Legislator Case Law & Legislation
1150/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor dispute judgment, upholding lower court's factual assessment of sworn statements.

Case Number 1150/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Athens Court of First Instance's judgment in a labor dispute. The court found that the lower court correctly evaluated the evidence, including sworn statements and witness testimonies, despite the appellant's claims of overlooked documents. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Legislator headnote

AI generated

Articles 561(1), 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may reject an appeal when the lower court's assessment of evidence, including sworn statements and witness testimonies, is free from contradictions and lacks sufficient grounds for the appellate court to overturn the factual findings.

Keywords

AI generated
appeal admissibility assessment of evidence sworn statements labor dispute legal costs factual findings Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 260(4) of the Code of Civil Procedure
Article 395 of the Code of Civil Procedure
Article 591(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 421 and 422 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1150 / 2025 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1150/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πουλάκη και Μαλαματένια Κουράκου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Α. Α., για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης συγκοινωνιακής εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "Ο.ΣΥ. Α.Ε.", η οποία προήλθε από την συγχώνευση με απορρόφηση της εταιρείας με την επωνυμία "ΗΛΕΚΤΡΟΚΙΝΗΤΑ ΛΕΩΦΟΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΑΘΗΝΩΝ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Η.Λ.Π.Α.Π. Α.Ε." από την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΘΕΡΜΙΚΩΝ ΛΕΩΦΟΡΕΙΩΝ Ε.ΘΕ.Λ. Α.Ε.", βάσει του Ν. 3920/2011, που εδρεύει στον Άγιο Ιωάννη Ρέντη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Μπούρλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Χ. Ρ. του Κ., κατοίκου ..., και 2. Α. Π. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Βερβεσό, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-7-2019 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 119/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 4685/2022 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 16-12-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 18-10-2023 πράξη του Προέδρου του Β2 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο η από 16-12-2022 και με αριθμό κατάθεσης 10216/1170/20-12-2022 αίτηση αναίρεσης, της οποίας η συζήτηση κατά την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 17-10-2023 ματαιώθηκε λόγω της διενέργειας των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8-10-2023 και των επαναληπτικών εκλογών της 15-10-2023 (άρθρο 260 παρ. 4 ΚΠολΔ).

Με την από 16-12-2022 και με αριθμό κατάθεσης 10216/1170/20-12-2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αρ. 4685/15-9-2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά τη διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 7-5-2021 με αρ. κατάθ. 30139/2374/10-5-2021 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθμό 119/29-1-2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 15-7-2019 με αρ, κατάθ. 62588/1568/16-7-2019 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα-πρώτο αναιρεσίβλητο το χρηματικό ποσό των 24.324 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα-δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 28.224 ευρώ με το νόμιμο τόκο για μισθούς υπερημερίας του αναφερομένου χρονικού διαστήματος, λόγω ακυρότητας της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους από την εναγομένη-αναιρεσείουσα.

Με την προσβαλλομένη απόφαση η έφεση της εναγομένης έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσία. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, επίδοση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 και 144 ΚΠολΔ) γι' αυτό και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 εδ. α' του ν. 3198/1955 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997), η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, που πραγματοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού και των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 669 παρ. 2 ΑΚ, θεωρείται έγκυρη, εφ' όσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα για το ΙΚΑ μισθολόγια ή αυτός έχει ασφαλισθεί.

Η διάταξη αυτή καθιερώνει τον έγγραφο τύπο ως συστατικό (ΑΚ 159 παρ. 1) της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης αορίστου χρόνου από τον εργοδότη, χωρίς όμως να απαιτείται η περιεχομένη στο έγγραφο δήλωση του εργοδότη να έχει τυποποιημένο περιεχόμενο, αρκεί να προκύπτει από αυτήν η σαφής βούληση αυτού να επιφέρει τη λύση της σύμβασης (ΑΠ 884/2017, ΑΠ 694/2015).

Ακόμη, όμως, και αν τηρηθεί ο έγγραφος τύπος, η καταγγελία, ως μονομερής δήλωση του εργοδότη που απευθύνεται στον εργαζόμενο και άγει στη λύση της σύμβασης εργασίας, επάγει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα μόνο μετά την περιέλευσή της στο πρόσωπο στο οποίο απευθύνεται (ΑΚ 167), αναπτύσσει δηλαδή την άμεση, διαπλαστική της ενέργεια από τότε που ο εργαζόμενος στον οποίο απευθύνεται δύναται να λάβει γνώση αυτής, δηλαδή να συνειδητοποιήσει τη βούληση του εργοδότη για λύση της σύμβασης (ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 2234/2013).

Και εφ' όσον πρόκειται για τυπική δήλωση, για την περιέλευση απαιτείται και αρκεί η εγχείριση του εγγράφου που την περιέχει, στο πρόσωπο στο οποίο αφορά. (ΑΠ 982/2017, ΑΠ 694/2015). Η πραγματική γνώση του περιεχομένου του εγγράφου είναι νομικώς αδιάφορη (ΑΠ 982/2017). Ως εκ τούτου, ο εργοδότης που επικαλείται το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας φέρει το βάρος της απόδειξης, όχι μόνο της τήρησης του έγγραφου τύπου, αλλά και της παράδοσης του εγγράφου που συνέταξε στα χέρια του εργαζόμενου (ή της νομότυπης επίδοσής του, όταν η φυσική εγχείριση δεν είναι εφικτή).

Οπότε, η τυχόν αμφιβολία ως προς την εγχείριση του εγγράφου θα πλήξει αυτόν τον ίδιο και δεν μπορεί να αρθεί από την εξ άλλων αποδεικτικών στοιχείων συναγωγή του συμπεράσματος ότι, ακόμη και αν δεν εγχειρίσθηκε το έγγραφο της καταγγελίας στον εργαζόμενο, αυτός έλαβε γνώση του περιεχομένου του με άλλο τρόπο (ΑΠ 982/2017).

Πάντως, εφόσον τηρείται ο έγγραφος τύπος, δεν απαιτείται το έγγραφο της καταγγελίας να επιδοθεί στον μισθωτό προς τον οποίο απευθύνεται με δικαστικό επιμελητή, αλλά αρκεί να εγχειριστεί σ' αυτόν, ώστε να μπορεί να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Η απόδειξη δε της εγχείρισης μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο, ήτοι με έγγραφη απόδειξη παραλαβής, ομολογία ή μάρτυρες, οι οποίοι βεβαιώνουν την παράδοση του εγγράφου στον υπό απόλυση μισθωτό (ΑΠ 1305/2008, ΑΠ 876/2004, σχετ.

ΑΠ 366/2021). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.

ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020).

Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ολΑΠ 3/2020, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 15-7-2019 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 62588/1568/2019 αγωγή τους, με την οποία είχαν εκθέσει ότι είναι υπάλληλοι της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΔΙΚΕΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και με το διακριτικό τίτλο "ΟΣΥ ΑΕ", προσληφθέντες στις 12-2-1982 ο πρώτος και την 1-10-1983 ο δεύτερος αντιστοίχως και συνδεόμενοι με την τελευταία με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Ότι, επιπλέον, ο δεύτερος των εναγόντων ήταν εκλεγμένο μέλος της διοίκησης του σωματείου με την επωνυμία "Σωματείο Υπαλλήλων Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών Πειραιώς" (ΟΑΣΑ) με επτά (7) μέλη στη Διοίκηση, με τριετή θητεία, από τις 19-1-2016, οπότε εκλέχθηκε, έως τις 19-1-2019. Ότι το εν λόγω σωματείο αριθμούσε πάνω από 200 μέλη και ότι ως εκλεγμένο μέλος της Διοίκησης ο εν λόγω διάδικος είχε έναντι της απόλυσης την προβλεπόμενη κατά το ν. 1264/1982 προστασία, καθώς για την πραγματοποίησή της έπρεπε προηγουμένως να ζητηθεί η άδεια της επιτροπής του άρθρου 15 του ως άνω νόμου.

Ότι οι ενάγοντες γνωστοποίησαν στην εναγόμενη την συνταξιοδότησή τους από τους ασφαλιστικούς τους φορείς, από τις 31-1-2016 ο πρώτος και από την 6-5-2016 ο δεύτερος αυτών, οι δε συντάξεις τους περικόπηκαν σύμφωνα με τα κατά νόμο προβλεπόμενα, επειδή αυτοί εξακολούθησαν να εργάζονται. Ότι, ακολούθως, με την από 12-4-2019 και με αριθμό 19937 απόφαση του Διευθύνοντα Συμβούλου της εναγόμενης εταιρείας αποφασίστηκε η απομάκρυνσή τους από την υπηρεσία της από 15-4-2019 διότι οι ενάγοντες συμπλήρωσαν τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης, σύμφωνα με το άρθρο 38 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της πρώτης, η οποία, με βάση το αμέσως προηγούμενο έγγραφο προέβη έκτοτε (από 15-4-2019) στην καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους και έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους.

Ότι η γενόμενη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, όμως, είναι άκυρη διότι πραγματοποιήθηκε κατά παράβαση α) των διατάξεων του ν. 1264/1982, καθώς, παρά το γεγονός ότι, πριν την πραγματοποίησή της, η εναγόμενη εταιρεία γνώριζε ότι ο δεύτερος ενάγων ήταν προστατευόμενο μέλος της διοίκησης του προαναφερόμενου επαγγελματικού σωματείου επί ένα έτος μετά την λήξη της θητείας του, στις 19-1-2019, και για το λόγο αυτό όφειλε προηγουμένως να προσφύγει στην Επιτροπή του άρθρου 15 του ν. 1264/1982, προκειμένου να λάβει σχετική άδεια και να καταγγείλει στη συνέχεια τη σύμβαση εργασίας του συγκεκριμένου διαδίκου, εντούτοις δεν το έπραξε καθώς και β) των διατάξεων της κοινοτικής οδηγίας 2000/78/ΕΚ και των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1 και 11 του ν. 3304/2005, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 22 παρ. 1 και 2 ν.4443/2016 (ΦΕΚ Α 232/2016), για την απαγόρευση των διακρίσεων λόγω ηλικίας, με μόνο κριτήριο, δηλαδή, ότι οι ενάγοντες πληρούσαν τις προϋποθέσεις πλήρους συνταξιοδότησης, παρά την διατήρηση (στην υπηρεσία της) μεγαλύτερων σε σχέση με αυτούς (ενάγοντες) υπαλλήλων, σύμφωνα με τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο οικείο δικόγραφο.

Ότι λόγω της ακυρότητάς τους, οι πραγματοποιηθείσες κατά τα ανωτέρω καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων δεν επάγονται έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα η εναγόμενη εταιρεία να έχει καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών τους και να οφείλει ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από τις 16-4-2019 έως τις 16-4-2020, που οι εν λόγω διάδικοι θεωρούσαν ως πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής τους, στον μεν πρώτο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 24.324 ευρώ στο δε δεύτερο αυτών το συνολικό ποσό των 28.224 ευρώ.

Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά και με την επίκληση ότι οι γενόμενες καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας τους πάσχουν ακυρότητα για τον επιπρόσθετο λόγο ότι δεν τηρήθηκε η προσαπαιτούμενη για το κύρος τους προϋπόθεση του έγγραφου τύπου, καθώς δεν τους επιδόθηκε σχετικό έγγραφο, όπως οι εν λόγω διάδικοι παραδεκτώς συμπλήρωσαν με τις προτάσεις που κατέθεσαν στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, οι ενάγοντες ζήτησαν:

α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρεία να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους, με τα ίδια καθήκοντα και αρμοδιότητες με τις οποίες αυτοί απασχολούνταν έως τις 15-4-2019, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της αγωγής τους, β) να καταδικαστεί η εναγόμενη σε χρηματική ποινή για καθένα τους, για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί με το διατακτικό της εκδοθησόμενης απόφασης, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να τους καταβάλλει ως μισθούς υπερημερίας για το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, στον μεν πρώτο το ποσό των 24.324 ευρώ, στον δε δεύτερο το ποσό των 28.224 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε δεδουλευμένου μήνα και, τέλος, δ) να καταδικαστεί η εναγόμενη στην δικαστική τους δαπάνη.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η αγωγή ασκήθηκε παραδεκτώς, εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 3198/1955, απέρριψε, 1) το υπό στοιχ. α αίτημά της, ως απαράδεκτο και συγκεκριμένα ελλείψει εννόμου συμφέροντος αυτών (εναγόντων), και συνακόλουθα το υπό στοιχ. β παρεπόμενο αίτημα αυτής περί καταδίκης (της εναγόμενης) σε χρηματική ποινή και 2) ως μη νόμιμη την αγωγή κατά το σκέλος αυτής με το οποίο η ακυρότητα των πραγματοποιηθεισών καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας τους επιχειρήθηκε να στηριχθεί στον ισχυρισμό των εναγόντων ότι η δυνατότητα απόλυσης του μισθωτού που συμπλήρωσε το όριο ηλικίας και τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, κατ' άρθρο 8 εδ.

β του ν. 3198/1955, αποτελεί απαγορευμένη ηλικιακή διάκριση, κατά τις επικαλούμενες διατάξεις του άρθρου 21 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ και της οδηγίας 2000/78/ΕΚ. Ακολούθως, κρίνοντας την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, ως προς το σκέλος αυτής κατά το οποίο οι ενάγοντες επικαλούντο ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους λόγω μη εγχείρισης σ' αυτούς του σχετικού εγγράφου της καταγγελίας και επιπρόσθετα για το δεύτερο ενάγοντα, που ήταν μέλος της διοίκησης του σωματείου με την επωνυμία "Σωματείο Υπαλλήλων Αστικών Συγκοινωνιών Αθηνών Πειραιώς ΟΑΣΑ", λόγω μη τήρησης της προβλεπόμενης από το άρθρο 14 παρ. 5, 6 και 7 του ν. 1264/1982 διαδικασίας, δέχτηκε αυτήν ως εν μέρει βάσιμη και κατ' ουσία και υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 24.324 ευρώ και στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 28.224 ευρώ με το νόμιμο τόκο από το τέλος κάθε μήνα οπότε κάθε επί μέρους μισθός κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός.

Επί της ασκηθείσας από την εναγομένη από 7-5-2021 έφεσης, εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, με την οποία το Εφετείο απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία.

Ειδικότερα, το Εφετείο ερευνώντας το δεύτερο λόγο της έφεσης της εναγομένης-εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων λόγω μη εγχείρισης σ' αυτούς του εγγράφου της καταγγελίας, δέχτηκε κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα:

"...Περαιτέρω, από τα ίδια, ως άνω, αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι, σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. ...-2017 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας για την λύση της εργασιακής σχέσης των συνταξιούχων, με την υπ' αριθμ. ...-2019 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγόμενης - εκκαλούσας, (ήδη αναιρεσείουσας) αποφασίστηκε η απομάκρυνση από την υπηρεσία της, μεταξύ των αναφερόμενων στο σχετικό έγγραφο υπαλλήλων της τελευταίας, και των εναγόντων-εφεσίβλητων, (ήδη αναιρεσίβλητων) λόγω του ότι οι τελευταίοι είχαν συμπληρώσει τις προβλεπόμενες από το νόμο προϋποθέσεις για την λήψη πλήρους σύνταξης γήρατος.

Στο ίδιο έγγραφο αναφερόταν ότι η Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών έπρεπε να μεριμνήσει για την έγκαιρη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, ενώ σε διαφορετική περίπτωση αυτή (αποζημίωση) έπρεπε να κατατεθεί νόμιμα στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων με δαπάνη των αναφερόμενων καθώς και ότι τα γραμμάτια θα ήταν στη διάθεσή τους στη Διεύθυνση Οικονομικών Υπηρεσιών της ΟΣΥ ΑΕ (όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο σχετικώς έγγραφο).

Η εναγόμενη-εκκαλούσα εταιρεία υποστήριξε ότι η αμέσως προηγούμενη απόφαση αποτελεί το έγγραφο της καταγγελίας και περιήλθε σε γνώση των εναγόντων-εφεσίβλητων στις 15-4-2019, όταν τους καταβλήθηκε η προβλεπόμενη για την αιτία αυτή (λόγω, δηλαδή, της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους) νόμιμη αποζημίωση απόλυσης.

Οι σχετικές, όμως, περικοπές της κατάθεσης της μάρτυρος που εξετάστηκε κατά τα ανωτέρω με την επιμέλεια της συγκεκριμένης διαδίκου, σύμφωνα με τις οποίες οι ενάγοντες - εφεσίβλητοι παρέλαβαν το επίμαχο έγγραφο, δεν επιβεβαιώνονται από άλλα αποδεικτικά μέσα. Αντιθέτως δε με αυτή (ως άνω κατάθεση), η εναγόμενη - εκκαλούσα εταιρεία στις περιπτώσεις άλλων υπαλλήλων της και συγκεκριμένα των Κ.

Φ. και Δ. Λ., που επίσης απομακρύνθηκαν από την υπηρεσία της λόγω συνταξιοδότησης, τήρησε τον έγγραφο τύπο, κοινοποιώντας τους τις από 26-9-2019 εξώδικες δηλώσεις- γνωστοποιήσεις καταβολής αποζημίωσης-επικουρικές καταγγελίες συμβάσεων εργασίας (όπως προκύπτει από τις σχετικώς επικαλούμενες και προσκομιζόμενες εξώδικες δηλώσεις, οι οποίες κοινοποιήθηκαν στους προαναφερόμενους υπαλλήλους της εναγόμενης - εκκαλούσας στις 27-9-2019, σύμφωνα με την σχετική επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Α.

Τ., η οποία προέβη στην επίδοσή τους, στο σώμα αυτών). Εφόσον, λοιπόν, δεν αποδεικνύεται η εγχείριση του σχετικού εγγράφου στους ενάγοντες -εκκαλούντες, τα όσα η εναγόμενη-εκκαλούσα αντέτεινε, ότι, δηλαδή, οι πρώτοι παρέλαβαν πράγματι στα χέρια τους τις συνταξιοδοτικές τους αποφάσεις καθώς προέβησαν σε όλες τις ενδεδειγμένες ενέργειες για την οριστική αποχώρησή τους από την υπηρεσία της, επικαλούμενη και προσκομίζοντας προς το σκοπό αυτό ειδικά εκκαθαριστικά σημειώματα λόγω αποχωρήσεως των συγκεκριμένων διαδίκων, από τα οποία προκύπτει ότι οι ενάγοντες- εφεσίβλητοι στις 15-4-2019 παρέδωσαν τις ειδικές προσωποποιημένες κάρτες μετακίνησης που κατέχει το προσωπικό της, όπως και τις υπηρεσιακές τους ταυτότητες, επιπλέον δε ότι αυτοί (ενάγοντες-εφεσίβλητοι) απευθύνθηκαν σε όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες της εταιρείας, ούτως ώστε να γίνει εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων τους και εν συνεχεία να καταθέσουν το εν λόγω έγγραφο στην Οικονομική Υπηρεσία αυτής αλλά και στον ασφαλιστικό τους φορέα, προκειμένου να τους καταβάλλεται έκτοτε (από 15-4-2019, δηλαδή) πλήρης η σύνταξή τους, δεν αναπληρώνουν την ως άνω έλλειψη.

Η παράλειψη τήρησης του ως άνω έγγραφου τύπου επέφερε την ακυρότητα των πραγματοποιηθεισών ως άνω καταγγελιών των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων-εφεσίβλητων, καθώς, ανεξαρτήτως του λόγου για τον οποίο παραλείφθηκε, το έγγραφο αποτελεί συστατικό στοιχείο του κύρους της καταγγελίας (.....). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που έκρινε όμοια, δεν έσφαλε, αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις, ενώ τα όσα αντιθέτως η εναγόμενη-εκκαλούσα υποστηρίζει με το δεύτερο λόγο της έφεσής της είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Λόγω του ότι οι επίμαχες συμβάσεις εργασίας καταγγέλθηκαν ακύρως, η εναγόμενη-εκκαλούσα εργοδότρια, μη αποδεχόμενη πλέον τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες των εναγόντων-εφεσίβλητων, τους όφειλε μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την επόμενη των πραγματοποιηθεισών καταγγελιών, στις 16-4-2019 έως τις 16-4-2020, κατά παραδοχή δε του βάσιμου σχετικού αγωγικού αιτήματος το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε για την αιτία αυτή στον μεν πρώτο των εναγόντων-εφεσίβλητων το συνολικό ποσό των 24.324 ευρώ, στον δε δεύτερο αυτών το συνολικό ποσό των 28.224 ευρώ, χωρίς κατά το κεφάλαιό της αυτό η εκκαλούμενη απόφαση να προσβάλλεται με ειδικό λόγο έφεσης.".

Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι είχαν απολυθεί ακύρως την 15-4-2019, καθόσον η με αριθμό ...-2019 απόφαση του Διευθύνοντος Συμβούλου της εναγομένης-αναιρεσείουσας, ως μονομερής καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, δεν εγχειρίστηκε σ' αυτούς και ότι η απλή γνώση της ως άνω καταγγελίας εκ μέρους των εναγόντων δεν πληροί τις προϋποθέσεις του νόμου, με συνέπεια μη αποδεχόμενη η εναγομένη-αναιρεσείουσα τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους να περιέλθει σε υπερημερία περί την αποδοχή της εργασίας τους και να οφείλει σ' αυτούς μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 16-4-2019 μέχρι 16-4-2020, επικυρώνοντας την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε αποφανθεί ομοίως.

Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 3 ν.3198/1955, που διέπουν την άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο, με επίκληση της από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, αιτιάται την προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία παραβίαση των ως άνω διατάξεων, δοθέντος ότι (κατά τα εκτιθέμενα στην αίτηση αναίρεσης) σε επιχειρήσεις, όπως η δική της, οι έγγραφες και ενυπόγραφες διαδικασίες, με τις οποίες οι εργαζόμενοι παραδίδουν αντικείμενα απολύτως απαραίτητα για την καθημερινή εκτέλεση των εργασιακών τους καθηκόντων, όπως είναι οι προσωποποιημένες κάρτες και οι υπηρεσιακές ταυτότητες, και εκκαθαρίζονται όλες οι εκκρεμότητες με τις αρμόδιες υπηρεσίες, συμπληρώνοντας Ειδικό Εκκαθαριστικό Σημείωμα Λόγω Αποχώρησης από την Υπηρεσία της Διεύθυνσης Οικονομικών Υπηρεσιών, όπως έγινε και στη συγκεκριμένη περίπτωση με τους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι αυτού του είδους οι διαδικασίες αναπληρώνουν, και συνιστούν, τον έγγραφο τύπο, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων και συνεπώς οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι τελούσαν σε σαφή και προφανή γνώση της εργοδοτικής βούλησης περί καταγγελίας και εντεύθεν λύσης των ατομικών τους συμβάσεων εργασίας.

Ως προς τα εκτιθέμενα για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού της αναίρεσης, πρέπει να επισημανθεί ότι, η επικαλούμενη συμμετοχή των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων στις αναφερόμενες έγγραφες και ενυπόγραφες διαδικασίες παράδοσης αντικειμένων απολύτως απαραίτητων για την καθημερινή εκτέλεση των εργασιακών τους καθηκόντων, από την οποία κατά την αναιρεσείουσα προκύπτει ότι αυτοί τελούσαν σε σαφή και προφανή γνώση της εργοδοτικής βούλησης περί καταγγελίας των ατομικών συμβάσεων εργασίας τους, δεν αναπληρώνουν την έλλειψη εγχείρισης του εγγράφου της καταγγελίας στους αναιρεσιβλήτους-ενάγοντες, ούτε αναπληρώνουν και συνιστούν τον έγγραφο τύπο, που προβλέπουν οι ανωτέρω εκτιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ως συστατικό της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης από τον εργοδότη, που πρέπει να εγχειριστεί στον απολυόμενο μισθωτό, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα-εναγομένη.

Σε κάθε περίπτωση η τυχόν ύπαρξη αμφιβολίας, ως προς την εγχείριση του εγγράφου της καταγγελίας στους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους, που στην προκειμένη περίπτωση δεν υφίσταται, ενόψει της με σαφήνεια εκτιθέμενης παραδοχής του Εφετείου, που στηρίζει και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων είναι άκυρη για το λόγο ότι δεν εγχειρίστηκε σ' αυτούς το έγγραφο της καταγγελίας, δεν μπορεί να αρθεί από τη συναγωγή εξ άλλων αποδεικτικών στοιχείων του συμπεράσματος ότι οι ενάγοντες-αναιρεσίβλητοι, ακόμη και αν δεν εγχειρίστηκε σ' αυτούς το έγγραφο της καταγγελίας, έλαβαν γνώση του περιεχομένου της, με τη συμμετοχή τους στις αναφερόμενες έγγραφες και ενυπόγραφες διαδικασίες παράδοσης αντικειμένων απολύτως απαραίτητων για την καθημερινή εκτέλεση των εργασιακών τους καθηκόντων.

Συνεπώς ο πρώτος, από το άρθρο. 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για ευθεία παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθ. 5 παρ. 3 ν. 3198/55 και 1 παρ. 1 ν. 2112/1920 είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περιπτ. γ` του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (Ολ.Α.Π. 23/2008).

Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ` είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 42/2002, ΑΠ 7/2022).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση (ΑΠ 246/2022, ΑΠ 1493/2021). Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του KΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 322/2025, ΑΠ 98/2020, ΑΠ 109/2019, Α.Π. 188/2017).

Για να ιδρυθεί δηλαδή, ο ανωτέρω λόγος, αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008).

Ειδικότερα, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο), να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός, μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του KΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (Ολ.Α.Π. 42/2002, ΑΠ 322/2025, ΑΠ 308/2020, Α.Π. 237/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, η αναιρεσείουσα, προβάλλει με το δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης τις από τους αριθμούς 11 γ και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες (αληθώς μόνο από τον αριθμό 11 γ) με την αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά την συγκρότηση του αποδεικτικού του πορίσματος, δεν έλαβε υπόψη του, άλλως εκτίμησε εσφαλμένα κρίσιμα αποδεικτικά μέσα, τα οποία είχε ενώπιόν του προσκομίσει και επικαλεστεί νόμιμα, και τα οποία εφόσον λάμβανε προσηκόντως υπόψη, θα είχε οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι στην προκειμένη περίπτωση έχει τηρηθεί η προϋπόθεση του έγγραφου τύπου.

Ειδικότερα αιτιάται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, α) τα ταυτάριθμα Πρακτικά Συνεδρίασης της ΜΠΑ 119/2021 (πρωτόδικη απόφαση) όπου περιέχονται οι ενώπιον του Δικαστηρίου ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, από τις οποίες προκύπτει ότι το έγγραφο της καταγγελίας είχε κοινοποιηθεί στους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους, β) αντίγραφα των υπ' αριθμ.

πρωτ. ... και ...-2019 ενημερωτικών σημειωμάτων της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της ΟΣΥ Α.Ε προς το Τμήμα Διοικητικής Υποστήριξης του ΑΣ Ν. Φιλαδέλφειας και Α. Λιοσίων για τη διαγραφή από το προσωπικό της εταιρείας του Ρ. Χ. και του Α. Π. (αναιρεσιβλήτων) αντίστοιχα, προκειμένου να συνταξιοδοτηθούν από το ΙΚΑ, τα οποία, όπως επ' αυτών αναφέρεται, κοινοποιήθηκαν στους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους και γ) αντίγραφο της υπ' αριθμ.

πρωτ. ...-2019 απόφασης του Δ/νοντος Συμβούλου της ΟΣΥ Α.Ε με θέμα "Συνταξιοδότηση Προσωπικού" για την αυτοδίκαιη λύση της εργασιακής σχέσης των εναγόντων, η οποία εκδόθηκε σε εκτέλεση της υπ' αριθμ. ...-2017 ομόφωνης απόφασης του ΔΣ της ΟΣΥ Α.Ε., στην οποία (απόφαση του Δ/νοντος Συμβούλου) προβλέπεται ότι κοινοποιείται στους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους, και τα οποία αν λάμβανε υπόψη θα είχε οδηγηθεί σε διαφορετική κρίση, ότι δηλαδή για την ένδικη καταγγελία τηρήθηκε ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος.

Ο λόγος αυτός της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος. Τούτο διότι, από τη ρητή διαβεβαίωση, που περιέχεται στο δέκατο φύλλο της προσβαλλόμενης απόφασης ότι: " Από την επανεκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν με την επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως αυτές περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ως άνω Δικαστηρίου, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από πλευράς των εναγόντων-εφεσίβλητων υπ' αριθμ. ....2020 ένορκη βεβαίωση του Δ.

Λ., που εξετάστηκε με την επιμέλεια των εν λόγω διαδίκων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και η οποία (ένορκη βεβαίωση) λαμβάνεται υπόψη διότι πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 421 και 422 του ΚΠολΔ, καθόσον πραγματοποιήθηκε κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγόμενης-εκκαλούσας, με την από 19.10.2020 κλήση αυτών (εναγόντων- εφεσίβλητων), που περιέχει όλα τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία και η οποία επιδόθηκε στην τελευταία δυνάμει της επίσης επικαλούμενης και προσκομιζόμενης υπ' αριθμ. ....2020 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Μ.

Γ. καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες προτάσεις τους και νομίμως προσκομίζουν, έστω κι αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου (.....), προκειμένου αυτά να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 395, 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ), για μερικά από τα οποία γίνεται ιδιαίτερη μνεία παρακάτω, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα:.." σε συνδυασμό με το, χωρίς αντιφάσεις και ανεπάρκειες ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στην περί πραγμάτων κρίση του, κατέληξε αφού έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, μεταξύ των λοιπών αποδεικτικών μέσων, και τα φερόμενα κατά την αναιρεσείουσα ως αγνοηθέντα έγγραφα καθώς και τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα οικεία πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, αλλά σχημάτισε δικανική πεποίθηση διαφορετική από την εκτίμηση της αναιρεσείουσας.

Επισημαίνεται ότι, με τις λοιπές διαλαμβανόμενες στον ως άνω αναιρετικό λόγο περαιτέρω αιτιάσεις, με βάση το περιεχόμενο των αναφερομένων εγγράφων και των καταθέσεων των εξετασθέντων μαρτύρων των διαδίκων, πλήττεται απαραδέκτως, υπό την επίφαση συνδρομής της ίδιας αναιρετικής πλημμέλειας, η επί της ουσίας ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και, επομένως, κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Κατ' ακολουθία αυτών η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί. Η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα των τελευταίων (άρθρ. 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-12-2022 με αριθμό κατάθεσης 10216/1170/20-12-2022 αίτηση αναίρεσης της με αριθμό 4685/15-9-2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2024.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και επειδή αυτός καθώς και όλα τα μέλη της σύνθεσης έπαψαν να είναι τοποθετημένοι στο Δικαστήριο (λόγω συνταξιοδότησης) Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ και ταύτης αποχωρήσασας η αρχαιότερη της σύνθεσης Αρεοπαγίτης