Supreme Court dismisses appeal on property boundary dispute, upholding lower court's free evaluation of evidence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property boundary dispute. The appellant argued that the lower court distorted evidence and failed to properly evaluate documents concerning the installation of a door and fence. The court rejected these claims, stating that the lower court's findings were based on a free evaluation of evidence rather than a diagnostic error in reading documents.
Legislator headnote
AI generatedArticles 7, 8, 9, 10, 11, 14, 18 of the Code of Civil Procedure; Article 559(14) and (20) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appellate review does not control the free evaluation of facts or the lower court's choice of evidence, and distortion of evidence requires a diagnostic error in reading the document, not merely a disagreement with the factual assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1151 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1151/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου -Μπρίλλη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Χατζημιχάλη.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Ψ1, 2. Ψ2 και 3. Ψ3. Η μεν πρώτη Ψ1 παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Παπαδέλλη οι δε 2η και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-1-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 67/2008 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-5-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 23-2-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 7, 8, 9, 10, 11, 14 και 18 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η καθ' ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης καθορίζεται από την αξία του αντικειμένου της διαφοράς κατά το χρόνο της ασκήσεως της αγωγής. Ο καθορισμός γίνεται από το Δικαστήριο με ελεύθερη κρίση για τη διαμόρφωση της οποίας λαμβάνεται υπόψη το αίτημα της αγωγής.
Έτσι, ναι μεν για τον προσδιορισμό της αξίας του αντικειμένου της διαφοράς απαιτείται πλήρης δικανική πεποίθηση, το Δικαστήριο όμως δεν δεσμεύεται από κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας, είναι δε ελεύθερο να διατάξει ή όχι απόδειξη και να επιλέξει τα αποδεικτικά μέσα, με τη δυνατότητα χρησιμοποίησης και άλλων εκτός από αυτά που ο νόμος (άρθρο 339 ΑΚ) ορίζει ή και να αρκεσθεί στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών που τίθενται υπό την κρίση του, βασιζόμενο κατ' αρχή στην αποτίμηση του ενάγοντος και αν αμφισβητηθεί η τελευταία κρίνεται ελευθέρως από το Δικαστήριο, το οποίο δύναται και να στηριχθεί στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς των διαδίκων.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή υπαγωγή, την από τον αριθμό 14 του ως άνω άρθρου και όχι από τον αριθμό 4 που αναφέρεται στο αναιρετήριο πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την ένδικη αγωγή, αφού σ' αυτή δεν αναφέρεται η αξία του αντικειμένου της διαφοράς, ώστε να προσδιοριστεί η καθ' ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου.
Σύμφωνα, όμως, με τα εκτεθέντα ανωτέρω στη νομική σκέψη, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι δεν είναι αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να εκτίθεται η αξία του αντικειμένου της διαφοράς, αφού ο καθορισμός της αρμοδιότητας γίνεται από το δικαστήριο με ελεύθερη κρίση. Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως.
Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορω-μαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43, 7, ν.2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου ή αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου, με την οποία κυρώνονταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξης άλλης διαφορετικής κατάστασης.
Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23.2.1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.
Περαιτέρω, κατά το άρθρ. 28 του ν. 1337/1983 "Επέκταση πολεοδομικών σχεδίων, οικιστική ανάπτυξη κλπ", "Ιδιωτικοί δρόμοι, πλατείες και λοιποί χώροι κοινής χρήσεως που έχουν σχηματισθεί με οποιοδήποτε τρόπο έστω και κατά παράβαση των κειμένων πολεοδομικών διατάξεων και που βρίσκονται μέσα σε εγκεκριμένα σχέδια πόλεων, θεωρούνται ως κοινόχρηστοι χώροι και ανήκουν στον οικείο Δήμο ή Κοινότητα.
Για τους χώρους αυτούς δεν οφείλεται καμία αποζημίωση λόγω ρυμοτομίας. Σε περίπτωση όμως που οι χώροι αυτοί καταργούνται με το σχέδιο πόλεως, προσκυρώνονται κατά τις κείμενες διατάξεις". Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όπως διαφωτίζεται από τις προπαρασκευαστικές εργασίες ψήφισής της, ιδιωτικά ακίνητα αποκτούν την ιδιότητα του κοινοχρήστου χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εφόσον α) προβλέπονται από το εγκεκριμένο σχέδιο πόλεως ως κοινόχρηστοι χώροι και β) η κοινοχρησία είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ιδιοκτήτη (ρητής ή συναγόμενης εμμέσως από τις ενέργειές του) ή προκύπτει από πραγματική κατάσταση που διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, κατ' ανοχή του ιδιοκτήτη.
Έτσι, για την μετάθεση της κυριότητας ακινήτων υπέρ του οικείου Ο.Τ.Α. δεν αρκεί οποιαδήποτε ενέργεια διάθεσης του ακινήτου στην κοινή χρήση, αλλά πρέπει να συντρέχουν οι προαναφερόμενες προϋποθέσεις, η συνδρομή των οποίων ελέγχεται παρεμπιπτόντως από τη Διοίκηση και κρίνεται οριστικώς από τα αρμόδια πολιτικά δικαστήρια.
Συνεπώς, εφόσον συντρέχουν οι άνω προϋποθέσεις του άρθρου 28 του ν. 1337/1983 επέρχεται μετάθεση της κυριότητος υπέρ του οικείου Δήμου ή Κοινότητας, αδιαφόρως αν το ακίνητο είχε τεθεί σε κοινή χρήση πριν ή μετά την έγκριση του ρυμοτομικού σχεδίου, δεδομένου ότι τέτοια διάκριση δεν συνάγεται από την ανωτέρω διάταξη, αλλά αντιθέτως ο δικαιολογητικός λόγος που οδήγησε τον νομοθέτη να εισαγάγει αυτήν την ρύθμιση συντρέχει σε αμφότερες τις περιπτώσεις.
Ούτε, επίσης απαιτείται οι χώροι που τέθηκαν σε κοινοχρησία με την βούληση του ιδιοκτήτη να ταυτίζονται με τους δρόμους και τις πλατείες του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου, το οποίο ενδέχεται κατά περίπτωση να τροποποιηθεί και να προσαρμοσθεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις (ΑΠ 157/2009). Περαιτέρω, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδάφ.
α' ΚΠολΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός του άρθρου 559 αριθ. 1 α' ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.ΑΠ 4/2005).
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όπως είναι οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής ένστασης ή αντένστασης, και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Αντιθέτως η απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης όταν οι ανωτέρω ελλείψεις αφορούν την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ) και ειδικότερα αναφέρονται στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, αρκεί μόνο το πόρισμα να εκτίθεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, με την οποία κρίθηκε ως βάσιμη η ένδικη από 5-1-2004 αναγνωριστική της νομής ακινήτου αγωγή των εναγουσών και ήδη αναιρεσιβλήτων και επικυρώθηκε η εκκληθείσα απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής πραγματικά περιστατικά:
Οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες είναι συννομείς κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου εκάστη ενός ελαιοπεριβόλου, εκτάσεως 5.286,64 τ.μ. ευρισκομένου στη θέση "..." του δημοτικού διαμερίσματος ... του Δήμου ... που συνορεύει βορειοανατολικά εν μέρει με ιδιοκτησία Ξ και ιδιοκτησίες κληρονόμων Ξ και εν μέρει με την επίδικη εδαφική λωρίδα που καταλήγει στην εθνική οδό ... (πλάτους 2,70 με 2,90 μέτρων και μήκους 70 περίπου μέτρων), βορειοδυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία ... (συζύγου του εναγομένου) και εν μέρει με ιδιοκτησία του εναγομένου, νοτιοδυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ζ και νοτιοανατολικά με αγροτικό δρόμο και εν μέρει με ιδιοκτησία Ξ.
Τη συννομή του ανωτέρω αγροτικού ακινήτου απέκτησαν οι ενάγουσες κατά τα ως άνω ποσοστά από κληρονομιά του εξ αδιαθέτου αποβιώσαντος το έτος 1982 πατέρα τους Ζ, την κληρονομιά του οποίου αποδέχθηκαν με την ... πράξη αποδοχής κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου Καλαμάτας Βασιλικής Δημοπούλου - Σαρρή που έχει νομίμως μεταγραφεί.
Η επίδικη εδαφική λωρίδα έχει μήκος 70 περίπου μέτρα, πλάτος κυμαινόμενο από 2,70 έως 2,90 μέτρα και αρχίζει από την Εθνική οδό ... και καταλήγει στο βορειοανατολικό άκρο της ιδιοκτησίας των εναγουσών, αφού διέρχεται ανάμεσα στις ιδιοκτησίες ... προς νότο και διαδόχων Θ προς βορρά, αποτελεί δε δίοδο επικοινωνίας του περίκλειστου μεγαλυτέρου ακινήτου των εναγουσών με την παραπάνω δημόσια οδό ...
και ως τέτοια είχε παραχωρηθεί στον πατέρα τούτων (εναγουσών) από την οικογένεια ... ατύπως προ 50ετίας περίπου. Συγκεκριμένα η εδαφική αυτή λωρίδα χρησιμοποιείτο αποκλειστικά από τον παππού των εναγουσών ..., τον πατέρα αυτών Ζ και στη συνέχεια από τις ίδιες τις ενάγουσες. Διαχωριζόταν δε από τις ιδιοκτησίες των οικογενειών ...
και ... με φράχτη από σιδηροπασσάλους, τοίχο και συρματόπλεγμα, και κατέληγε στην εθνική οδό ..., όπου είχε τοποθετηθεί σιδερένια πόρτα από τον πατέρα των εναγουσών, η οποία ήταν κλειστή και απέκλειε την είσοδο σε ευρύτερο, αόριστο αριθμό προσώπων, όπως εμφαίνεται στις προσκομιζόμενες φωτογραφίες, οι οποίες δεν αμφισβητούνται, και ασφάλιζε με λουκέτο για να μπορεί να την χρησιμοποιεί ο παππούς και ο πατέρας των εναγουσών και την οποία παράνομα αφαίρεσε ο εναγόμενος όπως και την υπάρχουσα κατά μήκος της επίδικης λωρίδος προστατευτική περίφραξη, για να πραγματοποιήσει οικοδομικές εργασίες.
Το γεγονός ότι ο δρόμος αυτός ήταν ιδιωτικός και όχι κοινοτικός, προκύπτει κυρίως από την από 10-7-2003 βεβαίωση του Προέδρου του Τ. Σ. του Δ.Δ. ..., στην οποία αναγράφεται ότι "ο δρόμος αυτός, κλειστός από πολλά έτη με σιδηρόπορτα και λουκέτο, δεν συνδέεται με άλλον δρόμο ή παράδρομο, είναι κάθετος στην εθνική οδό σε βάθος αρκετών μέτρων από τον άξονα της και καταλήγει τυφλά στις ιδιοκτησίες των αδελφών ...", από το με αριθμό ...
συμβόλαιο γονικής παροχής της ... ενώπιον της συμβολαογράφου Καλα-μάτας Ε. Χαρίτση-Τσαπραλή, στο οποίο χαρακτηρίζεται η επίδικη λωρίδα ως "ιδιωτικός δρόμος στο βορεινό όριο και εκείθεν με ιδιοκτησία ...", καθώς και από τα πέντε αποσπάσματα του προσωρινού κτηματολογικού διαγράμματος του Δ.Δ. ... του Εθνικού Κτηματολογίου, στα οποία εμφαίνεται η επίδικη λωρίδα να καταλήγει στην ιδιοκτησία των εναγουσών και να αποτελεί ενιαίο τμήμα αυτής.
Επομένως η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν έχει τον χαρακτήρα κοινόχρηστου πράγματος, διότι από τα χαρακτηριστικά της (μικρό μήκος, κατάληξη στο ευρύτερο ακίνητο των εναγουσών) είναι προορισμένη να εξυπηρετεί συγκεκριμένο και περιορισμένο αριθμό ατόμων και δεν χρησιμοποιείται από ευρύτερο, αόριστο αριθμό ατόμων.
Εξάλλου, συνεχίζει το Εφετείο, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων απέκτησε την κυριότητα στο ακίνητό του που προήλθε από κατάτμηση ευρύτερου ακινήτου του πενθερού του, Θ και ήταν ενιαίο από το έτος 1958, με το ... συμβόλαιο δωρεάς της συμ-βολαιογράφου Μεθώνης Ελένης Χριστοπούλου - Δικαίου. Περί τα τέλη του έτους 2003 ο εναγόμενος, προκειμένου να χρησιμοποιήσει την επίδικη λωρίδα και οι προστηθέντες απ' αυτόν εργάτες οικοδομής να εισέλθουν στο παρακείμενο ακίνητό του, αφαίρεσε την σιδερένια θύρα και έστρωσε τον δρόμο με χαλίκι, διαταράσσοντας με αυτό τον τρόπο τη συννομή των εναγουσών.
Ο ισχυρισμός επί πλέον του εναγομένου ότι η πόρτα και η περίφραξη στο επίδικο τοποθετήθηκαν από τον ίδιο κρίνεται αβάσιμος. Αυτά δε, ανεξάρτητα του γεγονότος ότι το δικό τους ακίνητο έχει πρόσβαση στην ως άνω Εθνική οδό ... και δεν είχαν λόγο να χρησιμοποιούν την επίδικη λωρίδα ούτε να τοποθετήσουν σ' αυτήν πόρτα.
Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, τα προβαλλόμενα από τον εναγόμενο - εκκαλούντα περί ανυπαρξίας δικαιώματος κυριότητας επί του επιδίκου, από μέρους των εναγουσών, δεν ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της παρούσας περί νομής δίκης, διότι αντικείμενο αυτής είναι η αναγνώριση του δικαιώματος συννομής (και όχι συγκυριότητας) των εναγουσών επί του επιδίκου κατά τον τελευταίο χρόνο πριν την διατάραξη.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο, έκρινε ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα δεν απέκτησε ποτέ το χαρακτήρα κοινόχρηστου πράγματος, αλλά πάντοτε βρισκόταν στη νομή και κατοχή των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορωμαϊκού δικαίου ν.3 Πανδ. 43, 7, ν.2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3, των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ και του άρθρου 28 του ν. 1337/1983, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διέλαβε δε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την κτήση της νομής της επίδικης εδαφικής λωρίδας από τις αναιρεσίβλητες, καθώς και περί του ότι η λωρίδα αυτή δεν είναι κοινόχρηστο πράγμα.
Επομένως, οι συναφείς τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και τρίτος λόγος της κύριας αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος λόγος από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Επειδή, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αριθ. 13 του ΚΠολΔ, προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης την αιτίαση ότι <<δεν προκύπτει σε ποίους μάρτυρες αποδείξεως και ανταποδείξεως και σε ποία έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι στήριξε το βάρος των αποδείξεων, ώστε να απορρίψει την έφεσή του και τους πρόσθετους λόγους έφεσης>>, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αιτίαση αυτή ανάγεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκο-μίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθμό 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο τα ακόλουθα έγγραφα, τα οποία προσκόμισε ο αναιρεσείων με επίκληση με τις προτάσεις του της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ουσιώδους ισχυρισμού, ότι η επίδικη εδαφική λωρίδα ήταν κοινόχρηστος κοινοτικός δρόμος και ότι οι ενάγουσες-αναιρεσίβλητες δεν είχαν τη συννομή της λωρίδας αυτής, ήτοι: 1) την 886/1986 δήλωση αποδοχής κληρονομίας της συμβολαιογράφου Βασιλικής Σαρρή, 2) την 448/1961 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του τότε συμβολαιογράφου Θουρίας Κωνσταντίνου Νικολουλέα, 3) το ...
πωλητήριο συμβόλαιο ακινήτου του τότε συμβο-λαιογράφου Θουρίας Αθανασίου Κυριαζή, 4) την ... οικοδομική άδεια της ..., 5) το ΚΑΕΚ ... που απεικονίζει την ιδιοκτησία των εναγουσών, 6) το ... έγγραφο της Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης του Υπουργείου Εσωτερικών, 7) το ... δωρητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Μεθώνης Ελένης Χριστοπούλου-Δικαίου, 8) το ...
συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Θουρίας Ηλία Τζανετέα, 9) τα ΚΑΕΚ ... και ..., 10) την από 23-9-1999 δήλωση των εναγουσών προς το Εθνικό Κτηματολόγιο, 11) την απάντηση με αριθμό ... του Εθνικού Κτηματολογίου, 12) τις 19451, 19452 και 19453/9-2-2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Δημητρίου Σκουλίκα και 13) την 18/4-7-2003 βεβαίωση του Προέδρου του Τ.Σ.
του Δ.Δ. .... Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη << τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα>> και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη, για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα, ενώ έκανε ειδική μνεία ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες βεβαιώσεις, το ...
συμβόλαιο γονικής παροχής, το ... συμβόλαιο δωρεάς και την από 10-7-2003 βεβαίωση του Προέδρου του Τ.Σ. του Δ.Δ. .... Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος.
Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το δικαστήριο έχει απλώς συνεκτιμήσει το εν λόγω έγγραφο μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το τελευταίο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο και τελευταίο εξεταζόμενο πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των προσκομισθέντων πέντε αποσπασμάτων του προσωρινού κτηματολογικού διαγράμ-ματος του Δ.Δ. ... του Εθνικού Κτηματολογίου, <<αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα του ποιος τοποθέτησε την πόρτα και την περίφραξη στο επίδικο>>.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η παραδοχή του Εφετείου, ότι ο ισχυρισμός του εναγομένου περί του ότι η πόρτα και η περίφραξη στο επίδικο τοποθετήθηκαν από τον ίδιο είναι αβάσιμος, αφού το ακίνητό του έχει πρόσβαση στην εθνική οδό ... και δεν είχε λόγο αυτός να χρησιμοποιεί την επίδικη λωρίδα, ούτε να τοποθετήσει σ' αυτή πόρτα, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, κατά την ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά σε σφάλμα ως προς την εκτίμηση και αξιολόγηση του περιεχομένου των εγγράφων αυτών η οποία συνυπόκεται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-5-2008 αίτηση και τους από 27-1-2010 πρόσθετους λόγους του Χ για αναίρεση της 67/2008 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2010.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ