Legislator Case Law & Legislation
114/2020 AI generated

114/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 114/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

114/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από την καταχώριση δε του καταστατικού του στο μητρώο συνεταιρισμών του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει, αποκτά νομική προσωπικότητα και εμπορική ιδιότητα. Η περιουσία του αποτελείται από το χρηματικό ποσό το οποίο συγκεντρώνεται από τις εισφορές των συνεταίρων και αυξομειώνεται ανάλογα με τον εκάστοτε αριθμό των μελών του.

Keywords

AI generated
capacity to pursue debt enforcement shareholder liability standing of shareholder unpaid licensing royalties duty to make supplementary contributions forfeiture of shareholder rights
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 114 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 114/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασπασία Μαγιάκου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Αναστασία Περιστεράκη, Λάμπρο Καρέλο, Μαρία Μουλιανιτάκη-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Νοεμβρίου 2019 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία , "..., Ανώνυμη Εταιρεία Εμπορίας, Εισαγωγών και Αντιπροσωπειών ..." που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Εμμανουήλ Σουριαδάκι.

Της αναιρεσίβλητης: ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία, "... ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στο Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Κωνσταντίνου

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-4-2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 425/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 28/2017 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την 10-10-2017 αίτησή της, η συζήτηση της οποίας ματαιώθηκε λόγω εκλογών και επανήλθε στη σημερινή δικάσιμο με την από 30-5-2019 κλήση της αναιρεσείουσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί ο αντίδικος στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 27/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε από ουσιαστικής πλευράς την από 30.11.2015 με αυξ. αριθμ. κατάθ. 7170/2015, έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία << ... και ΣΙΑ Ο.Ε.>> κατά της υπ' αριθμ. 424/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και αφού εξαφάνισε την απόφαση αυτή, με την οποία είχε απορριφθεί η από 02/04/2013 ανακοπή της ανωτέρω Ο.Ε., δέχθηκε ακολούθως (η εφετειακή απόφαση) την ένδικη ανακοπή και ακύρωσε την από 14/03/2013 επιταγή προς πληρωμή, που έχει συνταχθεί κάτω από αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της 12054/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της καθής η ανακοπή- εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας με την επωνυμία <<... Α.Ε. Εμπορίας Εισαγωγών και Αντιπροσωπειών ...>>. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577§3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγρ. 1. 3 και 7 του Ν. 1667/1986 "περί αστικών συνεταιρισμών και άλλων διατάξεων" ο αστικός συνεταιρισμός είναι εκούσια ένωση προσώπων με οικονομικό σκοπό, η οποία χωρίς να αναπτύσσει δραστηριότητες αγροτικής οικονομίας, αποβλέπει ιδίως με τη συνεργασία των μελών του στην οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη των μελών του και τη βελτίωση της ποιότητας ζωής τους γενικά μέσα σε μια κοινή επιχείρηση.

Από την καταχώριση δε του καταστατικού του στο μητρώο συνεταιρισμών του ειρηνοδικείου στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει, αποκτά νομική προσωπικότητα και εμπορική ιδιότητα. Η περιουσία του αποτελείται από το χρηματικό ποσό το οποίο συγκεντρώνεται από τις εισφορές των συνεταίρων και αυξομειώνεται ανάλογα με τον εκάστοτε αριθμό των μελών του.

Επειδή, ως εκ τούτου, δεν έχει μόνιμο και σταθερό κεφάλαιο, αφού αυτό μεταβάλλεται ανάλογα με την αυξομείωση των μελών του, η φερεγγυότητά του και η προστασία των τρίτων - πιστωτών του εξασφαλίζεται με την καθιέρωση ευθείας, προσωπικής και αλληλέγγυας με αυτόν ευθύνης των μελών που τον απαρτίζουν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 4 του ίδιου ως άνω νόμου (1667/1986), κατά την οποία, οι συνεταίροι ευθύνονται εις ολόκληρον για τα χρέη του συνεταιρισμού, στο μεν συνεταιρισμό απεριόριστης ευθύνης απεριόριστα, στο δε συνεταιρισμό περιορισμένης ευθύνης, μέχρι ένα ορισμένο ποσό που καθορίζεται στο καταστατικό και είναι ίσο ή πολλαπλάσιο της αξίας κάθε συνεταιριστικής μερίδας.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 919 και 920 ΚΠολΔ προσδιορίζεται η έκταση των υποκειμενικών ορίων της εκτελεστότητας όσων προσώπων μετέχουν στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Ειδικότερα, κατά μεν την περίπτωση 1 του άρθρου 919 ΚΠολΔ, η αναγκαστική εκτέλεση, όταν πρόκειται για δικαστικές και διαιτητικές αποφάσεις, γίνεται υπέρ και κατά των προσώπων έναντι των οποίων ισχύει το δεδικασμένο, καθώς και κατά των προσώπων εκείνων τα οποία απέκτησαν τη νομή ή την κατοχή του επίδικου πράγματος κατά τη διάρκεια της δίκης ή μετά το τέλος αυτής, κατά δε την περίπτωση 2, όμως, του ίδιου άρθρου, που αφορά σε όλους τους άλλους εκτελεστούς τίτλους (πλην των αποφάσεων), η αναγκαστική εκτέλεση γίνεται υπέρ των δικαιούχων και κατά των υποχρέων που αναφέρονται σε αυτούς, υπέρ και κατά των προσώπων τα οποία αναφέρονται στα άρθρα 325 έως 327 ΚΠολΔ, καθώς και κατά των προσώπων τα οποία απέκτησαν τη νομή ή την κατοχή του πράγματος μετά τη σύνταξη του εγγράφου ή την έκδοση του τίτλου.

Από τις πιο πάνω διατάξεις σαφώς συνάγεται ότι, όταν πρόκειται για τους υπόλοιπους, πλην των δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων, εκτελεστούς τίτλους, όπως είναι και η διαταγή πληρωμής, κατά νομική επιταγή, τα υποκειμενικά όρια της εκτελεστότητας δεν επεκτείνονται και υπέρ και κατά των προσώπων εκείνων που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 329 ΚΠολΔ, αφού η τελευταία αυτή διάταξη δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των αναφερομένων στην ως άνω περίπτωση (2η του άρθρου 919) και επομένως δεν επεκτείνονται υπέρ και κατά των μελών νομικού προσώπου, αναφορικά με τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του νομικού αυτού προσώπου έναντι των τρίτων.

Μόνη εξαίρεση από τα αμέσως πιο πάνω, θεσπίστηκε με τη διάταξη του άρθρου 920 του ΚΠολΔ η οποία, χωρίς να διαχωρίζει τις (δικαστικές ή διαιτητικές) αποφάσεις από όλους τους άλλους εκτελεστούς τίτλους, όρισε, ότι με βάση (κάθε) εκτελεστό τίτλο που εκδόθηκε κατά ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας μπορεί να γίνει αναγκαστική εκτέλεση και κατά των ομόρρυθμων εταίρων της, επεκτείνοντας έτσι ρητά και ειδικά την εκτελεστότητα (και) των μη αποτελούντων αποφάσεις εκτελεστών τίτλων (ήτοι και των διαταγών πληρωμής) και στα ομόρρυθμα μέλη των ως άνω προσωπικών εμπορικών εταιρειών.

Η διάταξη αυτή έχει ως θεμέλιο το άρθρο 22 του ΕμπΝ (ήδη άρθρο 249 παρ. 1 Ν. 4072/2012), το οποίο καθιερώνει προσωπική, απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη του ομόρρυθμου εταίρου για τα χρέη της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας, αναγάγοντας ταυτόχρονα τις υποχρεώσεις της εταιρείας σε υποχρεώσεις και των ομόρρυθμων εταίρων της.

Το ταυτόσημο των εταιρικών υποχρεώσεων μεταξύ του νομικού προσώπου των ως άνω προσωπικών εταιρειών και του εταίρου του στο επίπεδο του ουσιαστικού δικαίου, επισύρει και τη δικονομική τους ταύτιση από άποψη εκτελεστότητας, δεδομένου ότι η έκδοση νέου εκτελεστού τίτλου σε βάρος των ομόρρυθμων εταίρων δεν θα είχε να προσφέρει τίποτα, αφού η οφειλή του νομικού προσώπου που ενσωματώνεται στον εκτελεστό τίτλο ταυτίζεται με την απολύτως όμοια υποχρέωση των ομόρρυθμων εταίρων έναντι των εταιρικών δανειστών.

Αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 920 ΚΠολΔ στα μέλη και άλλων νομικών προσώπων, όπως είναι οι αστικοί συνεταιρισμοί, στα μέλη των οποίων, θεμελιώνεται μεν εις ολόκληρον μετά του νομικού προσώπου ευθύνη για τα χρέη του Συνεταιρισμού Π.Ε έναντι των τρίτων προσώπων, πλην όμως περιορισμένη , ήτοι, μέχρι ένα ορισμένο χρηματικό ποσό όπως αυτό ορίζεται στο καταστατικό και είναι ίσο ή πολλαπλάσιο της αξίας κάθε συνεταιριστικής μερίδας, δεν μπορεί, να γίνει αποδεκτή όχι μόνο λόγω της περιορισμένης, μέχρι ένα ορισμένο ποσό, ευθύνης των μελών του αστικού συνεταιρισμού έναντι των τρίτων σε αντίθεση με την ευθύνη των ομόρρυθμων μελών της ομόρρυθμης και της ετερόρρυθμης εταιρείας, η οποία είναι απεριόριστη, αλλά ιδίως εξαιτίας της νομικής μορφής του συνεταιρισμού.

Ειδικότερα, α) παρόλο που ο συνεταιρισμός δεν έχει κεφαλαιουχικό χαρακτήρα, προσομοιάζει όμως με στοιχεία των κεφαλαιουχικών εταιρειών, καθώς η υπόστασή του δεν συνδέεται με τα πρόσωπα τα οποία τον ίδρυσαν (σε αντίθεση με τις προσωπικές εταιρείες), ούτε επηρεάζεται από τις μεταβολές που επέρχονται στο πρόσωπό τους, αλλά είναι μία πολυμελής ένωση προσώπων, με ανοικτό αριθμό μελών και σωματειακή οργάνωση που δεν διοικείται άμεσα από τα μέλη του (όπως συμβαίνει στις προσωπικές εταιρείες), αλλά έχει όργανα, όπως Διοικητικό Συμβούλιο και Ελεγκτικό Συμβούλιο, όπως ακριβώς συμβαίνει και στις κεφαλαιουχικές εταιρείες β) ο συνεταιρισμός αποτελεί μεν, όπως προαναφέρεται, ένωση προσώπων με οικονομικό σκοπό, η οποία όμως αποβλέπει στην οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη των μελών του και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής τους γενικά μέσα σε μια επιχείρηση, ενώ η ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία δεν αποβλέπει στο σκοπό αυτό, γ) ο συνεταιρισμός έχει εκ του νόμου εμπορικό χαρακτήρα (άρθρο 1 παρ. 7 του Ν. 1667/1986), όμως μόνη η συμμετοχή σ' αυτόν δεν προσδίδει στους συνέταιρους την εμπορική ιδιότητα, σε αντίθεση με την ομόρρυθμη ή ετερόρρυθμη εταιρεία, η συμμετοχή στην οποία, εφόσον ασκεί εμπορική δραστηριότητα κατά σύνηθες επάγγελμα, προσδίδει στον ομόρρυθμο εταίρο την εμπορική ιδιότητα, χωρίς να απαιτείται η εκ μέρους του άσκηση αντικειμενικά εμπορικών πράξεων, δ) Ακόμη, η απεριόριστη και εις ολόκληρον ευθύνη των ομόρρυθμων εταίρων βρίσκεται σε αντιστοιχία με την αναγκαστικού δικαίου αρχή της αυτοδιαχείρισης, συνεπεία της οποίας διαχειριστές της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας μπορούν να είναι μόνο οι απεριορίστως ευθυνόμενοι ομόρρυθμοι εταίροι και όχι τρίτα πρόσωπα , σε αντίθεση με την ευθύνη των μελών του συνεταιρισμού εις ολόκληρον με αυτόν, η οποία συνδέεται με τη μεταβλητότητα του κεφαλαίου του και όχι με την άμεση συμμετοχή τους στη διοίκηση, που ασκείται από το ΔΣ του συνεταιρισμού, το οποίο εκλέγεται μεν από τη Γενική Συνέλευση των μελών (άρθρο 7 παρ. 4 του ν. 1667/1986), όμως δεν αποτελείται από μέλη του συνεταιρισμού.

Εξάλλου, η διατύπωση της διάταξης του άρθρου 919 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι σαφής, ώστε να μη γεννάται αμφιβολία ότι όταν πρόκειται για τους άλλους εκτελεστούς τίτλους, πλην των δικαστικών και διαιτητικών αποφάσεων, τα υποκειμενικά όρια της εκτελεστότητας δεν επεκτείνονται και στα μέλη του νομικού προσώπου, εις βάρος του οποίου έχει εκδοθεί ο εκτελεστός τίτλος, εφόσον, βέβαια, δεν πρόκειται για ομόρρυθμα μέλη ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας, αφού στην περίπτωση αυτή (των ομόρρυθμων μελών ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας) η εκτελεστότητα επεκτείνεται σε βάρος τους κατ' εφαρμογή της πιο πάνω διάταξης (του άρθρου 920 ΚΠολΔ), η οποία θα ήταν περιττή, εάν η διάταξη του άρθρου 919 παρ. 2 ΚΠολΔ παρέπεμπε και στη διάταξη του άρθρου 329 του αυτού κώδικα.

Τα προαναφερόμενα δεν αναιρούνται από το ότι η διαταγή πληρωμής, όταν έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου (είτε μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ανακοπής που ασκήθηκε κατ' αυτής, είτε, σε περίπτωση μη άσκησης ανακοπής, μετά την παρέλευση άπρακτων των προθεσμιών άσκησής της, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 632 παρ. 1 ΚΠολΔ και 633 παρ. 2 ΚΠολΔ), προσομοιάζει με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, καθώς τούτο (δεδικασμένο) ισχύει μόνο κατά το αποτέλεσμα που επιφέρει και δεν προσδίδει στη διαταγή πληρωμής τον χαρακτήρα δικαστικής απόφασης.

Άλλωστε, το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων, αλλά έννομη συνέπεια, η οποία προσδίδεται στις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις με διάταξη νόμου (ΑΠ1443/2017, 1881/2014). Με βάση τα ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι όσον αφορά στους αστικούς συνεταιρισμούς περιορισμένης ευθύνης, δεν τυγχάνει ευθείας εφαρμογής η διάταξη της περίπτωσης 1 του άρθρου 919 του ΚΠολΔ, ούτε συντρέχουν οι όροι, ώστε να θεμελιωθεί ερμηνευτικά η αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 920 ΚΠολΔ, έτσι ώστε να θεωρηθεί ότι τα μέλη τους καλύπτονται από τα υποκειμενικά όρια της εκτελεστότητας όσων εκτελεστών τίτλων έχουν εκδοθεί μόνον κατά του νομικού προσώπου του συνεταιρισμού και δεν είναι δικαστικές ή διαιτητικές αποφάσεις, αλλά είναι π.χ.

διαταγές πληρωμής. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ειδικότερα, τον από το άρθρο 559 αριθμ.14 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, μπορούν να θεμελιώσουν και ακυρότητες της αναγκαστικής εκτέλεσης, εφόσον θεμελιώνουν λόγους ανακοπής, προβαλλόμενους με το σχετικό ένδικο βοήθημα (ΑΠ626/2018, 1405/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον 1ο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης η αναιρεσείουσα (εφεσίβλητη- καθής η ανακοπή) εταιρεία με την επωνυμία <<... ΑΕ Εμπορίας, Εισαγωγών και Αντιπροσωπειών ...>>, κατ'επίκληση της από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, διότι παρά το νόμο κήρυξε απαράδεκτο και, ειδικότερα, διότι δέχθηκε τον σχετικό 1ο λόγο της ανακοπής της αναιρεσίβλητης (εκκαλούσας) ,που (ως μη νόμιμος), είχε απορριφθεί από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και τον οποίο η τελευταία είχε επαναφέρει με τον σχετικό 1ο λόγο εφέσεώς της, πιο συγκεκριμένα, με το λόγο αυτό η αναιρεσίβλητη ισχυρίστηκε ότι η η ανακοπτόμενη επιταγή προς πληρωμή, που έχει συνταχθεί κάτω από αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της 12054/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε κατόπιν αιτήσεως της αναιρεσείουσας εναντίον του περιορισμένης ευθύνης συνεταιρισμού, με την επωνυμία <<...>>, είναι άκυρη, διότι επισπεύδεται εναντίον της εκτέλεση, με την ιδιότητά της ως μέλους του ανωτέρω συνεταιρισμού,με εκτελεστό τίτλο την ανωτέρω διαταγή πληρωμής, η οποία έχει εκδοθεί μόνο εναντίον του νομικού προσώπου του εν λόγω συνεταιρισμού και όχι εναντίον αυτής (ανακόπτουσας- αναιρεσίβλητης).

Εν προκειμένω το Εφετείο, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης του (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), αναφορικά με τον πρώτο λόγο εφέσεως και αντίστοιχο με αυτόν λόγο ανακοπής, δέχθηκε τα ακόλουθα: <<Με την από 28-3-2012 αίτηση της καθής η ανακοπή εκδόθηκε κατά του αστικού συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." η 12054/2012 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποίαν διατάχθηκε ο εν λόγω συνεταιρισμός να καταβάλει στην καθής η ανακοπή για απαίτησή της που προερχόταν από 19 επιταγές το συνολικό ποσό των 1.760.000 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων.

Η διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασμένου καθόσον επιδόθηκε δύο φορές εμπρόθεσμα στο συνεταιρισμό και δεν ασκήθηκε εκ μέρους αυτού ανακοπή. Στη συνέχεια η καθής η ανακοπή επέδωσε στην ανακόπτουσα εταιρεία την από 14-3-2013 επιταγή προς εκτέλεση, που συντάχθηκε κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής και επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 29-3-2013.

Με την εν λόγω επιταγή προς πληρωμή η καθής η ανακοπή επέτασσε την ανακόπτουσα να της καταβάλει ως μέλος του συνεταιρισμού και ευθυνόμενη εις ολόκληρο με αυτόν το ποσό των 16.693,06 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, που αντιστοιχεί στην αξία της συνεταιριστικής της μερίδας, σύμφωνα με σχετικό όρο του καταστατικού.

Η διαταγή όμως πληρωμής με βάση την οποίαν επισπεύδεται η εκτέλεση εκδόθηκε μόνο κατά του συνεταιρισμού και όχι κατά της ανακόπτουσας και έτσι αυτή δεν νομιμοποιείται παθητικά στην αναγκαστική εκτέλεση, καθόσον δεν καταλαμβάνεται από τα υποκειμενικά όρια εκτελεστότητας της διαταγής πληρωμής, τα οποία ισχύουν για τα περιοριστικά αναφερόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 919 ΚΠολΔ πρόσωπα.

Το ότι η διαταγή πληρωμής απέκτησε ισχύ δεδικασμένου δεν αποτελεί λόγο επέκτασης της εκτελεστότητας και στα μέλη του συνεταιρισμού, διότι η τοιαύτη επέκταση προβλέπεται από το νόμο άρθρα 919 παρ. 1 και 329 ΚΠολΔ σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην νομική σκέψη της παρούσας μόνον όταν πρόκειται για εκτέλεση τελεσιδίκων δικαστικών αποφάσεων και όχι για τους λοιπούς εκτελεστούς τίτλους.

Εξάλλου η επέκταση της εκτελεστότητας της εν λόγω διαταγής πληρωμής και στην ανακόπτουσα-μέλος του συνεταιρισμού με ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 920 ΚΠολΔ είναι ανεπίτρεπτη ενόψει του ότι η ευθύνη του μέλους του συνεταιρισμού περιορισμένης ευθύνης δεν μπορεί να ταυτισθεί με την ευθύνη του ομορρύθμου εταίρου της ομόρρυθμης ή ετερόρρυθμης εταιρείας, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν στην νομική σκέψη της παρούσας.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι με βάση την ένδικη διαταγή πληρωμής μπορεί να επισπευθεί αναγκαστική εκτέλεση κατά της ανακόπτουσας εταιρείας-μέλους του ως άνω συνεταιρισμού και απέρριψε τον σχετικό λόγο της ανακοπής εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και πρέπει να γίνει δεκτός και ως ουσιαστικά βάσιμος ο πρώτος λόγος της έφεσης.

Κατ' ακολουθίαν πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη η κρινόμενη έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση και αφού κρατηθεί και δικασθεί η ανακοπή από το Δικαστήριο πρέπει να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος της ανακοπής>>. Κρίνοντας, έτσι ,το Εφετείο, το οποίο,με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ως βάσιμο τον 1ο λόγο της έφεσης, αντίστοιχο του 1ου λόγου ανακοπής και συνακόλουθα ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση και αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση ,ακύρωσε , κατά παραδοχή ως ουσία βασίμου του ανωτέρω λόγου ανακοπής την ένδικη επιταγή προς πληρωμή, που έχει συνταχθεί κάτω απο αντίγραφο πρώτου εκτελεστού απογράφου της αριθμ. 12054/2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με βάση την οποία η αναιρεσείουσα Α.Ε.

επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση εναντίον της ανακόπτουσας Ο.Ε. ήδη αναιρεσίβλητης, ως μέλους του καθ'ού η διαταγή πληρωμής συνεταιρισμού, αποκλειστικά, εναντίον του οποίου είχε εκδοθεί η εν λόγω διαταγή πληρωμής, δεν κήρυξε, παρά το νόμο την ακυρότητα της ένδικης επιταγής προς εκτέλεση (πληρωμή) και συνεπώς το Εφετείο με το να ακυρώσει την άνω διαδικαστική πράξη εκτελέσεως δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον, ο άνω εκτελεστός τίτλος (διαταγή πληρωμής) έχει εκδοθεί μόνο σε βάρος του νομικού προσώπου του συνεταιρισμού και όχι και εναντίον των μελών του, όπως είναι η ανακόπτουσα Ο.Ε., και δεν μπορεί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην μείζονα πρόταση, να εκτελεστεί κατά της ανακόπτουσας- αναιρεσίβλητης, διότι αυτή δεν καταλαμβάνεται από τα υποκειμενικά όρια της εκτελεστότητας της διαταγής αυτής, και ως εκ τούτου δεν νομιμοποιείται παθητικά στην αναγκαστική εκτέλεση που η αναιρεσείουσα επισπεύδει εναντίον της με την ένδικη επιταγή προς πληρωμή.

Επομένως, ο σχετικός πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Περαιτέρω, αν η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει δύο ή περισσότερες αιτιολογίες, που στηρίζουν αυτοτελώς η καθεμία το διατακτικό της και με την αναίρεση δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία από τις επάλληλες αυτές αιτιολογίες, ο λόγος αναιρέσεως που αφορά άλλη αιτιολογία, απορρίπτεται ως αλυσιτελής (ΑΠ 160/2019, ΑΠ 547/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον με τον 1ο λόγο της κρινόμενης αναίρεσης δεν πλήττεται επιτυχώς η πρώτη κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της και που αφορά το κύρος της εκτελέσεως και πιο συγκεκριμένα την εγκυρότητα της προσβαλλόμενης με τον 1ο λόγο ανακοπής επιταγής προς πληρωμή, οι 2ος και 3ος λόγοι αναιρέσεως από τους αριθ. 8, 14, 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, διότι εσφαλμένα δέχθηκε ως βάσιμους και τους 3ο και 4ο λόγους ανακοπής, που βάλλουν κατά της ένδικης επιταγής προς πληρωμή, με τους οποίους πλήττονται οι επάλληλες αιτιολογίες της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, που αναφέρονται στην προβαλλόμενη, με τους 3ο και 4ο λόγους ανακοπής, ακυρότητα της ίδιας πράξης εκτελέσεως, (επιταγής προς πληρωμή), είναι αλυσιτελείς και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ., παραβόλου και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα διάδικος στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός της (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10/10/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 27/2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Ιανουαρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Φεβρουαρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ