Supreme Court allows appeal against traffic accident compensation, finding lower court ignored joint liability of parents.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece accepted the appeal filed by the heirs of a deceased child against a traffic accident compensation judgment. The lower court had assigned 50% liability to the deceased's parents for failing to use a child seat and overloading the vehicle, a factor the Supreme Court found the appellate court failed to properly consider. Consequently, the Supreme Court annulled the lower court's decision and remanded the case for retrial to ensure the parents' joint liability is correctly evaluated.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a lower court decision if the appellate court fails to consider relevant facts establishing joint liability of parents in a traffic accident involving a minor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1150 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1150/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευστάθιο Νίκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Μαρία Βάρκα, Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Γεωργία Κατσιμαγκλή και Αθανάσιο Τσουλό, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) I. N. του S. (Ι. Ν. του Σ.), 2) E. N. του V. (Ε. Ν. του Β.), κατοίκου Ρουστάβι Γεωργίας, 3) G. T. του G. (Γ. Τ. του Γ.) και 4) N. N. του I. (Ν. Ν. του Ι.), κατοίκων Ρουστάβι Γεωργίας, εκ των οποίων οι 2η, 3ος και 4η εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αριστέα-Φανουρία Σωτηροπούλου, που δήλωσε στο ακροατήριο, καταθέτοντας και σχετικό σημείωμα στο Γραμματέα, ότι: α) ο I. N. του S. (1ος ως άνω), απεβίωσε στις 2-12-2018 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζουν οι εξ αδιαθέτου νόμιμοι κληρονόμοι του 2η, 3ος και 4η των αναιρεσειόντων, που εκπροσωπούνται από την ίδια και β) η 4η αναιρεσείουσα N. N. του I., μετά τον γάμο της με τον Κ. Λ., φέρει πλέον το εν λόγω επώνυμο του συζύγου της, ήτοι: Ν. Λ. σύζ. Κ. Λ., του Ι., το γένος Ν.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αλεξάνδρα Ταμπαλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-4-2013 αγωγή των ήδη 2ης, 3ου και 4ης των αναιρεσειόντων και του ήδη αποβιώσαντος I. N. του S., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 6-6-2013 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, καθώς και με τις από 28-11-2012 και 23-4-2013 αγωγές άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 332/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1308/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-11-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευστάθιος Νίκας διάβασε την από 16-9-2021 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 19-11-2015 και με αριθμ. εκθ. καταθ. 336/23-11-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1308/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ.α`, 287 και 290 KΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ.1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται και όταν, μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.
Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση του λόγου της διακοπής προς τον αντίδικο με επίδοση δικογράφου ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη ή και από εκείνον που μέχρι την επέλευση του θανάτου ήταν πληρεξούσιος του θανόντος.
Ως διάδικος, υπέρ του οποίου επήλθε διακοπή της δίκης στην περίπτωση θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο καθολικός του διάδοχος (κληρονόμος του). Η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή. (ΟΛ. ΑΠ 1/2022, ΑΠ 139/2015).
Τέλος κατά το άρθρο 28 ΑΚ οι κληρονομικές σχέσεις διέπονται από το δίκαιο της ιθαγενείας που είχε ο κληρονομούμενος όταν πέθανε (ΑΠ 139/2015). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο με αριθμό 01217031160/29.7.2021 πιστοποιητικό θανάτου, σε μετάφραση της αρμόδιας υπαλλήλου του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Γεωργίας, ο 1ος αναιρεσείων I. (ον.
Ι.) N. (επων. Ν.), απεβίωσε στις 2 -12-2018, δηλαδή μετά την άσκηση της υπό κρίση από 19.11.2015 αίτησης αναιρέσεως. Ο ως άνω 1ος αναιρεσείων κατά το χρόνο του θανάτου του είχε την ιθαγένεια της Δημοκρατίας της Γεωργίας. Τον θάνατο του προαναφερθέντος 1ου αναιρεσείοντος και την εκούσια στο όνομά τους επανάληψη της δίκης, που διακόπηκε βίαια, γνωστοποίησαν στο Δικαστήριο, με προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, που περιελήφθη στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού και με τις προτάσεις τους, οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, η κληρονομική ιδιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, και συγκεκριμένα :
α) η 2η των (αρχήθεν) αναιρεσειόντων, σύζυγος του ως άνω κληρονομούμενου, β) ο 3ος των (αρχήθεν) αναιρεσειόντων εγγονός του, υπεισελθών στην θέση της μητρός του και κόρης του ως άνω κληρονομούμενου (προαποβιώσασας αυτού) Ί. Μ., γ) η 4η των (αρχήθεν) αναιρεσειόντων, κόρη του ως άνω κληρονομούμενου, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, κληθέντες στην πρώτη τάξη κατ'ισομοιρία, ήτοι κατά ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου της κληρονομίας του έκαστος, σύμφωνα με τις διατάξεις του δικαίου της Δημοκρατίας της Γεωργίας και συγκεκριμένα σύμφωνα με τις διατάξεις του γεωργ.
Α.Κ. (που, κατά το άρθρο 28 ΑΚ , διέπει τις κληρονομικές σχέσεις του ως άνω αποβιώσαντος κληρονομούμενου, αφού αυτός, όταν πέθανε, είχε την ιθαγένεια της Δημοκρατίας της Γεωργίας), σχετικά με τις οποίες προσκομίζεται από τους αναιρεσείοντες με επίκληση η με αρ. πρωτ. 324/8-09-2021 Γνωμοδότηση - Νομική πληροφορία από το Ελληνικό Ινστιτούτο Διεθνούς και Αλλοδαπού Δικαίου.
Επομένως, νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, οι ανωτέρω κληρονόμοι του αρχικού διαδίκου γνωστοποίησαν με την προαναφερθείσα προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου τους, στο ακροατήριο του Δικαστηρίου αυτού, το θάνατο του εν λόγω 1ου αναιρεσείοντα και την εκούσια, στο όνομά τους και κατά το ποσοστό της εξ αδιαθέτου κληρονομικής μερίδας εκάστου (ήτοι 1/3 εξ αδιαιρέτου έκαστος εξ αυτών), επανάληψη της βιαίως εκ του λόγου τούτου διακοπείσας δίκης.
Κατόπιν τούτου και αφού (όπως και ανωτέρω αναφέρθηκε) δεν αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο η ιδιότητα των ανωτέρω προσώπων ως κληρονόμων του θανόντος 1ου αναιρεσείοντος κατά τα ως άνω ποσοστά, η βιαίως διακοπείσα δίκη νομίμως και παραδεκτώς συνεχίζεται από αυτούς, κατά τα ανωτέρω.
Η κρινόμενη από 19-11-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 336/23-11-2015 αίτησης για αναίρεση της 1308/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισής του (άρθρο 681Α ΚΠολΔ., όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ισχύοντος από 1-1-2016 Ν. 4335/ 2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ΚΠολΔ.).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020,ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν[ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].
Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 932 του Α.Κ., "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη, κατά την κρίση του, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του.
Σε περίπτωση θανάτωσης προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικαστεί στην οικογένεια του θύματος λόγω ψυχικής οδύνης". Κατά την έννοια του άρθρου αυτού, το δικαστήριο της ουσίας, αφού δεχθεί ότι συνεπεία αδικοπραξίας προκλήθηκε σε κάποιο πρόσωπο ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, καθορίζει στη συνέχεια το ύψος της οφειλόμενης γι` αυτήν χρηματικής ικανοποιήσεως, με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, λαμβάνοντας ιδίως υπόψη, ως κριτήρια, το είδος της προσβολής, την έκταση της βλάβης, τις συνθήκες τέλεσης της αδικοπραξίας, τη βαρύτητα του πταίσματος του υπόχρεου, το τυχόν συντρέχον πταίσμα του δικαιούχου και την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων μερών.
Ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου, η σχετική κρίση του οποίου δεν υπόκειται, κατ` αρχήν, σε αναιρετικό έλεγχο, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να κριθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου, για έλλειψη νόμιμης βάσης (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020, ΑΠ 944/2017).
Επιβάλλεται, όμως, σε κάθε περίπτωση, να τηρείται, κατά τον καθορισμό του ποσού που επιδικάζεται, η αρχή της αναλογικότητας, ως γενική νομική αρχή και μάλιστα αυξημένης τυπικής ισχύος, υπό την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, όπως αυτά διαπιστώνονται από τα δεδομένα της κοινής πείρας και την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο αποτυπώνονται στη συνήθη πρακτική των δικαστηρίων, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της πιο πάνω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ. (ΟλΑΠ 10/2017, 9/2015, βλ.
και ΑΠ 2/2020, ΑΠ 12/2020, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 43/2020). Και τούτο, διότι μία απόφαση, με την οποία επιδικάζεται ένα ευτελές ή υπέρμετρα μεγάλο ποσό, ως δήθεν εύλογο, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης ή της ψυχικής οδύνης, ευτελίζει, στην πρώτη περίπτωση (όσον αφορά τον δικαιούχο - παθόντα), το σεβασμό της αξίας του ανθρώπου και στη δεύτερη (όσον αφορά τον υπόχρεο), το δικαίωμα της περιουσίας του, αφού το δικαστήριο, επεμβαίνοντας στη διαφορά μεταξύ ιδιωτών, πρέπει να τηρεί μια δίκαιη ισορροπία ανάμεσα στα αντιτιθέμενα συμφέροντα, με παράλληλη προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 2/2020, ΑΠ 43/2020,ΑΠ 1863/2017, ΑΠ 747/2017).
Στο σημείο αυτό σημειώνεται ότι η έννοια της αναλογικότητας είναι έννοια αυστηρότερη του "ευλόγου" και συνακόλουθα το "εύλογο" εμπεριέχεται αναγκαίως στο "ανάλογο". Άλλωστε την αρχή αυτή, υπό την προεκτεθείσα έννοια, εκφράζει και η υπερνομοθετικής ισχύος διάταξη του άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, υπό την έννοια ότι πρέπει να υπάρχει μια ανεκτή σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιούμενων μέσων και του σκοπού που επιδιώκει κάθε μέτρο, το οποίο αποστερεί ένα άτομο από θεμελιακό δικαίωμά του, όπως από την ιδιοκτησία του.
Ενόψει όλων αυτών η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς το ύψος του ποσού της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης, πρέπει να ελέγχεται αναιρετικά, για το αν παραβιάζεται ευθέως ή εκ πλαγίου (άρθρο 559 ΚΠολΔ αναλόγως από τους αρ. 1 ή 19), η αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος) υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά και όταν διαπιστώνεται υπέρβαση από το δικαστήριο της ουσίας των ακραίων ορίων της διακριτικής του ευχέρειας (ΟλΑΠ9/2θ15, ΑΠ 2/2020, ΑΠ 211/2017, ΑΠ 1587/2017).
Τέλος, κρίσιμος χρόνος για τον υπολογισμό της εύλογης αυτών χρηματικής ικανοποίησης είναι ο χρόνος της συζήτησης της υποθέσεως ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οπότε και λαμβάνεται υπόψη η τότε κατάσταση της υγείας του παθόντος (ΑΠ 398/2020, ΑΠ 989/2018, ΑΠ 213/2017). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια του παραπάνω λόγου αναίρεσης η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει συνεπώς εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δίκαιου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟΛ.ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 2267/2013).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 2/2019). Ως αιτιολογίες στη διάταξη αυτή νοούνται μόνον οι- επί των αποδεικνυομένων ή μη πραγματικών γεγονότων ουσιαστικές παραδοχές, η έλλειψη, αντίφαση ή ανεπάρκεια των οποίων καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής του ουσιαστικού νόμου και όχι αυτές που αφορούν ανεπάρκεια ή αντίφαση περί την έννοια των εφαρμοστέων διατάξεων (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 780/2017, ΑΠ 1711/2014, ΑΠ 1680/2008).
Δεν ελέγχεται επίσης ως πλημμέλεια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, σφάλμα της απόφασης, συνδεόμενο με την εκτίμηση του περιεχομένου της αγωγής (ΑΠ 15/2021, ΑΠ 784/2001). Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ. ΑΠ 2/2019,ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 535/2018, ΑΠ 2102/2014). Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους, κατά σειρά, 1ο, 2ο και 3ο λόγους της από 19-11-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 336/23-11-2015 αίτησης αναίρεσης και με την επίκληση των διατάξεων των άρθρων 932 Α.Κ., καθώς και των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος, αποδίδουν στο Εφετείο την αιτίαση ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη με αριθμό 1308/2015 απόφασή του παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις αυτές 1) αφενός, κατά τα υποστηριζόμενα με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αναίρεσης, διαλαμβάνοντας στην προσβαλλόμενη ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες αναφορικά με τον καθορισμό του ύψους της επιδικασθείσας σε έκαστο από τους τώρα αναιρεσείοντες χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα των συγγενών τους, Ί.
Μ. και ανηλίκου Σ.- Σ. Μ., με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 και 19 του ΚΠολΔ., 2) αφετέρου, κατά τα υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, ότι, επιδικάζοντας σε έκαστο από τους τώρα αναιρεσείοντες τα στην ένδικη αίτηση αναίρεσης και στην προσβαλλόμενη αναφερόμενα χρηματικά ποσά για χρηματική τους ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που αυτοί υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα των προαναφερθέντων συγγενών τους, παραβίασε ευθέως τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό και με το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, και την εξ αυτών απορρέουσα αυξημένης τυπικής ισχύος γενική νομική αρχή της αναλογικότητας και υπερέβη σημαντικά τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, με αποτέλεσμα να υποπέσει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 1 του ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, σχετικά με το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη, κεφάλαιο της κατ` άρθρο 932 Α.Κ. απαίτησης των εναγόντων - αναιρεσειόντων περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης που αυτοί υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα της προαναφερθείσας Ί.
Μ., που ήταν (αντιστοίχως) κόρη του (ήδη αποβιώσαντος) πρώτου ενάγοντος - αναιρεσείοντος και της δεύτερης ενάγουσας - 2ης αναιρεσείουσας, μητέρα του τρίτου ενάγοντος - 3ου αναιρεσείοντος και αδελφή της τέταρτης ενάγουσας - 4ης αναιρεσείουσας και του προαναφερόμενου ανηλίκου (ηλικίας τριών ετών) Σ.- Σ. Μ. που ήταν (αντιστοίχως) εγγονός του (ήδη αποβιώσαντος) πρώτου ενάγοντος - αναιρεσείοντος και της δεύτερης ενάγουσας - 2ης αναιρεσείουσας και ετεροθαλής αδελφός του τρίτου ενάγοντος - 3ου αναιρεσείοντος, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπησή της, δέχθηκε τα εξής, αυτολεξεί παρατιθέμενα : " Στις 23-9-2010, και περί ώρα 19:15 µ.
µ., ο Μ. Κ. (1ος εναγόµενος των β, γ' και δ' αγωγών) οδηγούσε επί της Εγνατίας οδού, µε κατεύθυνση προς Αλεξανδρούπολη, το υπ' αριθµ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του πατέρα του Γ. Κ. (ενάγων της α' αγωγής - 2ος εναγόµενος των γ' και δ' αγωγών). Την ίδια ώρα ο Ε. Μ. (1ος εναγόµενος της α' αγωγής - 1ος ενάγων της γ' αγωγής) οδηγούσε στην ίδια οδό, οµόρροπα µε το όχηµα του Μ.
Κ., το υπ' αριθµ. κυκλοφορίας ...A Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο, που ήταν νόµιµα ασφαλισµένο για την έναντι τρίτων κάλυψη της αστικής ευθύνης στη γερμανική ασφαλιστική εταιρεία ... και διέθετε πιστοποιητικό διεθνούς ασφάλισης σε ισχύ (πράσινη κάρτα). Στο φορτηγό όχημα, που οδηγούσε ο Ε. Μ., επέβαιναν ακόμη η σύζυγός του Ί.
Μ. (κόρη των 1ου και 2ης των εναγόντων της β' αγωγής, μητέρα του 3ου ενάγοντα της ίδια αγωγής, και αδελφή της 4ης ενάγουσας της ίδιας αγωγής, καθώς και νύφη των 2ης κα ι 3ου των εναγόντων της γ'αγωγής), μαζί με τον ανήλικο γιο τους Σ. Σ. Μ. (εγγονός του 1ου και της 2ης των εναγόντων της β' αγωγής, ετεροθαλής αδελφός του 3ου ενάγοντα της ίδιας αγωγής, και εγγονός των 2ης και 3ου των εναγόντων της γ' αγωγής).
Λίγο πριν φτάσουν στο 2,50 χιλιόμετρο του τμήματος της Εγνατίας οδού Μεστής Μάκρης, το όχημα του Μ. Κ. κινούνταν στην αριστερή και ταχείας κυκλοφορίας λωρίδα της οδού, ενώ το όχημα του Ε. Μ. κινούνταν στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, με ταχύτητα που για αμφότερα τα οχήματα ήταν περίπου 90 χιλ/ώρα, δηλαδή δεν ήταν ανώτερη του επιτρεπόμενου ορίου στο σημείο εκείνο.
Όταν έφτασαν στο ανωτέρω χιλιομετρικό σημείο, όπου μετά την ευθεία της οδού υπάρχει δεξιά στροφή µε µεγάλη γωνία ("ανοικτή στροφή") ο Μ. Κ., οδηγώντας το όχηµά του, επιχείρησε στην αρχή της στροφής να προσπεράσει το φορτηγό αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Ε. Μ., κινούμενο(το όχημα του Κ.) κανονικά στο ρεύµα πορείας του.
Τη στιγμή όμως που ο ως άνω Μ. Κ. έφτασε στο ύψος του πίσω μέρους του παραλλήλως κινούμενου φορτηγού του Ε. Μ., ο τελευταίος έχασε τον έλεγχο του οχήματός του και εισήλθε αιφνιδιαστικά στο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου κινούνταν το όχημα που οδηγούσε ο Μ. Κ., με αποτέλεσμα να επιπέσει με το πίσω αριστερό τμήμα του φορτηγού αυτοκινήτου του στο μπροστινό δεξιό μέρος (τροχός - φτερό) του αυτοκινήτου του Μ.
Κ.. Ακολούθως, το αυτοκίνητο του Μ. Κ. εκτράπηκε προς την αριστερή πλευρά διανύοντας απόσταση20 μέτρων στο ρεύµα πορείας του, επέπεσε στο µεταλλικό διαχωριστικό στηθαίο της οδού, από το οποίο αποκολλήθηκε ο µπροστινός αριστερός τροχός του, και αφού διήνυσε απόσταση 78 µέτρων στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, ακινητοποιήθηκε στο έρεισµα του δρόμου με μέτωπο ανατολικά, ενώ το φορτηγό αυτοκίνητο του Ε.
Μ. ολίσθησε πλαγίως από την αριστερή προς τη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, διανύοντας απόσταση 36 μέτρων, βγήκε από την οδό, ανατράπηκε, και κατέληξε στο χωμάτινο πρανές με μέτωπο προς τα δυτικά. Το δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ως ανωτέρω, το φορτηγό αυτοκίνητο του Ε. Μ. εισήλθε αντικανονικά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας (έως τότε έβαινε στη δεξιά) και παρεμβλήθηκε στην πορεία του ΙΧΕ, που κανονικά οδηγούσε ο Μ.
Κ., όπως σαφώς προκύπτει από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο Πρόχειρο Σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, κατά το οποίο τα ίχνη εκτροπής-πλάγιας ολίσθησης του φορτηγού αυτοκινήτου, μήκους επί του οδοστρώματος 36 μ. και κατόπιν 28,10 μ. στο χωμάτινο πρανές εκτός οδού, άρχιζαν (τα ίχνη) από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας, στην οποία προφανώς αντικανονικά εισήλθε το φορτηγό αυτοκίνητο του Ε.
Μ.. Άρα, σύμφωνα με τα παραπάνω, αποκλειστικά υπαίτιος για την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος υπήρξε ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου Ε. Μ., διότι, λόγω έλλειψης της αναγκαίας επιμέλειας, που όφειλε, και μπορούσε κατά τις περιστάσεις να επιδείξει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, ούτε ασκούσε επαρκώς την εποπτεία του φορτηγού του, ώστε να έχει ανά πάσα στιγμή τον έλεγχό του και να είναι σε θέση να εκτελέσει τους απαραίτητους χειρισμούς για να μην παρακωλύσει την κυκλοφορία των άλλων οχημάτων στην οδό, και να αποφύγει την πρόκληση κινδύνου στους οδηγούς τους.
Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι επικρατούσε καλός καιρός και υπήρχε επαρκής φυσικός φωτισμός λόγω της ώρας και της εποχής, και ότι ο δρόμος ήταν ξηρός και ευθύς, ενώ η ορατότητά του δεν περιοριζόταν από κανένα φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο, εκείνος έχασε αδικαιολόγητα τον έλεγχο του φορτηγού αυτοκινήτου του και δεν μπόρεσε να το διατηρήσει στο ρεύμα πορείας του, με αποτέλεσμα να εισέλθει αιφνιδίως στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας τη στιγμή που είχε φτάσει στο ύψος του πίσω μέρους του το όχημα του Μ.
Κ., και να προκληθεί το ατύχημα. Αντιθέτως, ο Μ. Κ. δεν βαρύνεται με καμία υπαιτιότητα για το ατύχημα, διότι κινούνταν με επιτρεπτή για τις περιστάσεις ταχύτητα εντός του ρεύματος κυκλοφορίας του, και αιφνιδιάσθηκε πλήρως από την απρόβλεπτη και αιφνιδιαστική μετακίνηση του φορτηγού αυτοκινήτου προς την αριστερά πλευρά κατά τη στιγμή που βρισκόταν σε ελάχιστη απόσταση από αυτό, με αποτέλεσμα να μην έχει πλέον κανένα περιθώριο, προκειμένου να τροχοπεδήσει ή να διενεργήσει αποφευκτικό ελιγμό.
Κατόπιν των ανωτέρω, κρίνονται απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι οι ισχυρισμοί των εκκαλούντων της β' συνεκδικαζόμενης έφεσης ότι το ΙΧΕ αυτοκίνητο προσέκρουσε στο οπίσθιο μέρος του ΙΧΦ αυτοκινήτου, οπότε το τελευταίο ανασηκώθηκε και στράφηκε προς τα δεξιά, γιατί, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας, είναι αδύνατον ένα φορτηγό αυτοκίνητο μεγάλου βάρους να ανασηκωθεί από το βάρος ενός επιβατηγού αυτοκινήτου, πέραν του ότι δεν υφίστανται τέτοιου είδους ζημίες εκ προσκρούσεως στο μπροστινό μέρος του ΙΧΕ, που να δικαιολογούν κάτι τέτοιο (βλ.
φωτογραφίες), καθώς και ο ισχυρισμός τους ότι ο τροχός του ΙΧΕ αυτοκινήτου προσέκρουσε στο θόλο του τροχού του ΙΧΦ αυτοκινήτου, γιατί, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες, προκύπτει ότι η φθορά στον ως άνω θόλο είναι συμβατή με τις περιγραφόμενες στην Έκθεση Πραγματογνωμοσύνης, που συνετάγη κατ' εντολή της Τροχαίας, επιφάνειες σύγκρουσης των δύο οχημάτων (τροχοί-φτερά), πέραν δε όλων αυτών στο Πρόχειρο Σχεδιάγραμμα της Τροχαίας σαφώς διακρίνεται στο αριστερό ρεύμα πορείας η αρχή των ιχνών ολίσθησης του ΙΧΦ αυτοκινήτου, το οποίο συνεπώς αντικανονικά εισήλθε στο αριστερό ρεύμα πορείας, ενώ έως τότε κινούνταν στο δεξιό.
Όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκαν πλήρως από την από 23-9-2010 Έκθεση Αυτοψίας Τροχαίου Ατυχήματος και το σ' αυτήν επισυναπτόμενο Πρόχειρο Σχεδιάγραμμα, όπως και από το από 23-9-2010 Δελτίο Αδικημάτων και Συμβάντων του Τ.Τ. Αλεξανδρούπολης, ρητά δε στα δημόσια αυτά έγγραφα αναγράφονται τόσο οι αρχικά συγκρουσθείσες επιφάνειες των δύο οχημάτων, όσο και η έναρξη των ιχνών πλάγιας ολίσθησης του ΙΧΦ αυτοκινήτου, γεγονός από το οποίο προκύπτει, όπως προαναφέρθηκε, πέραν αμφιβολίας ότι αντικανονικά το φορτηγό αυτοκίνητο του Ε.
Μ. παρενεβλήθη στη σύννομη πορεία του οχήματος του Μ. Κ.. Επίσης, η από 24-9-2010 (ήτοι η επομένη του ατυχήματος) πραγματογνωμοσύνη των Τ. Δ. και Σ. Ι., που διορίσθηκαν πραγματογνώμονες από το Τμήμα Τροχαίας Αλεξανδρούπολης, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η σύγκρουση επήλθε υπό μικρή γωνία, ήτοι τα δύο οχήματα είχαν σχεδόν παράλληλες τροχιές, χωρίς να έχουν μεγάλη διαφορά ταχύτητας, γεγονός που συνάδει με το ότι η σύγκρουση δεν ήταν ιδιαίτερα σοβαρή και οι εξ αυτής ζημίες μικρές (τροχοί και φτερά, αντίστοιχα), ενώ οι μεγάλες ζημίες στα συγκρουσθέντα οχήματα επήλθαν αμέσως κατόπιν, όταν το μεν ΙΧΕ αυτοκίνητο προσέκρουσε στο μεταλλικό στηθαίο, αποκολλήθηκε ο τροχός του και σύρθηκε στο οδόστρωμα επί 78 μ., ενώ το ΙΧΦ αυτοκίνητο, ολισθαίνοντας πλαγίως προς τα δεξιά επί 36+28,10 μ., ανατράπηκε και υπέστη ζημίες στο σύνολο της επιφάνειάς του.
Εκ των ανωτέρω αποστάσεων, που διήνησαν μετά την πρόσκρουση τα δύο οχήματα, προκύπτει εξάλλου ότι έβαιναν με την ίδια περίπου ταχύτητα, όπως έχουν διαπιστώσει οι ως άνω πραγματογνώμονες, η οποία ήταν περίπου 90 χ/ω., όπως προκύπτει από το γεγονός ότι οι αρχικές εκ της συγκρούσεως ζημίες ήταν μικρές. Τέλος, το δικαστήριο κρίνει ότι τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα (Έκθεση Τροχαίας, Πρόχειρο Σχεδιάγραμμα, Πραγματογνωμοσύνη πραγματογνωμόνων της Τροχαίας, Δελτίο Αδικημάτων και Συμβάντων), ως συνταχθέντα από κρατικά όργανα και αμέσως μετά το ατύχημα, είναι πιο αξιόπιστα από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους διαδίκους ιδιωτικές εκθέσεις τεχνικής πραγματογνωμοσύνης (ήτοι η άνευ ημερομηνίας τεχνική έκθεση του ιδιωτικού πραγματογνώμονα Α.
Β., ο από 11-10-2013 σχολιασμός του ιδίου και η με την ίδια ημερομηνία έκθεση του ίδιου ως άνω ιδιωτικού πραγματογνώμονα, που συντάχθηκαν κατ' εντολή του διαδίκου Ε. Μ., και οι δύο από 17-3-2011 και 10-6-2013 ιδιωτικές εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης της εταιρίας ιδιωτικών πραγματογνωμόνων "Γκλαβόπουλος Χ.Δ. και Σια Ε.Ε.", που συντάχθηκαν κατ' εντολή της διαδίκου ασφαλιστικής εταιρίας "ΑΙΓΑΙΟΝ"), οι οποίες, αν και στηρίζονται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, καταλήγουν σε εκ διαμέτρου αντίθετα μεταξύ τους συμπεράσματα ως προς τις αιτίες του ατυχήματος.
Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση ομοίως έκρινε, ορθά ερμήνευσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι οι πρώτος λόγος της υπό στοιχείο Α έφεσης, πρώτος και δεύτερος λόγοι της υπό στοιχείο Β έφεσης και ο μόνος λόγος της υπό στοιχείο Γ συνεκδικαζόμενης έφεσης.
Λόγω της ως άνω εκτροπής του φορτηγού αυτοκινήτου προς τα δεξιά και της ανατροπής του στο χωμάτινο πρανές του δρόμου, έχασαν τη ζωή τους οι επιβαίνοντες σ' αυτό Ί. Μ. και ο ανήλικος Σ.-Σ. Μ.. Ειδικότερα, η πρώτη, ηλικίας 43 ετών, απεβίωσε λόγω κακώσεων της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης και του κρανίου, ειδικότερα αυτή, κατά την από 5-10-2010 ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ιατροδικαστή Κ.
Κ., ως σοβαρότερους τραυματισμούς υπέστη θλαστικό τραύμα στο μέτωπο και τις βρεγματικές χώρες, ρωγμώδες κάταγμα αριστερού κροταφικού οστού, θλάσεις δεξιού κροταφικού λοβού του εγκεφάλου και κάταγμα-απεξάρθρωση του 4ου αυχενικού από τον 5° αυχενικό σπόνδυλο. Ο ανωτέρω ανήλικος γιος της, κατά τη με ίδια ημερομηνία ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας-νεκροτομής του ίδιου ως άνω ιατροδικαστή, απεβίωσε λόγω βαριάς κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως, ειδικότερα δε ως κυριότερους τραυματισμούς υπέστη εκτεταμένο θλαστικό τραύμα από την κορυφή της κεφαλής μέχρι και τις δύο βρεγματικές χώρες και τη δεξιά κροταφική χώρα, πολλαπλά κατάγματα των οστών του θόλου του κρανίου με ρευστοποίηση και έξοδο εγκεφαλικής ουσίας.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ως άνω θανούσα Ί. Μ. τη στιγμή του ατυχήματος δεν ήταν δεμένη με τη ζώνη ασφαλείας του καθίσματός της, και για το λόγο αυτό ταλαντεύθηκε βίαια στην καμπίνα του φορτηγού και χτύπησε σοβαρά μόνο στον αυχένα και στο κεφάλι, με αποτέλεσμα το θάνατό της (αντίθετα, οι κακώσεις της στο σώμα ήταν δεν ήταν σοβαροί), καθώς σε διαφορετική περίπτωση το σώμα της θα συγκρατιόταν στο κάθισμα με σαφώς ελαφρύτερες συνέπειες γι' αυτήν.
Αντίθετα, ο ισχυρισμός των συγγενών της-εκκαλούντων της υπό στοιχείο Α έφεσης, τον οποίο στηρίζουν στην από 5-10-2013 ιδιωτική έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης του τέως καθηγητή ιατροδικαστικής Μ. Τ. και στην από 8-10-2013 ιδιωτική έκθεση τεχνικής πραγματογνωμοσύνης της εταιρίας "... Ο.Ε.", ότι αυτή έφερε ζώνη ασφαλείας, αλλά τραυματίσθηκε από κάθετη ταλάντευση του σώματός της, κτυπώντας την κεφαλή στον ουρανό του φορτηγού αυτοκινήτου, ο οποίος επέπεσε επ' αυτής, και ότι απόδειξη περί του ότι έφερε ζώνη η Ί.
Μ. είναι το εύρημα της ανωτέρω νεκροψίας "Περγαμηνοειδής εκδορά διαστάσεων 3χ5 εκατ. περίπου στην δεξιά πλάγια τραχηλική χώρα", δεν κρίνεται ως πειστικός από το παρόν δικαστήριο, δεδομένου ότι αυτή έφερε, κατά την ως άνω έκθεση νεκροψίας, ρωγμώδες κάταγμα αριστερού κροταφικού οστού, γεγονός που υποδηλώνει ότι προσέκρουσε βίαια λόγω του ατυχήματος η κεφαλή της πλαγίως (στον κρόταφο) και όχι καθέτως, οπότε σαφώς δεν έφερε ζώνη ασφαλείας, πέραν δε τούτου είναι σαφές ότι έφερε θλαστικό τραύμα μήκους 7 εκατ.
περίπου στην αριστερή μετωπο-βρεγματική χώρα, γεγονός που υποδηλώνει ότι η κεφαλή της, λόγω της σύγκρουσης εκτινάχθηκε και προσέκρουσε εντός της καμπίνας του φορτηγού αυτοκινήτου, ενώ από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες προκύπτει ότι η στρέβλωση του ουρανού του ΙΧΦ αυτοκινήτου στη θέση του συνοδηγού δεν ήταν τόσο σοβαρή, ώστε να δικαιολογεί τον ισχυρισμό των εκκαλούντων της υπό στοιχείο Α έφεσης ότι ο ουρανός του αυτοκινήτου επέπεσε με δύναμη στην κεφαλή της θανούσας.
Ομοίως, η "περγαμηνοειδής εκδορά", που επικαλούνται οι εκκαλούντες της Δ έφεσης σαφώς δεν οφείλεται εν προκειμένω στη επικαλούμενη από αυτούς χρήση ζώνης ασφαλείας, δεδομένου μάλιστα ότι όμοιες περγαμηνοειδείς εκδορές έφερε και μάλιστα σε τρία σημεία, ήτοι στην αριστερή παρειά, στην περιοχή του γενείου και στη δεξιά ωμοπλατιαία χώρα (βλ.
έκθεση αυτοψίας) και το ως άνω θανόν ανήλικο, ως προς το οποίο ουδείς ισχυρισμός υφίσταται ότι έφερε ζώνη ασφαλείας (εξάλλου εκ κατασκευής το φορτηγό αυτοκίνητο είχε μόνο δύο ζώνες ασφαλείας, όπως προκύπτει και από την Έκθεση Αυτοψίας της Τροχαίας). Ομοίως, αποδείχθηκε ότι ο ανήλικος δεν ήταν τοποθετημένος σε ειδικό παιδικό καρεκλάκι κατάλληλο για την ηλικία του (παράβαση άρθ. 33 παρ. 2 περ.
β' ΚΟΚ) και δεμένος με κατάλληλη ζώνη ασφαλείας, γεγονός που οφείλεται στην παράλειψη των γονέων του να ασκήσουν επαρκώς το εκ του νόμου καθήκον εποπτείας επί του ανηλίκου τέκνου τους και να προνοήσουν για την ασφάλειά του, με αποτέλεσμα το σώμα του, μη συγκρατούμενο κατάλληλα, να μετακινηθεί σφοδρά μέσα στο φορτηγό και να υποστεί τις ως άνω σοβαρές κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις, συνεπεία των οποίων επήλθε ο θάνατός του.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ανωτέρω φορτηγό είχε εκ κατασκευής δύο θέσεις στην καμπίνα του, συμπεριλαμβανομένης της θέσης του οδηγού (βλ. προσκομιζόμενη από τους εφεσίβλητους Μ. και Γ. Κ. ακριβή μετάφραση του βιβλίου οδηγού του γερμανικού φορτηγού αυτοκινήτου), οπότε έφερε και δύο ζώνες ασφαλείας, και συνεπώς αντικανονικά επιβιβάσθηκαν επ' αυτού - πέραν του οδηγού - δύο επιβάτες.
Κατόπιν των ανωτέρω, κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου, υφίσταται συντρέχον πταίσμα της Ί. Μ. στην επέλευση του θανάτου της ιδίας αφενός λόγω μη χρήσης ζώνης ασφαλείας και αφετέρου λόγω επιβίβασης υπεράριθμων επιβατών στο εν λόγω όχημα, το ποσοστό του οποίου εκτιμάται σε 50%, και συντρέχον πταίσμα αμφοτέρων των γονέων του ανηλίκου τέκνου στην επέλευση του θανάτου του τελευταίου λόγω μη χρήσης κατάλληλου καθίσματος και κατάλληλης για το ανήλικο ζώνης ασφαλείας και, επίσης, λόγω επιβίβασης υπεράριθμου αριθμού επιβατών στο ως άνω όχημα, το ποσοστό του οποίου εκτιμάται ομοίως σε 50% (παράβαση άρθ. 12 παρ. 5 και 33 παρ. 2 παρ.
Β' ΚΟΚ). Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση άλλως έκρινε, εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της υπό στοιχείο Α έφεσης και να γίνουν εν μέρει δεκτοί ως ουσία βάσιμοι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της υπό στοιχείο Β έφεσης.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η θανούσα Ί. Μ., που ήταν Γεωργιανής υπηκοότητας, είχε αποκτήσει από τον πρώτο γάμο που τέλεσε στην Γεωργία έναν υιό, τον 3° ενάγοντα της β' αγωγής, ενώ από τον δεύτερο γάμο της με τον Έλληνα υπήκοο Ε. Μ., είχε αποκτήσει τον θανόντα γιο της Σ.-Σ. Μ., ηλικίας 3 ετών. Με τον ανωτέρω δεύτερο σύζυγό της και το εξ αυτού τέκνο της διέμενε τα τελευταία χρόνια στη Θεσσαλονίκη.
Ομοίως, ο εκ του πρώτου γάμου υιός της Γ. Τ. (γεννήθηκε στις 27-8-1990) διέμενε πολλά χρόνια μαζί με τη μητέρα του στην Ελλάδα, όπου φοίτησε σε ελληνικά σχολεία (βλ. τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα έγγραφα του 1ου Δημοτικού Σχολείου Νεάπολης και του 40ου Δημοτικού Σχολείου Θεσσαλονίκης), τα τελευταία δε χρόνια επέστρεψε στη Γεωργία, όπου υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία κατά το χρόνο που έλαβε χώρα ο θάνατος της μητέρας του (βλ.
κατάθεση μάρτυρα απόδειξης της β' αγωγής στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου). Ακόμη, η ανωτέρω θανούσα, παρά το γεγονός ότι είχε αφήσει την πατρίδα της προκειμένου να εγκατασταθεί στην Ελλάδα, την επισκεπτόταν αρκετά συχνά με το ανήλικο τέκνο της για να βλέπει τους γονείς της (1° και 2η των εναγόντων της β' αγωγής), τον μεγάλο γιο της (3° ενάγοντα β' αγωγής), και την αδελφή της (4η ενάγουσα β' αγωγής), με τους οποίους διατηρούσε παράλληλα συχνή τηλεφωνική επαφή, ενώ οι θανόντες είχαν πάντοτε αρμονικές σχέσεις με τους τελευταίους και συνδέονταν μαζί τους με αγάπη και ισχυρό συναισθηματικό δεσμό, αποδείχθηκε δε εγγράφως ότι η μητέρα της-β' ενάγουσα της β' αγωγής είχε δελτίο διαμονής στην Ελλάδα, γεγονός που αποδεικνύει ότι επισκέπτονταν τη θυγατέρα της συχνά στην Ελλάδα.
Λόγω του ατυχήματος και του θανάτου των οικείων τους, όλοι οι ενάγοντες της β' αγωγής, μεταξύ των οποίων και ο ως άνω ετεροθαλής αδελφός, οι οποίοι σαφώς περιλαμβάνονται στα πλαίσια του όρου "οικογένεια" (βλ. μείζονα σκέψη), υπέστησαν έντονη ψυχική οδύνη, η οποία συνίσταται στο σοκ που βίωσαν και στον συναισθηματικό κλονισμό που τους προκάλεσε η απρόσμενη απώλεια των δικών τους ανθρώπων, το γεγονός δε ότι διέμεναν μακράν των θανόντων αποδείχθηκε ότι δεν επηρέασε τις στενές σχέσεις μαζί τους και τη συνακόλουθη του θανάτου οδύνη τους, δεδομένου μάλιστα ότι η δεύτερη και ο τρίτος διέμεναν μεγάλα διαστήματα στην Ελλάδα, αλλά και με τους υπόλοιπους επικοινωνούσε με τηλεφωνήματα, επισκέψεις κτλ.
Προς τον υπολογισμό του ύψους του χρηματικού ποσού, που μπορεί να απαλύνει την ψυχική οδύνη των εναγόντων της δεύτερης αγωγής πρέπει να ληφθούν υπόψη οι συνθήκες του ατυχήματος, όπως ανωτέρω εκτέθηκαν, το είδος των προσβολών, η ηλικία των θανόντων Ί. Μ. και Σ.-Σ. Μ. κατά το χρόνο που συνέβη το ατύχημα (43 ετών και 3 ετών αντίστοιχα), η αποκλειστική υπαιτιότητα του Ε.
Μ. για την πρόκληση του ατυχήματος, αλλά και ο υψηλός βαθμός συνυπαιτιότητας των θανόντων στην πρόκληση του θανάτου τους και, τέλος, η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των εναγόντων της β' αγωγής, η οποία - κατά τον μάρτυρα απόδειξης ήταν καλή, γιατί εργάζονταν όλοι - πρέπει όμως να ληφθεί υπόψη ότι οι συγκεκριμένοι ενάγοντες κατοικούν στη Γεωργία, μια χώρα με πολύ χαμηλότερο βιωτικό επίπεδο από την Ελλάδα (βλ.
προσκομιζόμενη εκτύπωση ιστοσελίδας Καταλόγου χωρών ανά κατά κεφαλήν ΑΕΠ (ονομαστικό), κατά την οποία το Σεπτέμβριο του 2011, ήτοι ένα έτος μετά το επίδικο τροχαίο ατύχημα, το κατά κεφαλή ΑΕΠ της Γεωργίας ήταν 2.629,440 δολάρια ΗΠΑ, ενώ το αντίστοιχο ΑΕΠ της Ελλάδας - παρόλο που αυτή είχε ήδη εισέλθει στην παρούσα οικονομική κρίση - ανερχόταν σε 28.610,680 δολάρια ΗΠΑ, δηλαδή οι Έλληνες πολίτες κατά μέσο όρο είχαν ενδεκαπλάσιο εισόδημα των Γεωργιανών, οπότε τα επιδικαζόμενα ως κατωτέρω ποσά στους συγκεκριμένους ενάγοντες έχουν μεγάλη αγοραστική αξία στη Γεωργία (βλ.
μείζονα σκέψη), χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η οικονομική κατάσταση του γ' εναγομένου (ως προς το οποίο μόνο γίνεται εν μέρει δεκτή, ως κατωτέρω, η αγωγή αυτή), γιατί η ευθύνη αυτού είναι εγγυητική, τα ποσά που πρέπει να επιδικασθούν σ' αυτούς, ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής τους οδύνης, ανέρχονται για καθέναν από τους 1° και 2η των εναγόντων σε 15.000 ευρώ για το θάνατο της κόρης τους και 10.000 ευρώ για το θάνατο του εγγονού τους, για τον 3° ενάγοντα σε 15.000 ευρώ για το θάνατο της μητέρας του και 8.000 Ε.
για το θάνατο του ετεροθαλούς αδελφού του, και για την 4η ενάγουσα σε 8.000 ευρώ για το θάνατο της αδελφής της. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση άλλως έκρινε, εσφαλμένα ερμήνευσε το νόμο και κακώς εκτίμησε τις αποδείξεις, και, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο τρίτος λόγος της υπό στοιχείο Α έφεσης, να γίνει δε δεκτός εν μέρει ως ουσία βάσιμος ο σχετικός πέμπτος λόγος της υπό στοιχείο Β έφεσης.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, με την πληττόμενη απόφασή του, κατά το μέρος που ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, αφενός απέρριψε ως κατ'ουσίαν αβάσιμο τον σχετικό τρίτο λόγο της με στοιχείο Α και υπ'αριθμ. 252/21-1-2015 έφεσης που είχαν ασκήσει κατά της εκκαλούμενης υπ'αριθμό 332/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι εκκαλούντες- ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, αφετέρου δέχθηκε εν μέρει ως κατ'ουσία βάσιμο τον σχετικό πέμπτο λόγο της με στοιχείο Β και υπ'αριθμ. 936/12-3-2015 έφεσης που είχαν ασκήσει κατά της ίδιας εκκαλούμενης υπ'αριθμό 332/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ο πρώτος των εκκαλούντων-εναγομένων Ε.
Μ., που δεν είναι διάδικος στην προκείμενη αναιρετική δίκη και το δεύτερο των εκκαλούντων - εναγόμενο - προσεπικαλούν - παρεμπιπτόντως ενάγον και ήδη αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία " ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ". Στην συνέχεια, αφού δέχτηκε τυπικά τις με στοιχείο Α,Β, και Γ αντίθετες εφέσεις που είχαν ασκηθεί κατά της υπ'αριθμό 332/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμη την με στοιχείο Α και υπ'αριθμ. 252/21-1-2015 έφεση, που είχαν ασκήσει κατά της εκκαλούμενης υπ'αριθμό 332/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι εκκαλούντες- ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, απέρριψε ως κατ'ουσία αβάσιμη την με στοιχείο Γ έφεση, που δεν είναι αντικείμενο της παρούσας αναιρετικής δίκης, δέχθηκε κατ'ουσία την με στοιχείο Β και υπ'αριθμ. 936/12-3-2015 έφεση των ως άνω εκκαλούντων (εκ των οποίων το τώρα αναιρεσίβλητο) ως προς τους εφεσίβλητους και τώρα αναιρεσίβλητους, απέρριψε όμως αυτήν κατ'ουσία ως προς τους λοιπούς εφεσίβλητους, που δεν είναι διάδικοι στην προκείμενη αναιρετική δίκη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ'αριθμό 332/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ως προς το κεφάλαιο που αφορούσε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης στους τώρα αναιρεσείοντες, διακράτησε την υπόθεση μόνο ως προς το προαναφερθέν κεφάλαιο, και υποχρέωσε το εναγόμενο και τώρα αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ.
με την επωνυμία " ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ " να καταβάλει σε έκαστο από τους τώρα πρώτο, δεύτερη και τρίτο των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων 15.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, αναγνώρισε δε την υποχρέωση του ίδιου τώρα αναιρεσίβλητου Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία " ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ " να καταβάλει (επί πλέον) σε έκαστο από τους τώρα πρώτο και δεύτερη των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων 10.000 ευρώ, στον τρίτο των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων 8.000 ευρώ και στην τέταρτη των εναγόντων - αναιρεσιβλήτων 8.000 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε και επιδικάζοντας τα προαναφερόμενα συνολικά ποσά στους ενάγοντες τώρα αναιρεσείοντες για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που αυτοί υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα της προαναφερθείσας Ί. Μ., που ήταν (αντιστοίχως) κόρη του πρώτου ενάγοντος - αναιρεσείοντος και της δεύτερης ενάγουσας - αναιρεσείουσας, μητέρα του τρίτου ενάγοντος - αναιρεσείοντος και αδελφή της τέταρτης ενάγουσας - αναιρεσείουσας και του προαναφερόμενου ανηλίκου (ηλικίας τριών ετών) Σ.- Σ.
Μ. που ήταν (αντιστοίχως) εγγονός του πρώτου ενάγοντος - αναιρεσείοντος και της δεύτερης ενάγουσας - αναιρεσείουσας και ετεροθαλής αδελφός του τρίτου ενάγοντος - αναιρεσείοντος, παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, που επιβάλλεται να τηρείται για τη σύγκριση της έκτασης της ψυχικής οδύνης και του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάστασή της και υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, υπολείπεται, και μάλιστα καταφανώς, εκείνου που συνήθως επιδικάζεται σε παρόμοιες περιπτώσεις, σύμφωνα με όσα δέχθηκε το Δικαστήριο ουσίας ότι αποδείχθηκαν σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την προαναφερθείσα συγγενική σχέση των τώρα αναιρεσειόντων με τους ως άνω αποβιώσαντες κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα Ί.
Μ. και Σ.- Σ. Μ., παραβιάζοντας έτσι ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 932 Α.Κ., καθώς και των άρθρων 2 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος, σε συνδυασμό και με το άρθρο 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνεται βάσιμος. Επίσης, έτσι που έκρινε το Εφετείο και με τις προαναφερόμενες αυτολεξεί παρατεθείσες ανωτέρω παραδοχές του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφατικές αιτιολογίες, αναφορικά με τον καθορισμό του ύψους της επιδικασθείσας σε έκαστο από τους τώρα αναιρεσείοντες χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα του ανηλίκου συγγενούς τους Σ.- Σ.
Μ., και συγκεκριμένα σε σχέση με το κατά πόσο το Εφετείο έλαβε ή όχι υπόψη του την συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των γονέων του ανηλίκου αποβιώσαντος κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα Σ.- Σ. Μ., στην επέλευση του θανάτου του, αφενός λόγω μη χρήσης κατάλληλου καθίσματος και κατάλληλης για το ανήλικο ζώνης ασφαλείας, αφετέρου λόγω επιβιβάσεως υπεράριθμου αριθμού επιβατών στο ζημιογόνο όχημα, την οποία (προαναφερόμενη συνυπαιτιότητα αμφοτέρων των γονέων του ανηλίκου) το Εφετείο με την προσβαλλόμενη εκτίμησε σε ποσοστό 50 % (ποσοστό που δεν πλήττεται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης).
Επομένως, και ο σχετικός δεύτερος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνεται βάσιμος.
Περαιτέρω, εν όψει των προαναφερόμενων, ιδία σε σχέση με την παραδοχή ως βάσιμου του τρίτου λόγου αναίρεσης, που αφορά την παραβίαση της αρχής αναλογικότητας σε σχέση με τα ποσά που επιδικάστηκαν με την προσβαλλόμενη σε έκαστο από τους τώρα αναιρεσείοντες ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό των ως άνω συγγενών τους, παρέλκει η εξέταση της βασιμότητας του πρώτου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη την αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με την σύγκριση του βιοτικού επιπέδου της Ελλάδας με την Γεωργία, μόνιμοι κάτοικοι της οποίας είναι οι τώρα αναιρεσείοντες, αναφορικά με τον καθορισμό του ύψους της επιδικασθείσας σε έκαστο από τους τώρα αναιρεσείοντες χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θανάσιμο τραυματισμό των συγγενών τους, καθόσον αυτός ο πρώτος λόγος αναίρεσης ταυτίζεται κατ'αποτέλεσμα με τον ως άνω τρίτο λόγο αναίρεσης που έγινε ήδη δεκτός ως βάσιμος.
Μετά από αυτά και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης η κρινόμενη από 19-11-2015 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 336/23-11-2015 αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολό της. Μετά ταύτα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες (άρθρ. 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ., λόγω της ήττας του στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την αίτηση αναίρεσης κατά της υπ` αριθμ. 1308/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Αναιρεί την 1308/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες τούτο αναιρεσείοντες. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Μαΐου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ