1150/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΜε την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 4457/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, μετ’ αναίρεση, απέρριψε κατ’ ουσία την από 1-7-2009 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 797/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν απορριφθεί κατ’ ουσία η από 30-12-2005 αγωγή και η από 7-9-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 μέχρι 31.1.2005 το ποσό των 12.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι αυτή υποχρεούται να του καταβάλει για την ίδια αιτία συνολικά το ποσό των 198.772,86 ευρώ και το ποσό των 3.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με την εφετειακή απόφαση, έγινε δεκτή η έφεση κατ’ ουσία, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δικάστηκαν οι αγωγές και απορρίφθηκαν αυτές. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Legislator headnote
AI generated1150/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 17/5/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Απόστολου Παπαγεωργίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1150 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1150/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Καρέλλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 31 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Κ. Δ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βλάστο, που κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε. (Ο.Τ.Ε. Α.Ε.), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/12/2005 αγωγή και την από 7/9/2006 παρεμπίπτουσα αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.
Εκδόθηκε η 797/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 430/2011 του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 813/2012 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία την αναίρεσε και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 4457/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 27/10/2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Θεόδωρος Τζανάκης ανέγνωσε την από 17/5/2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Απόστολου Παπαγεωργίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης εταιρείας την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, 4457/2014 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, μετ’ αναίρεση, απέρριψε κατ’ ουσία την από 1-7-2009 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της 797/2007 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχαν απορριφθεί κατ’ ουσία η από 30-12-2005 αγωγή και η από 7-9-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από 1.1.2000 μέχρι 31.1.2005 το ποσό των 12.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι αυτή υποχρεούται να του καταβάλει για την ίδια αιτία συνολικά το ποσό των 198.772,86 ευρώ και το ποσό των 3.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Με την εφετειακή απόφαση, έγινε δεκτή η έφεση κατ’ ουσία, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δικάστηκαν οι αγωγές και απορρίφθηκαν αυτές. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1 του ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
2. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όπως προκύπτει από την αμέσως πιο πάνω διάταξη, που τον προβλέπει, αφορά κάθε παράλειψη του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση σχετικά με το νομικό ζήτημα που κρίθηκε με την απόφαση αυτήν, ανεξάρτητα από το αν το νομικό αυτό ζήτημα ανάγεται στο ουσιαστικό ή στο δικονομικό δίκαιο.
Και αυτό για να αποφευχθεί, για την ασφάλεια του δικαίου, να δοθεί από το δικαστήριο της παραπομπής λύση που δεν έδωσε ο Άρειος Πάγος ως Ακυρωτικό Δικαστήριο (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 1476/2012). Νομικό, όμως, ζήτημα δεν επιλύεται, αν η απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέσει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 ΚΠολΔ αρ. 19) και ειδικότερα για το λόγο, ότι τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά απ’ αυτήν, δεν καθιστούν δυνατή, λόγω της ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της την υπαγωγή στον εφαρμοζόμενο κανόνα δικαίου, χωρίς να αμφισβητείται το εννοιολογικό περιεχόμενο αυτού (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 128/2013, ΑΠ 1054/2010).
Εξάλλου, ο ΚΠολΔ ορίζει: α) Στο άρθρο του 579 παρ. 1 ότι "αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ’ αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ’ αυτήν", β) Στο άρθρο του 580 παρ. 3, ότι "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, αντίστοιχα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές" και γ) Στο άρθρο του 581 παρ. 2 ότι "η υπόθεση συζητείται (στο δικαστήριο της παραπομπής) μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση..".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή). Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή ως προς τα κεφάλαιά της που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα κεφάλαια ως προς τα οποία χώρησε αναίρεση της αποφάσεως, οπότε συναναιρούνται.
Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι εφέσεως και ως αναιρετικοί λόγοι κατ’ αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής αποφάσεως. Και στην περίπτωση αυτήν, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της εφέσεως, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι είναι ως λόγοι εφέσεως απαράδεκτοι (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 738/2012).
Περαιτέρω, από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει και ότι η αναίρεση της απόφασης και επομένως και η εξαφάνιση της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής ΑΠ 251/2016, (ΑΠ 738/2012, ΑΠ 975/2000). Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως και κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως ως ολικής (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 738/2012, ΑΠ 1308/2004).
Οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής, που, εφόσον πρόκειται περί διαφοράς υπαγόμενης στις ειδικές διαδικασίες, δικάζει κατ’ εφαρμογή των αναλογών διατάξεων, προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Το δικαστήριο αυτό, ερευνώντας μόνον τους λόγους εφέσεως που είναι σχετικοί μετά κεφάλαια της δίκης για τα οποία αναιρέθηκε η εφετειακή απόφαση, ως προς τα οποία μόνον επανακρίνεται, εφόσον ως προς τα μη αναιρεθέντα κεφάλαια υπάρχει δεδικασμένο που δεν ανατράπηκε με την αναίρεση και δεσμεύει έτσι το δικαστήριο της παραπομπής, δεν δεσμεύεται να κρίνει διαφορετικά επί της ουσίας, δεσμευόμενο μόνον για τα νομικά ζητήματα που επέλυσε η αναιρετική απόφαση με το λόγο αναιρέσεως που έκανε δεκτό (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 738/2012).
Στη προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσας δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα από τον Άρειο Πάγο κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής : Ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων με την από 30.12.2005 αγωγή του και την από 7.9.2006 παρεμπίπτουσα αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που δίκασε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών, αφού επικαλέστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του αορίστου χρόνου στην εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη από το έτος 1969, την ένταξή του στο προσωπικό ειδικής μονιμότητας ως υψηλής κατάρτισης και πείρας αναλυτής-προγραμματιστής την 29.12.1972, την άσκηση από αυτόν καθηκόντων αναπληρωτή προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οργάνωσης από 1.8.1994 και Διευθυντή της ίδιας Διεύθυνσης από 1.1.1995 μέχρι την αποχώρησή του από την υπηρεσία κατά το μήνα Ιανουάριο 2005, ζήτησε, α) την ένταξή του μετά την ισχύ της από 10.6.1999 Επιχειρησιακής ΣΣΕ, στη κατηγορία προσωπικού Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) με αποδοχές κατώτερες, χωρίς τον συνυπολογισμό στο βασικό μισθό των δικαιουμένων επιδομάτων ανώτατου προσωπικού, αποδόσεως και διορθωτικό και συνυπολογισμό της ΑΤΑ επί του συνόλου των τακτικών αποδοχών του, που θα έπρεπε να του καταβάλλει η εναγόμενη πριν την ένταξή του, κατά παράβαση των όρων 6 και 9 της ως άνω ΕΣΣΕ, και β), κατά παραδεκτό περιορισμό των αιτημάτων των αγωγών, που προέκυψαν μετά τη διόρθωσή τους με την παρεμπίπτουσα αγωγή, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλλει για μισθολογικές διαφορές γιο χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.1.2005, το ποσό των 12.000,00 ευρώ και αναγνωριστεί ότι αυτή υποχρεούται να του καταβάλλει ακόμη, για την ίδια αιτία, το ποσό των 198.772,86 ευρώ καθώς και ποσό 3.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο.
Επί της αγωγής και της παρεμπίπτουσας αγωγής το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού τις συνεκδίκασε, εξέδωσε την 797/2007 απόφαση, με την οποία απέρριψε αυτές ως προς μεν τις διαφορές αποδοχών που αφορούν τα επιδόματα απόδοσης, διορθωτικό και ΑΤΑ, ως απαράδεκτες λόγω δεδικασμένου, ως προς δε τις διαφορές από το επίδομα ανώτατου προσωπικού και το κονδύλιο για χρηματική Ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ως μη νόμιμες.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε ο ενάγων την από 01.7.2009 έφεση με την οποία παραπονέθηκε για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζήτησε την εξαφάνιση αυτής ώστε να γίνουν δεκτές οι αγωγές του. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η 430/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες τις αγωγές.
Κατά της τελεσίδικης αυτής απόφασης άσκησε ο ενάγων την από 15.4.2011 αίτηση αναιρέσεως ενώπιον του Αρείου Πάγου, ο οποίος με την 813/2012 απόφασή του έκανε δεκτή την αίτηση αναίρεσης, αναίρεσε την εν λόγω απόφαση για πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, (λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών) και παρέπεμψε την υπόθεση για να δικαστεί στο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Στη συνέχεια το Εφετείο Αθηνών ως δικαστήριο της παραπομπής με την προσβαλλόμενη απόφαση ερεύνησε την έφεση του ενάγοντος, μέσα στα όρια που διαγράφονται με την ως άνω αναιρετική απόφαση, κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο συμμορφώθηκε με την αναιρετική απόφαση, με την οποία δεν επιλύθηκε νομικό ζήτημα για το οποίο και μόνο δεσμεύεται το δικαστήριο της παραπομπής και ως εκ τούτου δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την οποία ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, κατά ένα μέρος, τα αντίθετα, ότι δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση.
Επομένως ο από το άρθρο 559 αριθμ. 18 του ΚΠολΔ πρώτος, κατά ένα μέρος, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος.
3. Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 του ΚΠολΔ η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ιδίων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, το οποίο δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης για το δικαίωμα που κρίθηκε, για τη δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.
Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα που κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του, το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή λαμβάνοντάς το ως αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη η μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Περαιτέρω, από τις ίδιες διατάξεις προκύπτει ότι το δεδικασμένο καλύπτει, όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης, καθώς και τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που το Δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου.
Τα προαναφερόμενα ισχύουν και όταν η έννομη σχέση, που έχει τελεσιδίκως διαγνωσθεί, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης μεταγενέστερης επίδικης αξίωσης. Επομένως, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων είναι διαφορετικό από εκείνο της δίκης που προηγήθηκε, έχει όμως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη.
Τούτο συμβαίνει όταν στην νέα δίκη πρόκειται να κριθεί ή ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση (ΟλΑΠ 10/2002, ΑΠ 960/2015). Τέλος, ειδικότερα, σε διαρκή έννομη σχέση, από την οποία πηγάζουν πλείονες έννομες συνέπειες, όπως στη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, στην οποία η απασχόληση του μισθωτού θεμελιώνει ποικίλες αξιώσεις, που στηρίζονται σε διάφορους ουσιαστικούς νόμους, Σ.Σ.Ε., Δ.Α.
κ.λπ. οι τελεσίδικες αποφάσεις που κρίνουν επί μέρους αιτήματα, ως συνέπειες της διαρκούς έννομης σχέσης έστω και, κατά τα παραπάνω, εσφαλμένες, αποτελούν δεδικασμένο και για απαιτήσεις που γεννώνται στο μέλλον, ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος αυτών, εφόσον παραμένει αμετάβλητο το νομικό καθεστώς (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 960/2015).
Έτσι, μεταξύ άλλων, καλύπτονται από το δεδικασμένο ο χαρακτήρας της σύμβασης εργασίας, δηλαδή ο νομικός χαρακτηρισμός που δόθηκε από την απόφαση στην έννομη σχέση και το κύρος της σύμβασης εργασίας και της τυχόν καταγγελίας της. Η κατάφαση ή η άρνηση στην απόφαση εννόμων σχέσεων, που δεν ανάγονται σε στοιχεία του πραγματικού του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, στον οποίο θεμελιώνεται η διαγνωσθείσα από την απόφαση έννομη συνέπεια, αλλά απλώς χρησιμοποιούνται ως επιχειρήματα στη δικαστική απόφαση, δεν περιβάλλονται με ισχύ δεδικασμένου.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Ο Άρειος Πάγος ελέγχει την "παράβαση νόμου", δηλαδή τη ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.
Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται μόνον επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχεται με βάση αυτή η σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (ΑΠ 960/2015).
Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα, για την έρευνα των λόγου αναίρεσης πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων- αναιρεσείων με την από 24.12.2001 προγενέστερη αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών επικαλούμενος, 1) σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας προσλήφθηκε από την εναγόμενη το έτος 1969 ως υπάλληλος (αναλυτής-προγραμματιστής), 2) ένταξή του στο προσωπικό ειδικής μονιμότητας, 3) άσκηση καθηκόντων αναπληρωτή προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οργάνωσης από 1.8.1994 και Διευθυντή της ίδιας Διεύθυνσης από 1.1.1995, 4) την παράνομη και υπαίτια καθήλωσή του βασικού μισθού του στο ποσό των 65.000 δρχ, από το έτος 1989 έως το έτος 1999, ζήτησε, α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αναπροσαρμόσει τις βασικές αποδοχές του σ’ αυτές του αντίστοιχου βαθμού του Διευθυντή του Διοικητικού-Εκμετάλλευσης Κλάδου και αντιστοίχως να αναπροσαρμοστούν τα καταβλητέα σ’ αυτόν επιδόματα απόδοσης και διορθωτικό, τα οποία του κατέβαλε από την πρόσληψή του και υπολογίζονται σε ποσοστό επί του βασικού μισθού, το χρονοεπίδομα καθώς και η ΑΤΑ στο σύνολο των τακτικών αποδοχών του στις οποίες πρέπει να συμπεριληφθεί και το επίδομα ανώτατου προσωπικού 75.000,00 δρχ., από Αύγουστο του 1997 μέχρι Μάιο 1999 και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από Αύγουστο του 1994 έως και τον Μάιο του 1999 ύψους 159.081,84 ευρώ.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 2618/2002 απόφασή του, η οποία επικυρώθηκε με την 7351/2003 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατόπιν της απόρριψης της εναντίον της αίτησης αναιρέσεως του ενάγοντα με την 492/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς το κονδύλιο το σχετικό με το επίδομα ανωτάτου προσωπικού από 1.8.1997 έως 31.3.1999, υποχρεώνοντας την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα, για την εν λόγω αιτία, το ποσό των 4.402 ευρώ και απέρριψε λόγω παραγραφής τις προερχόμενες από αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης αγωγικές αξιώσεις περί μισθολογικών διαφορών μέχρι και το Μάιο του 1999.
Ακολούθως ο ενάγων με την ένδικη από 30.12.2005 κύρια αγωγή του και την από 7.9.2006 παρεμπίπτουσα αγωγή του, επικαλούμενος τόσο περιστατικά που είχε συμπεριλάβει στην πρώτη αγωγή του, όσο και επιπρόσθετα τοιαύτα και περαιτέρω (επικαλούμενος) αντισυμβατική και εσφαλμένη μισθολογική ένταξή του από την εναγομένη, κατά παράβαση των όρων της από 10.6.1999 Επιχειρησιακής Σ.Σ.Ε, αφού αυτή και πάλι παρέλειψε, μετά την ένταξή του στη κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ), να προσαρμόσει ορθώς τις τακτικές αποδοχές του σύμφωνα με τους όρους 6, 7 και 9 της από 10.6.1999 Ε.ΣΣ.Ε, περιλαμβάνοντας σ’ αυτές το επίδομα ανώτατου προσωπικού, το επίδομα απόδοσης και το διορθωτικό επίδομα και υπολογίζοντας στο σύνολο των τακτικών αποδοχών του την Α.Τ.Α, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 12.000 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι αυτή είναι υποχρεωμένη να του καταβάλει ακόμη το ποσό των 198.772,86 ευρώ, για μισθολογικές διαφορές που προκύπτουν από τη μη ορθή μισθολογική ένταξή του, σύμφωνα με τους προαναφερθέντες όρους της από 10.6.1999 Ε.Σ.Σ.Ε.
Από τη σύγκριση όμως του περιεχομένου των ως άνω αγωγών και τις παραδοχές της 2618/2002 αμετάκλητης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκαν ως παραγεγραμμένες, κατ’ άρθρο 937 Α.Κ, οι προαναφερθείσες αξιώσεις του ενάγοντα, από αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης, λόγω μη αναπροσαρμογής, από το έτος 1989, του βασικού μισθού του και υπολογισμού των επιδομάτων του πάνω στο αιτούμενο μεγαλύτερο βασικό μισθό, προκύπτει ότι δεν υπάρχει ταυτότητα αντικειμένου μεταξύ της πρώτης αγωγής (από 24.12.2001) και των ένδικων αγωγών (κύριας και παρεμπίπτουσας), καθόσον οι αξιώσεις που ασκούνται με τις ένδικες αγωγές είναι διάφορες κατά ιστορική και νομική αιτία από τις αξιώσεις που ασκήθηκαν με την πρώτη αγωγή και απορρίφθηκαν ως παραγεγραμμένες με την προαναφερθείσα 2618/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, καθόσον με την πρώτη αγωγή ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να προβεί στην αναπροσαρμογή του βασικού μισθού του, από το έτος 1996, από το ποσό των 65.000 δρχ.
στο ποσό των 180.000 δρχ. και αντιστοίχως, να αναπροσαρμοστούν τα καταβλητέα σ’ αυτόν ποσοστιαία και μη επιδόματα (απόδοσης, διορθωτικό και ΑΤΑ), ενώ με τις ένδικες αγωγές ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τις προκύπτουσες διαφορές αποδοχών λόγω μη ορθής μισθολογικής ένταξής του, βάσει των όρων 6, 7 και 9 της από 10.6.1999 Ε.Σ.Σ.Ε.
Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την 2618/2002 αμετάκλητη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επεκτείνεται και στην υπό κρίση υπόθεση, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Κατ’ ακολουθία των παραδοχών αυτών το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου που είχε κάνει δεκτό τον σχετικό λόγο της εφέσεως του ενάγοντος περί δεδικασμένου, που προέκυπτε από την 2618/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δίκασε περαιτέρω κατ’ ουσίαν τις κρινόμενες αγωγές.
Με την κρίση αυτή, το Εφετείο ορθά δέχθηκε την μη ύπαρξη δεδικασμένου και ο δεύτερος κατά ένα μέρος λόγος της αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.16 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
4.Από τη γενική αρχή της προστασίας των εργαζομένων, που διαπνέει το εργατικό δίκαιο, συνάγεται, ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ των τελευταίων δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής σύμβασης εργασίας και ατομικής σύμβασης, αλλά και στη σχέση περισσότερων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, που ρυθμίζουν την εργατική σχέση (ΟλΑΠ 26/2007, ΑΠ 1159/2014).
Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά την συσχέτιση ΣΣΕ ή άλλης πηγής, ως ρυθμιστικού παράγοντα της εργασιακής σχέσης, και ατομικής συμβάσεως εργασίας, και γενικότερα κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρυθμίσεως) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά, ως προς την συσχέτιση περισσότερων ΣΣΕ, αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 1876/1990).
Κατά την συσχέτιση περισσότερων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας, δεν εφαρμόζεται η παραπάνω αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν. 1876/1990 (που ρυθμίζει τη σχέση νόμου και ΣΣΕ), αλλά οι νεώτεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιοτέρων και γενικών και εφαρμόζονται αυτοί, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα κατά τρόπο αντίθετο και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς την ρύθμιση των παλαιοτέρων κανόνων, είτε ευνοϊκότερο είτε δυσμενέστερο σε σχέση με αυτούς.
Ακόμη, από το σύνολο των διατάξεων του ν. 1876/1990 συνάγεται ότι οι όροι εργασίας, τους οποίους ρυθμίζει κάποια συλλογική σύμβαση εργασίας, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη τέτοια σύμβαση (διαδοχή ΣΣΕ). Διαδοχή ΣΣΕ υπάρχει όταν χρονικά νεότερη ΣΣΕ αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος.
Κατά τη διαδοχή ΣΣΕ, η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης, τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, δηλαδή κατά τη διαδοχή ΣΣΕ δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της ευνοίας υπέρ των μισθωτών, αλλά η αρχή της τάξεως (αρχή της διαδοχής των ρυθμίσεων). Κατά συνέπεια, νεότερη ΣΣΕ καταργεί την προηγουμένη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος, έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες για τους μισθωτούς διατάξεις, οπότε δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ανωτέρω νόμου, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας, που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των συλλογικών συμβάσεων, είναι επικρατέστεροι εφ’ όσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους.
Εκτός εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας έχει γίνει παραπομπή στους κανονιστικούς όρους της ΣΣΕ, οπότε οι όροι αυτοί καθίστανται περιεχόμενο της ατομικής σύμβασης και, εφ’ όσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό, δεν μπορούν να μεταβληθούν με μεταγενέστερη ΣΣΕ που περιέχει όρους δυσμενέστερους από τους όρους της προηγούμενης, οι οποίοι με συμφωνία εργοδότη και μισθωτού κατέστησαν όροι της ατομικής σύμβασης εργασίας.
Για να καταστεί, όμως, όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας κανονιστικός όρος της ΣΣΕ πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη ΣΣΕ και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών ΣΣΕ, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη ΣΣΕ (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες διατάξεις για τους μισθωτούς, αφού ρητά συμφωνήθηκε με την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα εφαρμόζεται η εκάστοτε ισχύουσα ΣΣΕ (ΑΠ 228/2014, ΑΠ 277/2009, ΑΠ 1017/2006).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ.1 περ .β’ και γ’ του ν. 1876/1990, οι ΣΣΕ διακρίνονται, μεταξύ άλλων, σε "κλαδικές", οι οποίες αφορούν στους εργαζόμενους περισσότερων ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων ορισμένης πόλης ή περιφέρειας ή και όλης της χώρας και σε "επιχειρησιακές", οι οποίες καταρτίζονται μεταξύ του εργοδότη και της συνδικαλιστικής οργάνωσης μιας εκμετάλλευσης ή επιχείρησης που απασχολεί τουλάχιστον 50 εργαζόμενους και αφορούν σε όλους ανεξαιρέτως τους μισθωτούς αυτής (ΑΠ 692/2014, ΑΠ 1494/2010).
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1β, 8 παρ.2 και 11 παρ.2 και 3 του άνω Ν. 1876/1990, προκύπτει ότι οι κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές Σ.Σ.Ε. δεσμεύουν, κατ’ αρχήν, τους μισθωτούς και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν κηρύχθηκαν γενικώς υποχρεωτικές, οπότε η ισχύς τους επεκτείνεται από το χρόνο εκδόσεως της σχετικής Υπουργικής αποφάσεως (όχι αναδρομικά) και στους εργαζομένους και εργοδότες του ιδίου κλάδου ή επαγγέλματος που δεν είναι μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων.
Περαιτέρω, με την από 10-6- 1999 επιχειρησιακή, συλλογική σύμβαση εργασίας (ΕΣΣΕ), που υπεγράφη μεταξύ της εναγομένης "Ο.Τ.Ε. Α.Ε." και των εργαζομένων σ’ αυτή, που τους εκπροσωπούσε η ΟΜΕ ΟΤΕ και η οποία έχει αναγκαστική ισχύ για όλους τους εργαζομένους στον ΟΤΕ, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του Ν. 1876 1990, δηλαδή έχει ισχύ νόμου, ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: 1) Στον όρο 1 ότι, " το μόνιμο και δόκιμο προσωπικό εντάσσεται σε μισθολογικές κατηγορίες, ανάλογα με τη στάθμη εκπαίδευσής του και τα έτη σπουδών του ως εξής:
Κατηγορία Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) 185.000 δρχ., Κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) 220.000 δρχ., Κατηγορία Εκπαίδευσης Δομικών (ΔΕ-ΔΟΜ) 227.000 δρχ., Κατηγορία Διετούς Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ2) 232.000 δρχ., Κατηγορία Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ) 260.000 δρχ., Κατηγορία Τετραετούς Παν/κής Εκπαίδευσης (ΠΕ4) 270.000 δρχ., κ.λπ" , 2) στον όρο 4, ότι, "η ένταξη του υπηρετούντος προσωπικού στις μισθολογικές κατηγορίες γίνεται ως ακολούθως:
α. . ,β. Στη κατηγορία ΔΕ εντάσσεται το προσωπικό με τίτλο σπουδών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Στη κατηγορία αυτή εντάσσεται και το προσωπικό που είχε ενταχθεί σύμφωνα με τις προηγούμενες διατάξεις στη κατηγορία ΜΕ...", η κάθε δε μισθολογική κατηγορία αποτελείται από 17 μισθολογικές βαθμίδες (Μ.Β) ανάλογα με την προϋπηρεσία του προσωπικού, 3)στον όρο 2,ό τι, "κάθε μία από τις επόμενες της εισαγωγικής μισθολογικής βαθμίδας μέχρι και της 5ης, προσαυξάνεται έναντι της προηγούμενης της κατά 2%, Από την 6η μέχρι και τη 12η μισθολογική βαθμίδα, η προσαύξηση ορίζεται σε 2,5%.
Από τη 13η μέχρι και τη 17η η προσαύξηση οριζεται σε 2%, 4) στον όρο 6, ότι, "στις μισθολογικές βαθμίδες ενσωματώνονται καταργούμενες, οι παρακάτω παροχές : το διορθωτικό ποσό, η ΑΤΑ, το επιστημονικό επίδομα, το επίδομα μεταπτυχιακών σπουδών, το επίδομα ανωτάτου προσωπικού και οι διαφορές τακτικών αποδοχών που προβλέπονται από προηγούμενες Ε.Σ.Σ.Ε" και 5) στον όρο 9, ότι, " σε περίπτωση που το προσωπικό μετά την κατά τα παραπάνω ένταξη υπολείπεται των τακτικών αποδοχών που λάμβανε την 31.3.1999 εντάσσεται με τις αποδοχές αυτές.
Σε κάθε περίπτωση το υπηρετούν σήμερα μόνιμο και δόκιμο προσωπικό δεν θα λαμβάνει σε καμία περίπτωση αύξηση αποδοχών μικρότερη από 5% στη διετία 1999 και 2000 συνολικά". Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 1317/2015, ΑΠ 1166/2014).
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΑΠ 1317/2015, ΑΠ 1166/2014) Στη προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως με την προσβαλλόμενη απόφασή του, μεταξύ άλλων τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά:
Ο ενάγων προσλήφθηκε στις 22.1.1970 από την εναγομένη Ο.Τ.Ε ΑΕ με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως προγραμματιστής Η/Υ και από 29.12.1972 εντάχτηκε στο προσωπικό ειδικής μονιμότητας στην ειδικότητα αναλυτών- προγραμματιστών, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού ΟΤΕ (ΓΚΠ-ΟΤΕ), που έχει ισχύ νόμου και ίσχυσε από τις 8.9.1969 έως τις 10.6.1999, όπως αυτό αντί καταστάθηκε από 11.3.1972, οπότε προστέθηκε στον ΓΚΠ-ΟΤΕ και το άρθρο 24 "Νέον" που διέπει το προσωπικό ειδικής μονιμότητας.
Στις 17.2.1978 καταργήθηκε η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ΓΚΠ-ΟΤΕ και το άρθρο 24 "Νέον" αντικαταστάθηκε από το άρθρο 24, με το οποίο δημιουργήθηκε ο κλάδος προσωπικού μισθολογικής διαβάθμισης, οπότε δόθηκε η δυνατότητα στο προσωπικό ειδικής μονιμότητας να ενταχθεί σ’ αυτόν τον κλάδο. Ο ενάγων επέλεξε να παραμείνει στο προσωπικό ειδικής μονιμότητας, το οποίο συνέχισε να διέπεται από τις προηγούμενες διατάξεις (του άρθρου 24 "Νέον") του ΓΚΠ-ΟΤΕ και από τους όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας (υπ’ αριθμ. 1234/29.12.1972 απόφαση Δ.Σ ΟΤΕ), σύμφωνα με το άρθρο 66 α παρ. 49Γ του ΓΚΠ.ΟΤΕ.
Λόγω της παραμονής του ενάγοντος στο προσωπικό ειδικής μονιμότητας, οι αποδοχές του εξακολούθησαν να ρυθμίζονται από το παραπάνω άρθρο 24 "Νέον", το οποίο στη παρ. 2 εδ. γ’ προβλέπει ότι το ύψος των αποδοχών του προσωπικού ειδικής μονιμότητας καθορίζεται με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου (Δ.Σ) του 0.Τ.Ε, ενώ με την παρ. 5 αυτού, για τη περίπτωση ανάθεσης καθηκόντων διευθυντή ή υποδιευθυντή σε υπάλληλο του προσωπικού ειδικής μονιμότητας, επιτάσσει την αναπροσαρμογή, με απόφαση του Δ.Σ, των αποδοχών του υπαλλήλου αυτού σε ύψος τουλάχιστον ίσο με τις αποδοχές των διευθυντών ή υποδιευθυντών του διοικητικού κλάδου.
Για το λόγο αυτό τόσο η βαθμολογική όσο και η μισθολογική εξέλιξη του ενάγοντος δεν ρυθμίζονταν από τον προϊσχύσαντα ΓΚΠ-ΟΤΕ και τις εκάστοτε ισχύουσες ΕΣΣΕ που ίσχυαν για το υπόλοιπο μόνιμο προσωπικό του ΟΤΕ, βάσει των οποίων αναπροσαρμόζονταν οι αυξήσεις στις κάθε φύσεως αποδοχές (βασικός μισθός, επιδόματα) που προέβλεπαν με τις διατάξεις τους για κάθε κλάδο (Διοικητικής Εκμετάλλευσης, Οικονομικό, Τεχνικό, Ειδικών Έργων, Γενικών Υπηρεσιών, Μισθολογικής Διαβάθμισης), κατηγορία (Ανώτατο, Ανώτερο, Μέσο προσωπικό) και βαθμό (πλην αυτού του Διευθυντή και Υποδιευθυντή του διοικητικού κλάδου) προσωπικού.
Έτσι με σειρά αποφάσεων του Δ.Σ του ΟΤΕ που λήφθηκαν σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 7β του ΓΚΠ-ΟΤΕ, κατόπιν εισήγησης του αρμόδιου ιεραρχικά προϊστάμενου, οι βασικές αποδοχές του ενάγοντος ανήλθαν τελικά στις 65.000 δραχμές ( με αριθμ. .../12.5.1989 απόφαση Δ.Σ), τις οποίες λάμβανε μέχρι τον Απρίλιο του έτους 2000. Ακολούθως, με την 414/Δ. 1354/7.10.1994 απόφαση του Γενικού Διευθυντή του ΟΤΕ ανατέθηκε στον ενάγοντα η άσκηση καθηκόντων αναπληρωτή διευθυντή της Διεύθυνσης Οργάνωσης (παράλληλα με τα καθήκοντα προϊστάμενου στο Γραφείο Συντονισμού και Υποστήριξης).
Επίσης, ο ενάγων από 1.1.1995 άσκησε και καθήκοντα διευθυντή της Διεύθυνσης Οργάνωσης, ενώ από 25.7.1997 έως 19.12.2000 άσκησε καθήκοντα διευθυντή Προγράμματος Σχεδίου Οργανωτικού και Διοικητικού Εκσυγχρονισμού. Περαιτέρω, το Δ.Σ κατά την .../2.91997 συνεδρίασή του αποφάσισε τη χορήγηση από 1.81997, επιδόματος ανώτατου προσωπικού 75.000 δραχμών, μηνιαίως στο προσωπικό με βαθμό Διευθυντή και Υποδιευθυντή που κατέχει ή κατείχε θέση Προϊστάμενου Υπηρεσιακής Λειτουργίας στάθμης Υποδ/νσης και άνω τουλάχιστον για ένα (1) έτος ορίζοντας περαιτέρω, ότι το εν λόγω επίδομα θα παραμένει σταθερό (δεν αναπροσαρμόζεται, με τις γενικές ή οποιεσδήποτε αυξήσεις αποδοχών) και θα λαμβάνεται υπόψη στον υπολογισμό Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής (ΑΤΑ), του οικογενειακού επιδόματος καθώς και των δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος κανονικής άδειας.
Οι από Σεπτέμβριο 1995 και 1997 εισηγήσεις του Διευθύνοντος Συμβούλου του ΟΤΕ, ως άμεσου προϊστάμενου του ενάγοντος, για αναδρομική αναπροσαρμογή του βασικού μισθού του από 1.8.1994 (που ασκούσε καθήκοντα αναπληρωτή διευθυντή της Διεύθυνσης Οργάνωσης) δεν συνοδεύτηκαν από αντίστοιχες αποφάσεις του Δ.Σ, το οποίο έκτοτε παρέλειψε να προβεί στην αύξηση των αποδοχών του μέχρι την 10.6.1999 που ο ενάγων εντάχθηκε πλέον μισθολογικά στη κατηγορία Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και βαθμολογικά στο κλάδο Διοικητικού/Εκμετάλλευσης με βαθμό Α με την .../4.5.2000 απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου του ΟΤΕ κατ’ εφαρμογή των άρθρων 41 και 43 του νέου (από Ιούνιο 1999) ΓΚΠ- ΟΤΕ.
Πλην της ως άνω παράλειψης του Δ.Σ να αναπροσαρμόσει τις αποδοχές του ενάγοντος στο ύψος αυτών του Διοικητικού/Εκμεταλλεύσεως Διευθυντού (παρ. 5 άρθρου 24 "Νέον"), δεν χορηγήθηκε σ’ αυτόν ούτε το παραπάνω επίδομα ανώτατου προσωπικού 75.000,00 δρχ., αν και ο τελευταίος πληρούσε τις προϋποθέσεις λήψης του εν λόγω επιδόματος (άσκηση πλέον του έτους καθηκόντων αντίστοιχα του Υποδ/ντή και Διευθυντή από 1994 έως 1.8.1997).
Ο ενάγων με την από 24.12.2001 προγενέστερη αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος, 1) σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου δυνάμει της οποίας προσλήφθηκε από την εναγόμενη το έτος 1969 ως υπάλληλος, 2) ένταξή του στο προσωπικό ειδικής μονιμότητας, 3) άσκηση καθηκόντων αναπληρωτή προϊσταμένου της Διεύθυνσης Οργάνωσης από 1.8.1994 και Διευθυντή της ίδιας Διεύθυνσης από 1.11995, 4) την παράνομη και υπαίτια καθήλωσή του βασικού μισθού του στο ποσό των 65.000 δρχ, από το έτος 1989 έως το έτος 1999, ζήτησε, α) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αναπροσαρμόσει τις βασικές αποδοχές του σ’ αυτές του αντίστοιχου βαθμού του Διευθυντή του Διοικητικού Κλάδου και αντιστοίχως να αναπροσαρμοστούν τα καταβλητέα σ’ αυτόν επιδόματα απόδοσης και διορθωτικό, τα οποία του κατέβαλε από την πρόσληψή του και υπολογίζονται σε ποσοστό επί του βασικού μισθού, το χρονοεπίδομα καθώς και η ΑΤΑ στο σύνολο των τακτικών αποδοχών του στις οποίες πρέπει να συμπεριληφθεί και το επίδομα ανώτατου προσωπικού 75.000 δρχ., από Αύγουστο του 1997 μέχρι Μάιο 1999 και β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για τις παραπάνω αιτίες μισθολογικές διαφορές για το χρονικό διάστημα από Αύγουστο του 1994 έως και τον Μάιο του 1999 ύψους 159.081,84 ευρώ.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 2618/2002 απόφασή του, η οποία επικυρώθηκε με την 7351/2003 αμετάκλητη ήδη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατόπιν της απόρριψης της εναντίον της αίτησης αναιρέσεως του ενάγοντος με την 492/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς το κονδύλιο το σχετικό με το επίδομα ανωτάτου προσωπικού από 1.8.1997 έως 31.3.1999, υποχρεώνοντας την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα, για την εν λόγω αιτία, το ποσό των 4.402 ευρώ και απέρριψε λόγω παραγραφής τις προερχόμενες από αδικοπρακτική ευθύνη της εναγομένης αγωγικές αξιώσεις περί μισθολογικών διαφορών μέχρι και το Μάιο του 1999.
Επομένως, με δύναμη δεδικασμένου, που δεσμεύει και το παρόν δικαστήριο, έχει κριθεί ότι ο ενάγων δικαιούται επιδόματος ανώτατου προσωπικού μέχρι την 31.3.1999, ενώ μετά την αμετάκλητη απόρριψη των αξιώσεών του για αναπροσαρμογή των λοιπών αποδοχών του αυτές παρέμειναν οι ίδιες με τις αναφερόμενες στην ως άνω αγωγή αλλά και στην ένδικη αγωγή (βασ.
Μισθός 65.000 δρχ.- διορθωτικό ποσό 3.500 δρχ.-επίδομα απόδοσης 6.850 δρχ. -ΑΤΑ 265.534 δρχ.). Ακολούθως, την 10.6.1999 υπογράφηκε η από της ιδίας ημεροχρονολογίας Επιχειρησιακή Σ.Σ.Ε (Ε.Σ.Σ.Ε) μεταξύ της εναγόμενης Ο.Τ.Ε Α.Ε και της ΟΜΕ-ΟΤΕ, η οποία έκτοτε Ισχύει ως προς όλους τους εργαζόμενους και επομένως και για τον ενάγοντα.
Κατ’ εφαρμογή της ανωτέρω Ε.Σ.Σ.Ε (η οποία έχει αναγκαστική ισχύ, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 1876/1990), ο ενάγων εντάχθηκε από 10.6.1999 μισθολογικά στη κατηγορία δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) με βάση τα τυπικά του προσόντα (απολυτήριο λυκείου και μη αναγνωρισμένο τίτλο σπουδών προγραμματιστή Η/Υ ιδιωτικής σχολής) και βαθμολογικά στο κλάδο διοικητικού-εκμετάλλευσης με βαθμό (Α) με την .../4.5.2000 απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου του ΟΤΕ κατ’ εφαρμογή των άρθρων 41 και 43 του νέου (από Ιούνιο 1999) ΓΚΠ-ΟΤΕ.
Αυτός την 31.3.1999 λάμβανε το ποσό των 488.949 δρχ. (65.000 δρχ. βασικό μισθό+3.500 δρχ. διορθωτικό ποσό+6.850 δρχ., επίδομα απόδοσης+53.430 δρχ. χρονοειτίδομα+265.534 δρχ. ΑΤΑ+94.635 δρχ. οικογενειακό επίδομα). Επίσης, με βάση την αμετάκλητη 2618/2002 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις ως άνω αποδοχές του ενάγοντος πρέπει να περιληφθεί και το επίδομα ανώτατου προσωπικού 75.000 δρχ., ανερχομένων έτσι των συνολικών αποδοχών του την 31.3.1999 στο ποσό των 563.949 δρχ.
Μετά δε την ένταξή του στην ως άνω μισθολογική κατηγορία ( Μ.Β 15η με βάση τα 28 έτη προϋπηρεσίας του στον ΟΤΕ) λάμβανε την 10.6.1999 συνολικές αποδοχές 556.420 δρχ. (300.393 δρχ. βασικό μισθό+234.307 χρονοεπίδομα+ 77.180 δρχ. οικογενειακό επίδομα μείον 92.200 δρχ. διαφορά ΕΣΣΕ+36.740 δρχ. διαφορά μισθού), που αντιστοιχούν στις αποδοχές υπαλλήλου του Διοικητικού/Εκμετάλλευσης κλάδου, με τα ίδια προσόντα, έτη υπηρεσίας, οικογενειακής κατάστασης κλπ, σύμφωνα με τις ισχύουσες Ε.Σ.Σ.Ε.
Από την αντιπαράθεση των παραπάνω αποδοχών προκύπτει ότι μετά την κατά τα παραπάνω ένταξη του ενάγοντος (από 10.6.1999) στη παραπάνω μισθολογική βαθμίδα (Μ.Β) της κατηγορίας (ΔΕ) ο ενάγων υπολείπεται των τακτικών αποδοχών που έπρεπε να λαμβάνει την 31.3.1999 με βάση την ανωτέρω αμετάκλητη δικαστική απόφαση και κατ’ εφαρμογή του όρου 9 της από 10.6.1999 Ε.Σ.Σ.Ε έπρεπε να ενταχθεί με τις υπέρτερες αποδοχές των 563.949 δρχ.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 12 περ. Γ υποπερίπτωση 5 του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ, τα υπόλοιπα επιδόματα (πλην των αναφερομένων στις προηγούμενες υποπεριπτώσεις όπως το χρονοεπίδομα, οικογενειακό, δώρα εορτών και επίδομα άδειας) που χορηγούνταν στο προσωπικό με τον προισχύσαντα ΓΚΠ-ΟΤΕ, Ε.Σ.Σ.Ε, αποφάσεις του Δ.Σ κ.λ.π και δεν καταργήθηκαν από την από 10.6.1999 Ε.Σ.Σ.Ε ή προηγούμενες διατάξεις, εξακολουθούν να Ισχύουν και να καταβάλλονται με τους ίδιους όρους που όριζαν οι ανωτέρω διατάξεις.
Με βάση το νέο ΓΚΠ-ΟΤΕ το επίδομα ανώτατου προσωπικού μετά την ενσωμάτωσή του στις υπέρτερες αποδοχές του ενάγοντος με τις οποίες έπρεπε να ενταχθεί στη μισθολογική βαθμίδα κατ’ άρθρο 9 της από 10.6.1999 Ε.Σ.Σ.Ε, έχει πλέον καταργηθεί (δηλαδή έχει παύσει η ισχύς της .../2.7.1997 απόφασης του Δ.Σ του ΟΤΕ) για το μεταγενέστερο διάστημα κατ’ άρθρο 6 αυτής, και συνεπώς η αξίωση του ενάγοντος για καταβολή του εν λόγω επιδόματος για χρονικό διάστημα από 1.1.2000 έως 31.1.2005 είναι ουσιαστικά αβάσιμη.
Ομοίως και οι αξιώσεις του ενάγοντος για καταβολή επιπλέον των βασικών αποδοχών της μισθολογικής του βαθμίδας, του ποσού 35.700 δρχ. για διορθωτικό ποσό και του ποσού των 695.713 δρχ. για ΑΤΑ, για το ίδιο ως άνω χρονικό διάστημα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, διότι τα ποσά αυτά ήδη έχουν ενσωματωθεί στις βασικές αποδοχές της μισθολογικής κατηγορίας (ΔΕ) που εντάχθηκε από 10.6.1999, κατά μεν το μέτρο που λαμβάνονταν από τους υπαλλήλους του κλάδου Διοικητικού /Εκμετάλλευσης, με τα ίδια προσόντα, έτη υπηρεσία, οικογενειακής κατάστασης σύμφωνα με τις ισχύουσες μέχρι τότε Ε.Σ.Σ.Ε (με βάση την από 25.5.1997 Ε.Σ.Σ.Ε το διορθωτικό ποσό από 1.1.98 ανήλθε για το μόνιμο προσωπικό που ανήκε στα 21ο έως 25ο κλιμάκια σε 38.700 δρχ.
και η ΑΤΑ στο ποσό των 89.301 δρχ.), κατά δε το υπέρτερο ποσό, κατά το μέτρο που έχουν ήδη ενσωματωθεί στις υπέρτερες αποδοχές του με τις οποίες έπρεπε ο ενάγων να ενταχθεί από 10.6.1999 (λάμβανε για ΑΤΑ ποσό 265.534 δρχ.), ενώ για το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα οι ανωτέρω παροχές έχουν ήδη καταργηθεί. Περαιτέρω, το επίδομα απόδοσης καταβάλλονταν υπό το προισχύσαντα ΓΚΠ-ΟΤΕ, στο ανώτατο προσωπικό της εναγομένης με προϋπηρεσία πλέον των 30 ετών (26ο έως 30ο κλιμάκιο), που κατείχαν πτυχίο Α.Ε.Ι και είχαν το βαθμό Διευθυντή του Διοικητικού κλάδου, υπολογίζονταν δε σε ποσοστό 10% επί των βασικών τους αποδοχών.
Ο ενάγων λάμβανε (πριν την ισχύ της από 10.6.1999 Ε.Σ.Σ.Ε) το εν λόγω επίδομα χωρίς να έχει τις ανωτέρω προϋποθέσεις αλλά με βάση τη παρ. 5 του άρθρου 24 "Νέον" (οι αποδοχές του δεν μπορούσαν να υπολείπονται αυτές του αντίστοιχου βαθμού διευθυντή του Διοικητικού- Εκμετάλλευσης Κλάδου), ως ανήκων στο προσωπικό της ειδικής μονιμότητας και ασκών καθήκοντα Διευθυντή Έργου.
Μετά την ισχύ του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ και της από 10.6.1999 Ε.Σ.Σ.Ε, το ανωτέρω επίδομα απόδοσης δεν καταργήθηκε και συνεπώς εξακολουθούσε να χορηγείται στο προσωπικό της εναγομένης με τις ανωτέρω προϋποθέσεις που χορηγούνται με το προγενέστερο καθεστώς κατά τα ρητά οριζόμενα στο προρρηθέν άρθρο 12 του νέου ΓΚΠ-ΟΤΕ.
Τις τυπικές και ουσιαστικές αυτές προϋποθέσεις για τη χορήγηση του εν λόγω επιδόματος δεν είχε ο ενάγων κατά την ένταξή του στην ανωτέρω μισθολογική κατηγορία (ΔΕ) και βαθμίδα (Μ.Β 15η με 28 έτη προϋπηρεσία), διότι δεν διέθετε ούτε τίτλο σπουδών Α.Ε.Ι., ούτε προϋπηρεσία άνω των 30 ετών, ούτε μετά τη λήξη της θητείας του ως Διευθυντής Έργου την 19.12.2000, κατείχε διευθυντική θέση στην εναγομένη.
Ο ενάγων αβάσιμα ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι διετέλεσε Διευθυντής μέχρι την αποχώρησή του από την εναγομένη την 31.1.2005, επικαλούμενος προς επίρρωση ότι εντάχθηκε στο κλάδο Διοικητικού με τον ανώτερο βαθμό Α (κατά το άρθρο 8 του νέου ΓΚΠ- ΟΤΕ το προσωπικό της κατηγορίας (ΔΕ) με προϋπηρεσία άνω των 18 ετών κατέχει αυτοδίκαια τον βαθμό Α), αφού αυτός (βαθμός) δεν συνοδεύεται με αντίστοιχη διευθυντική θέση καθόσον με το άρθρο 10 του νέου ΓΚΠ-0ΤΕ ορίζεται ότι για τη πλήρωση θέσεων προϊσταμένων υπηρεσίας λειτουργικής στάθμης Διεύθυνσης, Υποδιεύθυνσης κ.α πραγματοποιείται προκήρυξη της οικείας θέσης από τον Διευθύνοντα Σύμβουλο της εναγομένης.
Η εναγομένη με βάση τον όρο 9 της από 10.9.1999 Ε.Σ.Σ.Ε, κάλυψε την αύξηση 5% των αποδοχών των εργαζομένων της, από 10.6.1999 μέχρι την 1.12.2000 και οι αποδοχές της 16ης μισθολογικής βαθμίδας που εντάχθηκε ο ενάγων από 1.1.2000, ανήλθαν την 1.12.2000 στο ποσό των 608.272 δρχ. (306.401 δρχ. βασικός μισθός + 245.121 δρχ. χρονοεπίδομα + 56.750 δρχ.
οικογενειακό).
Συνεπώς, εφόσον οι αποδοχές του ενάγοντος την 1.12.2000 δεν θα έπρεπε να είναι μικρότερες του συνολικού ποσού των 592 146,45 δρχ. ( 563.949 δρχ. οι αποδοχές του την 31.3.1999+ 5% η αύξηση των αποδοχών του στη διετία 1999-2000) δεν του οφείλεται καμία μισθολογική διαφορά για τα υπόλοιπα έτη λόγω της σταδιακής αύξησης των αποδοχών, οι οποίες ανήλθαν στο ποσό των 671.823 δρχ. μέχρι την 31.1.2005.
Συνεπώς οι ένδικες αξιώσεις του για καταβολή μισθολογικών διαφορών ύψους 210.772,86 ευρώ ( 2.320.40 ευρώ το μήνα X 14 μήνες για το έτος 2000, 2.662,44 ευρώ το μήνα X 14 μήνες για το έτος 2001, 2.928,68 ευρώ το μήνα X 14 μήνες για το έτος 2002, 3.221,55 ευρώ το μήνα X 14 μήνες για το έτος 2003, 3.543,70 ευρώ το μήνα X 14 μήνες για το έτος 2004 και 3.898,08 ευρώ το μήνα X 1 μήνα για το έτος 2005) λόγω μη ορθής προσαρμογής των τακτικών αποδοχών του και συνυπολογισμού σ’ αυτές (μετά την ένταξή του στη μισθολογική κατηγορία ΔΕ), των επιδομάτων ανώτατου προσωπικού, απόδοσης και διορθωτικού καθώς και λόγω μη υπολογισμού της ΑΤΑ επί του συνόλου των προκυπτουσών τακτικών αποδοχών του, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες. Κατ’ ακολουθία των παραδοχών αυτών το Εφετείο, απέρριψε κατ’ ουσία τις αγωγές.
Με την κρίση αυτή και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν, το Εφετείο: Α) Δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου της από 10-6-1999 ΕΣΣΕ, καθόσον, με τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε το Εφετείο ότι αποδείχθηκαν, συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των διατάξεων αυτής στην κρινόμενη περίπτωση. Επομένως, οι πρώτος, κατά ένα μέρος, ο δεύτερος, κατά ένα μέρος και ο τρίτος λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ,με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης του νόμου, είναι αβάσιμοι. Και Β ). Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ασαφών, αντιφατικών και ανεπαρκών αιτιολογιών. Επομένως, οι πρώτος, κατά ένα μέρος και ο δεύτερος, κατά ένα μέρος λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, είναι αβάσιμοι.
Ενόψει αυτών, πρέπει ν’ απορριφθεί η αναίρεση στο σύνολό της. Τέλος, o αναιρεσείων, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, όπως καθορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.10.2015 αίτηση του Κ. Δ. για αναίρεση της 4457/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών (5ου Τμήματος).
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 27 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ