior conduct or the circumstances preceding its exercise create a reasonable expectation in the obligor that the right will not be exercised, thereby causing unjustified consequences.

Keywords

AI generated
abuse of right reasonable expectation property ownership rent claims Civil Code Article 281 appeal dismissal good faith principle

Cited Legislation

AI generated
Art. 281 ΑΚ
Art. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ
Art. 577§1 Κ.Πολ.Δ
Art. 577§3 Κ.Πολ.Δ
Art. 495 παρ.3 εδ.3 ΚΠολΔ
Art. 183, 176 and 180 παρ.1 ΚΠολΔ
Art. 6 and 1 of Art. 560 ΚΠολΔικ
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1151 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1151/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ασπασία Μαγιάκου, Πέτρο Σαλίχο, Ιωάννη Φιοράκη και Γεώργιο Παπανδρέου-εισηγητή Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 21η Μαρτίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Γ. Σ. του Π. και 2. Α. συζ. Γ. Σ. το γένος Σ. Δ., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παναγιώτη Ακριτίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Των αναιρεσίβλητων: 1.Ε. Σ. του Σ., 2. Σ. Σ. του Ε., 3.Σ. Σ. του Ε., κατοίκων ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γρηγόριο Λαγομάτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκε η απόφαση 4.764/2015 του ιδίου Δικαστηρίου και 12909/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-9-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 12.909/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που απέρριψε έφεση των εναγομένων -αναιρεσειόντων κατά της 4.764/2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, τακτικής διαδικασίας, που είχε κάνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη σχετική διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή και την απόδοση των μισθωμάτων του ακινήτου. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558,564, 566§1 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου,όπως προκύπτει από την 3887/2017 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Θεσσαλονίκης Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

2. Επειδή κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις, του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή.

Για την εφαρμογή της διατάξεως δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ' αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ' ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (Ολ.ΑΠ 5/2011, ΑΠ16/2017).

Αν όμως η αδράνεια συνοδεύεται από ειδικές περιστάσεις που συνδέονται κυρίως με προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου και ο ίδιος μεταβάλλοντας την στάση του επιχειρεί εκ των υστέρων ανατροπή της κατάστασης που έχει ήδη διαμορφωθεί και παγιωθεί, δεν είναι απαραίτητο να προκαλούνται από την επιχειρούμενη ανατροπή αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο καταστάσεις, αλλ` αρκεί να επέρχονται δυσμενείς απλώς για τα συμφέροντα του επιπτώσεις, στην περίπτωση δε αυτή η άσκηση του δικαιώματος μπορεί να καταστεί μη ανεκτή κατά την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και συνεπώς καταχρηστική και απαγορευμένη (ΟλΑΠ 8/2001).

3. Σύµφωνα δε µε το άρθρο 560 αριθ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Τούτο συμβαίνει αν για την εφαρμογή κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που αυτός απαιτεί, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την πραγματική.

Στη περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που(ανελέγκτως) δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόµο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε τον νόµο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόµο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 560 αρ.6 ΚΠολΔικ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.(Ολ.

ΑΠ 1/1999].Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

ΑΠ 15/2006). Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους [ΑΠ 324/ 2012, ΑΠ 221/2012].

Στη προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες, τυγχάνοντες συγκύριοι, κατά ποσοστό 34,78% εξ αδιαιρέτου, ο πρώτος, και κατά ποσοστό 32,60% εξ αδιαιρέτου, έκαστος εκ των δευτέρου και τρίτης, ενός οικοπέδου, εκτάσεως 297,70 τ.μ., κειμένου στον ... και επί της οδού …., δυνάμει του υπ' αριθ.

….0/10.04.1992 προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού συμβολαίου" που "συνέταξε η συμβολαιογράφος, Σ. Π. - Π., ανέθεσαν στον εργολάβο, Μ. Β., την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής επί του ανωτέρω οικοπέδου με το σύστημα της αντιπαροχής. Το εργολαβικό αντάλλαγμα, που ανήλθε σε ποσοστό 54% εξ αδιαιρέτου, συμφωνήθηκε ότι θα μεταβιβαζόταν σταδιακά, ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών, το τελευταίο δε τμήμα του εργολαβικού ανταλλάγματος, που αντιστοιχούσε σε ποσοστό 13% εξ αδιαιρέτου, θα μεταβιβαζόταν με την αποπεράτωση της οικοδομής και με την ολοσχερή εξόφληση των εισφορών προς το ΙΚΑ, που βάρυναν τον εργολάβο (βλ.

άρθρο 16, σε συνδυασμό με άρθρο 11 του ως άνω εργολαβικού). Ένεκα αθέτησης των συμβατικών υποχρεώσεων του εργολάβου, που συνίσταντο και σε μη αποπληρωμή των βαρυνουσών αυτόν ασφαλιστικών εισφορών, επιδικάστηκε στους ενάγοντες, δυνάμει της υπ' αριθ. 21.510/1997 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, που έχει καταστεί ήδη αμετάκλητη, το συνολικό ποσό τ(αν 10519.774 δραχμών.

Προς ικανοποίηση της ως άνω απαιτήσεώς τους, οι ενάγοντες ζήτησαν και έλαβαν την άδεια να κατάσχουν το υπολειπόμενο εργολαβικό αντάλλαγμα, που δεν του είχαν μεταβιβάσει εισέτι, ήτοι ποσοστό 13% εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχούσε σε ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, με εσωτερική αρίθμηση Δ2, εμβαδού 59,40 τ.μ.

καθαρά και 80 τ.μ. μικτά, και να το εκποιήσουν, χωρίς τις διατυπώσεις του πλειστηριασμού, αντί ελαχίστου τιμήματος 16.000.000 δραχμών (βλ. προσκομιζόμενη υπ' αριθ. 17.980/1998 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου). Το κατασχεθέν εκποιήθηκε στους ίδιους, αντί του ως άνω ελαχίστου τιμήματος, δυνάμει του υπ' αριθ. …88/02.07.1999 συμβολαίου, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος, Ε.

Σ., και στη συνέχεια με την από 23.07.1999 εξώδικη δήλωση συμψήφισαν το εττιτευχθέν τίμημα, που ανήκε στον εργολάβο, με την επιδικασθείσα υπέρ τους απαίτηση, ανερχόμενη, συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων, στο ποσό των 16.900.000 δραχμών. Ακολούθως, με την από 31.01.2000 εξώδικη δήλωση, που επιδόθηκε στον εργολάβο, την 01.02.2000, ζήτησαν απ' αυτόν να τους αποδώσει τη νομή του προαναφερόμενου διαμερίσματος και επειδή εκείνος δεν συμμορφώθηκε εκουσίως, αιτήθηκαν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων νομής, σε βάρος του, τα οποία απερρίφθησαν, ελλείψει παθητικής νομιμοποίησης, καθόσον ο εργολάβος είχε παραδώσει την κατοχή του επιδίκου στους εδώ εναγομένους ήδη από το θέρος του έτους 1995 (βλ.

παραδοχές της προσκομιζόμενης υπ' αριθ. 360/2000 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης - διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων). Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι, δυνάμει του υπ' αριθ. 3.142/20.07.1993 προσυμφώνου πώλησης ακινήτου, που συνέταξε η συμβολαιογράφος, Σ. Π. - Π., ο εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση να μεταβιβάσει, κατά πλήρη κυριότητα, το επίδικο διαμέρισμα στους εναγομένους.

Παράλληλα, οι εναγόμενοι προσυμφώνησαν την αγορά και ενός διαμερίσματος στον τρίτο όροφο της ιδίας οικοδομής, συμφωνήθηκε δε τα οριστικά συμβόλαια να καταρτιστούν απευθείας στο όνομα των παιδιών τους, το διαμέρισμα του τρίτου ορόφου επ' ονόματι της κόρης τους, Μ. και το επίδικο επ' ονόματι της κόρης τους, Σ..

Τον Ιούνιο του έτους 1995, οι εναγόμενοι παρέλαβαν αμφότερα τα διαμερίσματα. Την 06.07.1995, συνετάγη το οριστικό συμβόλαιο για το διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, με τη σύμπραξη των εναγόντων - οικοπεδούχων (βλ. προσκομιζόμενο υπ' αριθ. ….4/06.07.1995 συμβόλαιο, που συνέταξε η συμβολαιογράφος, Σ. Π. - Π.), ενώ το συμβόλαιο για το επίδικο μετατέθηκε "για το απώτερο μέλλον" (βλ.

προτάσεις εναγομένων, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου). Ειδικότερα, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνουν στις προτάσεις τους, οι εναγόμενοι, αλλά και κατατέθηκαν ενόρκως από τους μάρτυρές τους, κατά παράκληση του εργολάβου, μετατέθηκε η σύνταξη του οριστικού συμβολαίου για το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, για το επόμενο έτος, ήτοι το 1996, για φορολογικούς λόγους.

Το έτος 1996, οι εναγόμενοι μετέβησαν δυο - τρεις φορές από την …., όπου διέμεναν τότε, στη …, για να υπογράψουν το οριστικό συμβόλαιο, αλλά αυτό δεν κατέστη δυνατό, διότι πληροφορήθηκαν από τη συμβολαιογράφο ότι υπήρχαν εκκρεμότητες μεταξύ του εργολάβου και των οικοπεδούχων (βλ. κατάθεση Π. Σ., υιού των εναγομένων, που περιέχεται στα υπ' αριθ. 817/2016 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, αλλά και την ένορκη βεβαίωση της κόρης τους, Σ.

Σ.). Έκτοτε, η σύνταξη του οριστικού συμβολαίου παρέμεινε σε εκκρεμότητα, χωρίς, οι εναγόμενοι να δίδουν κάποια εξήγηση για ποιο λόγο η σύνταξη τούτου παραπέμφθηκε στις καλένδες, καθόσον από έτος 1996 παρήλθε χρόνος πολύς. Αποδείχθηκε ότι οι εναγόμενοι από της παραδόσεως του διαμερίσματος πληρώνουν τους λογαριασμούς κοινής ωφελείας, επωμίζονται τους φόρους, που βαρύνουν το ακίνητο (Φ.Α.Π., ΕΝ.Φ.Ι.Α.), συμμετέχουν στις κοινόχρηστες δαπάνες, κατά το αναλογούν ποσοστό του επιδίκου και λίγο πριν την άσκηση της αγωγής, αιτήθηκαν και τη σύνδεση παροχής φυσικού αερίου (βλ.

προσκομιζόμενες αποδείξεις). Εξαρχής δε εκμεταλλεύονται το ακίνητο, εκμισθώνοντάς το σε τρίτους και εισπράττοντας τα μισθώματα, γεγονός γνωστό στους ενάγοντες, που προκάλεσε την αντίδρασή τους (βλ. περιεχόμενες, στα υπ' αριθ. 360/2000 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, μαρτυρικές καταθέσεις και ιδίως του μάρτυρα των εδώ εναγόντων, Α.

Σ., ο οποίος κατέθεσε για το επίδικο επί λέξει "...πουλήθηκε με προσύμφωνο τότε στις αρχές το 1992 - 1993 άκουσα, στο συγγενή του Σ.. ... Τον ξέρω τον Σ.. Το κατέχει ο Σ.ς και μαλώσαμε με το Σ.. Τα ενοίκια τα εισπράττει ο Σ.ς"). Είναι αβάσιμος, συνεπώς, ο διαλαμβανόμενος, στις προτάσεις των εναγομένων, ισχυρισμός ότι, οι ενάγοντες δεν εξέφρασαν "παράπονο" προς αυτούς, αφού είχαν διαπληκτιστεί με τον πρώτο εναγόμενο ακριβώς γι' αυτό το ζήτημα.

Εξάλλου, είναι δεδομένη η εχθρότητα, που είχε δημιουργηθεί μεταξύ των διαδίκων, άνευ ετέρου προφανούς λόγου, πλην της έριδας για το επίδικο (βλ. απόσπασμα από το βιβλίο αδικημάτων και συμβάντων του Α.Τ. Ευόσμου της 17.01.1997, καθώς και τα διαλαμβανόμενα στη με αριθ. έκθ. κατάθεσης ….5/2014 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων συνιδιοκτητών της οικοδομής κατά των εδώ δεύτερης και τρίτου εναγόντων).

Ομοίως, αβάσιμος τυγχάνει, ο ισχυρισμός τους ότι οι ενάγοντες, καθ' όλο το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα από την υλική παράδοση του επιδίκου (1995) μέχρι την άσκηση της υπό κρίσης αγωγής (2014), δεν αμφισβήτησαν τη νομιμότητα των ενεργειών του εργολάβου να προσυμφωνήσει και να παραδώσει τη νομή στους εναγόμενους.

Οι εναγόμενοι παραβλέπουν το γεγονός ότι η αντιδικία των εναγόντων με τον εργολάβο, που είχε ως κατάληξη την επανάκτηση απ' αυτούς του επιδίκου, που του είχαν υποσχεθεί ως εργολαβικό αντάλλαγμα, συνιστά ευθεία αμφισβήτηση και σε βάρος οποιουδήποτε τρίτου που έλκει δικαιώματα απ' αυτόν (τον εργολάβο). Απτές αποδείξεις της αμφισβήτησης των προηγούμενων ενεργειών του εργολάβου να υποσχεθεί και να παραδώσει το επίδικο στους εναγομένους είναι η εκποίηση του επιδίκου και η εκχώρησή του στους ίδιους, όπως αναφέρθηκε ήδη, και η καταχώρισή του στο Κτηματολόγια με δική τους μέριμνα, την 15.12.2008 (βλ.

προσκομιζόμενα αποδεικτικά υποβολής δήλωσης και τη σχετική καταχώριση στο Κτηματολογικό Γραφείο …). Το επιχείρημα δε, που επαναλαμβάνουν πολλάκις οι εναγόμενοι, ότι οι ενάγοντες συνέπραξαν στην κατάρτιση του συμβολαίου για το διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, προκειμένου να καταδείξουν ότι δεν υπήρχε πρόβλημα στις μεταξύ τους σχέσεις, δεν ευσταθεί, διότι οι ενάγοντες είχαν συμβατική υποχρέωση να συμπράξουν στη μεταβίβαση του ποσοστού, που αντιστοιχούσε στο διαμέρισμα του τρίτου ορόφου, αφού μόνο η μεταβίβαση του τελευταίου ποσοστού 13% είχε εξαρτηθεί από την αποπεράτωση της οικοδομής και την εξόφληση των εισφορών.

Αβασίμως, επίσης, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι ότι αγνοούσαν την αντιδικία εργολάβου και οικοπεδούχων, την οποία πληροφορήθηκαν μόλις την 01.09.2014, οπότε τους επιδόθηκε η υπό κρίση αγωγή. Είναι λογικώς αδύνατον τόσα έτη να μην υπέπεσε το ελάχιστο στην αντίληψή τους, δοθέντος ότι ο εργολάβος τυγχάνει και μακρινός συγγενής τους, η κόρη τους, Μ., και οι δεύτερος και τρίτη ενάγοντες διαμένουν στην ίδια οικοδομή, που βρίσκεται το επίδικο, ενώ, όπως έχει αναφερθεί ήδη, υπήρχε έριδα μεταξύ των διαδίκων για το επίδικο διαμέρισμα.

Εάν όλα είχαν καλώς, προς τί η ύπαρξη ερίδων και διαπληκτισμών. Εξάλλου, όπως εκτέθηκε ήδη, οι εναγόμενοι είχαν πληροφορηθεί από την συμβολαιογράφο ότι υπήρχαν εκκρεμότητες μεταξύ του εργολάβου και των οικοπεδούχων, οι οποίες αποτελούσαν πρόσκομμα στη σύναψη του οριστικού συμβολαίου. Δεν αντέχει, λοιπόν, στη λογική ότι τόσα χρόνια οι εναγόμενοι δεν ενδιαφέρθηκαν να πληροφορηθούν τί είδους "εκκρεμότητα" ήταν αυτή, που τους εμπόδιζε να συνάψουν το οριστικό συμβόλαιο, που τους αφορά άμεσα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες, μετά την απόρριψη των ασφαλιστικών μέτρων νομής, που είχαν αιτηθεί σε βάρος του εργολάβου, σε ουδεμία εξώδικη ή δικαστική ενέργεια προέβησαν σε βάρος των εναγομένων, παρότι γνώριζαν, μετά βεβαιότητας, τόσο για την ύπαρξη του προσυμφώνου, όσο και για την κατοχή του επιδίκου από τους εναγομένους.

Είναι παντελώς αστήρικτος ο ισχυρισμός τους ότι πολλές φορές ζήτησαν από τους εναγομένους να τους παραδώσουν το διαμέρισμα, αλλά εκείνοι εκτόξευαν σε βάρος τους ύβρεις και απειλές και ανέμεναν την κατάλληλη στιγμή, προκειμένου να προβάλουν τις αξιώσεις τους, διότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι τάχα παρεμποδίστηκαν στην άσκηση των δικαιωμάτων τους, επειδή έγιναν αποδέκτες ύβρεων και απειλών.

Εντούτοις, και οι εναγόμενοι από την πλευρά τους επέδειξαν αξιοσημείωτη αδράνεια, ως προς την απόκτηση νόμιμου τίτλου, δοθέντος ότι, ενώ - κατά τους ισχυρισμούς τους-είχαν εξοφλήσει ήδη από το έτος 1995 το επίδικο διαμέρισμα, καταβάλλοντας το διόλου ευκαταφρόνητο - για την εποχή της καταβολής του - ποσό των 11.500.000 δραχμών, επί δεκαεννέα συναπτά έτη δεν όχλησαν τον εργολάβο και τους οικοπεδούχους, προκειμένου αυτοί να συμπράξουν στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου, σε περίπτωση δε άρνησης τους, να προβούν στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου με αυτοσύμβαση, ως είχαν δικαίωμα από το προσύμφωνο.

Η αλήθεια, την οποία ομολόγησαν απερίφραστα, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αμφότεροι οι εναγόμενοι είναι ότι, γνώριζαν την ύπαρξη νομικού κωλύματος για τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου, ότι δεν είχαν αντιτάξιμο έναντι των εναγόντων δικαίωμα και ότι τα πράγματα είχαν οδηγηθεί σε αδιέξοδο (βλ.

δήλωση πρώτου εναγομένου, κατά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, περιεχόμενη στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου "...έκανα προσύμφωνο και δεν εμφανίζεται ο οικοπεδούχος ως είχε υποχρέωση. Από εκεί και ύστερα βασανιστήκαμε, απευθυνθήκαμε, λύση δεν υπήρχε. Ο δικηγόρος μας μάς είπε να παρέλθει ο χρόνος της εικοσαετίας να κάνουμε χρησικτησία.

Και μείναμε εκεί, γιατί δεν είχαμε και πολλά δικαιώματα", αλλά και την ερώτηση της δεύτερης εναγομένης προς τον μάρτυρα των εναγόντων, περιεχόμενη, ωσαύτως, στα ως άνω πρακτικά "...όταν ήρθα πενήντα φορές στον πεθερό σου (εννοεί τον πρώτο ενάγοντα) και του είπατε ότι υπάρχει (ακατάληπτο), δεν έρχεται να μου υπογράψει, γιατί δεν έρχεται, αυτό το ότι έχουν πρόβλημα με οικοπεδούχο ...

με τον εργολάβο, εγώ δεν μπορούσα να το λύσω στην προκειμένη περίπτωση, γιατί δεν με αφορούσε. Εγώ ήμουν αγοραστής. Αν ο πεθερός είχε διαφορές με τον εργολάβο, πράγμα το οποίο δε γνωρίζω εγώ και με το θέμα της συγγένειας, μην επικαλείστε πράγματα, και καλά κάνετε και λέτε ότι είμαστε συγγενείς. Εμείς φύγαμε από το χωριό όταν ήμασταν παιδιά.").

Οι εναγόμενοι, με τις προτάσεις τους, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ισχυρίζονται ότι πίστεψα καλόπιστα ότι θα αποκτούσαν την κυριότητα του επιδίκου κατά τον απολύτως νόμιμο τρόπο της εκτάκτου χρησικτησίας και ότι δεν χρειαζόταν κάποια άλλη ενέργεια από μέρους τους για την "επισημοποίηση" της μεταβίβασης του επιδίκου, πεποίθηση την οποία διατήρησαν μέχρι τη στιγμή που οι ενάγοντες "θυμήθηκαν" να στραφούν εναντίον τους (βλ.

κατατεθείσες προτάσεις των εναγομένων και ιδίως σ. 13). Ο ισχυρισμός αυτός των εναγομένων είναι εντελώς αντιφατικός και γεννά πλήθος ερωτημάτων. Για ποιο λόγο, αφού αγνοούσαν τη διαφορά εργολάβου και οικοπεδούχων, και πίστευαν καλόπιστα - όπως ισχυρίζονται- ότι ουδέν πρόβλημα υφίσταται, δεν προέβησαν στη σύνταξη οριστικού συμβολαίου επί 19 συναπτά έτη.

Για ποιο λόγο ανέμεναν να συμπληρωθεί ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας για να αποκτήσουν, κατά κυριότητα, το επίδικο, το οποίο είχαν εξοφλήσει από το έτος 1995, ενόψει μάλιστα ότι για το έτερο διαμέρισμα, που αγόρασαν, συνήψαν οριστικό συμβόλαιο, χωρίς καμία χρονοτριβή. Για ποιο λόγο, άφησαν να παραμένει σε εκκρεμότητα η μεταβίβαση της κυριότητας του ακινήτου, γεγονός που τους άφηνε έκθετους σε πιθανές διεκδικήσεις τρίτων, όταν γι' αυτούς αποτελεί -κατά τους ισχυρισμούς τους πάντα- σημαντικό περιουσιακό στοιχείο, το οποίο απέκτησαν "με τους κόπους και τις οικονομίες μιας ζωής".

Οι εναγόμενοι ήσαν γνώστες του νόμιμου τρόπου κτήσης ακινήτου, αφού αυτόν ακολούθησαν για το έτερο διαμέρισμα, και, συνεπώς, όσα ισχυρίζονται ότι δεν χρειαζόταν άλλη ενέργεια για τη μεταβίβαση της κυριότητας, δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής. Εάν πάλι πληροφορήθηκαν αρμοδίως, το έτος 2009, που πήγε ο πρώτος εναγόμενος στο Κτηματολόγιο ότι δεν αρκούσε το προσύμφωνο και έπρεπε να περιμένουν να συμπληρωθεί εικοσαετία, όπως ισχυρίζονται στις προτάσεις τους και κατέθεσε και η κόρη τους, Σ.

Σ., ενόρκως, για ποιο λόγο δεν μερίμνησαν έστω τότε (το έτος 2009) για τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου, αλλά τάχα επέλεξαν να περιμένουν ακόμη έξι έτη μέχρι το έτος 2015, οπότε θα συμπληρωνόταν η εικοσαετία και ενώ θα είχαν παρέλθει οι προβλεπόμενες προθεσμίες για τη δήλωση του επιδίκου στο Κτηματολόγιο.

Καταλήγοντας, η αδικαιολόγητη αδράνεια, που επέδειξαν οι εναγόμενοι όλα αυτά τα έτη για τη σύνταξη οριστικού,' συμβολαίου, καταδεικνύει με τον πλέον εναργή τρόπο τη θετική γνώση τους ότι δεν είχαν δικαίωμα να κατέχουν νόμιμα το επίδικο.

Ουδείς λόγος υπήρχε να αναμένουν να θεμελιωθούν στο πρόσωπο τους οι προϋποθέσεις για την πρωτότυπη κτήση του επίδικου ακινήτου, εάν μπορούσαν να αποκτήσουν με παράγωγο τρόπο. Εξ όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω προκύπτει ότι, οι εναγόμενοι τελούσαν σε πλήρη γνώση για την αντιδικία εργολάβου - οικοπεδούχων και την έκβαση αυτής, ότι ο εργολάβος είχε αποξενωθεί από οποιοδήποτε δικαίωμα από το επίδικο και ότι αυτό ανήκε στους ενάγοντες και, άρα, υφίστατο κώλυμα για τη σύνταξη οριστικού συμβολαίου. Προκύπτει, επίσης, ότι επανειλημμένως είχε τεθεί το ζήτημα με τους οικοπεδούχους, οι οποίοι είχαν δηλώσει την άρνησή τους να συμπράξουν στο οριστικό συμβόλαιο, προβάλλοντας ίδιο δικαίωμα επί του επιδίκου, και, άρα, ουδόλως αιφνιδιάστηκαν οι εναγόμενοι από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής.

Συνεπώς, δεν δικαιολογείται η πεποίθηση, εκ μέρους τους, ότι οι ενάγοντες δεν θα ασκήσουν το δικαίωμα συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου, ούτε με τη στάση τους οι τελευταίοι τους είχαν δημιουργήσει την πεποίθηση. Πρέπει να επισημανθεί δε ότι η στάση των εναγόντων παρέμεινε εξ αρχής αμετάβλητη, αφού από της ενάρξεως της αντιδικίας τους με τον σταθερά να συμπράξουν στη εργολάβο και εντεύθεν (αρνούνταν σταθερά να συμπράξουν στη σύνταξη οριστικού συμβολαίου.

Μόνη δε η αδράνειά τους να ασκήσουν δικαστικά την ένδικη αξίωσή τους σε βάρος των εναγόμενων, δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος. Σημειωτέον ότι η επικαλούμενη από τους εναγομένους εξόφληση του τιμήματος του επιδίκου -και αληθής υποτιθέμενη- δεν ασκεί επιρροή, αφού δεν έγινε προς τους ενάγοντες, οι οποίοι δεν δεσμεύονται (πρβλ.

ΑΠ 279/2008 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αλλά αφορά τη σχέση τους με τον εργολάβο, έναντι του οποίου έχουν και τη σχετική αξίωση απόδοσής του. Για τους ίδιους λόγους, που εκτέθηκαν ήδη, οι εναγόμενοι δεν τελούν σε καλή πίστη ως προς τα ωφελήματα του επιδίκου, αφού γνώριζαν θετικά - και όχι απλώς από βαριά αμέλεια αγνοούσαν- ότι δεν είχαν δικαίωμα να κατέχουν το διαμέρισμα". 4.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση των εναγομένων άρθρ.281 ΑΚ με την ακόλουθη, συνοπτικά , αιτιολογία α)οι εναγόμενοι τελούσαν σε πλήρη γνώση για την αντιδικία εργολάβου -οικοπεδούχων (εναγόντων) β)επανειλημμένως είχε τεθεί το ζήτημα με τους ενάγοντες οι οποίοι είχαν δηλώσει την άρνησή τους να συμπράξουν στο οριστικό συμβόλαιο προβάλλοντας ίδιο δικαίωμα επί του επιδίκου και άρα ουδόλως αιφνιδάσθηκαν οι εναγόμενοι από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής.γ)δεν δικαιολογείται η πεποίθηση εκ μέρους τους ότι οι ενάγοντες δεν θα ασκήσουν το δικαίωμα συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου ούτε με τη στάση τους οι τελευταίοι τους είχαν δημιουργήσει τέτοια πεποίθηση .δ) η στάση των εναγόντων παρέμεινε εξαρχής αμετάβλητη αφού από της ενάρξεως της αντιδικίας τους με τον εργολάβο και εντεύθεν αρνούντο σταθερά να συμπράξουν στη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου, ε) Μόνη η αδράνεια τους να ασκήσουν δικαστικά την ένδικη αξίωσή τους σε βάρος των εναγομένων δεν συνιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος".

5. Με την κρίση του αυτή το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του αρθ. 281 ΑΚ, διότι, με βάση όσα δέχθηκε, η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων εναγόντων πριν από την άσκηση των επίδικων δικαιωμάτων τους, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δεν μπορούσαν να δημιουργήσουν στους εναγομένους αναιρεσείοντες (την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη με την ένδικη αγωγή άσκησή του να μην δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει, και δη προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Ενόψει αυτών οι λόγοι αναίρεσης με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια των αρ.6 και 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι αφού το δικαστήριο της ουσίας με το να δεχθεί ανέλεγκτα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, δεν προέβη σε εσφαλμένη μη εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ.

Επιπλέον δεν περιέλαβε στην απόφαση του αντιφατικές διατάξεις σε σχέση με την απορριπτική της ένστασης καταχρήσεως δικαιώματος, κρίση του, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι ο αναιρεσείοντες καθόσον οι φερόμενες στην κρινόμενη αναίρεση ως αντιφατικές αιτιολογίες συνιστούν επιχειρήματα του δικαστηρίου και πλεοναστικές κρίσεις σχετικά με την προσβληθείσα ένσταση των εναγομένων.

6 Σύμφωνα με τις παραπάνω σκέψεις και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος λόγος η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως λόγοι πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου (αρθρ.495 παρ.3 εδ.3 ΚΠολΔ), ενώ αυτοί λόγω της ήττας τους (αρθρ.183, 176 και 180 παρ.1 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-9-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 12.909/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δυο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ