1151/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1151/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ.9 και 16 παρ.3 του ν.1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Full text
Απόφαση 1151 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1151/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής (Ν.Π.Δ.Δ.), νομίμως εκπροσωπουμένου το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-12-1999 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2335/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 7736/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 28-6-2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O εισηγητής Αρεοπαγίτης, Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 6-3-2009 έκθεση του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της ένδικης αιτήσεως, κατά τα στο σκεπτικό εκτιθέμενα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι από τελεσίδικη απόφαση παράγεται δεδικασμένο και όταν το αντικείμενο της νέας δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη, τούτο δε συμβαίνει όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια δικαιολογητική σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει αν κατά τον κρίσιμο για την μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος που διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού δεν υπάρχει τότε η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας. Ειδικότερα στην περίπτωση διαρκούς ενοχικής σχέσεως από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως είναι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, ΣΣΕ ή Δ.Α, το δεδικασμένο των αποφάσεων που κρίνουν επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού, ως έννομες συνέπειες της εν λόγω διαρκούς έννομης σχέσεως, τελούν υπό την προϋπόθεση ότι το νομοθετικό καθεστώς που ισχύει κατά τον κρίσιμο χρόνο, θα παραμείνει αναλλοίωτο και στο μέλλον.
Συνεπώς η τελεσίδικη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι η συνιστώσα προδικαστικό ζήτημα για τις επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διέπεται από πλέγμα υφιστάμενων τότε διατάξεων και θα διέπεται και στο μέλλον από παρόμοιες μελλοντικές διατάξεις δεν αποτελεί δεδικασμένο για την εκτός του κριθέντος χρονικού διαστήματος και στο μέλλον αναγόμενη χρονική περίοδο, αν κατά την περίοδο αυτή δεν παρέμεινε αναλλοίωτο το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς, δηλαδή αν οι ζητούμενες με νεότερη αγωγή επί μέρους αξιώσεις του μισθωτού που γεννήθηκαν σε μεταγενέστερο του ήδη κριθέντος χρονικό διάστημα, στηρίζονται σε νέες νομοθετικές διατάξεις, διάφορες εκείνων που ίσχυαν κατά την πρώτη δίκη.
Τέτοιες νέες νομοθετικές διατάξεις είναι, κατά το κανονιστικό τους μέρος, και οι όροι των ΣΣΕ ή ΔΑ, οι οποίοι προσδιορίζουν, ενόψει της ισχύος τους για συγκεκριμένη χρονική περίοδο (άρθρ.9 και 16 παρ.3 του ν.1876/1990), όχι μόνο την έκταση, αλλά και τη φύση των βασικών αποδοχών και των επιδομάτων του μισθωτού για την περίοδο εκείνη.
Επομένως από της ισχύος κάθε νέας ΣΣΕ ή ΔΑ, εφόσον με αυτές μεταβάλλεται, κατά την ανωτέρω έννοια, το νομοθετικό καθεστώς, που διέπει τις αμοιβές των εργαζομένων, οι αποφάσεις που έκριναν τελεσιδίκως αξιώσεις των εργαζομένων ορισμένου χρονικού διαστήματος, ρυθμιζόμενες από τις ισχύουσες τότε ΣΣΕ ή ΔΑ, δεν αποτελούν δεδικασμένο και για τις αξιώσεις αυτών μεταγενέστερου χρονικού διαστήματος που στηρίζονται στις ισχύουσες κατά το διάστημα αυτό νεότερες ΣΣΕ ή ΔΑ (Ολ.ΑΠ 10/2002).
Περαιτέρω με την 42/1981 απόφαση του ΔΔΔΔ Πειραιώς, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 18749/1981 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, ρυθμίστηκαν οι όροι αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων, νοσοκομείων κ.λ.π. του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ και με τον όρο 32 αυτής καθορίστηκαν τα κατώτατα όρια των βασικών ημερομισθίων και των βασικών μηνιαίων μισθών των ηλεκτροτεχνιτών, που εργάζονται στα εν λόγω νοσηλευτικά ιδρύματα κ.λ.π., ενώ με τον όρο 12 της όμοιας 74/1982 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών προβλέπεται ότι το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου του πιο πάνω προσωπικού των νοσηλευτικών ιδρυμάτων δεν μπορεί να είναι μικρότερο από το κατώτατο όριο βασικού μηνιαίου μισθού ή ημερομισθίου της εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας ( αριθ. 1/1982 απόφαση του ΔΔΔΔ ΑΘηνών).
Το νομικό καθεστώς των ανωτέρω Δ.Α. μετέβαλε η από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε. της ΠΟΕΔΗΝ που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Α.Υ.Ε. 17853/1989 και ίσχυσε από 1-7-1988. Με αυτή επεκτάθηκαν οι διατάξεις του Ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το Ν.1810/1988, για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και στους εργαζόμενους, πλην ιατρών, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία, νοσηλευτήρια κ.λ.π.
Σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 10/2002 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, η διάταξη του άρθρου 9 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε. που ορίζει ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές από αυτές που καθορίζονται με τη συλλογική αυτή σύμβαση διατηρούνται, δεν εισάγει εξαίρεση από την εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 1505/1984, αλλά έχει την έννοια της διατηρήσεως του ποσού των καταβαλλόμενων μέχρι της μεταβολής του νομικού καθεστώτος ανώτερων αποδοχών και όχι του προϊσχύοντος νομικού καθεστώτος, ενώ στις υπ' αριθμ. 26/2006, 1/2007, 26/2007 αποφάσεις, επίσης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και Α.Π.11/2008 αναφέρεται ότι " με το άρθρο 9 της ως άνω Ε.Σ.Σ.Ε ορίσθηκε ότι τυχόν καταβαλλόμενες ανώτερες αποδοχές, διατηρούνται", χωρίς να δίδεται, περαιτέρω, η ως άνω επεξήγηση, σχετικά με την έννοια της διατάξεως αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την αγωγή, η οποία κρίνεται, ο ενάγων, επικαλούμενος σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, αορίστου χρόνου, μεταξύ αυτού και του εναγομένου Ν.Π.Δ.Δ. (Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αθηνών), στο οποίο παρείχε την εργασία του, ως ηλεκτροτεχνίτης, ζητεί να του επιδικασθεί ως διαφορά αποδοχών, για το χρονικό διάστημα από 1-5-1997 μέχρι 30-11-1999, το ποσό των 14.814.630 δραχμών, που προκύπτει μεταξύ των καταβληθεισών σ' αυτόν, για το διάστημα αποδοχών και των, σύμφωνα με το νόμο, καταβλητέων, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2335/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε δεκτή, στο σύνολό της. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκε έφεση από το εναγομένο, η οποία έγινε δεκτή, με την προσβαλλόμενη απόφαση και απορρίφθηκε η αγωγή, "ως αβάσιμη". Ειδικότερα, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά, μεταξύ άλλων, τα εξής: "...Την κρίση του, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο στήριξε στο δεδικασμένο, που έκρινε ότι απορρέει από τη σχετική με τις απαιτήσεις του ενάγοντος υπ' αριθμ. 1575/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκαν διαφορές αποδοχών του εργαζομένου αυτού, για προηγούμενο χρονικό διάστημα εργασίας του στο εκκαλούν Νοσοκομείο, δεχόμενο ότι το απορρέον από την απόφαση αυτή δεδικασμένο δεσμεύει το πρωτόδικο δικαστήριο, καθόσον οι διαφορές των αποδοχών του αφορούν μετέπειτα του προηγουμένου χρονικό διάστημα, κατά το οποίο (επόμενο χρονικό διάστημα) δεν επήλθε μεταβολή ούτε του νομικού καθεστώτος, που διέπει την έννομη σχέση της εργασιακής αυτού σύμβασης ούτε των πραγματικών περιστατικών εφαρμογής της.
Όμως, μετά την έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1452/2002 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία, κρίνοντας επί των παραδοχών της Εφ.Αθ. 1575/2000, σχετικά με το απορρέον δεδικασμένο, για προηγούμενα χρονικά διαστήματα εργασίας του ίδιου εργαζομένου, ανήρεσε την απόφαση αυτή του παρόντος δικαστηρίου, κρίνοντας ότι, για τις άλλες αποδοχές (επιδόματα κ.λ.π.) του εργαζομένου δεν υπάρχει δεδικασμένο, όπως λανθασμένα είχε δεχθεί η εφετειακή απόφαση, για το χρονικό διάστημα από 1-1-1996 έως 30-4-1997, καθόσον η από 2-4-1996 ΕΓΣΣΕ μετέβαλε το νομικό καθεστώς, που ίσχυε για τις αποδοχές του, ενώ για το ύψος του βασικού μισθού του, έτους 1995, ενώ για το ύψος του βασικού μισθού του, αντίθετα από ό,τι έκρινε η εφετειακή αυτή απόφαση, κρίθηκε ότι υφίσταται δεδικασμένο, καθόσον αυτό απέρρεε από το δεδικασμένο των προηγούμενων αποφάσεων, οι οποίες, για τα χρονικά διαστήματα, νωρίτερα του έτους 1995, για τα οποία είχε ζητήσει διαφορές αποδοχών ο εν λόγω εργαζόμενος, είχαν υπολογίσει τα επιδόματα κ.λ.π., επί βασικού μισθού 54.029 δραχ., με συνέπεια το ύψος του βασικού αυτού μισθού, να είναι δεσμευτικό, για το δικαστήριο του α' και β' βαθμού και, επομένως, για τη β' περίπτωση της διαφοράς αποδοχών επί του βασικού μισθού, όφειλε το κατ' έφεση δικαστήριο, να δεχθεί δεδικασμένο".
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε ότι, "σύμφωνα με τα ανωτέρω, εφόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφενός μεν ως δεσμευόμενο από δεδικασμένο, που δήθεν απέρρεε από την υπ' αριθμ. 1575/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς τις άλλες αποδοχές (επιδόματα κ.λπ.) του εργαζομένου και αφετέρου επιδίκασε, ως μη δεσμευόμενο από το δεδικασμένο, διαφορές του μισθού του, απόφαση που αναιρέθηκε, καθόσον ως προς τις άλλες αποδοχές εκδόθηκε, εν τω μεταξύ η από 2-4-1996 ΕΓΣΣΕ, που μετέβαλε το νομικό καθεστώς γι' αυτές, ενώ για τις διαφορές μισθού ίσχυε το δεδικασμένο των προηγούμενων αποφάσεων, έπεται ότι η εκκαλούμενη στηρίχθηκε σε εσφαλμένες νομικές προϋποθέσεις, που δεν ίσχυαν, κατά τα ανωτέρω, όταν εξέδιδε την απόφασή του.
Έτσι η ένδικη διαφορά, που αφορά το χρονικό διάστημα από 1-6-1997 έως 30-11-1999, κατά το οποίο εκδόθηκε η επομένη, από 18-5-1998 ΕΓΣΣΕ, που επίσης δημιούργησε νέο νομικό καθεστώς, για την περίπτωση του εργαζομένου αυτού, ώστε να προκύπτει ότι δεν υφίσταται δεδικασμένο από προηγούμενες, τελεσίδικες αποφάσεις για τις άλλες αποδοχές, ενώ υφίσταται δεδικασμένο, για το ύψος του μισθού του, σύμφωνα με την αμετάκλητη υπ' αριθμ. 1452/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, έπρεπε να απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως αβάσιμη".
Στη συνέχεια, το Εφετείο, με βάση τις πιο πάνω σκέψεις του, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την ένδικη αγωγή, "ως αβάσιμη". Έτσι, όπως έκρινε το Εφετείο, ορθά τις ως άνω διατάξεις περί δεδικασμένου, καθώς και τις διατάξεις της από 22-12-1988 Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας της ΠΟ.Ε.ΔΗΝ "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια Νοσοκομεία, που είναι μέλη της ΠΟΕΔΗΝ" σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 1505/1984 και Ν. 1810/1988 εφήρμοσε και, συνεπώς, απορριπτέοι, ως αβάσιμοι, κρίνονται οι εκ του άρθρου 559 περ. 1, 8, 14 και 16 Κ.Πολ.
Δικ., περί του αντιθέτου σχετικοί λόγοι της ένδικης αιτήσεως. Ανεξάρτητα, όμως, από αυτά, η ένδικη αγωγή, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προκύπτει, δεν στηρίζεται στην επίκληση δεδικασμένου, αλλά στον ισχυρισμό ότι δεν έχει επέλθει αλλαγή στο νομικό καθεστώς, που διέπει τις οικονομικές σχέσεις του ενάγοντα με το εναγόμενο, δηλαδή στις προγενέστερες του Ν. 1505|1984 και της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ διατάξεις, ο δε περί υπάρξεως δεδικασμένου ισχυρισμός προβλήθηκε μεταγενέστερα, με τις προτάσεις του ενάγοντα, γεγονός που συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της βάσης της αγωγής, καθόσον δεν είναι δυνατόν, τα ελλείποντα στοιχεία, για τη νομική θεμελίωση του αξιουμένου δικαιώματος, να συμπληρωθούν με τις προτάσεις του ενάγοντα, είτε στην πρωτόδικη είτε στην έκκλητη δίκη, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 224 παρ. 1 και 527 αρ. 1 Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π.2565/2006, 1852/2006, 1642/2006, 1421/2006).
Συνεπώς, οποιοσδήποτε λόγος, στηριζόμενος στην ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου, σε σχέση με τις αγωγικές αξιώσεις, αλυσιτελώς προβάλλεται.
Επειδή, για την άσκηση του ενδίκου μέσου της αναιρέσεως (καθώς και οποιουδήποτε ενδίκου μέσου) βασική προϋπόθεση αποτελεί η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του διαδίκου, που νομιμοποιείται, για να ασκήσει την αναίρεση και το οποίο εκφράζεται με την δυνατότητα ουσιαστικής ευδοκίμησης αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το παραδεκτά επισκοπούμενο δικόγραφο της αγωγής του, ο ενάγων, αφού εκθέτει ότι, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προσελήφθη από το εναγόμενο δημόσιο Νοσοκομείο το έτος 1983, για να εργασθεί ως ηλεκτροτεχνίτης και με αποδοχές, σύμφωνα με τις εκάστοτε οριζόμενες από τις ΣΣΕ και ΔΑ, η οποία (σύμβαση) από 24-9-1987 μετετράπη σε αορίστου χρόνου, ζητεί, στη συνέχεια, να του επιδικασθούν μισθολογικές διαφορές, για το χρονικό διάστημα από 1-5-1997 μέχρι 30-11-1999, οι οποίες, κατ' αυτόν οφείλονται, εκ του λόγου ότι, όπως υποστηρίζει, στην περίπτωσή του δεν ισχύουν οι διατάξεις της από 28-12-1988 Ειδικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας και του Ν. 1505/1984, αλλά οι προγενέστερες, με βάση τις οποίες εμισθοδοτείτο, σύμφωνα με την υπ' αριθμ.74/1972 απόφαση του ΔΔΔΑ.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή, απέρριψε αυτήν, "ως αβάσιμη", καθόσον "η εκκαλούμενη απόφαση στηρίχθηκε σε εσφαλμένες νομικές προϋποθέσεις, που δεν ίσχυαν, όταν εξέδιδε την απόφασή του και ειδικότερα ότι υπήρχε δεδικασμένο, για τις άλλες αποδοχές, πλην του βασικού μισθού, ενώ δεν συνέτρεχε δεδικασμένο, για τον βασικό μισθό".
Με την απόφασή του αυτή, το Εφετείο, ορθά κατ' αποτέλεσμα έκρινε, αφού και με βάση τις ανωτέρω νομικές σκέψεις, οι αποδοχές του αναιρεσείοντος, κατά την επίδικη χρονική περίοδο (τουλάχιστον) διέπονταν από τις διατάξεις του Ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα, η εφαρμογή του οποίου επεκτάθηκε, βάσει της προαναφερθείσας από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, σε όλους τους εργαζομένους (πλην ιατρών) στα Νοσοκομεία του Ν.
Δ. 2952/1953 (δημόσια Νοσοκομεία) και όχι από το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς (Ολ. Α.Π. 10/2002, Α.Π. 2087/2007). Δεν επικαλείται, άλλωστε, ο ενάγων ότι δεν αποτελεί μέλος της ΠΟΕΔΗΝ ούτε την ύπαρξη ειδικής συμβατικής παραπομπής στο προηγούμενο αυτό νομικό καθεστώς ( Α.Π. 2087/2007, 807/2007) ούτε, τέλος, ότι οι καταβληθείσες σ' αυτόν αποδοχές, για το επίδικο χρονικό διάστημα, υστερούν έναντι των αποδοχών, που προβλέπονται από τις διατάξεις του Ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε μεταγενέστερα και της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, σε συνδυασμό με τις μεταγενέστερες ΣΣΕ αποφάσεις και, συνεπώς, η αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενο, είναι μη νόμιμη και απορριπτέα.
Επομένως και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό, ότι το Εφετείο δεν απάντησε ευθέως στο αγωγικό αίτημα, για εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του προγενέστερου της από 22-12-1988 ΕΣΣΕ δικαίου και πάλι η ένδικη αίτηση, κατά τον σχετικό, εκ του άρθρου δε 559 περ. 8 λόγο της, είναι απορριπτέα, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος, κατά τα άνω, αφού η αγωγή, με το ως άνω περιεχόμενό της, είναι απορριπτέα, ως μη νόμιμη.
Επίσης, η αίτηση, κατά το λόγο που στηρίζεται στο άρθρο 559 περ. 1 Κ.Πολ.Δικ., είναι απορριπτέα, ως αβάσιμη, αφού, σύμφωνα με τα ανωτέρω, στην κρινόμενη περίπτωση, είναι εφαρμοστέες, οι διατάξεις του Ν. 1505|1984, σε συνδ. με την την από 22-12-1988 ΕΣΣΕ, όπως ορθά έκρινε το Εφετείο και όχι αυτές του προγενέστερου δικαίου.
Επειδή, μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να κατάδικασθεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτο, κατά το διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την ένδικη αίτηση του ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 7736/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, εκ χιλίων διακοσίων (1200) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Απριλίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Μαΐου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ