Legislator Case Law & Legislation
1150/2014 AI generated

1150/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1150/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1150/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, ουσιαστική προϋπόθεση για την εφαρμογή της περί αμέσου αντιπροσωπεύσεως διατάξεως του άρθρου 211 ΑΚ είναι, μεταξύ των άλλων, και η ύπαρξη της προς αντιπροσώπευση εξουσίας του αντιπροσώπου να προβεί στη δήλωση επ' ονόματι τρίτου προσώπου (του αντιπροσωπευομένου), η δε δήλωση να γίνεται επ' ονόματι του τελευταίου ή να συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του (αρχή του εμφανούς της αντιπροσωπεύσεως).

Keywords

AI generated
offeror vendor's statutory lien contractor remuneration unauthorized representation right of pre-emption public takeover bid
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1150 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1150/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Αγροτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Α.Σ. ΝΑΟΥΣΑ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κυριακή Χελιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 326/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 277/2010 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 17-8-2011 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 1-11-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' και 19 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών ... (και) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Εξ άλλου, ουσιαστική προϋπόθεση για την εφαρμογή της περί αμέσου αντιπροσωπεύσεως διατάξεως του άρθρου 211 ΑΚ είναι, μεταξύ των άλλων, και η ύπαρξη της προς αντιπροσώπευση εξουσίας του αντιπροσώπου να προβεί στη δήλωση επ' ονόματι τρίτου προσώπου (του αντιπροσωπευομένου), η δε δήλωση να γίνεται επ' ονόματι του τελευταίου ή να συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομά του (αρχή του εμφανούς της αντιπροσωπεύσεως).

Η προς αντιπροσώπευση εξουσία παρέχεται δια της πληρεξουσιότητος, η οποία, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 212, 216, 217, 218, 222, 223, 229, 231 παρ.1 και 361 ΑΚ αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την παροχή από τον αντιπροσωπευόμενο σε τρίτον (τον πληρεξούσιο) της εξουσίας αντιπροσωπεύσεώς του.

Η δικαιοπραξία αυτή είναι, κατά κανόνα, άτυπη. Υποβάλλεται όμως, κατ' εξαίρεση, σε έγγραφο συστατικό τύπο, είτε διότι για την συγκεκριμένη πληρεξουσιότητα το απαιτεί ο νόμος, είτε διότι η δικαιοπραξία στην οποία αφορά η πληρεξουσιότητα είναι τυπική, οπότε τον για την δικαιοπραξία αυτή επιβαλλόμενο τύπο πρέπει, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, να περιβληθεί και η πληρεξουσιότητα, σύμφωνα με το άρθρο 217 περ.

β' Α.Κ. (Α.Π. 1305/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "... Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι κατόπιν εντολής του Διοικητικού Συμβουλίου του εναγομένου στον υπάλληλό του Γ. Μ., πωλητή και διαχειριστή των προϊόντων του εναγομένου στο κατάστημά του της Κεντρικής Λαχαναγοράς Αθηνών (Κ.Λ.Α.), για λογαριασμό και στο όνομα του τελευταίου, ο ως άνω υπάλληλός του αγόρασε και παρέλαβε από τον ενάγοντα κατά το χρονικό διάστημα από 4-1-2004 έως 27-5-2004 διάφορα κηπευτικά είδη, συνολικής αξίας 174.041,61 €.

Ειδικότερα στις αρχές Ιανουαρίου 2004 ο υπάλληλος Γ. Μ. συναντήθηκε με τον ενάγοντα στην Ιεράπετρα, στον οποίο εμφανίστηκε ως αντιπρόσωπος του εναγομένου και συμφώνησαν την πώληση προϊόντων για λογαριασμό του εναγομένου, με τιμές που θα συμφωνούσαν και αποστολή αυτών στο κατάστημα της Κεντρικής Λαχαναγοράς Αθηνών.

Πράγματι κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα έγιναν 63 διαδοχικές πωλήσεις κηπευτικών προϊόντων από τον ενάγοντα στον εναγόμενο, για τις οποίες εκδόθηκαν τα ακόλουθα τιμολόγια για τα αναφερόμενα σε αυτά είδη και τις έναντι αυτών αξίες και ποσότητες, ήτοι ... επί πλέον ο εναγόμενος επικαλείται ότι ο ω άνω υπάλληλός του αναγνώρισε εγγράφως ότι προέβη σε αγορά γεωργικών προϊόντων με σκοπό τη μεταπώληση σε τρίτους χωρίς ενημέρωση και έγκριση του συνεταιρισμού.

Όμως η κατάθεση του ως άνω μάρτυρος κατά το σημείο της περί άγνοιας από τον εναγόμενο συνεταιρισμό των αγορών από τον υπάλληλο του τελευταίου αναιρείται από την όλη συμπεριφορά του εναγομένου και την καταβολή από αυτόν μέρους του τιμήματος. Ειδικότερα ο τελευταίος συνομολογεί ότι κατέβαλε τμηματικά μέρος του τιμήματος 60.000 €, το γεγονός δε αυτό υποδηλώνει την αναγνώριση εκ μέρους του εναγομένου της οφειλής του από τις προαναφερόμενες συμβάσεις, η δικαιολόγηση δε των καταβολών εκ μέρους του ότι ήταν χρήματα που εισπράχθηκαν από τις πωλήσεις των προϊόντων του ενάγοντος, τα οποία δεν μπορούσε ο ίδιος να κρατήσει αφού δεν αφορούσαν δική του συναλλαγή ούτε είχαν εγγραφεί στα βιβλία του, δεν είναι πειστική αφού δεν ισχυρίζεται ότι τα χρήματα αυτά βρίσκονταν στο ταμείο του καταστήματος των Αθηνών, αλλά αντιθέτως ισχυρίζεται ότι τα χρήματα αυτά ήταν σε ατομικό λογαριασμό του υπαλλήλου του.

Εξάλλου εμμέσως αναγνωρίζεται η υποχρέωσή του καταβολής του προαναφερομένου τιμήματος και από το περιεχόμενο της από 28-7-2005 αγωγής του εναγομένου κατά του υπαλλήλου του Γ. Μ. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βέροιας ... στην οποία ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ο ως άνω υπάλληλος του αναγνώρισε εγγράφως ότι από αυθαίρετες ενέργειές του χωρίς ενημέρωση και έγκριση του ΔΣ του συνεταιρισμού προχώρησε σε αγορά γεωργικών προϊόντων από 1-1-2004 έως 18-5-2004, ότι δημιουργήθηκε έλλειμμα στο ταμείο του συνεταιρισμού, ανερχόμενο σε 55.823,54 € και ότι είναι υποχρεωμένος να εξοφλήσει ποσό 49.146,04 € στους προμηθευτές από τους οποίους ο ως άνω υπάλληλός του προμηθευόταν τα συγκεκριμένα προϊόντα.

Εξάλλου δεν αποδείχτηκε ούτε άλλωστε ο εναγόμενος επικαλέστηκε ότι ο υπάλληλός του είχε κάποιο κίνητρο ώστε να κάνει αγοραπωλησίες στο όνομα και εν αγνοία του συνεταιρισμού, σε κάθε δε περίπτωση η αναγνώριση της οφειλής εκ μέρους του υπαλλήλου απέναντι στον εναγόμενο συνεταιρισμό είναι θέμα μεταξύ αυτών και δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο ...".

Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια το άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., καθόσον δεν παραβίασε τις αναφερθείσες στην αρχή ουσιαστικές διατάξεις, διέλαβε δε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεν απαιτείται έγγραφος τύπος για την ένδικη εντολή και την πληρεξουσιότητα, επειδή ούτε επιβάλλεται τύπος από τον νόμο, ούτε η φερομένη ως συναφθείσα σύμβαση αγοράς κηπευτικών προϊόντων είναι τυπική.

Επομένως, οι τα αντίθετα υποστηρίζοντες δεύτερος και τρίτος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ.: "Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς".

Διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές, που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα, και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Εξάλλου κατά τη έννοια της ανωτέρω διατάξεως η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνον αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (Ολ.Α.Π. 10/2005, Α.Π. 1308/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς του, κατά το πρώτο μέρος του, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, ότι παρέλειψε να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας "αφού η κοινή πείρα και λογική καταδεικνύουν ότι ο υπάλληλος που αγοράζει και πουλά για τον εργοδότη του, καταθέτει τα χρήματα από τις πωλήσεις στον λογαριασμό του εργοδότη και, αντίθετα, ότι τα καταθέτει στον ατομικό του λογαριασμό όταν θέλει να το αποκρύψει, όπως όταν ενήργησε για δικό του ατομικό όφελος και κέρδος, και αντί να πουλά για λογαριασμό του εργοδότη του πωλεί και εισπράττει ο ίδιος το όλο τίμημα ...

ως προς το λόγο (κίνητρο), αφού η αγορά από υπάλληλο για λογαριασμό του και η από αυτόν (υπάλληλο) πώληση σε τρίτους του αγορασθέντος εν αγνοία του εργοδότη αποφέρει κέρδος στον υπάλληλο, συνιστάμενο στην απόλαυση από αυτόν του όλου τιμήματος, που δεν θα είχε αν ενεργούσε για λογαριασμό του εργοδότη, αφού τότε το όλο τίμημα της πώλησης περιέρχεται στον εργοδότη και ο υπάλληλος δεν έχει κανένα κέρδος, αλλά αντίθετα, κατά την έννοια αυτή, απώλεια ...

Κατά την κοινή πείρα και λογική, ο έμπορος, που αγοράζει προϊόντα με σκοπό να τα μεταπωλήσει, το κάνει με μόνο γνώμονα το κέρδος του, που περιλαμβάνεται και υλοποιείται με την είσπραξη και απόλαυση του τιμήματος από την πώληση και, επομένως, το κίνητρο του υπαλλήλου για να αγοράσει και να πωλήσει προϊόντα για λογαριασμό του και εν αγνοία του εργοδότη του, από μόνη την κοινή πείρα και λογική προκύπτει ότι είναι το κέρδος του συνιστάμενο στην είσπραξη του τιμήματος, αφού, αντίθετα, αν ο υπάλληλος ενεργεί για λογαριασμό του εργοδότη, το τίμημα απολαμβάνει ον εργοδότης και ο υπάλληλος το στερείται ...

αφού δεν υπήγαγε αυτό που δέχτηκε στις εφαρμοστέες διατάξεις, καθώς η αναγνώριση από τον υπάλληλο ότι αυτός οφείλει το επίδικο υπόλοιπο τιμήματος από την αναφερόμενη στην αγωγή αγορά, γιατί ενήργησε στο όνομα και για λογαριασμό του και εν αγνοία του εργοδότη, θεμελιώνει την ένσταση της μη αντιπροσώπευσης και τον ισχυρισμό ότι ο υπάλληλος ενήργησε χωρίς εντολή και εν αγνοία του φερόμενου ως αγοραστή συνεταιρισμού, που καθιστούν επιβλητέα και την εφαρμογή του άρθρου 231§1 ΑΚ, τον οποίο εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, μολονότι συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής του".

Ο λόγος αυτός προτείνεται απαραδέκτως, διότι η επικαλούμενη παραβίαση διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία κανόνων δικαίου, ήτοι των διατάξεων των άρθρων 216, 217, 229 και 231 παρ. 1 Α.Κ. τις οποίες επικαλείται ο αναιρεσείων ή την υπαγωγή αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους εν λόγω κανόνες, αλλά εσφαλμένη χρησιμοποίηση διδαγμάτων της κοινής πείρας για την διαπίστωση της υπάρξεως ή μη πραγματικών περιστατικών, η οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, δεν θεμελιώνει τον επικαλούμενο λόγο αναιρέσεως.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". "Πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν κατά τον νόμο ή δύνανται να στηρίξουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, αντένσταση, ένδικο μέσο, ανακοπή κ.λ.π.), όχι δε και εκείνοι οι οποίοι συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.

Εξ άλλου, από τα άρθρα 61, 65, 67, 68 και 70 ΑΚ συνάγεται, ότι για να υποχρεωθεί το νομικό πρόσωπο από δικαιοπραξία, πρέπει αυτή να έχει συναφθεί είτε από το όργανο που το διοικεί, το οποίο να ενεργεί μέσα στα όρια της εξουσίας του, κατά τους όρους της συστατικής πράξεως ή του καταστατικού του, είτε από φυσικό πρόσωπο στο οποίο παρέσχε σχετική εξουσία το όργανο το οποίο διοικεί το νομικό πρόσωπο.

Δικαιοπραξία, η οποία έχει καταρτισθεί επ' ονόματι νομικού προσώπου από φυσικό πρόσωπο, το οποίο δεν έχει εξουσία εκπροσωπήσεώς του, δεν το δεσμεύει. Κατά το άρθρο 238 Κ.Πολ.Δ.: " Ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου οι προτάσεις κατατίθενται, ενώπιον δε του ειρηνοδικείου δύνανται να κατατεθούν, το αργότερο στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.

Οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και, όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις, καταχωρίζονται στα πρακτικά. Οι διάδικοι μπορούν έως τη δωδέκατη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρας από τη συζήτηση ή από την αυτοψία ή από τη λήξη της προθεσμίας για την κατάθεση της γνωμοδότησης των πραγματογνωμόνων να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390 μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 1 εδάφια β' και γ', 2, 5 και 6 του άρθρου 237". Από τις διατάξεις αυτές, συνδυαζόμενες προς εκείνες των άρθρων 118, 216 παρ. 1α, 224 Κ.Πολ.Δ, συνάγεται, ότι σε αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά νομικού προσώπου, η οποία έχει ως αντικείμενο την εκπλήρωση συμβατικής υποχρεώσεως αναληφθείσης από αυτό, αλλά και σε ένσταση ή αντένσταση, με τις οποίες γίνεται επίκληση τέτοιας συμβάσεως για την θεμελίωση του περιεχόμενου σ' αυτές αυτοτελούς ισχυρισμού, δεν απαιτείται να αναφέρονται και τα φυσικά πρόσωπα, τα οποία εκπροσώπησαν το νομικό πρόσωπο κατά την σύναψη της συμβάσεως, καθώς και τα στοιχεία της νόμιμης εκπροσωπήσεώς του.

Αν όμως αμφισβητείται η σύναψη της συμβάσεως ή το κύρος της λόγω ελλείψεως νόμιμης εκπροσωπήσεως του νομικού προσώπου, ο επικαλούμενος την σύμβαση πρέπει να καθορίσει με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με την προσθήκη των προτάσεων, το πρόσωπο το οποίο, σύμφωνα με τον νόμο ή το καταστατικό, εκπροσώπησε το νομικό πρόσωπο κατά την κατάρτισή της και εδήλωσε κατά τον νόμιμο αυτόν τρόπο την σχετική βούλησή του, χωρίς από αυτό να επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής.

Το δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπ' όψιν οίκοθεν από τις αποδείξεις, ότι η σύμβαση καταρτίσθηκε μεταξύ άλλων, συγκεκριμένων προσώπων, τα οποία ενήργησαν ως άμεσοι αντιπρόσωποι των φερομένων ως συμβληθέντων, χωρίς να γίνει η ανωτέρω διευκρίνιση, καθόσον έτσι μόνον θα μπορέσει και ο εναγόμενος, αμυνόμενος κατά της αγωγής, να προβάλει τυχόν υπάρχουσες ενστάσεις του κατά του κύρους της πληρεξουσιότητος του με την ανωτέρω διευκρίνιση προβληθέντος ως αντιπροσώπου του.

Από την άποψη αυτήν, η ανωτέρω συμπλήρωση του δικογράφου της αγωγής αποτελεί πράγμα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. (βλ. Α.Π. 462/2010, Α.Π. 714/1988). Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, ότι με τον εναγόμενο συνεταιρισμό συνήψε στην Ιεράπετρα σύμβαση πωλήσεως, δυνάμει της οποίας, κατά τους αναφερομένους στην αγωγή χρόνους, επώλησε και παρέδωσε σε εκείνον τα επίσης αναφερόμενα στην αγωγή κατ' είδος, ποσότητα και τιμή κηπευτικά προϊόντα, συνολικής αξίας 174.041,61 ευρώ.

Έναντι του ποσού αυτού ο εναγόμενος κατέβαλε τμηματικώς 133.000 ευρώ, απέμεινε δε υπόλοιπο 41.041,61 ευρώ, το οποίο αυτός αρνείται να εξοφλήσει. Ζητεί δε εν τέλει ο ενάγων, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος, να καταβάλει νομιμοτόκως το εν λόγω υπόλοιπο. 'Όπως προκύπτει από τα πρακτικά του δικαστηρίου εκείνου, η συζήτηση της αγωγής έγινε την 17η Μαΐου 2006, οι δε διάδικοι κατέθεσαν νομίμως τις προτάσεις των, σύμφωνα με την επ' αυτών σημείωση του Γραμματέως του Δικαστηρίου, κατά την ίδια ημέρα.

Ο εναγόμενος, τόσο με τις προτάσεις του, όσο και με δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων του καταχωρηθείσα στα πρακτικά του Δικαστηρίου, αρνήθηκε ότι συνήψε την επίδικη σύμβαση, κατόπιν δε τούτου ο ενάγων, με την προσθήκη στις προτάσεις του, συμπλήρωσε την αγωγή και καθόρισε το πρόσωπο του υπαλλήλου του εναγομένου, ο οποίος ενεργήσας κατ' εντολήν του συνεταιρισμού προέβη για λογαριασμό του τελευταίου στην σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως και παρέλαβε τα πωληθέντα αγροτικά προϊόντα.

Η συμπλήρωση αυτή της αγωγής με την προσθήκη των προτάσεων δεν μεταβάλλει την βάση της και είναι νόμιμη σύμφωνα με τις εκτεθείσες διατάξεις και σκέψεις. Επομένως το Εφετείο, το οποίο έλαβε υπ' όψιν του τον με την προσθήκη στις προτάσεις προταθέντα ισχυρισμό του ενάγοντος, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ.

και ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατ' εκτίμησιν από τον αριθμό αυτόν, είναι αβάσιμος. Με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., επειδή το Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος, ότι ο υπάλληλός του Γ. Μ., έναντι τιμήματος των αγορασθέντων γεωργικών προϊόντων, κατέβαλε στον αναιρεσίβλητο το ποσόν των 73.000 ευρώ με το δικό του όνομα, δηλαδή του υπαλλήλου και για δικό του λογαριασμό και όχι για λογαριασμό του αναιρεσείοντος, ενώ αντιθέτως δέχθηκε χωρίς πρόταση από τον αναιρεσίβλητο, ότι ο ίδιος υπάλληλος κατέβαλε σε αυτόν το ανωτέρω ποσόν για λογαριασμό του αναιρεσείοντος.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, επειδή δεν συνιστά "πράγμα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή έχει αναλυθεί ανωτέρω. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν".

Στην προκειμένη περίπτωση, από την βεβαίωση του Εφετείου ότι, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψιν "και όλα τα προσκομιζόμενα υπό των διαδίκων έγγραφα" σε συνδυασμό προς το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται βέβαιο χωρίς αμφιβολία, ότι ελήφθησαν υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα φερόμενα από τον αναιρεσείοντα ως αγνοειθέντα 16 γραμμάτια εισπράξεως της Εμπορικής Τραπέζης.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., επειδή, κατ' εκείνον, δεν έλαβε υπ' όψιν τα ανωτέρω έγγραφα, είναι αβάσιμος. Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17 Αυγούστου 2011 αίτηση του αγροτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία "Α.Σ. ΝΑΟΥΣΑ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 277/2010 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 11η Φεβρουαρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 30η Μαΐου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ