Legislator Case Law & Legislation
1151/2017 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil court ruling on unjust enrichment claims by former public servants.

Case Number 1151/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court judgment awarding former public servants compensation based on unjust enrichment. The plaintiffs argued they were entitled to full wages and benefits despite having only an informal employment relationship with the State, while the State contended no valid contract existed. The court ruled that the lower court correctly applied unjust enrichment principles to award the benefit derived from their services, rejecting the State's claim of procedural irregularities regarding the appeal hearing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 904 of the Civil Code and 560 of the Code of Civil Procedure; where a public entity benefits from services provided by individuals without a valid employment contract, the entity must compensate the individuals for the benefit derived under the principle of unjust enrichment.

Keywords

AI generated
unjust enrichment public employment informal contract civil liability state compensation benefit derived labor benefits

Cited Legislation

AI generated
Article 904 of the Civil Code
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 108 of the Code of Civil Procedure
Article 110 of the Code of Civil Procedure
Article 498 of the Code of Civil Procedure
Article 568 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1151 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1151/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Δήμητρα Κοκοτίνη και Θεόδωρο Τζανάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία ΠΑΠΙΔΑ, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Φ. Σ. του Γ., 2.Π. Θ. του Π., 3.Β. Δ. του Δ. - Κ., 4.Μ. Δ. του Κ., 5.Σ. Ρ. του Α., 6.Σ. Κ. του Γ., 7.Ι. Χ. του Χ., 8.Π. Π. του Κ., 9Σ. Κ. του Ι., 10.Κ. Μ. του Γ., 11.Σ. Δ. του Ι., 12 .Μ. Κ. του Ι., 13.Σ. Γ. του Α., 14. Μ. Α. του Β., 15.Α. Μ. του Ε., 16.Ε. Μ. του Χ., 17.Α. Κ. του Μ., 18.Φ. Δ. του Β., 19.Χ. - Χ. Κ. του Π., 20.Ο. Β. του Δ., 21.Ε. Λ. του Κ., 22.Δ. Μ. του Κ., 23.Μ. Σ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 353/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1882/2013 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9-12-2015 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 14-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Aπό τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ' αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (βλ.

ΑΠ 142/2016 ΤΝΠ Νόμος). Στη προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την …/29.06.2016 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Πειραιά Ε. Γ.Α., που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται το αναιρεσείων Ελληνικό Δημόσιο, ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης αναίρεσης με την πράξη ορισμού δικασίμου και με κλήση για συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 27.09.2016 επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην Μ.

Γ., η οποία εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης στο Εφετείο Αθηνών τους αναιρεσίβλητους, ως πληρεξούσιο και αντίκλητο αυτών (άρθρο 6Α του Διατάγματος της 26ης Ιουνίου/10ης Ιουλίου 1944, όπως ισχύει μετά τη συμπλήρωσή του απο το άρθρο 46 παρ.3 του Ν. 4305/2014). Κατά την παραπάνω δικάσιμο (27.09.2016) η υπόθεση αναβλήθηκε από το πινάκιο, κατά την 14.02.2017, για την οποία δεν χρειαζόταν νέα κλήση των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 226 παρ.4 ΚΠολΔ).

Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, κατά την παραπάνω μετ' αναβολή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά η συζήτηση της υπόθεσης θα προχωρήσει σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 του ν. 765/1943, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι, με τους όρους της συμφωνίας τους, αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας που συμφωνήθηκε και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο καθορισμού και καταβολής του και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο οδηγίες, ως προς τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές (ΟλΑΠ 28/2005).

Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου (επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας), κυρίως γιατί με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία που παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μισθώσεως έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ τους συμβατικής σχέσης.

Ο νομικός χαρακτηρισμός της συμβατικής σχέσης γίνεται από το δικαστήριο μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων και ανεξάρτητα από το πώς χαρακτήρισαν τα συμβαλλόμενα μέρη τη συγκεκριμένη νομική σχέση που τους συνδέει (ΟλΑΠ 19/2007, 18/2006). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ.1 του ν. 1082/1980, 1 παρ.2 της 19040/1981 ΥΑ Οικονομικών και Εργασίας, 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 539/1945, 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966, του άρθρου μόνου του ν. 133/1975 που κύρωσε την από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, επιδόματα (δώρα) εορτών, άδεια, αποδοχές αδείας και επιδόματα αδείας δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και όσοι προσφέρουν τις υπηρεσίες τους με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας.

Εξάλλου, από το άρθρο 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός άλλων, και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη.

Αν λείπει το στοιχείο αυτό, δηλαδή αν η ως άνω αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού μια τέτοια απαίτηση προϋποθέτει έλλειψη αξιώσεως από νόμιμη αιτία. Έλλειψη υπάρχει και όταν η αιτία της παροχής είναι παράνομη, διότι προσκρούει σε απαγορευτική διάταξη νόμου.

Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία ο ενάγων εργαζόμενος αναζητεί ευθέως τον πλουτισμό (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ.1 περ. α` ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν το λόγο, για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη είναι μη νόμιμη.

Αν, όμως, η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (ΚΠολΔ 219), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσεως της αγωγής από τη σύμβαση εργασίας, αρκεί για την πληρότητα της επικουρικής βάσεως από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα.

Και τούτο, διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνο αν η στηριζόμενη σε έγκυρη σύμβαση εργασίας κυρία βάση της αγωγής απορριφθεί μετά από παραδοχή της ακυρότητας της συμβάσεως για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ` αυτεπάγγελτη έρευνα είτε κατ` ένσταση του εναγομένου εργοδότη, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης και, έτσι, πληρούται ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή.

Επομένως, στη δικονομικώς ενιαία εκδίκαση της επικουρικής βάσεως της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, δεν είναι αναγκαία η επίκληση από τον εργαζόμενο του λόγου ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας, που διαγνώστηκε ήδη δικαστικώς στην ίδια δίκη και, έτσι, είναι δεδομένος κατά την εξέταση της επικουρικής βάσεως (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 981/2013, AΠ 1022/2015).

Ο ως άνω γενικός κανόνας του άρθρου 904 ΑΚ, που απορρέει από τις κοινωνικές αντιλήψεις περί ισότητας και επιεικείας, έχει εφαρμογή και επί του Δημοσίου, καθώς και επί των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ), αφού υπέρ αυτών δεν καθιερώνεται εξαίρεση με τη διάταξη αυτή ή με άλλη (ΑΠ 535/2014, ΑΠ 1022/2015). Αυτό ισχύει και επί αξιώσεων από τη σχέση εργασίας, διότι δεν εισάγεται υπέρ του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ εξαίρεση με το άρθρο 103 παρ.2 του Συντάγματος, που απαγορεύει την πρόσληψη υπαλλήλου σε μη νομοθετημένη θέση.

Η παρά την απαγόρευση αυτή ενέργεια, επαγόμενη την ακυρότητα της προσλήψεως, συνιστά απλώς τη βασική προϋπόθεση της ελλείψεως νόμιμης αιτίας, ένεκα της οποίας, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 904 ΑΚ, το Δημόσιο ή το ΝΠΔΔ ενέχεται σε απόδοση της ωφέλειας που προήλθε από την παρασχεθείσα σ` αυτό εργασία, εκ της οποίας κατέστη πλουσιότερο.

Στην περίπτωση απλής σχέσης εργασίας, για την οποία δεν οφείλεται μισθός, αλλά αποζημίωση κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού των άρθρων 904 επ. ΑΚ, η αποζημίωση είναι ίση με την ωφέλεια του εργοδότη, την οποία αποκόμισε από την παρασχεθείσα εργασία και η οποία υπολογίζεται με βάση τα όσα θα πλήρωνε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, σε άλλον εργαζόμενο με τα ίδια προσόντα και ικανότητα και υπό τις ίδιες συνθήκες, για την παροχή της ίδιας εργασίας (ΑΠ 1022/2015).

Στο άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση (μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων) και αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 84/2016 ΤΝΠ Νόμος).

Στη προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή, επί των οποίων εκδόθηκε κατ' έφεση η προσβαλλόμενη απόφαση, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι ιστορούσαν τα ακόλουθα: Ότι απασχολούνται οι 18 πρώτοι απ' αυτούς με επαναλαμβανόμενες συμβάσεις ορισμένου χρόνου ως φύλακες αρχαιοτήτων στην .., η 19η και 20 στα πλαίσια της ίδιας … ως εργάτες καθαριότητας, η 21η ως αρχαιολόγος Π.Ε.

στο …, ο 22ος ως ειδικευόμενος τεχνίτης στους υπαίθριους χώρους επίβλεψης και με ευθύνη της … και ο 23°s ως ειδικευόμενος εργάτης σε διάφορες … τον εναγομένου Υπουργείου Πολιτισμού. Ότι όλοι εργάζονται σύμφωνα με τη σύμβασή τους ως ωρομίσθιοι με πλήρες ωράριο όπως έχει οριστεί για το προσωπικό ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο Τομέα, ήτοι 37,5 ώρες εβδομαδιαίως κατανεμημένες σε 5 ή 6 εργάσιμες ημέρες.

Ότι οι τακτικές μηνιαίες αποδοχές τους καθορίζονται με τις αναφερόμενες νομικές διατάξεις. Ότι το εναγόμενο κατέβαλε προς τους ενάγοντες καθ' όλη την απασχόλησή τους στα προαναφερόμενα καθήκοντά τους το νόμιμο ημερομίσθιό τους και κατ' επέκταση τις μηνιαίες τακτικές αποδοχές που αντιστοιχούν στον καθένα εξ αυτών.

Ότι τούτο συνεχίστηκε και κατά τον χρόνο της απασχόλησής τους με προσωρινές διαταγές που χορηγήθηκαν σ' αυτούς από τον Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών ενόψει άσκησης αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων, όπως λεπτομερώς αναφέρονται για τον καθένα τούτων. Ότι οι αιτήσεις αυτές συζητήθηκαν και διατάχθηκε η διατήρηση των χορηγηθεισών προσωρινών διαταγών μέχρι και την έκδοση των αποφάσεων Ότι οι εκδοθείσες αποφάσεις ήταν απορριπτικές του αιτήματος τους ωστόσο το εναγόμενο, παρά την έκδοση των απορριπτικών ως άνω αποφάσεων, συνέχισε να απασχολεί τους ενάγοντες στα ίδια καθήκοντά τους για επιπλέον χρονικό διάστημα που αναφέρεται για τον καθένα εξ αυτών, χωρίς όμως να τους καταβάλει το νόμιμο καταβλητέο ημερομίσθιό τους για το διάστημα τούτο.

Ότι έτσι οι ενάγοντες δικαιούνται να από το εναγόμενο για το χρονικό διάστημα που απασχολήθηκαν μετά την έκδοση των απορριπτικών αποφάσεων και έως της οριστικής αποχωρήσεως του καθενός από τα καθήκοντά του, τις νόμιμες αμοιβές εκάστου που αντιστοιχούν στην κατάσταση μισθοδοσίας του, στην οικογενειακή του κατάσταση, στις ημέρες απασχόλησής του, στην εργασία κατά την 6η ημέρα ή μη, τις εργασθείσες Κυριακές ή μη, το κίνητρο απόδοσης, το επίδομα ειδικών συνθηκών, το μεταπτυχιακό και αρχαιολογικό επίδομα, όπως αυτά αναλυτικά για τον καθένα από τους ενάγοντες προσδιορίζονται και αναφέρονται στην αγωγή.

Ότι για το λόγο αυτό το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει προς τους ενάγοντες ως δεδουλευμένες αποδοχές για το χρονικό διάστημα της απασχόλησής τους σ' αυτό για τον καθένα τα αναλυτικώς προσδιοριζόμενα στην αγωγή ποσά: στην 1η 1726 ευρώ, στην 2η 1726 ευρώ, στον 3° 883 ευρώ, στην 4η 1551 ευρώ, στην 5η 1461 ευρώ, στην 6η 1289 ευρώ, στον 7° 1547 ευρώ, στην 8η 1494 ευρώ, στην 9η 1271 ευρώ, στην 10π 1292 ευρώ, στον 11° 1047 ευρώ, στην 12η 1295 ευρώ, στην 13η 1456 ευρώ, στην 14η 783 ευρώ, στην 15η 1227 ευρώ στην 16η 1149 ευρώ, στην 17η 1397 ευρώ, στην 18η 1290 ευρώ, στην 19η 594 ευρώ, στην 20η 734 ευρώ, στην 21η 1545,04 ευρώ, στον 22° 924,4 ευρώ και στον 23ο 852 ευρώ.

Ότι, άλλως επικουρικά το εναγόμενο οφείλει να καταβάλει τα παραπάνω ποσά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δεδομένου ότι αυτό κατέστη χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερο σε βάρος τους κατά τα ποσά αυτά, ο δε πλουτισμός του είναι πραγματικός και σωζόμενος καθόσον τα ποσά αυτά θα κατέβαλλε σε άλλον ή άλλους εργαζομένους με τα ίδια προσόντα και ικανότητες και υπό τις ίδιες περιστάσεις και συνθήκες με τους ενάγοντες.

Οι ενάγοντες, κατόπιν αυτών, ζήτησαν να αναγνωριστεί ότι το εναγόμενο τους οφείλει για την ανωτέρω ιστορούμενη αιτία τα αναφερόμενα ποσά και να υποχρεωθεί να καταβάλει στον καθένα απ' αυτούς τα ποσά αυτά ως μη καταβληθείσες δεδουλευμένες αποδοχές, με τον νόμιμο τόκο από τον χρόνο που κάθε ποσό κατέστη απαιτητό και μέχρι την εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 353/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που απέρριψε την αγωγή. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε μετά από έφεση των εναγόντων με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ' αριθμ. πρωτ. .../13.1.2009 έγγραφο της ...

και τους συνημμένους σε αυτό πίνακες και βεβαιώσεις και όπως συνομολογούν και οι αντίδικοι στην αγωγή τους, όλοι οι ενάγοντες πλην της 21ης εξ αυτών ( για την οποία θα γίνει χωριστή αναφορά παρακάτω), είχαν προσληφθεί από το Δημόσιο (Υπουργείο Πολιτισμού) και απασχολούνταν στην … δυνάμει συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου (συγκεκριμένα είχαν προσληφθεί ως ωρομίσθιοι βάσει των διατάξεων του άρθρου 81 ν. 1958/1991 σε συνδυασμό με το π.δ. 99/92).

Μετά τη λήξη της διάρκειας των συμβάσεών τους, οι εν λόγω ενάγοντες άσκησαν, από κοινού με άλλους συμβασιούχους, τις αναφερόμενες στην αγωγή αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες ζητούσαν να υποχρεωθεί το Δημόσιο να αποδέχεται προσωρινά την εργασία τους, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της κυρίας αγωγής που θα ασκούσαν.

Δυνάμει αυτών των αιτήσεων χορηγήθηκαν στους ενάγοντες προσωρινές διαταγές, σύμφωνα με τις οποίες το Δημόσιο (…) υποχρεώθηκε να τους απασχολεί προσωρινά μέχρι τη συζήτηση των αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων. Η ισχύς των εν λόγω προσωρινών διαταγών διατηρήθηκε και κατά τη συζήτηση των αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και έπαυσε με την έκδοση των απορριπτικών αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Συγκεκριμένα ως προς την 1η και τη 2η των εναγόντων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 4832/21.6.2005 απορριπτική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, ως προς τους 3°, 4η, 5η, 6η, 7°, 8η, 9η. 10η, 11°, 12η, 13η και 17η των εναγόντων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2984/12.4.2005 απορριπτική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου, ως προς τους 14η, 15η, 18η, 19η, 20η και 22° των εναγόντων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5981/22.7.2005 απορριπτική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου και, τέλος, ως προς τη 16η και τον 23° των εναγόντων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5254/5.7.2005 απορριπτική απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου.

Πλην όμως, όπως προκύπτει από το άνω υπ' αριθμ. πρωτ. .../13.1.2009 έγγραφο της ..., οι παραπάνω αποφάσεις δεν κοινοποιήθηκαν - γνωστοποιήθηκαν αυθημερόν στην εν λόγω υπηρεσία, αλλά μετά την πάροδο μερικών ημερών, με αποτέλεσμα οι ενάγοντες να συνεχίσουν να απασχολούνται σε αυτήν μέχρι την ημέρα που η κάθε απορριπτική απόφαση περιήλθε στην υπηρεσία, οπότε και έπαυσε αμέσως η απασχόλησή τους.

Συγκεκριμένα οι 1η και η 2η των εναγόντων απασχολήθηκαν μέχρι τις 3.8.2005, οι 3ος, 4η, 5η, 6η, 7ος, 8η, 9η, 10η, 11°, 12η, 13η και 17η τούτων μέχρι τις 10.5.2005, οι 14η, 15η, 18η, 19η και 20η τούτων μέχρι τις 16.8.2005, ο 220ς μέχρι τις 22.8.2005 (ο συγκεκριμένος εργαζόμενος ήταν σε κανονική άδεια στις 16.8.2005, όταν αποχώρησαν οι λοιποί συνάδελφοί του, και αποχώρησε μόλις επέστρεψε από την άδειά του), και η 16η και ο 23ος τούτων μέχρι τις 3.8.2005.

Επομένως, η απασχόληση των εναγόντων κατά τα παραπάνω χρονικά διαστήματα έγινε χωρίς νόμιμη αιτία, καθόσον είχε ήδη λήξει η ισχύς των υπέρ τούτων προσωρινών διαταγών, και οφειλόταν απλώς στην άγνοια της ... για την έκδοση των απορριπτικών των ασφαλιστικών μέτρων αποφάσεων. Για το λόγο αυτό(έλλειψη νομίμου αιτίας) η ...

δεν κατέβαλε στους ενάγοντες τις αποδοχές τους για τα επίμαχα χρονικά διαστήματα... Όπως άλλωστε συνομολογούν και οι ενάγοντες για όλο το προγενέστερο χρονικό διάστημα, ήτοι το διάστημα ισχύος των προσωρινών διαταγών του καταβλήθηκε κανονικά το σύνολο των αποδοχών τους. Όσον αφορά την 21η ενάγουσα (Ε.

Λ.). όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με επίκληση υπ' αριθμ. πρωτ. .../8.1.2009 έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Αρχαιοτήτων του ΥΠΠΟ, αυτή είχε προσληφθεί από το Δημόσιο (Υπουργείο Πολιτισμού) με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου ως αρχαιολόγος και απασχολούνταν στην γραμματεία του … (…). Μετά τη λήξη της διάρκειας της σύμβασής της, άσκησε, από κοινού με άλλους συμβασιούχους, την υπ' αριθμ.

καταθ. .../2006 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί το Δημόσιο να αποδέχεται προσωρινά την εργασία της, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της κυρίας αγωγής που θα ασκούσε. Δυνάμει αυτής της αίτησης χορηγήθηκε στην ενάγουσα προσωρινή διαταγή σύμφωνα με την οποία το Δημόσιο υποχρεώθηκε να την απασχολεί προσωρινά μέχρι τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων.

Η ισχύς της εν λόγω προσωρινής διαταγής διατηρήθηκε και κατά τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων και έπαυσε με την έκδοση της υπ' αριθμ. …/25.1.2008 απορριπτικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Πλην όμως, όπως προκύπτει από το άνω υπ' αριθμ. πρωτ. …/8.1.2009 έγγραφο της Γενικής Δ/νσης Αρχαιοτήτων, η παραπάνω απόφαση κοινοποιήθηκε - γνωστοποιήθηκε στην εν λόγω υπηρεσία μετά την πάροδο μερικών ημερών, ήτοι στις 20.2.2008, η δε 21η ενάγουσα, ενημερώθηκε στις 21.2.2008 με το υπ' αριθμ.

πρωτ. .../21.2.2008 έγγραφο της Γραμματείας του … με αποτέλεσμα να απασχοληθεί στο … για επιπλέον 19 ημέρες μετά την έκδοση της απορριπτικής των ασφαλιστικών μέτρων απόφασης. Επομένως, η απασχόληση και της 21ης ενάγουσας κατά το διάστημα αυτό έγινε χωρίς νόμιμη αιτία, καθόσον είχε ήδη λήξει η ισχύς της υπέρ αυτής προσωρινής διαταγής, και οφειλόταν απλώς στην άγνοια της Υπηρεσίας για την έκδοση της απορριπτικής των ασφαλιστικών μέτρων απόφασης.

Ενόψει όλων των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών, που συνομολογούνται πλήρως και από τους ενάγοντες καθίσταται σαφές ότι κατά τα επίδικα χρονικά διαστήματα απασχόλησης καθενός εξ αυτών δεν υφίστατο καμία νόμιμη αιτία απασχόλησής τους..αλλά μεταξύ τούτων και του Δημοσίου είχε δημιουργηθεί μια απλή σχέση εργασίας.

Επομένως....οι ενάγοντες δεν δικαιούνται το σύνολο των αποδοχών που θα ελάμβαναν, εάν υπήρχε έγκυρη σύμβαση εργασίας τους με το Δημόσιο, αλλά τις αποδοχές που αναγκαίως θα κατέβαλε αυτό για την ίδια εργασία σε άλλο πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα τούτων.." Σύμφωνα με τις ως άνω παραδοχές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κρίνοντας ότι η αγωγή είναι νόμιμη ως προς την αξίωση του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 ΑΚ), ορθά εφάρμοσε τις ουσιαστικές διατάξεις που προαναφέρθηκαν στη μείζονα σκέψη και υπήγαγε σ` αυτές τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, δεχθέν ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι νομιμοποιούνται να ζητήσουν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, στο οποίο πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους με απλή σχέση εργασίας, αφού δεν υπήρχε έγκυρη σύμβαση εργασίας, να τους καταβάλει την ωφέλεια από την παροχή εργασίας κατά το αναφερόμενο στην απόφαση χρονικό διάστημα, σύμφωνα με την επικουρική βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και τα αντιστοίχως οφειλόμενα επιδόματα (δώρα) εορτών, τις αποδοχές αδείας και τα επιδόματα αδείας, τα οποία δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί, οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες υπηρεσίες με άκυρη σύμβαση, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας.

Επομένως, ο σχετικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, ενόψει μη υποβολής αιτήματος για την καταβολή δικαστικής δαπάνης εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, δεν επιδικάζονται έξοδα σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, που ηττήθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 09.12.2015 αίτηση για αναίρεση της 1882/2013 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2017.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ