Supreme Court allows appeal against labor court judgment for insufficient reasoning on moral damages claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a labor court judgment regarding a dispute over moral damages. The appellant argued the lower court failed to sufficiently detail the employer's wrongful conduct and failed to establish fault as a prerequisite for liability. The court agreed, ruling that the lower court's reasoning was incomplete and violated procedural requirements for adequate justification.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that a judgment awarding moral damages is void if it fails to adequately specify the wrongful conduct constituting the breach of duty and the requisite fault of the defendant.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 114 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 114 /2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 227/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Βάϊα Ζαρχανή και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5 Νοεμβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Δ. Κ. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Γούλα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Σ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Φίλιππου Σαμαρά, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-4-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν η 339/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως και των από 24-11-2021 πρόσθετων λόγων αυτής, η 472/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-11-2022 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση από 28.11.2022 και με αριθ. καταθ. 70/29.11.2022) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 472/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρο 614 αριθ. 3 ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών την 29.11.2022 και η προσβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε την 9.11.2022, δηλαδή κατατέθηκε εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
ΙΙ. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, η αίτηση αναίρεσης είναι κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 13.4.2017 (με αριθ. καταθ. 215/2017) αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, απευθυνόμενη κατά της εναγομένης, ήδη αναιρεσείουσας, εξέθεσε ότι με την ιδιότητά της ως νηπιαγωγού συνήψε με την εναγομένη στις 22.9.2016 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, διάρκειας δύο (2) ετών, και δη μέχρι τις 31.8.2018, προκειμένου να παρέχει την εργασία της, με την προαναφερόμενη ιδιότητά της, στην ατομική επιχείρηση - ιδιωτικό νηπιαγωγείο της τελευταίας.
Ότι κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2016 η ίδια (ενάγουσα) διαμαρτυρήθηκε για τη μη καταβολή των οφειλόμενων τότε αποδοχών της, ενώ για το χρονικό διάστημα από τις 10.1.2017 έως τις 13.1.2017 δεν παρέσχε την εργασία της εξαιτίας των καιρικών συνθηκών (παγετού) που επικρατούσαν. Ότι στις 14.1.2017 η εναγομένη έπαυσε να αποδέχεται την εργασία της χωρίς να της καταβάλει το νόμιμο μισθό και χωρίς να προβεί σε νόμιμη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, ενώ δυνάμει σχετικής εξώδικης δήλωσης της γνωστοποίησε ότι θεωρούσε την εφεσίβλητη ως οικειοθελώς αποχωρήσασα, Ότι, επίσης, υπό τις περιστάσεις που περιγράφονται στην αγωγή και υπό τις οποίες μη νομότυπα η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της και απέκρουσε την παροχή της εργασίας της, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητά της.
Ζήτησε, δε, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται την εργασία της με απειλή χρηματικής ποινής και απαγγελία προσωπικής κράτησης, και, επιπροσθέτως, να της καταβάλει, α)ποσό 873,60 ευρώ ως δεδουλευμένες αποδοχές της, β)ποσό 10.046,40 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 21.1.2017 έως 30.10.2017, και γ)ποσό 30.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης).
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας με την υπ' αριθ. 339/2019 απόφασή του, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναγνώρισε ότι είναι άκυρη η από 20.1.2017 καταγγελία της σύμβασης εργασίας και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει συνολικά στην ενάγουσα ποσό 20.920,00 ευρώ, και δη ποσό 10.920,00 ευρώ ως αποδοχές για τους μήνες από Ιανουάριο έως και Οκτώβριο του έτους 2017 (δεδουλευμένα έως και 20.1.2017 και μισθούς υπερημερίας για το υπόλοιπο διάστημα) και ποσό 10.000,00 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη άσκησε την από 5.11.2019 (με αριθ. καταθ. 296/2019) έφεση και τους από 24.11.2021 (με αριθ. καταθ. 972/2021) πρόσθετους λόγους, επί των οποίων εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 472/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συνεκδικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους.
ΙΙΙ. Κατ' άρθρο 8 παρ. 1 και 2 εδ. α' της Υ.Α. ...-1997 του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας (ΦΕΚ 645/Β'/31.7.1997) "Προϋποθέσεις ίδρυσης και λειτουργίας Μονάδων Φροντίδας, Προσχολικής Αγωγής και Διαπαιδαγώγησης (Βρεφικών - Παιδικών - Βρεφονηπιακών Σταθμών, Μονάδων Φύλαξης βρεφών και νηπίων) από φορείς Ιδιωτικού Δικαίου, κερδοσκοπικού και μη χαρακτήρα", εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρ. 1 παρ. 2 του ν. 2345/1995 ("Άδεια λειτουργίας φορέων κοινων.
πρόνοιας κλπ. διατάξεις"), όπως το άρθρο αυτό της Υ.Α. ίσχυε κατά το χρόνο της επίμαχης εργασιακής σχέσης: "1. Η πρόσληψη του προσωπικού των Μονάδων Φ.Π.Α.Δ. διενεργείται από το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) στο όνομα του οποίου θα εκδοθεί η άδεια και εγκρίνεται με απόφαση της Δ/νσης ή του Τμήματος Πρόνοιας της αρμόδιας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης. 2.
Για την έγκριση πρόσληψης όλου του προσωπικού σε Μονάδα Φ.Π.Α.Δ. απαιτείται η υποβολή από το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) στο όνομα του οποίου θα εκδοθεί η άδεια στη Δ/νση ή το Τμήμα Κοιν. Πρόνοιας της οικείας Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης όλων των δικαιολογητικών που αναφέρονται στο άρθρο των τίτλων σπουδών ανάλογα με την ειδικότητα του προσλαμβανομένου, πιστοποιητικό ποινικού μητρώου που αναφέρεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 1 της παρούσας, πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών της κατοικίας του προσλαμβανομένου ότι δε διώκεται ή υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/86, καθώς και βιβλιάριο υγείας που προβλέπεται από την αριθμ. 8405/29.10.92 απόφαση "Αντικατάσταση του άρθρου 14 της Α1β/8577/83 (ΦΕΚ 526/83 τ.
Β') Υγειονομικής Διάταξης (ΦΕΚ 665 τ.Β')" που θα θεωρείται αφού συμπληρωθούν δύο (2) χρόνια από την ημερομηνία εκδόσεως ή από της τελευταίας θεωρήσεώς του.....".
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 της Υ.Α. ....2012 (ΦΕΚ Β'/1199/2012) "Πιστοποιητικό Υγείας εργαζομένων σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος" του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του α.ν. 2520/1940 (άρθρ. 14), ορίζεται ότι: "1. Αντικαθιστούμε την Υ.Δ. 8405/92 (ΦΕΚ 665/τ.Β'/29.10.1992) "Αντικατάσταση του άρθρου 14 της Α1β/8577/83 Υ.Δ." ως εξής:
Όσοι απασχολούνται ή επιθυμούν να απασχοληθούν σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος ή και έχουν άμεση ή έμμεση επαφή με τα τρόφιμα πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με πιστοποιητικό υγείας. Στο πιστοποιητικό θα βεβαιώνεται ότι ο κάτοχος υποβλήθηκε σε ιατρικές εξετάσεις και δεν βρέθηκε να πάσχει από μεταδοτικό ή άλλο νόσημα μη συμβατό με την απασχόλησή του ...Το Πιστοποιητικό υγείας ισχύει για πέντε χρόνια από την έκδοση του και ανανεώνεται μετά τη λήξη του επαναλαμβάνοντας όλες τις εξετάσεις (Ιατρική κλινική εξέταση κλπ.)...".
Ακόμη, με την εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του α.ν. 2520/1940 (άρθρο 14) και των άρθρων 43 του ν. 4025/2011 και 58 του ν. 4075/2012 Υ.Α. ....2012 (ΦΕΚΒ' 2718/8.10.2012) "Υγειονομικοί Όροι και προϋποθέσεις λειτουργίας επιχειρήσεων τροφίμων και ποτών και άλλες διατάξεις" του Υπουργού Υγείας καταργήθηκε με το άρθρο 19 αυτής η υπ' αριθμ. 8405/29/92 (ΦΕΚ 665/92 τ.Β') "Αντικατάσταση άρθρου 14 της Α1β/8577/83 (ΦΕΚ 526/83 τ.Β') Υγειονομικής Διάταξης" Υ.Α., ενώ, παραλλήλως, με το άρθρο 8 εδ.
α' της ίδιας Υ.Α. ορίστηκε ότι "Όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών, ή να εργαστούν σε επιχειρήσεις τροφίμων και ποτών, πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με πιστοποιητικό υγείας σύμφωνα με την Υγειονομική Διάταξη υπ' αριθμ. ... (ΦΕΚ 1199/11-4-2012) όπως κάθε φορά ισχύει.....". Η ως άνω ...2012 Υ.Α.
καταργήθηκε με το άρθρο 18 της Υ.Α. ...2017 του Υπουργού Υγείας (ΦΕΚ Β' 2161/23.6.2017), εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του α.ν. 2520/1940 (άρθρο 14). Με το άρθρο 8 αυτής (...2017 ΥΑ) ορίζεται ότι "Όσοι ασκούν ή επιθυμούν να ασκήσουν το επάγγελμα του χειριστή τροφίμων ή ποτών ή να εργαστούν σε επιχειρήσεις υγειονομικού ενδιαφέροντος πρέπει να είναι εφοδιασμένοι με πιστοποιητικό υγείας σύμφωνα με την Υγειονομική Διάταξη υπ' αριθμ. ... (ΦΕΚ 1199/τ.Β'/11-4-2012) όπως κάθε φορά ισχύει".
Εξάλλου, με την Υ.Α. ....2017 του Υπουργού Υγείας (ΦΕΚ Β' 3758/2017) "Κανόνες υγιεινής και ασφάλειας εργαζομένων και τροφίμων σε δημόσιους, ιδιωτικούς παιδικούς σταθμούς κλπ.", εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του α.ν. 2520/1940, σκοπός της οποίας, κατ' άρθρο 1, είναι ο καθορισμός του τακτικού προληπτικού ελέγχου του προσωπικού, των τροφίμων που παρέχονται για τη σίτιση βρεφών και νηπίων και των κανόνων υγιεινής και ασφάλειας των τροφίμων στους δημοτικούς παιδικούς, βρεφικούς και βρεφονηπιακούς Σταθμούς και στις μονάδες φροντίδας, προσχολικής αγωγής και διαπαιδαγώγησης από φορείς ιδιωτικού δικαίου, ορίστηκε με το άρθρο 3 αρχικώς ότι "Το προσωπικό των Σταθμών εφοδιάζεται με πιστοποιητικό υγείας, όπως αυτό ορίζεται στην υπ' αριθμ. .../2012 Υγειονομική Διάταξη, το οποίο θα ανανεώνεται κάθε δύο (2) έτη.
Επιπλέον του πιστοποιητικού απαιτείται ψυχιατρική εκτίμηση και δερματολογικός έλεγχος κάθε δύο (2) έτη" και στη συνέχεια, και δη, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 3 με το άρθρο 1 της Υ.Α. ....2018 του Υπουργού Υγείας (ΦΕΚ Β' 2179/12.6.2018) ορίζεται ότι "Οι εργαζόμενοι στους βρεφικούς, βρεφονηπιακούς και παιδικούς σταθμούς οφείλουν να διαθέτουν πιστοποιητικό υγείας σύμφωνα με το Παράρτημα Ι της παρούσας, το οποίο θα ανανεώνεται κάθε δύο (2) έτη.
Στο πιστοποιητικό υγείας θα πιστοποιείται ότι ο/η εργαζόμενος/η δεν πάσχει από λοιμώδες/μεταδοτικό νόσημα, κατόπιν παθολογικής και δερματολογικής εξέτασης ......". Από τις παραπάνω ρυθμίσεις συνάγεται ότι, ως αναγκαίο προσόν, για την πρόσληψη εκπαιδευτικού σε ιδιωτικό νηπιαγωγείο - παιδικό σταθμό, που συνιστά Μονάδα Φροντίδας Προσχολικής Αγωγής και Διαπαιδαγώγησης (Φ.Π.Α.Δ.), αξιώνεται η καταλληλότητα αυτού για την εργασία που προορίζεται από άποψη υγείας, η οποία πιστοποιείται κατά τα ανωτέρω.
Αν δεν εκδοθεί και αν δεν προσκομισθεί τέτοιο πιστοποιητικό κατά την πρόσληψη του εκπαιδευτικού, η σύμβαση εργασίας, ως αντικείμενη στις εν λόγω διατάξεις δημόσιας τάξης, είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρ. 3, 174 και 180 ΑΚ). Σε περίπτωση άκυρης (για οποιονδήποτε λόγο) σύμβασης εργασίας, δημιουργείται απλή σχέση εργασίας, ο δε εργαζόμενος, για την εργασία που πρόσφερε, δικαιούται να ζητήσει, κατά τις αρχές περί αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρο 904 επ.
ΑΚ), την αμοιβή που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλον εργαζόμενο, με τα ίδια προσόντα και ικανότητες, απασχολούμενος με έγκυρη σύμβαση εργασίας και τις ίδιες συνθήκες, έστω και αν ο μισθωτός γνώριζε την ακυρότητα της σύμβασης εργασίας (ΟλΑΠ 4/2021, ΑΠ 731/2023, 519/2022) και τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας και τις αποδοχές αδείας που οφείλονται και επί απλής σχέσης εργασίας (ΑΠ 682/2024, 411/2023, 2004/2022).
Περαιτέρω, όταν η σύμβαση εργασίας είναι άκυρη, ο εργοδότης που δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου, δεν περιέρχεται σε υπερημερία, δεν οφείλει μισθούς υπερημερίας και δεν έχει υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του εργαζομένου [άρθρα 349, 656 ΑΚ (ΑΠ 1399/2022, 1368/2021)]. Ο εναγόμενος εργοδότης οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει κατ' ένσταση (άρθρα 262, 338 παρ.1 ΚΠολΔ) την έλλειψη του ιατρικού πιστοποιητικού καταλληλότητας - υγείας και την εντεύθεν ακυρότητα της συμβάσεως εργασίας (ΑΠ 1479/2022, 1452/2018). Ωστόσο, η ως άνω ακυρότητα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, λόγω έλλειψης του βιβλιαρίου/πιστοποιητικού υγείας, ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο, δηλαδή και χωρίς να προταθεί από τον εναγόμενο εργοδότη, επειδή αφορά τη δημόσια τάξη, καθόσον η ύπαρξη του βιβλιαρίου/πιστοποιητικού υγείας αποβλέπει στην προστασία της δημόσιας υγείας [άρθρ. 21 παρ. 3 του Συντάγματος (AΠ 682/2024, 493/2023, 451/2020, 454/2019)], υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά που έχουν τεθεί ενώπιόν του (ΑΠ 493/2023, 451/2020, πρβλ. και ΑΠ 35/2024). Αν, όμως, μετά την απόκτηση του βιβλιαρίου υγείας ή τη θεώρησή του, εξακολουθεί η παροχή της σχετικής εργασίας, θεωρείται ότι επικυρώθηκε η άκυρη σύμβαση και παράγει τα αποτελέσματά της σαν να ήταν από την αρχή έγκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 183 του Α.Κ. (ΑΠ 682/2024, 439/2023).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας") ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία") ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (ΟλΑΠ 2/2022, 1/1999).
Ειδικώς, δε, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 1/1999, 24/1992, ΑΠ 1464/2022, ΑΠ 1283/2021).
IV. Με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο μέρος της, έγιναν δεκτά τα εξής: "....Δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου που συνήφθη μεταξύ των διαδίκων στις 21-9-2016 και αφορούσε το χρονικό διάστημα από 22-9-2016 έως 31-8-2017, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, προσλήφθηκε για να παρέχει την εργασία της ως νηπιαγωγός στην επιχείρηση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας και η παραπάνω πρόσληψή της επικυρώθηκε με την με αριθμό πρωτοκόλλου 9222/2016 απόφαση της Διεύθυνσης Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Λάρισας.
Μετά την έναρξη της εργασίας της και συγκεκριμένα στις 26/12/2016, η εφεσίβλητη απευθύνθηκε με επιστολή της στην παραπάνω Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Λάρισας διαμαρτυρόμενη για την καθυστέρηση της καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών της καθόσον οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της είχαν οριστεί με τη σύμβαση στο ποσό των 644,69 ευρώ ενώ οι νόμιμες αποδοχές της ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 1.092 ευρώ....
Επιπλέον αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη δεν εμφανίστηκε στην εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 9-1-2017 έως 13-1-2017 καθόσον λόγω των ακραίων καιρικών συνθηκών που επικρατούσαν στην πόλη της Λάρισας, η επιχείρηση εκκαλούσας δεν λειτούργησε. Η τελευταία, στις 18-1-2017 κάλεσε την εφεσίβλητη να δηλώσει οικειοθελή αποχώρηση από την εργασία της γεγονός το οποίο δεν έγινε δεκτό και η εφεσίβλητη έκτοτε, επειδή η εκκαλούσα αρνούνταν αν αποδέχεται την εργασία της, αναφέρονταν καθημερινά, κατά τις εργάσιμες ημέρες, μέχρι την 23-3-2017, στην Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Λάρισας για το γεγονός της άρνησης εισόδου στην επιχείρηση της εκκαλούσας για την εκτέλεση της εργασίας της.
Ακόμη η εκκαλούσα με την από 18-6-2017 εξώδικη δήλωση - έγγραφη αναφορά που κοινοποιήθηκε στον Διευθυντή της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Λάρισας, επικαλούμενη πειθαρχικά παραπτώματα της εφεσίβλητης, ζητούσε τη λύση της σύμβασης εργασίας με την εφεσίβλητη. Όμως ... δεν διαπιστώθηκε βάσιμος λόγος ώστε να καταγγελθεί σύννομα η προαναφερόμενη σύμβαση ενώ ....
διαπιστώθηκε η λύση της σύμβασης εργασίας στις 31-8-2018. Ενόψει των παραπάνω, αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα αφενός δεν τήρησε αρχικά τη διαδικασία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ....σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 28 παρ. 9 ν. 4415/2016 ... ενώ στη συνέχεια διαπιστώθηκε .... από το αρμόδιο όργανο ότι δεν συνέτρεχε περίπτωση λύσης της ως άνω σύμβασης, απορριπτομένου ως αβασίμου των πρόσθετων λόγων έφεσης περί παρέλευσης της προθεσμίας άσκησης της αγωγής από το χρόνο καταγγελίας της σύμβασης και περί έναρξης του χρόνου υπερημερίας.
Επίσης απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο δεύτερος πρόσθετος λόγος έφεσης περί έλλειψης πιστοποιητικού υγείας της εφεσίβλητης και της συνακόλουθης ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, καθόσον η απόφαση διορισμού της ουδέποτε ανακλήθηκε και η σύμβαση εργασίας λύθηκε λόγω παρόδου διετίας με την έκδοση αντίστοιχης διαπιστωτικής πράξης της διοίκησης.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω η εκκαλούσα όφειλε να καταβάλει ως μισθούς υπερημερίας 10.920 ευρώ μέχρι και το μήνα Οκτώβριο του έτους 2017 .... Επιπλέον, εξαιτίας της αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εκκαλούσας, την παράνομη άρνησή της να αποδέχεται την εργασία της εφεσίβλητης χωρίς η τελευταία να έχει τη δυνατότητα στο μέσον σχολικής χρονιάς να ανεύρει εργασία, της αιτία της ως άνω συμπεριφοράς ήτοι την διεκδίκηση της νόμιμης αμοιβής της, σε συνδυασμό με τα αναφερόμενα ως πειθαρχικά παραπτώματα στην από 18-6-2017 εξώδικη δήλωση - έγγραφη αναφορά που κοινοποιήθηκε στον Διευθυντή της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Λάρισας τα οποία δεν αποδείχθηκαν ώστε να προκαλέσουν την απόλυσή της με πράξη του αρμοδίου οργάνου της διοίκησης, η εφεσίβλητη αποδεικνύεται ότι υπέστη ηθική βλάβη και είναι δικαιούχος χρηματικής ικανοποίησης.
Το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την ένταση της προαναφερόμενης παράνομης συμπεριφοράς της εκκαλούσας, τη χρονική διάρκεια της παραπάνω συμπεριφοράς καθώς και την κοινωνική και οικονομική κατάσταση των μερών κρίνει ότι πρέπει να της επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη, το ποσό των 10.000 ευρώ το οποίο μετά τη στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων κρίνεται εύλογο (άρθρο 25Σ, 932 ΑΚ).
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια και έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν υποχρεώνοντας την εκκαλούσα να καταβάλει στον εφεσίβλητο τα παραπάνω ποσά ..... δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με τους λόγους έφεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα όπως και η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι στο σύνολο τους. .....".
V. Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο πρόσθετο λόγο της έφεσής της πρόβαλε ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, σε αντίκρουση της αγωγής, τον ισχυρισμό ότι η σύμβαση εργασίας, που συνήφθη μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης - ενάγουσας, ήταν εξαρχής άκυρη επειδή η τελευταία δεν διέθετε το απαιτούμενο κατά τις ως άνω διατάξεις του νόμου πιστοποιητικό υγείας και ότι, συνακόλουθα, η ίδια (αναιρεσείουσα) δεν περιήλθε σε υπερημερία ούτε οφείλει στην αντίδικό της δεδουλευμένους μισθούς, ελλείψει άλλωστε βάσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ή μισθούς υπερημερίας.
Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε τον ως άνω πρόσθετο λόγο έφεσης με την παρατιθέμενη ανωτέρω αιτιολογία ότι "η απόφαση διορισμού" της αναιρεσίβλητης "ουδέποτε ανακλήθηκε και η σύμβαση λύθηκε λόγω παρόδου διετίας με την έκδοση αντίστοιχης διαπιστωτικής πράξης της διοίκησης", ενώ στη συνέχεια επιδίκασε, σύμφωνα με τις επίσης πιο πάνω παρατιθέμενες παραδοχές του, δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από Ιανουάριο έως και Οκτώβριο του έτους 2017, όπως είχε δεχθεί η εκκαλουμένη απόφαση.
Με την κρίση του αυτή, όμως, το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 174, 180, 648 και 656 ΑΚ, καθώς και τις προεκτεθείσες στη νομική σκέψη που προηγήθηκε διατάξεις των υπ' αριθ. .../1997, .../2017 και ....2012 Υπουργικών Αποφάσεων, αφού η αιτιολογία, με την οποία απέρριψε τον ως άνω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό της εκκαλούσας - εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας - ο οποίος, κατά τα διαλαμβανόμενα σχετικώς στην ανωτέρω οικεία νομική σκέψη, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως καθώς αφορά στη δημόσια τάξη, και δη στο ζήτημα της προστασίας της δημόσιας υγείας -, επιδικάζοντας στη συνέχεια δεδουλευμένους μισθούς και μισθούς υπερημερίας υπέρ της εφεσίβλητης - ενάγουσας, είναι ανεπαρκής, κατά την έννοια που ανωτέρω περιγράφεται αναφορικά με την πλημμέλεια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Και τούτο διότι, ενώ κατέληξε στην πιο πάνω παραδοχή, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό αυτό επί της ουσίας, και δη ως ουσιαστικά αβάσιμο, δεν διέλαβε στην αιτιολογία του αν η ενάγουσα - εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη διέθετε πιστοποιητικό υγείας, προϋπόθεση που είναι απαραίτητη για την κατ' ουσίαν απόρριψη της προβληθείσας με τον άνω πρόσθετο λόγο έφεσης ένστασης περί ακυρότητας της σύμβασης εργασίας, αλλ' αναφέρθηκε μόνο, για να καταλήξει στο οικείο αποδεικτικό πόρισμά του, στη μη ανάκληση του διορισμού της αναιρεσίβλητης, ήτοι σε διοικητικής φύσεως διαπίστωση που δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή στο ζήτημα της ακυρότητας της σύμβασης εργασίας εξαιτίας της έλλειψης του επίμαχου πιστοποιητικού.
Δηλαδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς περιστατικά περί ύπαρξης ή μη ύπαρξης ιατρικού πιστοποιητικού καταλληλότητας-υγείας της αναιρεσίβλητης, που, στην περίπτωση μη ύπαρξης, έχει ως συνέπεια της ακυρότητα της σύμβασης εργασίας της, την οφειλή δεδουλευμένων αποδοχών για την εργασία που προσέφερε μόνο με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού και τη μη οφειλή αποδοχών υπερημερίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη ορθής εφαρμογής των αναφερομένων στη νομική σκέψη διατάξεων ουσιαστικού δικαίου.
Επομένως, το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και πρέπει, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ως προς το δεύτερο σκέλος αυτού, με το οποίο η αναιρεσείσουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τη συγκεκριμένη πλημμέλεια, να αναιρεθεί η απόφαση αυτή ως προς το μέρος της με το οποίο επιδικάστηκαν στην αναιρεσίβλητη μισθοί, δεδουλευμένοι (από τη σύμβαση εργασίας) και μισθοί υπερημερίας, για το πιο πάνω χρονικό διάστημα.
Εξαιτίας, δε, της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου αναίρεσης που γίνεται δεκτός, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης που αφορούν στο ίδιο κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, ήτοι αυτό για τους οφειλόμενους μισθούς.
VΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 ΑΚ και 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, αν η καταγγελία από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ' εύλογη κρίση (ΑΠ 1364/2018, 1628/2017, 22/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με τις παραπάνω παραδοχές του παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 914, 932 ΑΚ καθώς και τις λοιπές διατάξεις που αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, καθώς δέχθηκε ότι θεμελιώνεται η αξίωση της αναιρεσίβλητης για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, χωρίς την αναφορά στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού του συλλογισμού συγκεκριμένων περιστάσεων που δικαιολογούν τη συνδυαστική εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ.
Ειδικότερα, ενώ κατά τα διαλαμβανόμενα στην πιο πάνω νομική σκέψη, για τη θεμελίωση της αξίωσης προς χρηματική ικανοποίηση στην περίπτωση που, όπως εν προκειμένω φέρεται ότι συνέβη, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου ή που συνιστούν αδικοπραξία, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση για τη θεμελίωση της αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης της αναιρεσίβλητης λόγω ηθικής βλάβης δεν εκτίθεται επαρκώς ποια ήταν η παράνομη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, αφού αφενός δεν προσδιορίζεται πότε και υπό ποίες ακριβώς συνθήκες έγινε η επίμαχη καταγγελία και αφετέρου τα λοιπά γεγονότα, που φέρονται ότι συνόδευσαν αυτήν, είτε δεν αρκούν για τη θεμελίωση της αξίωσης αυτής, και τέτοια είναι η αντισυμβατική συμπεριφορά της εργοδότριας και η άρνησή της να αποδέχεται την εργασία της, είτε προσδιορίζονται ελλιπώς, ήτοι παρατίθενται χωρίς ειδικότερη εξειδίκευση, και αυτά είναι η αναφορά στην αιτία της επίμαχης συμπεριφοράς της εργοδότριας, ήτοι η διεκδίκηση της νόμιμης αμοιβής από μέρους της αναιρεσίβλητης, χωρίς αυτή η αιτία να συνδυάζεται σαφώς με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, αλλά και σε μη αποδειχθέντα πειθαρχικά παραπτώματα, τα οποία αναφέρονται στην από 18-6-2017 εξώδικη δήλωση - έγγραφη αναφορά της αναιρεσείουσας που κοινοποιήθηκε στον Διευθυντή της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης Λάρισας, και τα οποία όμως ουδόλως προσδιορίζονται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Επιπροσθέτως, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ουδεμία αναφορά διαλαμβάνεται ως προς το αν η αναιρεσείσουσα συμπεριφέρθηκε υπαίτια, μολονότι η υπαιτιότητα αποτελεί προϋπόθεση για τη θεμελίωση της ευθύνης της προς χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης της αντιδίκου της. Συνακόλουθα, ως προς το κρίσιμο ζήτημα των πιο πάνω στοιχείων που απαιτούνται για τη θεμελίωση της αγωγικής αξίωσης της αναιρεσίβλητης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ελλιπείς και δη ανεπαρκείς αιτιολογίες υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, ως προς το πρώτο σκέλος, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο επισημαίνονται τα ανωτέρω.
Εξαιτίας, δε, της αναιρετικής εμβέλειας του ως άνω λόγου αναίρεσης που γίνεται δεκτός, παρέλκει και στην περίπτωση αυτή η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης που αφορούν στο ίδιο κεφάλαιο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή αυτό της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.
VIΙ. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί στο σύνολό της, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), και να καταδικασθεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 472/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, ποσού χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 07 Ιανουαρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2025.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ