Supreme Court allows appeal against labor dispute judgment regarding business transfer and employee continuity.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance labor judgment concerning a business transfer dispute. The appellant argued that the lower court's reasoning regarding the continuity of the business and the transfer of employees was contradictory and lacked proper motivation. The court found the first instance judgment flawed because it accepted contradictory facts about the business transfer while failing to adequately explain the continuity of services and personnel. Consequently, the Supreme Court annulled the contested decision and remanded the case for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1 and 19 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must annul a lower court decision if it accepts contradictory facts regarding a business transfer and fails to provide adequate motivation for the continuity of the business and its personnel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1150 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1150/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Γεώργιο Δημάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 3η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "BALANCES ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "BALANCES Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Δημητρίου Ζερδελή και Δημητρίου Βασιλείου, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Δ. Μ. του Ι., κατοίκου …., που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου Αριστοτέλη Μερεκούλια, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 142/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 5516/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-4-2018 αίτησή της και τους από 18-10-2019 πρόσθετους λόγους της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαρία Νικολακέα. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ'αριθ.5516/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθ. 552, 553 παρ. 1, 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3, 568 και 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Με την αίτηση αυτή πρέπει να συνεκδικασθούν και οι από 18-10-2019 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης που ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο (αριθ.καταθ.109/2019 ενώπιον του δικαστηρίου αυτού τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από την αρχική δικάσιμο της ως άνω αίτησης αναίρεσης (3-12-2019), επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο (βλ. την υπ' αριθ.1248Β/30-10-2019 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κ. Μ. και πλήττουν τα κεφάλαια που προσβάλλονται με την αναίρεση και συνεπώς είναι παραδεκτοί (αρθ. 569 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων λόγων τους (αρθ.577 παρ.1 και 3 ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "η μεταβολή του προσώπου τον εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18-7- 1920.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 (ΦΕΚ Α' 162/12-7-2002) λήφθηκαν "μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου". Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την .
Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία, αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α' και γ' ).
Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως "μεταβίβαση" θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β').
Ως "μεταβιβάζων" ("εκχωρητής", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως "διάδοχος" ("εκδοχέας", κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κλπ (άρθρο 3 παρ.1 στοιχείο α' και β').
Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η "υπόσταση" τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το "περιεχόμενο" τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης.
Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΈΚ και ήδη ΔΒΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο, δηλαδή ;που ευνοεί την κατάφαση της "μεταβίβασης" ακόμη και σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε ν' αμφισβητηθεί.
Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια "οικονομική οντότητα". Πρέπει, δηλαδή, να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα ("οικονομική οντότητα"), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017, ΑΠ 1319/2015, ΑΠ 14/2012).
Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ.
επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.) (ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης.
Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτήρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη τη πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 444/2019 ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1850/2006).
Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θ’ αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών.
Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, τη λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης, επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (πρβλ.
ΔΕΚ 12.2.2009 C - 466/07 Klarenberg). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, με την μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος.
Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση (με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, για τα οποία δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή), ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί -τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας.
Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920 "περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ" (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955).
Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο.
Εξ άλλου, ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 1369/2018).
Επομένως, νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από τυχόν άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια, και συνακόλουθα ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχείρησης, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακυρως από τον παλαιό εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 1378/2002, ΑΠ 1697/1998) Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του Π.Δ/τος 178/2002 συνιστούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, αποσκοπώντας στην προστασία του περιεχόμενου της εργασιακής σχέσης, και συνακόλουθα είναι άκυρη η συμφωνία μεταξύ του μεταβιβάζοντος και των εργαζομένων, βάσει της οποίας οι τελευταίοι παραιτούνται από συμβατικές τους αξιώσεις, όταν η συμφωνία αυτή έχει ως αιτία τη μεταβίβαση και στοχεύει στο ν' αποτραπεί η υπεισέλευση του νέου φορέα στο σύνολο των υφισταμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έναντι των εργαζομένων.
Εξ άλλου, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ' εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, όσες απολύσεις είναι αναγκαίο να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού (παρ. 1 εδ.
β'). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν η σύμβαση ή η σχέση εργασίας καταγγελθεί, λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζόμενου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι, των οποίων λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ οι θέσεις εργασίας παύουν να υφίστανται στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος, οφείλουν, κατ' αρχήν, να συνεχίσουν την παροχή της εργασίας τους με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του διαδόχου, στην οποία μεταφέρονται οι θέσεις εργασίας (που εκ των πραγμάτων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οικονομική δραστηριότητα που μεταβιβάζεται).
Όπως αναφέρθηκε όμως, η μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ επέρχεται με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση των εργαζομένων. Ως εκ τούτου, συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας (ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017) και κατά συνέπεια, εάν η μεταβολή αυτή είναι βλαπτική των όρων εργασίας του εργαζομένου, ο τελευταίος κατ' εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 2112/1920 έχει όλα τα πλεονεκτήματα που θα είχε, εάν στην καταγγελία προέβαινε ο ίδιος ο εργοδότης.
Η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αποτελεί παράβαση που ελέγχεται με την διάταξη του άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για τον σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα ή διαφορετικά στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο, κρίνοντας αυτήν ως αόριστη, ή, αντίθετα, αρκέσθηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο στοιχεία, κρίνοντας αυτήν ως ορισμένη. Πρόκειται δηλαδή και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση ή όχι της νομικής αοριστίας της αγωγής (ή της ένστασης) (σχετ. ΟλΑΠ 16/1998, ΑΠ 991/2014). Η αοριστία, όμως, της αγωγής μπορεί να μην είναι νομική, αλλά ποσοτική, όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο σύμφωνα με το άρθ. 216 παρ. 1 στοιχ. α' και β' ΚΠολΔ στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, ή ποιοτική, όταν γίνεται απλά επίκληση των όρων του νόμου, χωρίς ν' αναφέρονται τα θεμελιούντα την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου πραγματικά περιστατικά. Στις περιπτώσεις αυτές η απόφαση ελέγχεται με βάση τις διατάξεις του άρθ. 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔ (Απ 449/2019, ΑΠ 180/2016, ΑΠ 34/2015, ΑΠ 1192/2012, ΑΠ 220/2012, ΑΠ 1125/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση από τον Άρειο Πάγο του δικογράφου της από 10-10-2013 και με αριθ. καταθ. 5400/156/2014 ένδικης αγωγής στα πλαίσια έρευνας σχετικού αναιρετικού λόγου (αρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εταιρείες (η δεύτερη εξ αυτών ήδη αναιρεσείουσα) αλληλεγγύης και εις ολόκληρον να του καταβάλουν λόγω ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής του συμβάσεως από την πρώτη εναγόμενη, της οποίας η δεύτερη ήταν διάδοχος και απασχολείτο πλέον από αυτήν, μισθούς υπερημερίας και επικουρικά το ποσό των 13.650 ευρώ ως αποζημίωση απολύσεως, αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2013 και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Εκθέτει επίσης ότι τον Ιούνιο του έτους 2013 τα ίδια πρόσωπα που διαχειρίζοντο την ως άνω πρώτη εναγομένη εταιρεία BRANDEC προέβησαν στην ίδρυση της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία "BALANCES ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΑΕ", στην οποία μεταβιβάσθηκαν τα κυριότερα περιουσιακά στοιχεία της πρώτης και ειδικότερα το προσωπικό, και το πελατολόγιο, ασκεί δε την ίδια ακριβώς επιχειρηματική δραστηριότητα και έχει τον ίδιο νόμιμο εκπρόσωπο και το ίδιο ιδιοκτησιακό καθεστώς, τυπικά όμως δεν έχει την ίδια έδρα και δεν λειτουργεί στις ίδιες κτιριακές εγκαταστάσεις (στην ίδια διεύθυνση).
Εκθέτει ακόμη ότι η νεοσυσταθείσα επιχείρηση επιδιώκει, όπως προαναφέρθηκε, τον ίδιο επιχειρηματικό σκοπό, προς ευχερέστερη εκπλήρωση του οποίου οι διευθύνοντες αυτήν διέκοψαν την επιχειρηματική δραστηριότητα της πρώτης εναγομένης εταιρείας BRANDEC "την οποία ανάγκασαν ουσιαστικά να κλείσει" όπως εκθέτει στην αγωγή του ο ενάγων προκειμένου να μην ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις των εργαζομένων μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος, ο οποίος από τον Σεπτέμβριο του έτους 2013 προσέφερε τις υπηρεσίες του στην δεύτερη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία "BALANCES ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΑΕ", η οποία ως διάδοχος εργοδότρια είχε υπεισέλθει στις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της προκατόχου της αρχικής εργοδότριας.
Τα παραπάνω ποσά ζήτησε ο ενάγων επικουρικά με βάση την άρση της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης εναγομένης εταιρείας, άλλως βάσει των διατάξεων περί σιωπηρής αναδοχής χρέους, άλλως βάσει των περί αδικοπραξιών διατάξεων και των διατάξεων των άρθρων 281 και 288 ΑΚ και, τέλος, εντελώς επικουρικότερα, βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων των άρθρων 904 επ.
ΑΚ.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθμ.142/2015 απόφασή του, έκρινε νόμιμη την αγωγή μόνο ως προς την κύρια βάση της από τη μεταβίβαση επιχείρησης και την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω ελλιπούς καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης και ακολούθως έκρινε ότι είναι άκυρη η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος και ότι έγινε μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης εταιρείας στη δεύτερη και υποχρέωση και τις δύο εταιρείες, εκτός των άλλων, να καταβάλουν στον ενάγοντα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, το ποσό των 15.600 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 17-10-2013 έως 17-10-2014 και το δώρο Χριστουγέννων του έτους 2013.
Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκε έφεση από μέρους της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε αυτή (έφεση) ως κατ' ουσία αβάσιμη, δεχόμενη ότι η αναιρεσείουσα ευθύνεται προς αποζημίωση κ.λπ του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου όχι μόνο βάσει της διάταξης του άρθρου 479 ΑΚ σε συνδυασμό με τις διατάξεις του π.δ.178/2002, αλλά και λόγω άρσης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της πρώτης εναγομένης εταιρείας.
Με τον δεύτερο από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα εταιρεία προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι εσφαλμένως απέρριψε ως αβάσιμο τον προταθέντα πρωτοδίκως και κατ' έφεση ισχυρισμό αυτής περί αοριστίας της ως άνω αγωγής, καθότι δεν διαλαμβάνονται στο οικείο δικόγραφο συγκεκριμένα στοιχεία θεμελιωτικά της συνδρομές περίπτωσης διαδοχής του εργοδότη, ότι η ήδη αναιρεσείουσα υπήρξε εργοδότης του ενάγοντος και ότι έγινε εν τοις πράγμασι μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης στην δεύτερη εξ αυτών και ήδη αναιρεσείουσα καθώς και ως προς την επικουρική βάση της αγωγής από την άρση αυτοτέλειας του νομικού προσώπου της πρώτης εναγομένης, διότι δεν εκθέτει περιστατικά καταχρηστικής επίκλησης της αυτοτέλειας των δύο εταιρειών.
Ο λόγος αυτός είναι ως προς το πρώτο σκέλος του αβάσιμος, καθότι στο δικόγραφο της αγωγής το μεν ρητά διαλαμβάνεται ότι τον Ιούνιο του 2013 συνεστήθη η αναιρεσείουσα εταιρεία στην οποία μεταβιβάσθηκε το πελατολόγιο της προηγούμενης εταιρείας και ο πυρήνας των σε αυτήν εργαζομένων, ούτως ώστε να συνεχισθεί η άσκηση της αυτής οικονομικής δραστηριότητας από το νέο φορέα και ότι την περίοδο από το Σεπτέμβριο του έτους 2014 έπαυσε η λειτουργία της αρχικά πρώτης εναγομένης εταιρείας, ενώ ξεκίνησε η λειτουργία της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας .
Για το ορισμένο της κύριας βάσης της αγωγής από τη μεταβίβαση επιχείρησης αρκούσε η μνεία ότι τα βασικά περιουσιακά στοιχεία της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, ήταν το πελατολόγιο και το εργαζόμενο σ' αυτή προσωπικό, μεταβιβάσθηκαν στην αναιρεσείουσα διάδοχο εταιρεία, η οποία, ως νέος φορέας, ανέλαβε τη συνέχιση της αυτής επαγγελματικής δραστηριότητας αισθητικής και αδυνατίσματος, όπως και η προηγούμενη εταιρεία, την ίδια περίοδο που η τελευταία διέκοψε τη λειτουργία της, περιστατικά τα οποία διαλαμβάνονται στο οικείο αγωγικό δικόγραφο όσον αφορά την κύρια βάση της αγωγής.
Όμως, όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής από την καταχρηστική και παράνομη άρση της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της πρώτης εναγομένης εταιρείας, την οποία χρησιμοποίησε η αναιρεσείουσα προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες που απορρέουν από την εργοδοτική ιδιότητα, η αγωγή κατά το μέρος αυτό είναι αόριστη, καθόσον σ' αυτή ενάγων, πέραν των όσων αναφέρει για τη στοιχειοθέτηση της βάσης από τη μεταβίβαση επιχείρησης, επικαλείται επί πλέον κατά λέξη τα εξής:
Άλλως, σε περίπτωση που κριθεί από το σεβαστό δικαστήριο σας ότι η δεύτερη εναγομένη δεν είναι άμεση εργοδότριά μου, ευθύνεται εν τούτοις αλληλεγγύως και εις ολόκληρον για την ικανοποίηση των αξιώσεών μου, διότι χρησιμοποίησε όλως καταχρηστικώς και παρανόμως την αυτοτέλεια της νομικής προσωπικότητας της πρώτης εναγομένης προκειμένου να αποφύγει τις συνέπειες που απορρέουν από την εργοδοτική ιδιότητα".
Δηλαδή από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της αγωγής προκύπτει ότι δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της θεμελιωτικά της επικουρικής βάσης γεγονότα, όπως πχ. ότι ο Λ. Λ., κυρίαρχος μέτοχος κατά τον ενάγοντα της πρώτης εναγομένης, χρησιμοποίησε τη νομική προσωπικότητα της εταιρείας αυτής για να καταστρατηγήσει το νόμο ή να προκαλέσει με δόλο ζημία σε τρίτους ή για να αποφευχθεί η εκπλήρωση των εταιρικών ή ατομικών υποχρεώσεών του, οι οποίες δημιουργήθηκαν καθ' υπέρβαση των πραγματικών ή ατομικών δυνατοτήτων, ότι υπήρξε ανεπαρκής χρηματοδότηση της πρώτης εναγομένης εταιρείας και έτσι μετέφερε ο Λ.
Λ. αθέμιτα στους δανειστές της τους κινδύνους από τη δική του ουσιαστικά επιχειρηματική δραστηριότητα, ότι αθέμιτα χρησιμοποίησε την εταιρική περιουσία για τις δικές του δραστηριότητες, ότι υπήρξε σύγχυση της εταιρικής με την ατομική περιουσία αυτού κλπ (Ολ ΑΠ 2/2003).
Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος ως προς το πρώτο σκέλος και βάσιμος ως προς το δεύτερο, που αφορά την επικουρική βάση της αγωγής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006, ΟλΑΠ 4/2005).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ. ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ότι ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος προσλήφθηκε από την εταιρεία του ομίλου "ΒΟDYLINE", που δραστηριοποιείται σαν πολυδύναμο κέντρο αισθητικής, προσφέροντας υπηρεσίες αδυνατίσματος, αισθητικής κ.λ.π., και συγκεκριμένα από την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΜΑ ΣΤΟΥΝΤΙΟ ΥΓΕΙΑΣ ΧΟΛΝΤΙΓΚ ΑΕ", στις 10-7-2000 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, παρέχοντας την εργασία του ως υπάλληλος γραφείου, επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή και 8ωρο ωράριο εργασίας ημερησίως, από 09:00 έως 17:00.
Η εν λόγω εταιρία μαζί με άλλες εταιρίας με το ίδιο αντικείμενο, εδρεύουσες σε διάφορα μέρη της Αττικής (Κηφισιά, Γλυφάδα, Πλ. Συντάγματος κ.λ.π.), αποτελούσαν τμήματα του ίδιου επιχειρηματικό ομίλου που λειτουργούσε με τον ανωτέρω διακριτικό τίτλο "ΒΟDYLINE" και ουσιαστικά είχαν τον ίδιο ιδιοκτήτη τον Λ. Λ., ο νέος δε αυτός όμιλος είχε την επωνυμία BRANDEC, είχε το ίδιο αντικείμενο εκμετάλλευσης, σχεδόν το ίδιο προσωπικό και εγκαταστάσεις που είχε ο προηγούμενος επιχειρηματικός όμιλος.
Ότι ο ενάγων στις 10-6-2011 μεταφέρθηκε από την ανωτέρω συμμετοχική ανώνυμη εταιρεία στην εταιρεία του ίδιου Ομίλου με την επωνυμία "ΣΙΛΟΥΕΤ ΚΛΑΜΠ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΕΠΕ", όπου και παρέμεινε μέχρι τις 8-11-2012, οπότε στη συνέχεια μεταβιβάστηκε εκ νέου η εργασιακή του σχέση σε τρίτη εταιρεία του ιδίου Ομίλου με την επωνυμία "ΜΠΙ ΜΠΟΝΤΙ ΕΠΕ ΚΑΙ ΣΙΑ EE - ΣΤΟΥΝΤΙΟ ΥΓΕΙΑΣ", στην οποία παρέμεινε μέχρι τις 7-4-2013, ακολούθως μεταβιβάστηκε η εργασιακή του σχέση στην 1η εναγομένη εταιρία, όπου παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι τις 17-10-2013, οπότε και η τελευταία αυτή εταιρεία κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας, χωρίς να του καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση απολύσεως, καθώς και την αναλογία του δώρου Χριστουγέννων του έτους 2013, καθισταμένης έτσι της καταγγελίας άκυρης και συνεπώς κατέστη υπερήμερη, υποχρεούται δε να καταβάλει στον ενάγοντα τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 17-10-2013 μέχρι 17-10-2014, συνολικού ύψους από 15.6000 ευρώ, δεδομένου ότι οι συμφωνηθείσες και καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές του κατά το χρόνο της απόλυσης ανερχόταν στο ποσό των 1,300 ευρώ.
Επίσης ο ενάγων εδικαιούτο ως δώρο Χριστουγέννων έτους 2013 το ποσό των 930,28 ευρώ. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο επιχειρηματικός όμιλος του ανωτέρω Λ. Λ., προκειμένου να αποφύγει την ικανοποίηση των νομίμων αξιώσεων του προσωπικού, δημιούργησε τον Ιούνιο του έτους 2013 ένα νέο όμιλο με την επωνυμία "BALANCES ΣΥΜ- ΜΕΤΟΧΙΚΗ ΑΕ" - 2η εναγομένη και νυν εκκαλούσα, που απασχολούσε κατά βάση το 80% του προσωπικού της 1ης εναγομένης μονοπρόσωπης εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "BRANDEC HELLAS ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" με δ.τ. "ΒΟΝDYLINE", το οποίο (προσωπικό), αφού πρώτα απέλυσε εικονικά η 1η,το προσέλαβε η δεύτερη, επί πλέον η τελευταία είχε την ίδια ουσιαστικά επιχειρηματική δραστηριότητα, στις ίδιες εγκαταστάσεις μ' αυτές της εταίρας "BRANDEC" και με τα ίδια μηχανήματα, μάλιστα έγινε προσέγγιση στους ίδιους πελάτες από το ίδιο προσωπικό που εγνώριζαν ως προσωπικό των εταιρειών με την επωνυμία "BRANDEC".
Εκ τούτων προκύπτει ότι δεν υφίστατο η βούληση της μεταβιβάζουσας και της διαδόχου εταιρίας ως κρίσιμο κριτήριο για την έννοια της μεταβίβασης επιχείρησης, να πραγματοποιηθεί η επίδικη μεταβίβαση, αντίθετα αναφορικά με την πραγματική βούληση των ως άνω εταιρειών προκύπτει ότι η 1η εναγομένη επιχείρησε να παρακάμψει τις συμβατικές δεσμεύσεις της έναντι των εργαζομένων, μεταξύ των οποίων και τον ενάγοντα.
Αποδείχθηκε, συνεπώς, μεταβίβαση των υλικών στοιχείων της επιχείρησης, προέκυψε απασχόληση σημαντικού αριθμού μέρους του εργατικού δυναμικού της 1ης εναγομένης εταίρας στην 2η γενικευμένη μεταβίβαση πελατείας, ομοιότητα της ασκούμενης δραστηριότητας πριν και μετά την μεταβίβαση και ουσιαστικά οι εναγόμενες εταιρείες, ως ανήκουσες στον ίδιο επιχειρηματικό όμιλο, αιρουμένης της αυτοτέλειας της νομικής προσωπικότητας της β' εναγομένης, ευθύνονται εις ολόκληρον έναντι του ενάγοντος, καθόσον ο τελευταίος εν τοις πράγματι παρείχε εργασία στην 2η εναγομένη, απορριπτόμενων επομένως ως αβασίμων των σχετικών εντάσεων περί αοριστίας της αγωγής και περί ελλείψεως παθητικής νομιμοποιήσεως της 2ης εναγομένης, που παραδεκτά προτάθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου με προφορική δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων της στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και καταχωρήθηκαν στα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης αυτού, καθώς και στις κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις της και επαναφέρονται (ενστάσεις) με σχετικούς λόγους της κρινομένης έφεσης της.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τα αναφερόμενα στη προαναφερθείσα νομική σκέψη ο παλαιός εργοδότης (1η εναγομένη) του ενάγοντα συνεχίζει να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση της επιχείρησης για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ενώ ο νέος εργοδότης (2η εναγομένη) ευθύνεται αποκλειστικά μεν για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά την μεταβίβαση, παράλληλα δε μαζί με τον παλαιό εργοδότη, χωρίς περιορισμό και για τις αξιώσεις των εργαζομένων, κατά του τελευταίου που είχαν γεννηθεί πριν από την μεταβίβαση, οι εναγόμενες, όπως προαναφέρθηκε, οφείλουν αλληλεγγύως και εις ολόκληρον καθεμιά στον ενάγοντα τους μισθούς ως άνω υπερημερίας, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, αφού δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απολύσεως.
Πρέπει λοιπόν η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή εν μέρει ως ουσία βάσιμη: 1) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 17-10-2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, 2) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα αλληλεγγύως και εις ολόκληρον το ποσό των 15.600 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που κάθε μηνιαίος μισθός κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός, καθώς και το ποσό των 930,28 ευρώ, νομιμοτόκως από 1-1-2014 και 3) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να αποδέχονται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος και να τον επαναπασχολούν σε θέση εργασίας υπαλλήλου γραφείου κατά του όρους της σύμβασης εργασίας του με την απειλή 30 ευρώ για κάθε ημέρα παράβασης....." Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αφενός μεν εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, 2 παρ. 1,3 και 4 του π.δ. 178/2002, αναφορικά με τη συνδρομή ή μη περίπτωσης μεταβίβασης επιχειρήσεως από την εταιρεία με την επωνυμία "BRANDEK HELLAS ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΗ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ" στην ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία με την επωνυμία "BALANCES ΣΥΜΜΕΤΟΧΙΚΗ ΑΕ", αφετέρου δε διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ανωτέρω κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα, υποπίπτοντας έτσι στις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.
Ειδικότερα: α) ως προς το στοιχείο της πρόσληψης ή μη σημαντικού αριθμού του προσωπικού της πρώτης εναγομένης από τη δεύτερη αναιρεσείουσα, ως καθοριστική ένδειξη της μεταβίβασης επιχείρησης, η προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ δέχεται ότι μεταβιβάσθηκε στην τελευταία το 80% του προσωπικού που εργαζόταν στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, δεν διευκρινίζει πόσα συνολικά άτομα απασχολούσε προηγουμένως η εταιρεία BRANDEK και με ποίες ειδικότητες πόσους εργαζόμενους περιελάμβανε το προσωπικό της αναιρεσείουσας και με ποιες ειδικότητες ούτως ώστε να διαπιστωθεί η αναλογία των 80 εργαζομένων σε σχέση με το σύνολο του προσωπικού της αναιρεσείουσας, ούτε διευκρινίζει ποιες ειδικότητες είχαν τα 80 άτομα που προσέλαβε η αναιρεσείουσα, ώστε να κριθεί αν εξ αιτίας των γνώσεων ή των καθηκόντων τους απετέλεσαν τον πυρήνα των εργαζομένων της μεταβιβασθείσας επιχείρησης.
Επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζει πότε λύθηκαν οι συμβάσεις εργασίας αυτών των 80 εργαζομένων της πρώτης εναγομένης, ούτως ώστε να κριθεί αν η λυση των συμβάσεων αυτών έλαβε χώρα αποκλειστικά με την προοπτική της ένταξης αυτών στο προσωπικό της αναιρεσείουσας με άμεση πρόσληψη αυτών από αυτή εντός του απολύτως αναγκαίοι) προς τούτο χρόνου, β) ως προς το στοιχείο της μεταβίβασης του εξοπλισμού, ως καθοριστικής ένδειξης της μεταβίβασης επιχείρησης, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα χρησιμοποίησε μετά τη μεταβίβαση τα ίδια μηχανήματα που είχε και η πρώτη εναγομένη, χωρίς να προσδιορίσει, έστω και συνοπτικά, τα μηχανήματα και τον εξοπλισμό που φέρεται ότι μεταβιβάσθηκε, γ) η προσβαλλόμενη, ενώ δέχεται ότι κατά μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2013 η εταιρεία BRANDEK διέκοψε τη λειτουργία της και τον Ιούνιο του ίδιου έτους συνεστήθη η αναιρεσείουσα, δεν διευκρινίζει περαιτέρω τον ακριβή χρόνο έναρξης της επαγγελματικής δραστηριότητας της τελευταίας μετά τη μεταβίβαση σ' αυτή του πελατολογίου, του προσωπικού και του εξοπλισμού της πρώτης εναγομένης, ούτως ώστε να κριθεί αν υπήρξε ή όχι και σε ποια χρονική έκταση διακοπή της επιχειρηματικής δραστηριότητας μεταξύ της παύσης λειτουργίας της BRANDEK και της πραγματικής έναρξης της λειτουργίας της αναιρεσείουσας εταιρείας και επί πλέον αν τα ανωτέρω περιουσιακά στοιχεία (προσωπικό, εξοπλισμός, πελατολόγιο κλπ) μεταβιβάσθηκαν στην αναιρεσείουσα ως οργανωμένο σύνολο, διατηρώντας τον λειτουργικό και οργανωτικό τους σύνδεσμο για την επιδίωξη συγκεκριμένου σκοπού ή αντίθετα μεταβιβάσθηκαν ως επί μέρους στοιχεία., δ) δεν διευκρινίζει, επίσης, η προσβαλλόμενη απόφαση τον τρόπο με τον οποίο έγινε η μεταβίβαση στην αναιρεσείουσα του πελατολογίου της πρώτης εναγομένης και σε ποια έκταση έγινε προσέλκυση του εν λόγω πελατολογίου, ε) δέχεται ότι ο ενάγων, του οποίου η σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε από την πρώτη εναγομένη στις 17-10-2013, παρείχε "εν τοις πράγμασι" εργασία στη δεύτερη εναγομένη, χωρίς να προσδιορίζει τον τόπο, τον τρόπο και το χρονικό διάστημα που έλαβε χώρα παροχή υπηρεσιών προς την αναιρεσείουσα, χωρίς να αιτιολογεί πως γινόταν η παροχή υπηρεσιών συγχρόνως στην πρώτη εναγομένη και στην αναιρεσείουσα, ε) δεν προσδιορίζει τη διεύθυνση όπου ασκούσαν επιχειρηματική δραστηριότητα οι δύο εναγόμενες εταιρείες και στ) η προσβαλλόμενη απόφαση στη σελίδα 16 αυτής δέχεται ότι " δεν υφίστατο η βούληση της μεταβιβάζουσας και της διαδόχου εταιρείας ως κρίσιμο στοιχείο για την έννοια της μεταβίβασης επιχειρήσεως να πραγματοποιηθεί η επίδικη μεταβίβαση...'", στη συνέχεια δε του σκεπτικού της δέχεται εντελώς αντιφατικά ότι αποδείχθηκε μεταβίβαση των υλικών στοιχείων της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης προς τη δεύτερη, μεταβίβαση σημαντικού μέρους του προσωπικού της, γενικευμένη μεταβίβαση πελατείας, ότι υπήρχε ομοιότητα της ασκούμενης δραστηριότητας κλπ.
Πρέπει να σημειωθεί ότι η ειδικότερη αιτίαση, ότι για την επάρκεια της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς το κριτήριο του βαθμού ομοιότητας των δραστηριοτήτων των δύο εταιρειών, έπρεπε να αναφέρεται η δραστηριότητα που ασκούσε η αναιρεσείουσα μετά τη μεταβίβαση, είναι αβάσιμη, αρκεί η παραδοχή σε αυτή ότι παρέχονταν οι ίδιες υπηρεσίες αισθητικής και αδυνατίσματος, ούτε απαιτείτο η αναφορά του σκοπού της αναιρεσείουσας, διότι κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η ομοιότητα του κατά το καταστατικό της αναγραφόμενου σκοπού, αλλά η ομοιότητα της ασκούμενης επιχειρηματικής δραστηριότητας.
Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης και ως προς τα δύο σκέλη του, με τον οποίο επισημαίνονται τα σφάλματα αυτά και αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, όπως και ο πρώτος πρόσθετος λόγος ως προς τα δύο σκέλη του, με τον οποίο επίσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη οι αυτές αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθ.1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι.
Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλο δικαστή, παρελκούσης της εξετάσεως των λοιπών λόγων της αίτησης και των πρόσθετων λόγων αυτής. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5516/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το μέρος αυτό προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ