Supreme Court dismisses appeal on appraisal of evidence and failure to cite specific grounds under Art. 559 CPC.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a debt assumption dispute. The appellant argued the lower court erred in evaluating evidence and applying legal principles, but the court found these claims inadmissible. The court ruled that the appellant failed to cite specific grounds for the alleged violations of Article 559 of the Code of Civil Procedure, rendering the appeal procedurally defective.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(8), 559(10), 559(17) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the appellant fails to cite specific grounds for the alleged violation of substantive law rules or fails to identify the specific circumstances constituting the violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1151 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1151/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Βασίλειο Πέππα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Γ. Ν. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευστράτιο Ταγαράκη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Σ. Π. του Ζ., κατοίκου ... και 2. Εταιρίας με την επωνυμία "ΑΞΟΝ ΕΠΕ", που εδρεύει στη ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Βρέλλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 21870/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1298/2011 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 21-9-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας, ανέγνωσε την από 2-11-2012 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου, Αρεοπαγίτη Ευφημίας Λαμπροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1298/11 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή της από 21/7/09 εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφανίστηκε η 21870/09 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Με αυτήν είχε απορριφθεί αγωγή των αναιρεσιβλήτων, με την οποία οι τελευταίοι ζητούσαν να υποχρεωθεί να τους καταβάλει τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, ευθυνόμενος έναντι αυτών με σωρευτική εκ του νόμου αναδοχή χρέους, λόγω της συμβατικής μεταβίβασης σ' αυτόν του μοναδικού περιουσιακού στοιχείου οφειλέτιδας των εναγόντων (μη διαδίκου).
Στη συνέχεια το Εφετείο, δικάζοντας επί της αγωγής, δέχτηκε αυτήν μερικώς. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).
Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, στην οποία ορίζεται ότι "αν με σύμβαση μεταβιβάστηκε περιουσία ή επιχείρηση, αυτός που αποκτά ευθύνεται απέναντι στο δανειστή έως την αξία των μεταβιβαζομένων στοιχείων για χρέη που ανήκουν στην περιουσία ή στην επιχείρηση η δε ευθύνη αυτού που μεταβιβάζει εξακολουθεί να υπάρχει ...", καθιερώνεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή των χρεών με την έννοια του άρθρου 477 ΑΚ και δημιουργείται έτσι παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του μεταβιβάζοντος και του αποκτώντος? από αυτούς δε τους δύο ο μεν πρώτος ευθύνεται απεριόριστα, ο δε δεύτερος περιορισμένα και συγκεκριμένα μέχρι την αξία των μεταβιβαζομένων κατά τον χρόνο της μεταβίβασης.
Επί μεταβιβάσεως μεμονωμένων αντικείμενων, πρέπει αυτά να αποτελούν όλο το ενεργητικό της περιουσίας ή το σημαντικότερο ποσοστό αυτής. Επιπλέον, ο αποκτών πρέπει να τελούσε εν γνώσει, ότι του μεταβιβάστηκε η όλη περιουσία ως σύνολο ή το σημαντικότερο ποσοστό της. Η γνώση αυτή θεωρείται ότι υπάρχει και όταν, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση, γνώριζε ο αποκτών την εν γένει περιουσιακή κατάσταση του μεταβιβάζοντος και μπορούσε να αντιληφθεί, ότι η περιουσία που του μεταβιβάστηκε αποτελούσε το σύνολο αυτής ή το σημαντικότερο ποσοστό της (ΑΠ 451/12).
Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με, την υπ' αρ. 32744/2001 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε ύστερα από την άσκηση της ... αγωγής των εκκαλούντων-εναγόντων κατά της ... ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "ΑΦΟΙ Κ. Ο.Ε.", που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, αναγνωρίστηκε ότι η τελευταία οφείλει να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα (Σ.
Π.) το ποσό του 1.000.000 δραχμών ... και στη δεύτερη ενάγουσα ... το ποσό των 47.000.000 δραχμών ... Η ως άνω ... απόφαση ... κατέστη τελεσίδικη, καθόσον η έφεση που ασκήθηκε κατ' αυτής από την παραπάνω ομόρρυθμο εταιρεία ... απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 2100/2003 απόφαση του παρόντος δικαστηρίου, ... ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, το ύψος δε των αξιώσεων των εναγόντων σε βάρος της τελευταίας, κατά την άσκηση της κρινόμενης ...
αγωγής σε βάρος του εφεσίβλητου-εναγόμενου, ανερχόταν, κατά κεφάλαιο και τόκους, για τον πρώτο ενάγοντα στο ποσό των 12.133,33 ευρώ και για τη δεύτερη ενάγουσα στο ποσό των 570.267,45 ευρώ, που ουδόλως αμφισβητείται από τον αντίδικό τους. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 29 Ιουλίου 2003, δηλαδή μετά την παρέλευση μόλις ενός (ι) μηνός και τεσσάρων (4) ημερών από τότε που κατέστη τελεσίδικη η ως άνω ...
απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρεία, οφειλέτιδα των εναγόντων, ενεργώντας δια των νομίμων εκπροσώπων της ..., με το υπ' αρ. .../29-7-2003 οριστικό συμβόλαιο ... που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στον εναγόμενο κατά πλήρη κυριότητα, λόγω πωλήσεως, ένα αυτοτελές και διαιρεμένο, άρτιο και οικοδομήσιμο κατά τις ισχύουσες πολεοδομικές διατάξεις, οικοπεδικό τμήμα, εκτάσεως 836,41 τετραγωνικών μέτρων, του συνολικής εκτάσεως 3.772,82 τετραγωνικών μέτρων υπ' αρ. 02 οικοπέδου, το οποίο βρίσκεται εντός του ...
Δήμου ... ..., αντί του αναγραφέντος στο τελευταίο (συμβόλαιο) τιμήματος των 58.548,70 ευρώ, που ήταν ο προσδιορισμός της αντικειμενικής του αξίας, η πραγματική του αξία όμως, κατά τον ίδιο χρόνο, ανερχόταν στο ποσό των 85.000,00 ευρώ και όχι στο ποσό των 400.000 ευρώ, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγοντες. Το ως άνω συνολικής εκτάσεως 3.772,82 τετραγωνικών μέτρων υπ' αρ. 02 οικόπεδο ανήκε εξ ολοκλήρου στην κυριότητα της προαναφερόμενης ομορρύθμου εταιρείας (οφειλέτιδας των εναγόντων), το υπόλοιπο του οποίου, εκτάσεως 2.936,41 τετραγωνικών μέτρων, είχε ήδη μεταβιβάσει κατά κυριότητα σε τρίτα πρόσωπα, επίσης λόγω πωλήσεως, προγενέστερα:
Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι το παραπάνω αυτοτελές και διαιρεμένο τμήμα των 836,41 τετραγωνικών μέτρων του υπ' αρ. 02 οικοπέδου ..., που μεταβίβασε στον εναγόμενο η προαναφερόμενη ομόρρυθμη εταιρεία (οφειλέτιδα των εναγόντων), αποτελούσε το εναπομείναν τμήμα του παραπάνω οικοπέδου της τελευταίας, όπως άλλωστε προκύπτει και από το ίδιο το συμβόλαιο με το οποίο συντελέστηκε η εν λόγω μεταβίβαση, αλλά και το σύνολο του ενεργητικού της περιουσίας της, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο, ο οποίος όμως ισχυρίζεται ότι, κατά το χρόνο συντάξεως του παραπάνω μεταβιβαστικού συμβολαίου, αγνοούσε ότι μεταβιβάζεται σ' αυτόν το τελευταίο περιουσιακό στοιχείο του ενεργητικού της ως άνω οφειλέτιδας των αντιδίκων του.
Κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου όμως αυτός ο ισχυρισμός του εναγομένου είναι απορριπτέος ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, καθόσον από την εκτίμηση του συνόλου των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν νόμιμα με επίκληση προέκυψε η γνώση του ότι μεταβιβάζεται σ' αυτόν το τελευταίο περιουσιακό στοιχείο της ως άνω ομόρρυθμης εταιρείας (οφειλέτιδας των εναγόντων), λαμβανομένου υπόψη ότι η τελευταία ήδη από το έτος 1996 είχε παύσει ουσιαστικά την εμπορική της δραστηριότητα και έκτοτε ή εκποιούσε τα περιουσιακά της στοιχεία ή εκπληστειριάζονταν αναγκαστικά αυτά για την ικανοποίηση αξιώσεων δανειστών της, γεγονός το οποίο ήταν ευρύτερα γνωστό στην περιοχή του Δήμου ..., όπου είχε την έδρα της και όπου διέμενε ο εναγόμενος, ο οποίος είναι ήπειρος και παλαιός κτηματομεσίτης, από το ως άνω δε υπ' αρ. .../29-7-2003 οριστικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου ...
με σαφήνεια συνάγεται ότι αποκτά το εναπομείναν οικοπεδικό τμήμα του μεγαλύτερης εκτάσεως οικοπέδου της. Η παραπάνω κρίση του παρόντος δικαστηρίου ενισχύεται από το γεγονός ότι μόλις ένα (1) μήνα μετά την ως άνω μεταβίβαση, συγκεκριμένα δε στις 29 Αυγούστου 2003, ο εναγόμενος συνέστησε ομόρρυθμο εταιρεία με την επωνυμία "Κ.Σ Α. & Ν.
Υ. Ο.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΑΓΡΟΜΕΤΡΙΚΗ Ο.Ε.", σκοπό την εκμετάλλευση οικοδομικών επιχειρήσεων, κάθε φύσεως αγοραπωλησίες ακινήτων, μεσιτείες ακινήτων, αγορά οικοπέδων και ανέγερση οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής, καθώς και ανέγερση οικοδομών, με τον Α. Κ. του Ε. ..., δηλαδή το μάρτυρα ανταποδείξεως, γιο του νομίμου εκπροσώπου της προαναφερόμενης οφειλέτιδας των εναγόντων, με ενεργό ανάμειξη στις συναλλαγές της τελευταίας με τρίτους, ως μηχανικός της και βασικός συνεργάτης του πατέρα του, ο οποίος (Α.
Κ.) γνώριζε την περιουσιακή της κατάσταση, ως εκ τούτου δε ότι το παραπάνω μεταβιβασθέν στον εναγόμενο οικοπεδικό τμήμα ήταν το τελευταίο περιουσιακό στοιχείο του ενεργητικού της, λόγο για τον οποίο άλλωστε αυτός (Α. Κ.) αποποιήθηκε την κληρονομιά του πατέρα του ..., έδρα δε της παραπάνω ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία "Κ.Σ Α. & Ν.
Γ. Ο.Ε." ... ορίστηκε η ... αρ. 153, στην περιοχή του Δήμου ..., όπου είχε την έδρα της η ως άνω οφειλέτιδα των εναγόντων, αλλά και οι εταιρείες "ΣΤΙΒΟΣ Α.Ε.", "ΕΡΓΟΔΙΑΣΤΑΣΗ Α.Τ.Ε." και "ΚΤΙΡΙΟ Ε.Π.Ε.", κύριος μέτοχος και νόμιμος εκπρόσωπος των οποίων είναι ο προαναφερόμενος συνέταιρος του εναγομένου Α. Κ., από την αλληλουχία δε των ως άνω γεγονότων συνάγεται ότι προφανώς ο εναγόμενος ενημερώθηκε για το ότι το παραπάνω μεταβιβαζόμενο σ' αυτόν ακίνητο της οφειλέτιδας των εναγόντων είναι το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο του ενεργητικού της, προκειμένου να σχεδιάσουν, με τον ως άνω συνέταιρο του (μάρτυρα ανταποδείξεως), τις μελλοντικές επιχειρηματικές κινήσεις τους.
Η ανωτέρω κρίση δεν αναιρείται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο που προσκομίστηκε νόμιμα με επίκληση από τους διαδίκους, η άρνηση δε του εναγομένου ότι δεν γνώριζε την περιουσιακή κατάσταση της ως άνω οφειλέτιδας των εναγόντων, κατά το χρόνο κατάρτισης του προαναφερόμενου ... οριστικού συμβολαίου...δεν μπορεί από μόνη της να οδηγήσει σε παραδοχή του παραπάνω ισχυρισμού του, λαμβανομένου υπόψη ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, δεν είναι σύνηθες να συνεταιρίζονται κάποιοι χωρίς να υφίσταται κοινότητα συμφερόντων και επιδιώξεων, στην κρινόμενη δε περίπτωση η σύσταση της παραπάνω ομόρρυθμης εταιρείας "Κ.Σ Α. & Ν.
Γ. Ο.Ε." ... έγινε προκειμένου ο γιος του νομίμου εκπροσώπου της παραπάνω οφειλέτιδας των εναγόντων, δηλαδή ο Α. Κ., ο οποίος ουσιαστικά τον είχε ήδη διαδεχθεί στις επιχειρηματικές δραστηριότητες που ασκούσε πλέον της πεντηκονταετίας, να τις συνεχίσει υπό άλλο εταιρικό μανδύα, χωρίς οφειλές, ενόψει του ότι η οφειλέτιδα των εναγόντων ήταν κατάχρεη, λόγο για τον οποίο άλλωστε έπαυσε τις δραστηριότητες της από το έτος 1996, όπως ήδη προαναφέρθηκε, γεγονός το οποίο προφανώς γνωστοποιήθηκε στον εναγόμενο, ο οποίος δεν ήταν αδαής και άπειρος στις εμπορικές του συναλλαγές, αλλά έμπειρος κτηματομεσίτης, γνωρίζοντας ότι η προαναφερόμενη οφειλέτιδα των εναγόντων δεν ασκούσε πλέον επιχειρηματική δραστηριότητα και ότι εκποιούσε το τελευταίο περιουσιακό στοιχείο του ενεργητικού της για τον προαναφερόμενο λόγο, κρίση που ενισχύεται από το ότι το απέκτησε με τίμημα σημαντικά κατώτερο της πραγματικής του αξίας.
Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, ειδικότερα δε αυτά που προηγήθηκαν και επακολούθησαν της παραπάνω μεταβίβασης, καθώς και τις συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η μεταβίβαση αυτή, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που προαναφέρθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου ο εναγόμενος γνώριζε την γενικότερη περιουσιακή κατάσταση της προαναφερόμενης οφειλέτιδας των εναγόντων και μπορούσε να αντιληφθεί ότι το ως άνω ακίνητο που του μεταβιβάστηκε αποτελούσε το σύνολο του ενεργητικού της περιουσίας της τελευταίας, σε κάθε δε περίπτωση το σημαντικότερο ποσοστό της.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι ο εναγόμενος δεν γνώριζε ότι το μεταβιβαζόμενο σ' αυτόν ως άνω ακίνητο αποτελούσε το μοναδικό στοιχείο του ενεργητικού της περιουσίας της προαναφερόμενης οφειλέτιδας των εναγόντων, ακολούθως δε απέρριψε την παραπάνω αγωγή των εναγόντων, κατά την κύρια βάση της, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, εσφαλμένα εκτίμησε τις ενώπιον του προσαχθείσες αποδείξεις, ως εκ τούτου δε, δεκτού γενομένου ως βάσιμου κατ' ουσίαν του μοναδικού λόγου της κρινόμενης εφέσεως για εσφαλμένη εκτίμηση των ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προσαχθεισών αποδείξεων, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί δε και να δικαστεί η υπόθεση από το παρόν δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Όπως ήδη προαναφέρθηκε, η πραγματική αξία του παραπάνω ακινήτου που μεταβιβάστηκε στον εναγόμενο, κατά το χρόνο μεταβιβάσεως του στον τελευταίο, ανερχόταν στο ποσό των 85.000,00 ευρώ, μέχρι δε την αξία του ευθύνεται, έναντι των εναγόντων, για τα χρέη της παραπάνω οφειλέτιδας των τελευταίων, εις ολόκληρον και ο εναγόμενος, καθόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 479 του ΑΚ, επέρχεται αναγκαστική εκ του νόμου σωρευτική αναδοχή χρέους και ιδρύεται παθητική εις ολόκληρο ενοχή μεταξύ της παραπάνω οφειλέτιδας των εναγόντων και αυτού (εναγομένου) για τα χρέη της περιουσίας της πρώτης, που είχαν δημιουργηθεί έως την επίδικη μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου, χωρίς να απαιτείται γνώση των χρεών αυτών από το δεύτερο ...
Λαμβανομένου δε υπόψη ότι τα χρέη της παραπάνω οφειλέτιδας των εναγόντων προς τους τελευταίους υπερβαίνουν το ποσό των 85.000,00 ευρώ, μέχρι του οποίου ευθύνεται ο εναγόμενος έναντι των αντιδίκων του, το ύψος των αξιώσεων των οποίων, κατά την άσκηση της κρινόμενης ... αγωγής τους ανερχόταν, όπως ήδη προαναφέρθηκε, κατά κεφάλαιο και τόκους, για τον πρώτο ενάγοντα στο ποσό των 12.133,33 ευρώ και για τη δεύτερη ενάγουσα στο ποσό των 570.267,45 ευρώ, δηλαδή συνολικά στο ποσό των 582.400,78 ευρώ, ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει αναλογικά στους αντιδίκους του το ως άνω ποσό των 85.000,00 ευρώ, συγκεκριμένα δε στον πρώτο ενάγοντα οφείλει να καταβάλει το ποσό των 1.770,83 ευρώ (85.000,00 Χ 12.133,33 : 582.400,78) και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 83.229,17 ευρώ (85.000,00 Χ 570.267,45 : 582.400,78), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της παραπάνω αγωγής τους (βλ.
αρθρ. 346 του Α.Κ.), μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση ...".
Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεώς του ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αρ.1 (εδ. α) ΚΠολΔ, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παραβίασε κανόνες του ουσιαστικού δικαίου. Για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού, αφού παραθέτει ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 1033, 1192 και 1198 AK, εκθέτει κατά λέξη τα εξής: "Αφού κατά τα ανωτέρω είναι απαραίτητη η μεταγραφή ως συστατικός τύπος της ολοκλήρωσης της μεταβίβασης ακινήτου και της αποξένωσης του πωλητή από την κυριότητα του πωληθέντος.
Είναι ως εκ τούτου πρόδηλον ότι το Εφετείο Θεσσαλονίκης που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση, δεχθέν πως κατά την κατάρτιση του με αριθμό .../2003 συμβολαίου, με το οποίο μου μεταβιβαζόταν η κυριότητα του περιγραφομένου σ' αυτό ... ακινήτου, έσφαλε δεχθέν πως γνώριζα πως το μεταβιβαζόμενο οικοπεδικό τμήμα ήταν το τελευταίο περιουσιακό στοιχείο της εταιρείας "Αφοί Κ.
Ο.Ε." και ότι αυτή όφειλε στους αντιδίκους μου έσφαλε, ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 1133, 1152, και 1198 Α.Κ. Τούτο δε διότι, όπως και στο σκεπτικό της πληττόμενης απόφασης αναφέρεται, με την κατάρτιση και υπογραφή του με αριθμό .../29-7-2003 επιδίκου συμβολαίου, συγχρόνως υπεγράφη και το με αριθμό .../29-7-2003 ...
συμβόλαιο μεταβίβασης του υπολοίπου οικοπεδικού τμήματος προς τον Π. Φ. (τεμάχιο 500 μ2). Η υπογραφή όμως αυτή καθ' εαυτή, όπως η διάταξη του άρθρου 1033 ΑΚ ορίζει, δεν αποξενώνει-μεταβιβάζει την κυριότητα του πωλούμενου ακινήτου, εφ' όσον δεν ακολουθήσει νόμιμη μεταγραφή. Κατά συνέπεια κατά το χρόνο της σύγχρονης υπογραφής των συμβολαίων πώλησης των δύο τελευταίων οικοπεδικών τμημάτων και παρά την ως εκ περισσού αναφορά στο με αριθμό .../2003 συμβόλαιο, εκ μέρους της συμβολαιογράφου, πως το μεταβιβαζόμενο προς εμένα οικοπεδικό τμήμα είναι το τελευταίο κομμάτι, κατά την αληθή ερμηνεία και εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 1033 AK δεν μπορούσε να θεωρηθεί, πολύ δε περισσότερο να γίνει δεκτό, όπως αναφέρεται λαθεμένα και στο σκεπτικό της πληττόμενης απόφασης, ότι το ένα εκ των δύο συγχρόνως πωλούμενων οικοπεδικών τμημάτων ήταν το τελευταίο περιουσιακό στοιχείο της οφειλέτριας εταιρείας "Αφοί Κ.
Ο.Ε.", αφού, όπως ήδη σημειώσαμε, κατά τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1152 και 1198 η σύμβαση μεταβιβάσεως της κυριότητας ακινήτου, όπως κάθε εν ζωή εμπράγματη δικαιοπραξία, υποβάλλεται σε μεταγραφή, χωρίς την οποία δεν συντελείται η μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου ... Ως εκ τούτου η κορυφαία πρόταση της πληττόμενης απόφασης...κατά την οποία ο αγοραστής, δηλαδή εγώ, κατά το χρόνο της υπογραφής του με αρ. .../2003 συμβολαίου ...
γνώριζα πως το μεταβιβαζόμενο προς εμένα οικοπεδικό τμήμα ήταν το τελευταίο από τα δύο οικόπεδα που συγχρόνως μεταβιβαζόταν, όταν μάλιστα ο νόμος δεν τάσσει κάποια προθεσμία μέσα στην οποία πρέπει να γίνει η μεταγραφή του σχετικού μεταβιβαστικού συμβολαίου, συνεπώς αυτή μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και παράγει έκτοτε πλήρη τα αποτελέσματα της ...
Έσφαλε κατά συνέπεια η πληττόμενη απόφαση κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1033 ΑΚ, δεχθείσα πως κατά την υπογραφή του επίδικου συμβολαίου με αρ. .../2003 ... που μεταγράφηκε νόμιμα μετά από 22 ημέρες, όπως προκύπτει από το ... πιστοποιητικό Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, αφενός μεν εγώ γνώριζα πως ήταν το τελευταίο, αφετέρου δε πως αυτό αποτελούσε το τελευταίο περιουσιακό στοιχείο της οφειλέτιδας εταιρείας, με την οποία εγώ δεν είχα ποτέ καμία σχέση ή άλλη επαφή-"Άφοί Κ.
Ο.Ε." και υπέκυψε στην πλημμέλεια της διατάξεως της περιπτώσεως 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ". Ο λόγος αυτός, πέρα από τις απαραδέκτως προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, καθόσον ο αναιρεσείων, για τη θεμελίωσή του, επικαλείται μεν τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που κατ' αυτόν παραβιάσθηκαν, δεν αναφέρει όμως με σαφήνεια και πληρότητα το νομικό σφάλμα (υπαγωγικό ή ερμηνευτικό) στο οποίο επίσης κατ' αυτόν υπέπεσε η προσβαλλόμενη απόφαση.
Αν δε θεωρηθεί ότι αποδίδεται στην προσβαλλομένη η πλημμέλεια ότι δεν διέλαβε σκέψη περί της μεταγραφής των προαναφερθέντων συμβολαίων ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι σ' αυτήν γίνεται μνεία της μεταγραφής των επίμαχων συμβολαίων.
Σε κάθε περίπτωση, πάντως, η υπό την επίκληση της ως άνω αναιρετικής πλημμέλειας προβολή ισχυρισμού από τον αναιρεσείοντα, ότι το μεταβιβασθέν σ' αυτόν ακίνητο δεν ήταν το μοναδικό περιουσιακό στοιχείο της οφειλέτιδας των αναιρεσιβλήτων, επειδή κατά την κατάρτιση του μεταβιβαστικού προς αυτόν .../2003 συμβολαίου δεν είχε λάβει ακόμη χώραν η μεταγραφή του προγενέστερου .../03 συμβολαίου, είναι και πάλι απαράδεκτη.
Τούτο, προεχόντως διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται την προβολή τέτοιου ισχυρισμού του στα δευτεροβάθμιο δικαστήριο (άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ), λόγος για τον οποίο μάλιστα το Εφετείο οδηγήθηκε στην ρητώς διαλαμβανόμενη στην αναιρεσιβαλλομένη παραδοχή ότι ο το παραπάνω αυτοτελές και διαιρεμένο τμήμα των 836,41 τ.μ.
που μεταβίβασε στον εναγόμενο η οφειλέτιδα των εναγόντων, αποτελούσε το εναπομείναν τμήμα του παραπάνω οικοπέδου της τελευταίας, αλλά και το σύνολο του ενεργητικού της περιουσίας της, "γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο".
Από τη σαφή διατύπωση του άρθρου 559 αρ.1 εδ.α' ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται για την παραβίαση δικονομικών κανόνων. Εξάλλου, με το άρθρο 559 αρ.8 περ.α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Με τον όρο "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 115/2011). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ 13 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο ο αναιρεσείων επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ.1 (εδ. α'), 8 (περ. α') και 13 ΚΠολΔ, αφού παραθέτει αποσπάσματα των παραδοχών της προσβαλλομένης, αποδίδει σ' αυτήν τις εξής πλημμέλειες: Ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρείας "Αφοί Κ. Ο.Ε." και ο ίδιος (ο αναιρεσείων), αμέσως μόλις εκδόθηκε η απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης με την οποία αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της ανωτέρω εταιρείας να καταβάλει στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσιβλήτους τα ποσά των 1.000.000 και 47.000.000 δραχμών (2.934,70 και 137.931,03 ευρώ) αντίστοιχα, έλαβαν γνώση αυτής και προχώρησαν στην κατάρτιση του επιδίκου συμβολαίου.
Ότι τέτοια σκέψη, ισχυρισμός ή έστω υπόνοια γνώσεως δεν κατατέθηκε από οποιονδήποτε στο Εφετείο, με συνέπεια η προσβαλλόμενη απόφαση να λάβει υπόψη κατά το σχηματισμό της κρίσεώς της πράγματα τα οποία δεν προτάθηκαν και τα οποία άσκησαν ουσιώδη επίδραση στο σχηματισμό της κρίσεώς της. Ότι ενώ στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αναφέρεται ότι η δίκη μεταξύ των αναιρεσιβλήτων και της ανωτέρω οφειλέτριας εταιρείας διήρκεσε για διάστημα δεκατριών ετών, κατά το οποίο αυτοί είχαν την ευχέρεια να κατάσχουν τα ακίνητα της οφειλέτριας συντηρητικά ή οριστικά, αφού η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή, αυτοί δεν έδειξαν κανένα προς τούτο ενδιαφέρον και τήρησαν την ίδια στάση στις επαναληπτικές πωλήσεις των ακινήτων της ανωτέρω εταιρείας, με συνέπεια να επιβεβαιώσουν με τη μακροχρόνια αδράνεια τους πως οι πωλήσεις των άνω ακινήτων, που όλες έγιναν για να εξοφληθούν πιστωτές και εργαζόμενοι, ήταν νόμιμες και αναγκαίες.
Ότι τη μακροχρόνια αδιαφορία των αναιρεσιβλήτων δεν αξιολόγησε και δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο κατά το σχηματισμό της κρίσεώς του. Ότι επίσης δεν έλαβε υπόψη και χωρίς νόμιμη αιτιολογία παραβίασε η προσβαλλομένη τη διάταξη του άρθρου 546 εδ.1 και 3 ΚΠολΔ κατά την οποία η εταιρεία "Αφοί Κ. Ο.Ε." είχε το δικαίωμα, εφόσον μάλιστα δεν είχε επιδοθεί η απόφαση του Εφετείου, να ασκήσει αίτηση αναιρέσεως και αίτηση αναστολής εκτελέσεως, ώστε να κριθεί η υπόθεση "και στον τρίτο βαθμό", με ευνοϊκή γι' αυτήν ενδεχομένως έκβαση.
Ότι με το σκεπτικό όμως αυτό η πληττόμενη απόφαση έσφαλε, αφού παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 336 και 564 παρ.1και 3 ΚΠολΔ και του άρθρου 281 ΑΚ και υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1, 8 και 13 ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος και κατά τα τρία μέρη του για τους εξής λόγους: Κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ 1 εδ.
α' ΚΠολΔ και όσον αφορά την επικαλούμενη παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 336 και 546 (ή 564) εδ. 1 και 3 ΚΠολΔ, διότι, όπως ήδη έχει εκτεθεί, η παραβίαση δικονομικών κανόνων δεν μπορεί να θεμελιώσει τον προαναφερθέντα λόγο αναιρέσεως. Κατά το ίδιο (πρώτο) σκέλος του και όσον αφορά την επικαλούμενη παραβίαση της διατάξεως του άρθρου 281 AK, διότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται ότι παραδεκτά προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), τούτο δε ανεξαρτήτως του ότι τα επικαλούμενα με το λόγο αυτό περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν καθιστούν την άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων καταχρηστική.
Κατά το δεύτερο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.8 περ. α' ΚΠολΔ, διότι τα επικαλούμενα για τη θεμελίωση του περιστατικά (ότι το Εφετείο δέχθηκε πως ο αναιρεσείων και οι εκπρόσωποι της εταιρείας "Αφοί Κ. Ο.Ε.", μόλις έλαβαν γνώση της αποφάσεως του Εφετείου, προέβησαν στη σύνταξη του επίδικου συμβολαίου, χωρίς τούτο να προκύπτει από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο) δεν συνιστούν παρά το νόμο λήψη υπόψη "πραγμάτων" μη προταθέντων, αλλά αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Κατά δε το τρίτο σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται οποιοδήποτε περιστατικό για τη νόμιμη θεμελίωση του σχετικού αναιρετικού λόγου.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με τον όρο "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (επομένως στηρίζουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως (ΑΠ 399/2011).
Δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται οι διάδικοι, ιδίως δε η αξιολόγηση αυτών από το δικαστήριο (ΑΠ 287/2012). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς του ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για τη θεμελίωση δε του λόγου αυτού επικαλείται τα εξής:
Ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση γίνεται ιδιαίτερη αναφορά και (αρνητική) αξιολόγηση της καταθέσεως του αναφερόμενου μάρτυρα ανταποδείξεως. Ότι ο μάρτυρας αυτός με αμεσότητα βεβαίωσε τα αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά. Ότι σε ολόκληρο το κείμενο των πρακτικών δεν υπάρχει μαρτυρική κατάθεση ή έγγραφο με τα οποία να βεβαιώνονται τα αντίθετα και ότι παρά ταύτα η προσβαλλόμενη δεν έλαβε υπόψη τα πράγματα-πραγματικά περιστατικά αυτά, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 335 και 336 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, δεν συνιστούν "πράγματα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 περ. β' ΚΠολΔ, τα αποδεικτικά μέσα ή η αξιολόγηση αυτών από το δικαστήριο της ουσίας.
Για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ. β' ΚΠολΔ για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή την εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν, ενώ δεν θεμελιώνεται, όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (ΑΠ 115/2010).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 17 παρ.2 ν.2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καθιερώνεται λόγος αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο για πράγματα που δέχθηκε, ως αληθινά, δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσκομισθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 39/2010).
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεώς του, ο αναιρεσείων, αποδίδει στην απόφαση τις εξής κατά λέξη πλημμέλειες: "Με αυτό όμως το σκεπτικό το οποίο προκύπτει από τα αναφερόμενα στις προηγούμενες παραγράφους, ελήφθησαν υπ' όψιν του δικαστηρίου πράγματα που δεν απεδείχθησαν ούτε προτάθηκαν, ενώ περιέχει αντίθετες και αλληλοσυγκρουόμενες αιτιολογίες και λαθεμένα ερμήνευσε και υπήγαγε τα διδάγματα της κοινής πείρας σε λαθεμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου.
Η λαθεμένη επίκληση όμως της εμπειρίας και των γνώσεων μου ως κτηματομεσίτου που χρησιμοποιούνται στο σκεπτικό της πληττόμενης απόφασης ως κορυφαίο επιχείρημα για τη γνώση μου ή καλύτερα τον σχηματισμό εκ μέρους αντιλήψεως και αναγνωρίσεως της καταδολιευτικής δήθεν προσπάθειας της πωλήτριας εταιρείας, πρέπει να αποτελέσει, όπως από την κοινή πείρα και τα μηνύματα της καθημερινότητας και των συναλλακτικών ηθών βεβαιώνεται, τον λόγο και το αλάθητο κριτήριο πως η μεγάλη και συσσωρευμένη πείρα μου περί τις συναλλαγές και πωλήσεις ακινήτων δεν θα μου επέτρεπε να συμμετέχω σε συμβόλαιο πώλησης ακινήτου ενώ γνώριζα ότι αυτό ήταν το τελευταίο περιουσιακό στοιχείο της πωλήτριας εταιρείας, η δε πώληση ότι στόχευε στην καταδολίευση των δανειστών και ως εκ τούτου μπορούσε να ακυρωθεί εύκολα και επίσης πολύ περισσότερο δεν θα συμμετείχα σε θνησιγενή εταιρεία με τον γιο του ενός εκ των εταίρων της πωλήτριας εταιρείας.
Υπήρχαν περισσότερες "νόμιμες" ενέργειες, όπως καθημερινά πληροφορούμεθα, όπως π.χ. η σύσταση αφανούς εταιρείας, η εικονική κατάσχεση κλπ., που θα εμπόδιζαν εκ του ασφαλούς την είσπραξη της απαιτήσεως των αντιδίκων μου. Λαθεμένα κατά συνέπεια και παρά τον νόμο χρησιμοποίησε το Εφετείο Θεσσαλονίκης, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της πληττόμενης απόφασης, πράγματα που δεν προτάθηκαν από κανένα και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκδοση της αποφάσεως, ως επίσης αντιφατικές σκέψεις και επίσης λαθεμένα εφήρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας, με συνέπεια να υποπέσει στις πλημμέλειες των αριθμών 1, 8, 10 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ".
Ο λόγος αυτός προβάλλεται απαραδέκτως και κατά τα τέσσερα σκέλη του και ειδικότερα: Κατά το πρώτο, συναπτόμενο με αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ 1 εδ. β' ΚΠολΔ, διότι οι επικαλούμενες παραβιάσεις δεν αφορούν την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνων δικαίου, αλλά την εκτίμηση αποδείξεων. Κατά το δεύτερο, συναπτόμενο με αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 8 περ.
α' ΚΠολΔ), διότι δεν συνιστούν "πράγματα" τα αποδεικτικά μέσα ή η αξιολόγηση αυτών από το δικαστήριο της ουσίας. Κατά το τρίτο σκέλος του, συναπτόμενο με αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ, λόγω αοριστίας, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται οποιοδήποτε περιστατικό για τη νόμιμη θεμελίωση του. Κατά δε το τέταρτο σκέλος του, συναπτόμενο με αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ. 17, πράγματι δε αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγω αοριστίας, διότι, πλην της γενικής αναφοράς στις "αντιφατικές και αλληλοσυγκρουόμενες αιτιολογίες" της προσβαλλομένης, δεν περιέχονται σ' αυτόν συγκεκριμένες αιτιάσεις για αντιφατικότητα των αιτιολογιών αυτών.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολο της και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176,183 ΚΠολΔ), κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21/9/11 αίτηση του Γ. Ν. για αναίρεση της 1298/11 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 28η Ιανουαρίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ