Legislator Case Law & Legislation
1151/2015 AI generated

Supreme Court allows appeal against dismissal of teacher's claim for unpaid salary and keeps case for retrial.

Case Number 1151/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a teacher's claim for unpaid salary, finding the dismissal legally flawed. The court held that the First Instance Court incorrectly applied the law regarding temporary substitute teachers, thereby violating the principle of equality before the law. Consequently, the case was kept for retrial while the original dismissal was annulled and the plaintiff's claim was rejected in its entirety.

Legislator headnote

AI generated

Art. 4 para. 1 of the Constitution; Art. 560 para. 1 of the Code of Civil Procedure: The principle of equality before the law requires courts to apply statutory provisions consistently; where a lower court misapplies the law regarding the legal status of a temporary substitute teacher, the Supreme Court must annul the decision and keep the case for retrial.

Keywords

AI generated
temporary substitute teacher unpaid salary claim equality before the law annulment of judgment retrial procedure Code of Civil Procedure Greek Constitutional Court

Cited Legislation

AI generated
Art. 4 para. 1 of the Constitution
Art. 560 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 lit. a of the Code of Civil Procedure
Law 3205/2003
Law 1566/1985
Law 3693/1957
Law 1738/1987
Circular Decision 134423/1992

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1151 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1151/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές Χριστόφορο Κοσμίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη), Απόστολο Παπαγεωργίου, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 26η Μαϊου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην…, το οποίο παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Πάρεδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους Μυρτούς Γερμάνη και κατέθεσε προτάσεις

ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Α. συζ. Α. Α., το γένος Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Απόστολου Αποστολάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2008 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 12/2010 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 16/2013 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-5-2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας, ανέγνωσε την από 15-5-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγείται να απορριφθεί ο πρώτος λόγος και να γίνουν δεκτοί οι δεύτερος και τρίτος λόγοι της από 24-5-2013, με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 1/27-5-2013, αίτησης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της Α. Α. το γένος Ι. Μ., περί αναιρέσεως της υπ’ αριθμ 16/2013 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Επειδή, με την ΚΥΑ 2/5916/0022/2004 των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β’ 214/5-2-2004), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του ν. 3205/2003, η εφαρμογή του τμήματος Α’ του εν λόγω νόμου (3205/2003), που ενδιαφέρει εν προκειμένω, επεκτάθηκε και στην κατηγορία των προσωρινών αναπληρωτών εκπαιδευτικών του άρθρου 17 του ν. 1566/1985 και, συνεπώς, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο έκρινε κατ’ έφεση και υπήγαγε την ένδικη περίπτωση, που αφορά εκπαιδευτικό απασχολούμενη με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, ως προσωρινή αναπληρώτρια, στις διατάξεις του ν. 3205/2003, ουδόλως τις παραβίασε με την εφαρμογή τους. Επομένως, ο πρώτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

2. Επειδή, η διάταξη του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη, ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή, όμως, αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, διότι εάν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι’ αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη Διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας, κατ’ αρχήν, δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής, ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της Διοίκησης.

Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει, είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας, είτε όταν η υποχρέωση της Διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα. 3.

Επειδή, με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 (Κεφάλαιο Α’ ) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη δημόσια Διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ.1 του νόμου αυτού, η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων για τα θέματα που προβλέπονται στην παρ.2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.

Στο άρθρο 13, με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες", προβλέπονται στις παρ.1 και 2 τα ακόλουθα: "1.Συλλογική διαπραγμάτευση για τη ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος, λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού, κλπ), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια, με το άρθρο 14 με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών του ν. 3016/2002 για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις", ορίσθηκαν τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών ΝΠΔΔ περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγηση τους. [...]. 6.

Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι Υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος Υπουργός δεν είχαν υποχρέωση, αλλ’ απλώς διακριτική ευχέρεια, να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις, με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει, τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις, εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παρ.1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.

Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω Υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ’ εκτίμηση, επίσης, της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.

Δηλαδή, προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής, κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης, ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παρ.3 του ως άνω άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και του σκοπού της ρύθμισης, που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.

Σε περίπτωση υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, μικρότερη από το ποσό αυτό (των 176 ευρώ), ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί, με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις, μόνον η διαφορά έως το εν λόγω ποσό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της Διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα, με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και, πάντως, δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση σε υπαλλήλους, οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή, ίση ή ανώτερη με το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ (ΟλΣτΕ 95/2013).

Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ.2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων, για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των 176 ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της Διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής, σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.

Εάν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της Δημόσιας Διοίκησης θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ’ αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια, υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις, να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της.

4. Επειδή, ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ.4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντίστοιχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ Α’ 110) και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότησή του".

Με το άρθρο 24 παρ.3 του ίδιου ν. 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτόν, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παρ.2 του ίδιου άρθρου του νόμου αυτού ορίσθηκε ότι "ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου.

Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. [...] Μετά την 31-12-2003 δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις [...]".

Από τις αμέσως παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών ΚΥΑ, για να μη χειροτερεύσει η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων από 1-1-2004, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι την 31-12-2003 την ειδική παροχή των 176 ευρώ, με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή, ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι αυτοί δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των 176 ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημιώσεως ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.

Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές ΚΥΑ, με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού Δημοσίου των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονταν από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών.

5. Επειδή, στην προκείμενη περίπτωση το Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, εργάστηκε ως αναπληρώτρια καθηγήτρια μέσης εκπαίδευσης στην υπηρεσία του εναγομένου και τότε εφεσιβλήτου - εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, σε διάφορα σχολεία του Νομού Χανίων, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.

Ότι, ανήκει στην κατηγορία ΠΕ, με ημερομηνία πρώτης πρόσληψης την 21-10-2004. Ότι, ειδικότερα, προσλήφθηκε ως αναπληρώτρια καθηγήτρια τουριστικών επιχειρήσεων (ΠΕ 18-35) α) την 21-10-2004 στο ΕΕΕΕΚ Χανίων, όπου εργάστηκε μέχρι την 30-6-2005, β) την 29-9-2005 επίσης στο ΕΕΕΕΚ Χανίων, όπου εργάστηκε μέχρι την 30-6-2006, γ) την 26-9-2006 επίσης στο ΕΕΕΕΚ Χανίων, όπου εργάστηκε μέχρι την 26-10-2006, δ) την 26-10-2006 επίσης στο ΕΕΕΕΚ Χανίων, όπου εργάστηκε μέχρι την 14-12-2006 και ε) την 15-12-2006 επίσης στο ΕΕΕΕΚ Χανίων, όπου εργάστηκε μέχρι την 30-6-2007.

Ότι κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα της εργασίας της η ενάγουσα δεν ελάμβανε την επίδικη ειδική μηνιαία παροχή των 176 ευρώ, παρά το γεγονός ότι ο τρόπος αμοιβής της καθοριζόταν από τις σχετικές διατάξεις του εκάστοτε ενιαίου μισθολογίου του Δημοσίου και, ειδικότερα, τις διατάξεις του ν. 3205/2003, σύμφωνα με τις αντίστοιχες ΚΥΑ 2026855/3536/0022/1997 και 2/5916/0022/2004, δικαιούμενη σε όλες τις μισθολογικές παροχές που προβλέπονται και χορηγούνται με τους άνω νόμους.

Ότι μεταξύ αυτών είναι και η ανωτέρω επίδικη παροχή, η οποία έχει ήδη χορηγηθεί σε πλείστες ετερόκλητες κατηγορίες δημοσίων υπαλλήλων με πληθώρα κοινών υπουργικών αποφάσεων, που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, χωρίς ειδικές προϋποθέσεις και δίχως την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με συνέπεια να προσλάβει το χαρακτήρα τμήματος των τακτικών μηνιαίων αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων, στους οποίους ανήκει και η ενάγουσα ως αναπληρώτρια καθηγήτρια μέσης εκπαίδευσης.

Ότι το γεγονός ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα καταβαλλόταν στην ενάγουσα το επίδομα εξωδιδακτικής απασχόλησης, που προβλεπόταν αρχικά από το άρθρο 8 παρ.4 του ν. 2470/1997 και ήδη από το άρθρο 8 παρ.3 του ν. 3205/2003, ποσού 213,21 ευρώ μηνιαία το έτος 2001 και ποσού 321,64 ευρώ μηνιαία το έτος 2006, δεν εμποδίζει τη γέννηση της ένδικης αξίωσής της, καθότι η εν λόγω παροχή είναι άμεσα συναρτώμενη με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας των εκπαιδευτικών, όπως είναι για παράδειγμα η διδασκαλία και η προετοιμασία της, σε αντίθεση με την επίδικη μηνιαία παροχή των 176 ευρώ, που, όπως ήδη αναφέρθηκε, απονέμεται συλλήβδην σε όλους τους υπαλλήλους, χωρίς να γίνεται ειδικότερη διάκριση.

Κατέληξε δε το Πολυμελές Πρωτοδικείο στην κρίση ότι η μη χορήγηση της παροχής του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, στην ενάγουσα που πληρούσε τη μοναδική για τη χορήγησή της προϋπόθεση της υπαγωγής στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας Διοίκησης, συνιστά ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας (άρθρο 4 παρ.1 του Συντάγματος) και απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατ’ ουσίαν, επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων, που είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή ως νόμιμη και περαιτέρω, κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, περί παραγραφής μέρους της επίδικης παροχής, είχε δεχθεί αυτή εν μέρει ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και είχε υποχρεώσει το αναιρεσείον να καταβάλει σ’ αυτήν την επίδικη παροχή για το χρονικό διάστημα από 1-12-2006 έως 21-6-2007 συνολικού ποσού 1.203,84 ευρώ.

6. Επειδή, σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν και τις αμέσως παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές, το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να δεχθεί την αγωγή ως νόμιμη εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του ν. 3016/2002 και 24 παρ.2 του ν. 3205/2003, καθόσον η παροχή του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 δεν συνιστά ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων (των με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου) του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, αλλά παρέχεται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μη εξομοιούμενη με μισθό, ανεξαρτήτως αν η παροχή αυτή χορηγείται παρανόμως σε ορισμένες κατηγορίες υπαλλήλων, διότι δεν μπορεί να θεμελιωθεί στη συνταγματική αρχή της ισότητας δικαίωμα των διοικουμένων και αντίστοιχη υποχρέωση της Διοίκησης για την επέκταση μη νόμιμης δράσης της Διοίκησης.

Επί πλέον στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον κατά το ένδικο χρονικό διάστημα η αναιρεσίβλητη λάμβανε το εξωδιδακτικό επίδομα, το οποίο υπερέβαινε το ποσό των 176 ευρώ μηνιαία, δεν εδικαιούτο επί πλέον και την αιτούμενη παροχή, οπότε η αγωγή είναι μη νόμιμη και εκ του λόγου τούτου. Επομένως, οι δεύτερος και τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τους οποίους επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.

Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή των λόγων αυτών, να γίνει δεκτή η αίτηση και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος της που αναφέρεται στην απόρριψη της έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης (υπήρξαν και άλλοι ενάγοντες, που δεν μετέχουν στην αναιρετική δίκη) και αφορά το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης με το οποίο είχε γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή αυτής ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 εδ.α’ ΚΠολΔ, όπως έχει αντικατασταθεί με το άρθρο 65 παρ.1 του ν. 4139/2013, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παρ.1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση".

Εν προκειμένω, μετά την αναίρεση αναβιώνει η εκκρεμοδικία επί της εφέσεως του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της αναιρεσίβλητης. Στο δικάσαν ως εφετείο Πολυμελές Πρωτοδικείο, κατόπιν εφέσεως του εναγομένου, εκεί εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, είχε μεταβιβασθεί η υπόθεση κατά το μέρος της που είχε γίνει δεκτή η αγωγή της ενάγουσας, εκεί εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, από το Ειρηνοδικείο και το εκκαλούν επιδίωκε την απόρριψή της κατά το μέρος, ως προς το οποίο είχε γίνει δεκτή.

Από τις αιτιολογίες, που αναφέρθηκαν κατά την έρευνα των λόγων αναιρέσεως, που ευδοκίμησαν, προκύπτει ότι η αγωγή, κατά το μέρος της που είχε γίνει δεκτή πρωτοδίκως, είναι μη νόμιμη. Επομένως, δεν απαιτείται περαιτέρω έρευνα και, μετά την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από τον Άρειο Πάγο, να γίνει δεκτή η έφεση κατά παραδοχή του τετάρτου λόγου της, που αναφέρεται στη νομική βασιμότητα της αγωγής, να εξαφανισθεί η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά το μέρος με το οποίο δέχθηκε την αγωγή της αναιρεσίβλητης Α.

Α. και να απορριφθεί η αγωγή στο σύνολό της ως προς την εν λόγω διάδικο, ήτοι και ως προς την αιτουμένη ειδική παροχή για το χρονικό διάστημα από 1-12-2006 έως 21-6-2007, συνολικού ποσού 1.203,84 ευρώ. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα εν γένει δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ. 2), μειωμένα σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 22 παρ.1 και 3 του ν. 3693/ 1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 παρ.18 ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 5 παρ.12 του ν. 1738/1987 και 2 της ΚΥΑ 134423/1992 των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ την 16/2013 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.

ΚΡΑΤΩΝΤΑΣ την υπόθεση.

ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ επί της εφέσεως και ΔΕΧΟΜΕΝΟ αυτήν.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την 12/2010 απόφαση του Ειρηνοδικείου Χανίων, κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ένδικη, από 29-12-2008, με αριθμό καταθέσεως 401/29-12-2008 αγωγή. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη να πληρώσει στο αναιρεσείον πεντακόσια (500) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 23η Ιουνίου 2015. -Και ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 27η Αυγούστου 2015.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ