Legislator Case Law & Legislation
1150/2011 AI generated

1150/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1150/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1150/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε περίπτωση μη νομιμότητας του λόγου αυτού ή αναληθείας του, ο αποκλεισμός ισχύει για την εξ αδιαθέτου διαδοχή και ο μεριδούχος λαμβάνει τη νόμιμη μοίρα του, ενώ κατά το επιπλέον διατηρούνται οι διατάξεις της διαθήκης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Keywords

AI generated
action for recovery of inheritance debt payment aegean Sea back payment payment of monetary claim right to a decision
AI generated
952/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1721/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1317/2014
Η κρινόμενη υπόθεση φέρεται προς συζήτηση στο τμήμα τούτο, με την από 30-1-2014 κλήση των αναιρεσιβλήτων (εναγόντων), μετά την έκδοση της 2178/2013 αποφάσεως του ιδίου Τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε εν μέρει η υπ'αριθμ.5719/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και κρατήθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Τμήμα. Πρέπει, λοιπόν, αφού οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και κατά το μέρος που αυτή αναιρέθηκε (άρθρα 579 παρ.1 και 581 παρ.2 ΚΠολΔ), να εξεταστεί κατά το αντίστοιχο μέρος της η από 3-3-2006 έφεση των εναγόντων, η οποία νομότυπα και εμπρόθεσμα ασκήθηκε κατά της 221/2006 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
1358/2018
Με την από 29-9-2016 αίτηση αναίρεσης και τους από 22-9-2017 πρόσθετους λόγους της προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα 57/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης (τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία αντίθετες εφέσεις των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων και του εκκαλούντος Σ. Τ. (ο οποίος απεβίωσε μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στη θέση του οποίου υπεισήλθαν ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι οι αναιρεσείοντες)κατά της 47/2013 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου (με την οποία είχαν απορριφθεί οι από 4-2-2011 με αριθμ. κατάθ. 26/2011 και 27/2011 δυο αγωγές του ενάγοντος Σ. Τ. και έγινε εν μέρει δεκτή η από 23-7-2012 με αριθμ. κατάθ. 86/2012 αγωγή των πρώτης και δεύτερης των εφεσιβλήτων - αναιρεσιβλήτων.Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από τους μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του εκκαλούντος - εφεσιβλήτου Σ. Τ. (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 569 Κ.Πολ.Δ) και καταβλήθηκε το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 20/2016 έκθεση κατάθεσης δικογράφου του Γραμματέα του Εφετείου Κρήτης. Είναι συνεπώς παραδεκτοί (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ΚΠολΔ, ΑΠ 1192/2014).
1823/2013
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Απριλίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1150 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1150/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Κωνσταντίνο Τσόλα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Ν. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος, εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Φανή Καραγιάννη.

Της αναιρεσίβλητης: Ε.-Α. συζ. Κ. Κ., το γένος Π. Ν., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Αναγνωστόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 288/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 639/2007 μη οριστική, 856/2008 οριστική του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-1-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Κωνσταντίνος Τσόλας ανέγνωσε την από 12-4-2010 έκθεση του ήδη Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Μιχαήλ Θεοχαρίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1763 περ. 1 του ΑΚ, "κάθε διαθήκη μπορεί να ανακληθεί με σχετική δήλωση σε μεταγενέστερη διαθήκη", κατά δε το άρθρο 1764 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "μεταγενέστερη διαθήκη καταργεί με το περιεχόμενο της την προηγούμενη, μόνο κατά το μέρος που εναντιώνεται σ' αυτή". Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι κάθε διαθήκη μπορεί να ανακληθεί από το διαθέτη, είτε με ρητή δήλωση της βούλησής του στη νέα διαθήκη περί μερικής ή ολικής ανάκλησης αυτής, είτε σιωπηρώς, εάν το περιεχόμενο της νεότερης διαθήκης εναντιώνεται προς το περιεχόμενο της προγενέστερης, δηλαδή είναι ασυμβίβαστο προς το περιεχόμενο αυτής.

Με την ανάκληση της διαθήκης καταργείται η ισχύς της, υπό την έννοια ότι οι διατάξεις της δεν μπορούν πλέον να αναπτύξουν έννομα αποτελέσματα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί της ρητής ή σιωπηρής δήλωσης βούλησης του διαθέτη για την ανάκληση προγενέστερης διαθήκης, ως αναγόμενη στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1713 ΑΚ, ο κληρονομούμενος μπορεί με διαθήκη, χωρίς να εγκαταστήσει με αυτήν κληρονόμο, να αποκλείσει από την εξ αδιαθέτου διαδοχή ορισμένο συγγενή, με την επιφύλαξη των διατάξεων για τη νόμιμη μοίρα, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 1839 του ιδίου Κώδικα ο διαθέτης μπορεί για ορισμένους λόγους, που αναφέρονται στο νόμο, να στερήσει τον μεριδούχο από τη νόμιμη μοίρα με διάταξη τελευταίας βούλησης (αποκλήρωση).

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1825, 1829 και 1840 επ. ΑΚ, συνάγεται ότι ο κληρονομούμενος μπορεί με διάταξη τελευταίας βούλησης να αποκλείσει ρητώς ή σιωπηρώς κάποιον συγγενή από την εξ αδιαθέτου διαδοχή, εγκαθιστώντας άλλους κληρονόμους ή και χωρίς τέτοια εγκατάσταση (αποκλήρωση με ευρεία έννοια), αλλά τέτοιος αποκλεισμός αναγκαίου κληρονόμου δεν στερεί αυτόν από τη νόμιμη μοίρα του, εκτός αν η αποκλήρωση γίνεται για υφιστάμενο νόμιμο λόγο και αυτός αναφέρεται στην τελευταία διάταξη (αποκλήρωση με στενή έννοια).

Σε περίπτωση μη νομιμότητας του λόγου αυτού ή αναληθείας του, ο αποκλεισμός ισχύει για την εξ αδιαθέτου διαδοχή και ο μεριδούχος λαμβάνει τη νόμιμη μοίρα του, ενώ κατά το επιπλέον διατηρούνται οι διατάξεις της διαθήκης. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΟλΑΠ 11/1996).

Στην προκειμένη περίπτωση. όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Στις ... αποβίωσε στην Πάτρα, σε ηλικία 79 ετών, η μητέρα της ενάγουσας και του εναγομένου, Ε. χήρα Π. Ν., κάτοικος όσο ζούσε Πατρών. Η αποβιώσασα με την ... δημόσια διαθήκη της ενώπιον της συμβολαιογράφου Πατρών Ε.ς Διαμαντόγιαννη, που δημοσιεύθηκε νόμιμα με το 127/1999 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, εγκατέστησε κληρονόμο της τον εναγόμενο γιο της σε όλη την κινητή και ακίνητη περιουσία της.

Με τη διαθήκη της αυτή όρισε ότι την ενάγουσα θυγατέρα της την περιορίζει σε ό,τι της άφησε εν ζωή και δεν επιθυμεί να της αφήσει τίποτε άλλο, καθόσον αυτή μετά το γάμο της εκδήλωσε απέναντι της εχθρική συμπεριφορά μη υπολογίζοντας ότι ήταν μητέρα της. Με την ίδια διαθήκη ανακαλούσε κάθε προηγούμενη διαθήκη της και συγκεκριμένα την ...

δημόσια διαθήκη της ενώπιον της ανωτέρω συμβ/φου Ε.ς Διαμαντόγιαννη, στην οποία μάλιστα ανέφερε τα ανωτέρω αναφορικά με τη συμπεριφορά της ενάγουσας απέναντι της, αλλά όριζε να πάρει τη νόμιμη μοίρα της σε χρήμα, ενώ με την προαναφερόμενη ... δημόσια διαθήκη της αποκλήρωνε την ενάγουσα από την περιουσία.

Οι αναγραφόμενοι στην εν λόγω διαθήκη λόγοι αποκλήρωσης της ενάγουσας δεν είναι αληθείς, ούτε υφίσταντο κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, λόγος για τον οποίο πρέπει να κηρυχθεί άκυρη η περί αποκλήρωσης διάταξη αυτής, με συνέπεια να υφίσταται νόμιμο δικαίωμα της ενάγουσας στη νόμιμη μοίρα και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 1/4 στα κληρονομιαία περιουσιακά στοιχεία της μητέρας της.

Ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ.8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον προταθέντα με λόγο της έφεσής του ισχυρισμό ότι, "αν ήθελε θεωρηθεί άκυρος ο αποκλεισμός της ενάγουσας από τη νόμιμη μοίρα της, ο οποίος έγινε με την από ...

διαθήκη της μητέρας τους, τότε πρέπει να ισχύσει η καθόλα έγκυρη και ισχυρή κατάλειψη της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας σε χρήμα, η οποία ορίσθηκε από την κληρονομουμένη με την προγενέστερη υπ' αριθμ. ... διαθήκη της". Από το προεκτεθέν όμως περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και ιδίως από την παραδοχή της, ότι η διαθέτιδα με ρητή διάταξη της επίμαχης ...

δεύτερης διαθήκης της ανακάλεσε κάθε προηγούμενη διαθήκη της και συγκεκριμένα την ... προγενέστερη διαθήκη αυτής, προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι η τελευταία αυτή διαθήκη, με την ανάκλησή της από τη διαθέτιδα έπαψε να έχει ισχύ ως προς τη διάταξη της, με την οποία η διαθέτιδα είχε ορίσει να λάβει η ενάγουσα τη νόμιμη μοίρα της σε χρήμα.

Ενόψει αυτών το Εφετείο έλαβε υπόψη τον παραπάνω αναφερόμενο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε σιωπηρώς ως αβάσιμο. Γι' αυτό ο ανωτέρω περί του αντιθέτου λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλονται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1800 παρ.2 και 1828 του ΑΚ, τις οποίες το Εφετείο παρέλειψε (κατά τον αναιρεσείοντα) να εφαρμόσει και για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, καθόσον το Εφετείο "ενώ δέχεται ότι είναι άκυρη η περί αποκλήρωσης διάταξη της διαθήκης του έτους 1995 και ότι ισχύει η προγενέστερη διαθήκη του έτους 1994, δεν διέλαβε στην απόφασή του αιτιολογίες σε σχέση με τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί κατάλειψης με την προγενέστερη αυτή διαθήκη της νόμιμης μοίρας της ενάγουσας σε χρήμα".

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, και κατά τις δύο αιτιάσεις του, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι με την επίμαχη ... νεότερη διαθήκη της κληρονομουμένης ανακλήθηκε ρητά η ανωτέρω προηγούμενη διαθήκη της του έτους 1994 και όχι ότι η τελευταία είναι έγκυρη και ισχυρή.

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθμ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και ειδικότερα έκρινε απαράδεκτο το αίτημα του αναιρεσείοντος να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη το ισάξιο σε χρήματα του ελλείποντος από τη νόμιμη μοίρα της αναιρεσίβλητης, ώστε να αποφύγει την ανατροπή της ένδικης δωρεάς , για το λόγο ότι αυτό υποβλήθηκε για πρώτη φορά ενώπιον του με το δικόγραφο της έφεσής του", ενώ ο αναιρεσείων δεν είχε υποβάλει τέτοιο αίτημα στο Εφετείο.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, δεδομένου ότι, όπως αυτός (με την αναίρεση) ισχυρίζεται και προκύπτει και από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσής του, που άσκησε κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, δεν πρόβαλε στο Εφετείο το ως άνω αίτημα για καταβολή στην αναιρεσίβλητη του ισάξιου σε χρήματα του ελλείποντος από τη νόμιμη μοίρα της.

2. - Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1825, 1827, 1831, 1832 και 1833 ΑΚ, όπως ισχύουν μετά το ν. 1329/1983, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας οποιουδήποτε μεριδούχου, η οποία συνίσταται στο μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας, λαμβάνεται ως βάση η κατάσταση και η αξία της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, δηλαδή συνυπολογίζονται όλα τα δεκτικά κληρονομικής διαδοχής περιουσιακά στοιχεία που υπάρχουν κατά το χρόνο αυτό στην κληρονομιά (πραγματική κληρονομική ομάδα), προσθέτονται δε και θεωρούνται ότι υπάρχουν στην κληρονομιά (πλασματική κληρονομική ομάδα), με την αξία που είχαν κατά το χρόνο της παροχής, οτιδήποτε ο κληρονομούμενος παραχώρησε, όσο ζούσε, χωρίς αντάλλαγμα, σε μεριδούχο είτε με δωρεά είτε με άλλο τρόπο και επίσης οποιαδήποτε δωρεά που ο κληρονομούμενος έκανε στα τελευταία δέκα χρόνια πριν από το θάνατό του, εκτός αν την επέβαλαν λόγοι ευπρέπειας ή ιδιαίτερο ηθικό καθήκον.

Έτσι, σύμφωνα με τις πιο πάνω διατάξεις, για τον υπολογισμό της νόμιμης μοίρας του μεριδούχου α) εκτιμάται η αξία όλων των αντικειμένων της κληρονομιάς κατά το χρόνο του θανάτου του κληρονομουμένου, β) προσθέτονται με την αξία που είχαν κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν οι πιο πάνω παροχές του κληρονομούμενου προς τους μεριδούχους ή τρίτους, γ) με βάση την αυξημένη (πλασματική) κληρονομική ομάδα, που προσδιορίζεται κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, εξευρίσκεται η νόμιμη μοίρα του μεριδούχου και δ) σχηματίζεται ένα κλάσμα με αριθμητή το ποσό της εξευρισκόμενης με τον πιο πάνω τρόπο νόμιμης μοίρας του και παρανομαστή την αξία εκείνων των στοιχείων της πραγματικής ομάδας, από τα οποία θα λάβει ο μεριδούχος το απαιτούμενο ποσοστό για τη συμπλήρωση της νόμιμης μοίρας του.

Το κλάσμα αυτό ή δεκαδικός αριθμός που προκύπτει από τη διαίρεση του αριθμητή με τον παρανομαστή παριστά το ποσοστό που πρέπει να πάρει ο μεριδούχος αυτούσιο σε κάθε αντικείμενο της πραγματικής ομάδας της κληρονομιάς, για να λάβει έτσι τη νόμιμη μοίρα του (ΟλΑΠ 1404/1984). Με βάση τα παραπάνω έπεται, ότι μεταξύ των στοιχείων της βάσης της αγωγής περί κλήρου του νόμιμου μεριδούχου, σε περίπτωση που ο ενάγων επικαλείται την ύπαρξη παροχών του κληρονομουμένου προς μεριδούχους ή τρίτους, από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 1831 παρ. 1 εδ. 2 ΑΚ, είναι και η πραγματική αξία που είχαν οι παροχές αυτές κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκαν, ενώ η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο της αναφερόμενης στην αγωγή αξίας τους και η επίκληση από αυτόν διαφορετικής από την καθοριζόμενη με την αγωγή αξίας των εν λόγω παροχών συνιστά άρνηση αυτής.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε ανελέγκτως, τα εξής ουσιώδη περιστατικά: Η κληρονομουμένη κατά το χρόνο του θανάτου της (...) κατείχε και νεμόταν ως κυρία τα περιγραφόμενα (στην προσβαλλόμενη απόφαση) δύο ακίνητα, κατά ποσοστό 1/10 εξ αδιαιρέτου, αξίας κατά το χρόνο θανάτου της 3.500.000 δραχμών του μεριδίου της επί του ακινήτου επιφανείας 500,12 τ.μ.

και 7.500.000 δραχμών του μεριδίου της επί του ακινήτου επιφανείας 1.000,03 τ.μ. και συνολικά 11.000.000 δραχμών. Η αξία των ακινήτων αυτών προκύπτει από τη λογική εκτίμηση όλων των προσκομισθεισών αποδείξεων. Μάλιστα μετά την άσκηση της κρινόμενης αγωγής στις 19.5.2001 ο εναγόμενος προέβη στη μεταβίβαση των ακινήτων αυτών με τα υπ' αριθμ. ...

και ... συμβόλαια της συμβολαιογράφου Πατρών Κονδυλίας Παπαδημητρίου προς την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ολοκληρωμένες συμβουλευτικές και συνεδριακές υπηρεσίες ΑΕ", αντί 43.000.000 και 68.800.000 δραχμών, αντίστοιχα, για ολόκληρα τα ακίνητα, ενώ η αξία τους κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό ανερχόταν σε 50.684.497 και 80.995.075 δραχμές, αντίστοιχα.

Περαιτέρω, η αποβιώσασα με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πατρών Αγγελικής Σακελλάρη, που μεταγράφηκε νόμιμα, φέρεται ότι μεταβιβάζει, λόγω πωλήσεως, στον εναγόμενο το 1/10 ποσοστό εξ αδιαιρέτου μίας οικοπεδικής εκτάσεως, επιφανείας 16.605 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "..." επί της οδού ... και επί της νέας εθνικής οδού ...

και συνορεύει βόρεια με ιδιοκτησίες Κ. και Ν. Κ. και ιδιοκτησία κληρονόμων αγνώστου, νότια με ιδιοκτησία ..., ανατολικά εν μέρει με την οδό ... και εν μέρει με ιδιοκτησία ... και δυτικά με τη νέα εθνική οδό ... και εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστων, αξίας κατά το χρόνο της μεταβίβασης 41.000.000 δραχμών (16.605 τ.μ. Χ 25.000 δρχ.

Χ 1/10 το μερίδιο της κληρονομουμένης), ενόψει της εκτάσεως, της θέσης που βρισκόταν το ακίνητο και της αγοραίας αξίας των ακινήτων που πωλούνταν εκείνη την περίοδο. Στο παραπάνω συμβόλαιο αναγράφεται ως τίμημα το ποσό των 13.835.938 δραχμών, όσο και η αξία του ακινήτου αυτού κατά τον αντικειμενικό προσδιορισμό.

Η προαναφερόμενη αξία του εν λόγω ακινήτου προκύπτει από τη λογική εκτίμηση όλων των αποδείξεων. Στο ίδιο συμβόλαιο αναγράφεται ότι το τίμημα κατέβαλε ο εναγόμενος παρουσία της συμβολαιογράφου. Η πιο πάνω πώληση είναι πράγματι εικονική, διότι η συμφωνία για το τίμημα δεν ήταν σπουδαία, αλλά έγινε φαινομενικά, υποκρύπτεται δε δωρεά της κληρονομουμένης προς τον εναγόμενο, την οποία ήθελαν τα μέρη και περιέχει για την εγκυρότητα της όλα τα τυπικά και ουσιαστικά στοιχεία για την κατάρτιση της.

Ο εναγόμενος δεν είχε αντικειμενικά την οικονομική ευχέρεια να προβεί στην ανωτέρω αγορά του ιδανικού μεριδίου της μητέρας του, δεν εργαζόταν έως τότε, λειτούργησε ένα πρατήριο υγρών καυσίμων για μερικά χρόνια μετά την εν λόγω αγορά, το οποίο έκλεισε λόγω οικονομικών προβλημάτων, ούτε προκύπτει να πώλησε κάποιο ακίνητο εκείνο το χρονικό διάστημα.

Επομένως, η παραπάνω δωρεά λαμβάνεται υπόψη για την εξεύρεση της πλασματικής κληρονομικής ομάδας, η οποία έτσι ανέρχεται στο ποσό των 52.000.000 δραχμών (11.000.000 + 41.000.000). Με βάση την πλασματική αυτή κληρονομική ομάδα, το Εφετείο προσδιόρισε την αξία της νόμιμης μοίρας της αναιρεσίβλητης ενάγουσας, που είναι ίση με το μισό της εξ αδιαθέτου μερίδας της, σε 13.000.000 (52.000.000 : 4) δραχμές.

Ο αναιρεσείων, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, από τον αριθ. 8 περ.β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα με λόγο της έφεσης του ισχυρισμό του ότι "Η αξία του μεταβιβασθέντος σ' αυτόν με το ανωτέρω ... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πατρών Αγγελικής Σακελλάρη, ποσοστού 1/10 εξ αδιαιρέτου ακινήτου, εκτάσεως 16.605 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...", ήταν μικρή, λόγω του ότι η Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Δήμου Πατρέων είχε δεσμεύσει το 81,21 ο/ο αυτού για κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους".

Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός της καθοριζόμενης στην αγωγή αξίας της πιο πάνω παροχής της κληρονομουμένης κατά το χρόνο της πραγματοποίησής της και συνεπώς δεν συνιστά, κατά τα προεκτεθέντα "πράγμα", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης του άρθρου 559 αριθ.8 περ..β' ΚΠολΔ. Επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, κατά το τρίτο μέρος του, από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το ζήτημα του προσδιορισμού της αξίας, που είχε κατά το χρόνο που μεταβιβάσθηκε στον αναιρεσείοντα από την κληρονομουμένη, το 1/10 εξ αδιαιρέτου του προαναφερομένου ακινήτου, έκτασης 16.605 τ.μ., διότι "υπολόγισε την αξία αυτού σε 25.000 δραχμές ανά τ.μ., λαμβάνοντας ως συγκριτικό στοιχείο το ...

συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Πατρών Κ. Καρατζά, με το οποίο πωλήθηκε οικόπεδο εμβαδού 900 τ.μ., αντί 22.397.000 δραχμών, χωρίς, όμως, να προσδιορίσει αν το τελευταίο ακίνητο, που είναι διαφορετικού μεγέθους από το επίμαχο, έχει πολεοδομικές δεσμεύσεις και κατά ποιο ποσοστό ήταν οικοδομήσιμο". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι οι ανωτέρω αιτιάσεις ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι, δηλαδή, η αξία του δωρηθέντος στον αναιρεσείοντα με το ανωτέρω ...

συμβόλαιο ποσοστού 1/10 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου, έκτασης 16.605 τ.μ., στη θέση "..." ανερχόταν, κατά το χρόνο που πραγματοποιήθηκε η δωρεά αυτή, σε 25.000 δραχμές ανά τ.μ. και συνολικά σε 41.000.000 δραχμές, διατυπώνεται στην αναιρεσιβαλλομένη με σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις.

3. - Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλ' αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, θεμελιώνεται ο αναιρετικός αυτός λόγος.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθ. 11 εδ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ψέγει το Εφετείο, διότι δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του ότι η αξία του ανωτέρω ακινήτου, έκτασης 16.605 τ.μ., ήταν ιδιαίτερα μειωμένη, λόγω δέσμευσης του 81,21 ο/ο αυτού για κοινόχρηστους και κοινωφελείς χώρους και ειδικότερα 1) την υπ' αριθ.πρωτ. 4181/5-2-1998 αίτηση αυτού προς τη Διεύθυνση Πολεοδομικού Σχεδιασμού του Δήμου Πατρέων και 2) την από 30-6-1998 βεβαίωση του πολιτικού μηχανικού Α.

Σ.. Από την προσβαλλόμενη, όμως, απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι "λήφθηκαν υπόψη όλα εν γένει τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν", σε συνδυασμό με τις εκτεθείσες σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του ως άνω αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία, ότι πράγματι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα.

Επομένως, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος.

4. - Επειδή, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Ενόψει αυτών, αν ο αναιρεσείων είχε νικηθεί στον πρώτο βαθμό, η νόμιμη επαναφορά των ισχυρισμών του στο εφετείο, πριν από την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, μόνο με λόγο περιεχόμενο στο δικόγραφο της έφεσης ή σε δικόγραφο πρόσθετων λόγων πρέπει να γίνεται.

Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο αναίρεσης προβάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις από τους αριθ.8 περ.β', 19 και 11 περ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι το Εφετείο α) δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ισχυρισμό του, ότι η κληρονομούμενη μητέρα του είχε κατά το χρόνο του θανάτου της χρέη και συγκεκριμένα του όφειλε το ποσό των 8.186.616 δραχμών, το οποίο αυτός είχε καταβάλει με δικά του χρήματα για φόρους, οφειλές και τέλη της καταλειφθείσας σε εκείνη κληρονομιάς του Α.

Α., β) στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν περιέλαβε στην απόφαση καμιά αιτιολογία ως προς τον ανωτέρω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό του της ύπαρξης χρεών της κληρονομουμένης και γ) δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε προς απόδειξη του ίδιου πιο πάνω ισχυρισμού του και ειδικότερα την από μηνός Μαΐου 1987 έγγραφη δήλωση της κληρονομουμένης και την από 8-4-1987 επιστολή της Τράπεζας Πίστεως προς την κληρονομουμένη.

Όπως, όμως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης, που ο αναιρεσείων άσκησε κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ο πιο πάνω ισχυρισμός αυτού περί ύπαρξης χρεών της κληρονομουμένης, στον οποίο οι ήδη προβαλλόμενοι λόγοι αναίρεσης στηρίζονται, ο οποίος είχε προταθεί με τις πρωτόδικες προτάσεις του, τις οποίες ενσωμάτωσε στις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, δεν προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα νομίμως στο Εφετείο, δηλαδή με λόγο της έφεσής του.

Επομένως, ως άνω λόγος αναίρεσης, και κατά τις τρεις αιτιάσεις αυτού, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-1-2009 αίτηση του Α. Ν. για αναίρεση της 856/2008 απόφασης του Εφετείου Πατρών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ