Legislator Case Law & Legislation
114/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment for failing to consider specific evidence documents.

Case Number 114/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of First Instance's labor judgment. The appellant argued the appellate court erred by ignoring specific documents submitted during the appeal process. The court rejected this claim, stating the lower court had properly evaluated all evidence and reached its conclusion based on a comprehensive assessment of the case file.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(11)(c), 561(2), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court's failure to explicitly mention specific evidence in its reasoning does not constitute a ground for appeal if the court has actually considered and weighed all submitted documents in forming its judgment.

Keywords

AI generated
labor dispute appeal evidence consideration appellate review standard procedural error code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 669/2018
Case 1350/2017

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 114 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 114/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "… ΕΕ" και το δ.τ. "…", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Έντον Ταμπάκου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Μ. του Α., κατοίκου …, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Κουφοπούλου, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 15-2-2017 και 15-7-2018 αγωγές του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν οι αγωγές, εκδόθηκαν η 592/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 948/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-9-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 17-9-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6824/808/2020) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 948/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την από 8-4-2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ως άνω ειδική διαδικασία, υπ' αριθ. 592/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές, κατόπιν συνεκδίκασης, οι α) από 15-2-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 508814/319/2017) και β) από 15-8-2018 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 71524/2075/2018) αγωγές του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτει ότι ο αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τις προαναφερθείσες αγωγές κατά της αναιρεσείουσας ετερόρρυθμης εταιρείας, με τις οποίες ισχυρίστηκε τα εξής: Α) Με την πρώτη αγωγή, ότι την 1-2-1998 προσελήφθη από την εναγομένη (τότε ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "…") με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, με την ιδιότητα του πολιτικού υπομηχανικού.

Ότι οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονταν το έτος 2012 στο ποσό των 2.400 ευρώ, όμως στα τέλη Οκτωβρίου του ίδιου έτους η εναγομένη επέβαλε σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, προσδιορίζοντας τις καθαρές μηνιαίες αποδοχές του στο ποσό των 1.184 ευρώ. Ότι η επιβολή του ως άνω συστήματος ήταν παράνομη, καθόσον η εναγομένη αφενός δεν προέβη προηγουμένως σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων και αφετέρου εφαρμόστηκε τούτο επιλεκτικά σε ορισμένους εργαζόμενους και όχι στο σύνολο του προσωπικού της επιχείρησής της.

Ότι το ανωτέρω σύστημα εφαρμόστηκε έως το έτος 2017, κατά τις χρονικές περιόδους που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή, ενώ από τον Ιούλιο του έτους 2012 και εφεξής η εναγομένη του κατέβαλλε, έναντι των αποδοχών του, τα ποσά που ειδικότερα αναφέρονται στην αγωγή. Ότι στις 20-10-2016 επέδωσε στην εναγομένη εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία για μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών και επίσχεση εργασίας από 24-10-2016.

Με βάση το ως άνω ιστορικό, επικουρικά δε με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ως δεδουλευμένες αποδοχές υπολοίπου Μαΐου 2014 και Ιουνίου 2014 έως Σεπτεμβρίου 2016, καθώς και ως αποδοχές υπερημερίας από την ημερομηνία επίσχεσης έως την 31-10-2017, το συνολικό ποσό των 57.395,52 ευρώ, που αντιστοιχεί στις καθαρές αποδοχές του για τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα.

Β) Με τη δεύτερη αγωγή, ότι την 1-3-2018, επειδή έως τότε η εναγομένη δεν του είχε καταβάλει τα αιτηθέντα με την πρώτη αγωγή ποσά, επέδωσε σ' αυτήν εξώδικη δήλωση, με την οποία της γνωστοποιούσε ότι θεωρεί την, επί τρία περίπου έτη, καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, επέχουσα θέση καταγγελίας, κατ' άρθρο 7 εδ.

α' και γ' του Ν. 2112/1920, όπως το εδάφιο γ' είχε προστεθεί με το άρθρο 56 του Ν. 4487/2017 και ίσχυε κατά τον χρόνο επίδοσης της εξώδικης δήλωσης. Με βάση το ως άνω ιστορικό, επικουρικά δε με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ως αποδοχές υπερημερίας του διαστήματος από Νοέμβριο 2017 έως και Φεβρουάριο 2018 το συνολικό ποσό των 11.263,10 ευρώ και ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 23.240 ευρώ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός, πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (λυσιτελής). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση.

Επομένως, δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης, αν δεν ληφθούν υπόψη ισχυρισμοί που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής και αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτής (ΑΠ 79/2023, 1442/2017, 432/2016) ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 79/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον προβληθέντα με τις προτάσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ισχυρισμό της εναγομένης, ότι η εκ περιτροπής εργασία ήταν αποτέλεσμα συμφωνίας μεταξύ αυτής και των εργαζομένων και δεν επιβλήθηκε μονομερώς.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, περαιτέρω δε, υπό την επίφαση της ως άνω νομικής πλημμέλειας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 845/2018, 669/2018, 1350/2017), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1350/2017, 1874/2008), εφόσον, βέβαια, προτάθηκαν παραδεκτά στο Δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο).

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 669/2018, 1350/2017, 798/2010).

Έτσι, ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης καθενός και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.

Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, όχι όμως και τα επίδικα (ΑΠ 669/2018, 1350/2017). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 γ' ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που νομίμως επικαλέστηκε και προσκόμισε με τις κατ' έφεση προτάσεις της η εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία, ήτοι α) το ανυπόγραφο και χωρίς ημερομηνία έγγραφο με τίτλο "οφειλές γραφείου", από το οποίο προκύπτει ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, κατά τη διάρκεια εφαρμογής του συστήματος της εκ περιτροπής απασχόλησης, ανέρχονταν στο ποσό των 520 ευρώ και β) τα υπ' αριθ. 98/2018 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που αφορούν άλλη δίκη μεταξύ της νυν αναιρεσείουσας εταιρείας και μιας εργαζομένης της, στην οποία δίκη ο αναιρεσίβλητος εξετάστηκε ως μάρτυρας και παραδέχθηκε ότι είναι ο συντάκτης του υπό στοιχ.

α' εγγράφου. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον από τη μνεία στο σκεπτικό της (επισκοπούμενης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προσβαλλόμενης απόφασης, ότι κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα μετά από εκτίμηση "των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων Μ. Κ. του Γ. και Μ. Κ. του Ι., που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου....., των υπ' αριθ.

…/2018 και …/2018 ενόρκων βεβαιώσεων του Χ. Α. του Σ. και Δ. Μ. του Π. ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών....., των εγγράφων που επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ανεξάρτητα αν αυτά (έγγραφα) πληρούν τους όρους του νόμου....., για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς....., πλην της από 18-12-2018 υπεύθυνης δήλωσης του Γ.

Γ. του Α......, η οποία δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων....., σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως", αλλά και από όλο το περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά αντίθετα καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και τα επίμαχα έγγραφα.

Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση στο σύνολό της. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17-9-2020 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 6824/808/2020) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 948/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ