Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, upholding lower court's rejection of employee's claim based on proportionality principle violation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the employee's appeal against the Second Instance Court's decision to reject her labor lawsuit. The employee argued the lower court erred by accepting the employer's claim of disproportionate conduct, while the employer contended the dismissal was justified. The court ruled that the lower court correctly evaluated all evidence and applied the principle of proportionality without error.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1)(g) and 176 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appellate court must reject an appeal if the lower court's assessment of evidence and application of the principle of proportionality in labor disputes is free from error and lacks grounds for reversal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 114 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 114/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα - Εισηγητή και Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ι. Κ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Γραμμένο, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Ληξιουριώτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26/9/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 980/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 2054/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/8/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16 Αυγούστου 2017 και με αριθ. κατάθ. 60...5/25.8.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 2054/3.5.2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων αυτών, κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 980/27.4.2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε δεκτή ως βάσιμη κατ' ουσία η από 28.7.2015 και με αριθ. κατάθ.4762/29.7.2015 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου κοινωφελούς ιδρύματος και εξαφανίσθηκε η ως άνω απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που είχε δεχθεί ως ουσιαστικά βάσιμη την από 26.9.2011 και με αριθ.
κατάθ. 163778/4988/30.9.2011 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, κατά την πρώτη επικουρική εκ της παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας βάση αυτής, και είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της από 10.8.2011 εκ μέρους του εναγομένου καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας και επιδικάσει υπέρ της τελευταίας κατά ένα μέρος αναγνωριστικά και κατά ένα μέρος καταψηφιστικά αποδοχές υπερημερίας.
Στη συνέχεια με την προσβαλλομένη απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή και κατά την εν λόγω βάση αυτής. Με την ίδια απόφαση απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 22.6.2015 και με αριθ. κατάθ. 3920/23.6.2015 αντίθετη έφεση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, με την οποία αυτή παραπονείτο για την απόρριψη της ως άνω αγωγής της ως προς την κύρια βάση αυτής περί ακυρότητας της εν λόγω καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτής από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο κοινωφελές ίδρυμα για λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της, επικυρώνοντας κατά το κεφάλαιο αυτό την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε κρίνει ομοίως.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.3 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.
Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.
Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου.
Η καταγγελία όμως δεν είναι καταχρηστική όταν οφείλεται σε διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και του εργαζομένου, που προήλθε από αντισυμβατική συμπεριφορά ή από πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του τελευταίου, καθώς και όταν οφείλεται σε πραγματική και ηθελημένη ανάρμοστη συμπεριφορά του εργαζομένου προς τον εργοδότη ή τους νομίμους εκπροσώπους του ή προς συναδέλφους ή προς τους συναλλασσομένους με την επιχείρηση του εργοδότη, αφού στην περίπτωση αυτή διαταράσσεται η εύρυθμη λειτουργία της επιχείρησης και κλονίζεται η μεταξύ των μερών σχέση εμπιστοσύνης, που πρέπει να διέπει τη λειτουργία της σύμβασης (ΑΠ 1889/2017, ΑΠ 1683/2012).
Επίσης δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι` αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι` αυτή ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.
Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη. Περαιτέρω, εάν στον κανονισμό εργασίας του εργοδότη προβλέπονται πειθαρχικά παραπτώματα και αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, τότε ναι μεν ο εργοδότης δεν υποχρεούται να επιλέξει αντί της καταγγελίας την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται της εργασίας ο εργαζόμενος διότι η εργασιακή σχέση δεν μπορεί κατά την καλή πίστη να συνεχισθεί για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης, πλην όμως η προσφυγή του εργοδότη στην καταγγελία, ελέγχεται κατά το άρθρο 281 ΑΚ από το δικαστήριο, το οποίο επίσης ερευνά, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία (αρχή) αποτελεί εκδήλωση της καλής πίστης και στηρίζεται στο άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος.
Ειδικότερα, το δικαστήριο, κατόπιν σχετικού ισχυρισμού, εξετάζει αν υπάρχουν άλλα ηπιότερα από την καταγγελία μέτρα εξίσου πρόσφορα για την επίτευξη του επιδιωκόμενου με αυτή σκοπού, δηλαδή αν η καταγγελία είναι όχι μόνο πρόσφορο αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων του εργοδότη (ΑΠ 1173/2017, ΑΠ 244/2017, ΑΠ 769/2016, ΑΠ 601/2013, ΑΠ 904/2012).
Τέλος για την επιβολή πειθαρχικής ποινής λόγω της εκ μέρους του εργαζομένου τέλεσης κάποιου παραπτώματος κατά την παροχή της εργασίας του, πρέπει να υφίσταται εσωτερικός κανονισμός στην επιχείρηση του εργοδότη που προβλέπει το πειθαρχικό παράπτωμα ή / και τις πειθαρχικές κυρώσεις που μπορεί να επιβληθούν.
Τούτο σαφώς προκύπτει από τη διατύπωση του πρώτου εδαφίου της παρ.3 του άρθρου 1 του Ν.Δ/τος 3789/1957 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως ενίων διατάξεων της Εργατικής Νομοθεσίας", η οποία ορίζει "Δια πειθαρχικά παραπτώματα, καθοριζόμενα εις έκαστον των κανονισμών εργασίας, δύναται να προβλέπεται η επιβολή εις τον παραβάτην μισθωτόν, των κάτωθι ποινών..." (σχετ.
ΑΠ 157/2003). Κατά συνέπεια εφόσον στη συγκεκριμένη επιχείρηση δεν έχει καταρτισθεί εσωτερικός κανονισμός κατά τις διατάξεις του ως άνω νόμου, που να προσδιορίζει τα πειθαρχικά παραπτώματα ή / και τις πειθαρχικές ποινές που μπορεί να επιβληθούν γι' αυτά ή / και που να καθορίζει σχετικές πειθαρχικές διαδικασίες, δεν μπορεί να γίνει λόγος περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, για το λόγο ότι ο εργοδότης, αντί της καταγγελίας, δεν επέλεξε το ηπιότερο μέτρο της επιβολής πειθαρχικής ποινής.
Δεν αποκλείεται βεβαίως σε όλως οριακές περιπτώσεις, ακόμη και στην περίπτωση της έλλειψης εσωτερικού κανονισμού προβλέποντος πειθαρχικό έλεγχο του εργαζομένου, ο έλεγχος από το δικαστήριο του κύρους της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, από την άποψη της εκ μέρους του εργοδότη παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, η οποία ουσιαστικά συνιστά την αντίστροφη μορφή της απαγόρευσης της κατάχρησης δικαιώματος (ΑΠ 897/2012, ΑΠ 1889/2017).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση
του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Τέλος κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα ως ουσιώδεις ισχυρισμοί στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014, 1720/2013, 232/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων την 1 - 1 - 1993, η ενάγουσα, ήδη εκκαλούσα - εφεσίβλητη [και ήδη αναιρεσείουσα], προσλήφθηκε από το εναγόμενο, ήδη εκκαλούν - εφεσίβλητο ίδρυμα με την επωνυμία "...", [και ήδη αναιρεσίβλητο], νόμιμα εκπροσωπούμενο, για να εργασθεί σ' αυτό, ως υπάλληλος.
Έκτοτε η ενάγουσα απασχολήθηκε ως πωλήτρια, αρχικά στο πωλητήριο που διατηρεί το εναγόμενο επί της οδού Κ... και στη συνέχεια, από το καλοκαίρι του έτους 2009, στο ευρισκόμενο επί της οδού Π... πωλητήριο, στο οποίο από την τοποθέτησή της και εφεξής ασκούσε καθήκοντα διαχείρισης του τμήματος του βιβλιοπωλείου [...].
Την 1 - 7 - 2001, κατόπιν σχετικής εντολής της Επιτροπής Πωλητηρίου του εναγομένου, που έχει ως αντικείμενο τη διεύθυνση και τον συντονισμό των εργασιών και των τριών πωλητηρίων που αυτό διατηρεί, μετέβη στο ως άνω (επί της οδού Π.) πωλητήριο που απασχολείτο η ενάγουσα η Μ. Μ., υπεύθυνη όλων των πωλητηρίων για να ενημερώσει τους επτά συνολικά εργαζομένους σ' αυτό, ότι δεν επρόκειτο να γίνουν απολύσεις, ούτε μειώσεις μισθών στα πωλητήρια και να τους ζητήσει να συνεισφέρουν και αυτοί στις προσπάθειες περιστολής των λειτουργικών δαπανών του εναγομένου, ώστε ν' αποφευχθούν οι απολύσεις και μειώσεις των μισθών τους, τόσο με τον περιορισμό των δαπανών για την προμήθεια αντικειμένων, συσκευασιών, γραφικής ύλης κλπ, όσο και με την επανεξέταση του προγράμματος υπερωριών, ώστε να γίνεται καλύτερος προγραμματισμός και να μην προκύπτουν τόσες πολλές υπερωρίες, ειδικά δε για τις Κυριακές του Ιουλίου προτάθηκε να μην εργάζονται και οι επτά υπάλληλοι, για να εξοικονομηθούν χρήματα από την πρόσθετη αμοιβή τους για την απασχόλησή τους κατά την ημέρα αυτή.
Σημειώνεται ότι το εναγόμενο, στα πλαίσια αντιμετώπισης των προβλημάτων που αντιμετώπιζε λόγω των δυσμενών συνεπειών της οικονομικής κρίσης που απειλούσαν την ομαλή λειτουργία του, και προς το σκοπό μείωσης του μισθολογικού κόστους και αποφυγής, όσο το δυνατόν, των απολύσεων, είχε ήδη από τις αρχές του 2011 ξεκινήσει, διά των αρμοδίων οργάνων του, διαπραγματεύσεις με τους εκπροσώπους των εργαζομένων σ' αυτό, οι οποίες είχαν καταλήξει στην υπογραφή της από 19 - 7 - 2011 επιχειρησιακής συλλογικής σύμβασης εργασίας, με την οποία συμφωνήθηκε, μεταξύ άλλων, η μείωση των μηνιαίων αποδοχών των εργαζομένων σε ποσοστό 20%, ενώ ρητά, με το άρθρο 2 της σύμβασης αυτής, εξαιρέθηκαν από το πεδίο εφαρμογής της οι εργαζόμενοι στο πωλητήριο του μουσείου (εναγομένου).
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, όταν η προαναφερόμενη υπεύθυνη των πωλητηρίων του εναγομένου μετέφερε κατά την παραπάνω ημερομηνία στους εργαζομένους του πωλητηρίου της οδού Π. τις ως άνω προτάσεις της Επιτροπής Πωλητηρίων, η ενάγουσα αντέδρασε, παρόντων και των λοιπών υπαλλήλων, με έντονο ύφος, λέγοντας, μεταξύ άλλων, και τα εξής: " ...δεν δεχόμαστε μειώσεις υπερωριών και Κυριακών, γιατί αυτά τα χρήματα αποτελούν σημαντικό βοήθημα.
Εξάλλου οι υπερωρίες μας θα σώσουν το Μουσείο; ... Η επιτροπή πωλητηρίου δεν έχει ιδέα ότι υπάρχει κρίση και δεν κάνει σωστή διαχείριση, διαφορετικά δεν θα άνοιγε καινούριο πωλητήριο ... μόνο στο δικό μου τμήμα (εννοώντας το τμήμα βιβλίου) γίνεται σωστή διαχείριση και όλοι οι υπόλοιποι δεν ξέρετε τι σας γίνεται με αρχηγό τη Δ. (δηλαδή τη Δ.
Γ., Διευθύντρια και μέλος της Επιτροπής Πωλητηρίων του εναγομένου) ... δεν δέχομαι υποδείξεις από καμία Επιτροπή που είναι χαμένη στο διάστημα ... το πωλητήριο της Κ. είναι ένα ξεπερασμένο μαγαζί που πάει για φούντο". Στην πρόταση δε της Μ. Μ.η να κανονίσει μία συνάντηση με την Επιτροπή Πωλητηρίων, για να εκφράσει αυτή (αλλά και η συνάδελφός της Κ.
Τ., που επίσης αντέδρασε με τον ίδιο παραπάνω τρόπο στις ως άνω θέσεις της Επιτροπής), η ενάγουσα πρόβαλλε αντιρρήσεις αναφέροντας " δεν συζητά με μία Επιτροπή που δεν έχει ιδέα τι της γίνεται και αν η Επιτροπή θέλει να συζητήσουν να τους δείξει τα οικονομικά στοιχεία του πωλητηρίου, ώστε να πειστούν ότι γίνεται σοβαρή δουλειά και όχι μόνο λόγια".
Τα παραπάνω λεχθέντα κατά την άνω συνάντηση από την ενάγουσα, τα οποία σημειωτέον δεν αμφισβητούνται από την ίδια, επιβεβαιώνονται δε και από την παρούσα στην παραπάνω συνάντηση υπάλληλο του πωλητηρίου Ρ. Ξ., με την 11341/2014 ένορκη κατάθεσή της, μεταφέρθηκαν από την Μ. Μ. με την από 4 - 7 - 2011 επιστολή της στη Δ.
Γ., ακολούθως δε κατά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Πωλητηρίων του εναγομένου, που έγινε στις 7 - 7 - 2011 αποφασίσθηκε ομόφωνα να προταθεί στη Διοικητική Επιτροπή του εναγομένου η απόλυση της ενάγουσας, αλλά και της έτερης υπαλλήλου Α. Τ., για να συνεχιστεί, κατά τα αναφερόμενα στο σχετικό πρακτικό συνεδρίασης, η ομαλή και αποδοτική λειτουργία του πωλητηρίου.
Στις 19 - 7 - 2011 συνεδρίασε η Διοικητική Επιτροπή του εναγομένου, η οποία, όπως προκύπτει από το σχετικό απόσπασμα πρακτικών συνεδρίασης, αποφάσισε ομόφωνα την απόλυση της ενάγουσας και της προαναφερόμενης συναδέλφου της. Σε εκτέλεση της απόφασης αυτής, μετά τη λήξη της καλοκαιρινής άδειας της ενάγουσας, την οποία αυτή είχε λάβει από 9 - 7 - 2011, το εναγόμενο κατήγγειλε εγγράφως στις 10 - 8 - 2011 την εργασιακή της σύμβαση και της κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ποσού 49.320,13 ευρώ.
Αποδείχθηκε επίσης [...]. Περαιτέρω από το προαναφερόμενο αποδεικτικό υλικό αποδείχθηκε ότι εξαιτίας του, κατά τον προαναφερθέντα, τρόπου που αντέδρασε η ενάγουσα την 1 - 7 - 2011 παρόντων των συναδέλφων της, κατά την ενημέρωσή τους σχετικά με τις ως άνω προτάσεις της Επιτροπής Πωλητηρίων του εναγομένου, προκειμένου να διασφαλιστούν οι θέσεις εργασίας τους και να μη μειωθούν οι μισθοί τους, διαταράχθηκε εμφανώς η υπηρεσιακή σχέση ανάμεσα στην ενάγουσα και τα διοικητικά - διευθυντικά στελέχη του εναγομένου, με συνέπεια να παύσει υφιστάμενο το απαιτούμενο πνεύμα συνεργασίας και να προκληθεί, από υπαιτιότητα της ενάγουσας, σοβαρή οξύτητα στις σχέσεις των διαδίκων, αποκλείουσα την ομαλή λειτουργία της σύμβασης.
Συγκεκριμένα η ενάγουσα καταφέρθηκε με τις προαναφερόμενες φράσεις κατά της Επιτροπής και κυρίως κατά της Διευθύντριας και μέλους αυτής Δ. Γ. και υπεισήλθε στις αρμοδιότητες των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου, αμφισβητώντας την ορθότητα της απόφασής τους σχετικά με τη λειτουργία νέου πωλητηρίου και την εκ μέρους αυτών σωστή διαχείριση, απαξιώνοντας μάλιστα το ρόλο της Επιτροπής με την επισήμανση ότι δεν δέχεται υποδείξεις από καμία Επιτροπή " που είναι χαμένη στο διάστημα ".
Αλλά και όταν η Μ. Μ. της πρότεινε να κανονίσει μία συνάντηση με την Επιτροπή για να εκφράσει τις απόψεις της, αυτή (ενάγουσα) αντέδρασε και πάλι έντονα, λέγοντας ότι δεν συζητάει με μία Επιτροπή που δεν έχει ιδέα τι της γίνεται, θέτοντας μάλιστα ως προϋπόθεση για να συζητήσει με αυτήν την επίδειξη των οικονομικών στοιχείων του πωλητηρίου.
Με τη συμπεριφορά της όμως αυτή, η ενάγουσα υπερέβη το επιβαλλόμενο μέτρο, που οφείλουν οι εργαζόμενοι έναντι των διευθυντικών στελεχών του εργοδότη τους, υπεισήλθε στις αρμοδιότητες άλλης υπηρεσίας και προκάλεσε έτσι δυσλειτουργία στην εργασιακή της σχέση με το εναγόμενο, δημιουργώντας μία εικόνα που δεν ήταν η ενδεδειγμένη και για το υπόλοιπο προσωπικό, καθώς και δυσμενές κλίμα αμφισβήτησης της άνω Επιτροπής, που είχε τη διεύθυνση και τον συντονισμό των πωλητηρίων του εναγομένου.
Γι' αυτό ακριβώς, η Διοικητική Επιτροπή του εναγομένου αποφάσισε ομόφωνα την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, που υλοποιήθηκε κατά τα ως άνω στις 10 - 8 - 2011. Ο ισχυρισμός της ενάγουσας (κατά την πρώτη επικουρική βάση της αγωγής) ότι το εναγόμενο, αν και υπήρχαν στη διάθεσή του ηπιότερα μέτρα από την απόλυση, εξάντλησε κάθε αυστηρότητα παραβιάζοντας έτσι την αρχή της αναλογικότητας, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού δεν αποδείχθηκε, ούτε άλλωστε η ενάγουσα επικαλείται, ότι στο πλαίσιο λειτουργίας του εναγομένου προβλεπόταν πειθαρχική διαδικασία, την οποία αυτό μπορούσε και όφειλε να επιλέξει, αντί της καταγγελίας.
Ούτε άλλωστε μπορούσαν να ληφθούν άλλα μέτρα, όπως συστάσεις ή κοινοποίηση εξώδικης δήλωσης, αφού η παραπάνω επιθετική και απαξιωτική προς τα διευθυντικά στελέχη του εναγομένου συμπεριφορά της ενάγουσας θα επηρέαζε δυσμενώς τη λειτουργία της εργασιακής της σχέσης και για το μέλλον. Εξάλλου πρέπει να σημειωθεί ότι αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που η ενάγουσα εκφραζόταν με τον παραπάνω απαξιωτικό τρόπο για τα διοικητικά - διευθυντικά στελέχη του εναγομένου, αφού και προγενέστερα και συγκεκριμένα το Φεβρουάριο του 2011, με αφορμή περιστατικό που δημιουργήθηκε μεταξύ της ιδίας και της Κ.
Δ., βοηθού της Δ., Γ., είχε αναφέρει ότι το επιτελείο στο οποίο ανήκει (ενν. την Κ. Δ.) έχει χάσει την επαφή του με την πραγματικότητα της οικονομικής κρίσης και σαν τη Μ. Α. λέει στους …. " δεν έχετε συντάξεις / μέλλον / νοσοκομεία και σχολεία, αλλά πάρτε ωραίες χαρτοπετσέτες με 5 ευρώ ", σχολιάζοντας την επιλογή των αρμοδίων οργάνων του εναγομένου για τη λειτουργία πωλητηρίου στο ...…., με (γενικόλογες βέβαια) αναφορές σε διαφθορά στην Ελλάδα και τη Βουλγαρία.
Ενόψει των ανωτέρω, η καταγγελία της επίδικης σύμβασης της ενάγουσας ήταν η ενδεδειγμένη λύση και δεν υπερέβη το μέτρο, αφού ήταν αναγκαία λόγω της ως άνω περιγραφόμενης συμπεριφοράς της, με την οποία αυτή έθετε ευθέως σε αμφισβήτηση τις προσωπικές ικανότητες των διευθυντικών στελεχών του εναγομένου, αρνούμενη μάλιστα να συζητήσει μαζί τους τις απόψεις της, αν δεν της επεδείκνυαν τα οικονομικά στοιχεία του πωλητηρίου.
Με βάση τα γενόμενα ως άνω δεκτά, η καταγγελία εκ μέρους του εναγομένου της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας εντάσσεται στο πλαίσιο καλόπιστης άσκησης του διευθυντικού του δικαιώματος ως εργοδότη, ουδόλως δε υπερβαίνει και μάλιστα κατά τρόπο προφανή τα όρια, που επιβάλλονται από την καλή πίστη και από τα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή από τον κοινωνικό και τον οικονομικό σκοπό του παραπάνω δικαιώματος, μη δυναμένη να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ και, ως τέτοια, απαγορευμένη (άκυρη).
Επομένως η ένδικη καταγγελία είναι έγκυρη, επέφερε τη λύση της ένδικης σύμβασης και το εναγόμενο, ως μη υπερήμερο περί την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας, δεν οφείλει πλέον σ' αυτή μισθούς υπερημερίας για το μετέπειτα της καταγγελίας χρονικό διάστημα. Κατ' επέκταση, από την καταγγελία δεν προσβλήθηκε παράνομα και υπαίτια η προσωπικότητα της ενάγουσας και δεν δικαιούται αυτή ν' αξιώσει χρηματική ικανοποίηση.
Πρέπει λοιπόν η (πρώτη) επικουρική βάση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά παραδοχή των τριών πρώτων λόγων της από 28.7.2015 έφεσης του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσίβλητου κοινωφελούς ιδρύματος, εξαφάνισε την προσβληθείσα με αριθ. 980/2015 απόφαση του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου που είχε αντιθέτως κρίνει ότι, ως προς την ως άνω καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας, το εναγόμενο ίδρυμα παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας με συνέπεια την ακυρότητα αυτής και τη γέννηση αξιώσεων καταβολής αποδοχών υπερημερίας, και στη συνέχεια κράτησε την υπόθεση και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία την πρώτη επικουρική βάση της από 26.9.2011 αγωγής της ενάγουσας.
Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 174, 180, 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955, ούτε παραβίασε την κατά το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με την εγκυρότητα της από 10.8.2011 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της αναιρεσείουσας από το αναιρεσίβλητο κοινωφελές ίδρυμα.
Ειδικότερα με βάση τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης έγινε δεκτό ότι, λόγω της περιγραφόμενης σε αυτήν συμπεριφοράς της αναιρεσείουσας, η οποία πράγματι συνιστά ανάρμοστη συμπεριφορά αυτής προς τα διευθυντικά στελέχη του αναιρεσίβλητου, των οποίων αμφισβήτησε τις αποφάσεις κατά τρόπο ανοίκειο ενώπιον των λοιπών υπαλλήλων και που μάλιστα συνεχίσθηκε, παρά τη στη συνέχεια πρόσκληση εκ μέρους της εκπροσώπου του, να προσέλθει και εκφράσει τις απόψεις της στην Επιτροπή Πωλητηρίων, δημιουργήθηκε μία εικόνα μη ενδεδειγμένη για το υπόλοιπο προσωπικό και δυσμενές κλίμα αμφισβήτησης της ως άνω Επιτροπής, που είχε τη διεύθυνση και τον συντονισμό των πωλητηρίων, ενώ προκλήθηκε από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας σοβαρή οξύτητα στις σχέσεις των διαδίκων και ειδικότερα διαταράχθηκε η υπηρεσιακή σχέση της αναιρεσείουσας με τα διοικητικά - διευθυντικά στελέχη του αναιρεσίβλητου, αποκλείοντας έτσι την ομαλή λειτουργία της σύμβασης.
Ως συνέπεια των προαναφερθέντων ορθώς δέχθηκε το δικαστήριο ότι η για τους λόγους αυτούς από 10.8.2011 καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας δεν υπερβαίνει προφανώς τα εκ του άρθρου 281 του ΑΚ τασσόμενα όρια, ούτε παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, όντας ενδεδειγμένη κατά την καλή πίστη λύση και μη υπερβαίνουσα το αναγκαίο από τις περιστάσεις μέτρο, ενόψει μάλιστα και του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Και τούτο διότι, με βάση τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, άλλα μέτρα, όπως συστάσεις ή κοινοποίηση εξώδικης δήλωσης, δεν μπορούσαν να ληφθούν, εφόσον κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, η παραπάνω επιθετική και απαξιωτική συμπεριφορά της αναιρεσείουσας θα επηρέαζε δυσμενώς τη λειτουργία της εργασιακής σχέσης και για το μέλλον, ενόψει μάλιστα ανάλογης συμπεριφοράς αυτής σε επεισόδιο που είχε λάβει χώρα το Φεβρουάριο του 2011.
Εφόσον δε κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης δεν προβλεπόταν πειθαρχική διαδικασία στο πλαίσιο λειτουργίας του αναιρεσίβλητου (υπό την προφανή έννοια της έλλειψης εσωτερικού κανονισμού, καθορίζοντος τα πειθαρχικά παραπτώματα ή / και τις γι' αυτά προβλεπόμενες πειθαρχικές κυρώσεις) δεν μπορεί να γίνει λόγος περί παραβίασης της αρχής της αναλογικότητας, για το λόγο ότι το αναιρεσίβλητο, αντί της καταγγελίας, δεν επέλεξε το ηπιότερο μέτρο της επιβολής κάποιας πειθαρχικής ποινής από εκείνες που προβλέπει το Ν.Δ/μα 3789/1957, όπως αβασίμως αιτιάται με τον πρώτο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα.
Ούτε εξ άλλου καθιστά άκυρη την καταγγελία το γεγονός ότι το αναιρεσίβλητο ανέχθηκε σε προηγούμενο χρόνο αντίστοιχη συμπεριφορά της αναιρεσείουσας, χωρίς να διαμαρτυρηθεί γι' αυτήν ή να αντιδράσει, με συνέπεια τη συνέχιση τότε της εργασιακής σύμβασης, καθότι ουδόλως οφείλει ο εργοδότης ν' ανεχθεί και στο μέλλον τη συνέχιση της ίδιας ανάρμοστης εκ μέρους του μισθωτού συμπεριφοράς.
Αβάσιμες κρίνονται επίσης οι διαλαμβανόμενες στον τρίτο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο επικαλούμενες πλημμέλειες και συγκεκριμένα ότι η προσβαλλομένη απόφαση διαλαμβάνει α) αντιφατικές αιτιολογίες, εφόσον για δύο όμοιας βαρύτητας περιστατικά που ανάγονται στην ίδια συμπεριφορά της αναιρεσείουσας δέχθηκε ως ενδεδειγμένη λύση την καταγγελία της σύμβασης εργασίας εξ αιτίας του επεισοδίου της 1.7.2011, ενώ δεν δέχθηκε το ίδιο και για το επεισόδιο του Φεβρουαρίου του 2011, οπότε η σύμβαση εργασίας συνεχίσθηκε κανονικά, χωρίς καν το αναιρεσίβλητο να προβεί σε επίπληξη ή να εκφράσει τη δυσφορία του για το επεισόδιο αυτό, β) ανεπαρκείς αιτιολογίες, καθότι δεν καθορίζει πως θα προκαλείτο δυσλειτουργία στην ομαλή συνέχιση της εργασιακής σχέσης εξ αιτίας της εν λόγω συμπεριφοράς, ούτε πως συνδέεται το επεισόδιο του Φεβρουαρίου του 2011 με το επεισόδιο της 1.7.2011, ούτε διαλαμβάνει τους λόγους για τους οποίους το επεισόδιο του Φεβρουαρίου του έτους 2011 δεν αποτέλεσε εμπόδιο στην ομαλή λειτουργία της εργασιακής σχέση, ούτε καθορίζει τον ακριβή χρόνο λήξης της καλοκαιρινής της άδειας, ούτε, τέλος, αναφέρει το λόγο για τον οποίο η καταγγελία έλαβε χώρα ενάμισι μήνα μετά το περιστατικό, κατά τη διάρκεια του οποίου συνεχίσθηκε αδιαμαρτύρητα η εργασία της και γ) ότι, επίσης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη το κλίμα ανασφάλειας που επικρατούσε με συνέπεια την ανεπάρκεια της σχετικής αιτιολογίας, ενόψει μάλιστα του ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας, που δεν προέβλεψε μειώσεις αποδοχών για τους απασχολουμένους στα πωλητήρια ή απολύσεις υπογράφηκε στις 19.7.2011, ήτοι μετά το εν λόγω επεισόδιο της 1.7.2011 και συνεπώς αντιφατικά λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ως στοιχείο επιβαρύνον τη συμπεριφορά αυτής.
Οι ανωτέρω επικαλούμενες αντιφάσεις και ανεπάρκειες της προσβαλλομένης απόφασης κατά το περιεχόμενό τους είτε αναφέρονται σε ελλείψεις ως προς την ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, είτε συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα υπέρ των απόψεων της αναιρεσείουσας, με συνέπεια να μην ιδρύουν σχετικό αναιρετικό λόγο και δη από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει να σημειωθεί, όπως ήδη προαναφέρθηκε στον πρώτο αναιρετικό λόγο, ότι η τυχόν ανοχή του εργοδότη μία ή περισσότερες φορές σε ανάρμοστη συμπεριφορά του μισθωτού, δεν σημαίνει ότι η ανοχή αυτή πρέπει να συνεχισθεί και στο μέλλον, με αφορμή ανάλογη συμπεριφορά του μισθωτού, ως φαίνεται να υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, και κατά συνέπεια η αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης δεν ενέχει αντίφαση στο σημείο αυτό.
Ούτε επίσης για την πληρότητα της αιτιολογίας απαιτείτο η μνεία περισσοτέρων στοιχείων ως προς το πώς προκλήθηκε δυσλειτουργία της εργασιακής σχέσης μεταξύ των μερών ή γιατί μόνο το επεισόδιο της 1.7.2011 αποτέλεσε τροχοπέδη στην ομαλή συνέχιση της σχέσης, εφόσον εκτίθεται ως αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλομένης απόφασης με σαφήνεια και πληρότητα ότι εξ αιτίας του επεισοδίου της 1.7.2011 προκλήθηκε από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας σοβαρή οξύτητα στις σχέσεις των διαδίκων και ειδικότερα διαταράχθηκε η υπηρεσιακή σχέση της αναιρεσείουσας με τα διοικητικά - διευθυντικά στελέχη του αναιρεσίβλητου, αποκλείοντας έτσι την ομαλή λειτουργία της σύμβασης.
Δεν συνιστά δε ανεπάρκεια της αιτιολογίας η μη αναφορά του κλίματος ανασφάλειας που επικρατούσε (για το εύλογο της αντίδρασης της αναιρεσείουσας), ενόψει της παραδοχής ότι η συλλογική σύμβαση εργασίας που προέβλεπε τη μη μείωση των αποδοχών των εργαζομένων στα πωλητήρια και τη μη διενέργεια απολύσεων υπογράφηκε μόλις στις 19.7.2011, ήτοι μετά το επεισόδιο της 1.7.2011, καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης η εκπρόσωπος της ως άνω Επιτροπής Μ.
Μ. ενημέρωσε στις 1.7.2001 για την πρόθεση του αναιρεσίβλητου ν' αποφύγει τις απολύσεις και τις μειώσεις μισθών για τους απασχολουμένους στα πωλητήρια. Ούτε επίσης απαιτείτο για την πληρότητα της αιτιολογίας ν' αναφερθεί ο ακριβής χρόνος λήξης της καλοκαιρινής της άδειας της αναιρεσείουσας, την οποία σε κάθε περίπτωση έπρεπε να της χορηγήσει το αναιρεσίβλητο και κατά τη διάρκεια της οποίας δεν επιτρεπόταν να λάβει χώρα η καταγγελία (άρθ. 5 παρ. 6 ΑΝ 539/1945), ούτε ο λόγος για τον οποίο δεν έγινε νωρίτερα η καταγγελία, η οποία σε κάθε περίπτωση έγινε σε εύλογο χρόνο από το επεισόδιο, που υπήρξε η αφορμή της καταγγελίας, και μετά την επιστροφή της αναιρεσείουσας από την καλοκαιρινή της άδεια, εφόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης η σχετική πρόταση της Επιτροπής Πωλητηρίων για την απόλυση της αναιρεσείουσας έλαβε χώρα στις 7.7.2011, τρεις ημέρες μετά την ενημέρωσή της από την Μ.
Μ., η δε σχετική απόφαση για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας λήφθηκε από την Διοικητική Επιτροπή του αναιρεσίβλητου στις 19.7.2011, ενώ η καταγγελία της σύμβασης εργασίας έλαβε χώρα είκοσι δύο ημέρες μετά (10.8.2011). Τέλος απορριπτέα κρίνεται και η προβαλλόμενη με τον δεύτερο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναιρετική πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, τα οποία αυτή διελάμβανε στην αγωγή και επανέφερε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο προς απόρριψη της κατ' αυτής έφεσης, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του ότι αυτή κατά τη διάρκεια της εργασίας της ήταν άριστη υπάλληλος, έχοντας συνδράμει στην αύξηση των πωλήσεων του αναιρεσίβλητου, ότι το τελευταίο θα μπορούσε να της επιβάλλει μία πιο ήπια της καταγγελίας πειθαρχική ποινή και ότι αυτή είχε υψηλή θέση ευθύνης, ήταν 52 ετών και διαζευγμένη με ανήλικο τέκνο και είχε υπολειπόμενο ελάχιστο χρόνο μέχρι τη συνταξιοδότηση αυτής.
Και τούτο διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί είτε είναι μη νόμιμοι ή αόριστοι (όπως ο ισχυρισμός περί δυνατότητας επιβολής πειθαρχικής ποινής, αν και έγινε δεκτό ότι δεν υπήρχε προς τούτο σχετικός εσωτερικός κανονισμός, ο ισχυρισμός περί ελάχιστου χρόνου συνταξιοδότησης, αφού δεν συγκεκριμενοποιείται ο χρόνος αυτός), είτε αναφέρονται στις λοιπές προσωπικές συνθήκες της αναιρεσείουσας, οι οποίες, ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης απόφασης σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία, δεν αρκούν από μόνες τους για να καταστήσουν καταχρηστική την από 10.8.2011 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, ούτε επιφέρουν παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
Επομένως οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν "πράγματα" και κατά συνέπεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να μην λάβει υπόψη του αυτούς, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω οι από τους αριθμούς 1, 8 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι αναίρεσης αντίστοιχα, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τ' αντίθετα, είναι αβάσιμοi.
Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι ένορκες βεβαιώσεις και τα έγγραφα), να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009).
Ειδικότερα οι ένορκες βεβαιώσεις στον ειρηνοδίκη ή στον συμβολαιογράφο αποτελούν ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο σε σχέση με τους μάρτυρες και τα έγγραφα, και επομένως πρέπει να μνημονεύονται ειδικά στην απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη, η έλλειψη δε της μνείας αυτών δεικνύει ότι αυτές δεν λήφθηκαν υπόψη (ΑΠ 1105/2015, ΑΠ 767/2011, ΑΠ 1690/2010, ΑΠ 1901/2009, ΑΠ 2178/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί εγκυρότητας της από 10.8.2011 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αυτής από το αναιρεσίβλητο και μη συνδρομής περίπτωσης από το άρθρο 281 του ΑΚ, δεν καθίσταται αδιαστίκτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε α) την από 16.12.2002 ευχαριστήρια επιστολή του τμήματος εκδόσεων και πωλητηρίων προς την ίδια, β) την από 2005 ευχαριστήρια επιστολή του τμήματος εκδόσεων, με την οποία της χορηγήθηκε και πρόσθετο βοήθημα, ως δώρο, ύψους 1.200 ευρώ, γ) πίνακες που αποτυπώνουν την αύξηση των πωλήσεων και των καθαρών κερδών του βιβλιοπωλείου του υποκαταστήματος στην οδό Πειραιώς αριθ. 139, από το έτος 2009, οπότε η αναιρεσείουσα ανέλαβε τη διαχείριση αυτού, δ) συγκριτικό πίνακα με τις πωλήσεις των ετών 2008 έως 2011, ε) το από 14.5.2010 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e - mail) αυτής, για τις ημέρες καλοκαιρινής αδείας της το έτος 2010, στ) το από 10.6. 2010 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e - mail) αυτής προς τη Δ.
Γ., γι' απασχόλησή της κατά τις ημέρες ανάπαυσης (ρεπό), λόγω αναγκών της εργασίας της, ζ) την από 25.1.2011 επιστολή αυτής προς το αναιρεσίβλητο για την αύξηση των εσόδων και κερδών και περιορισμό των εξόδων σε περίοδο κρίσης, η) το από 28.2.2011 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e - mail) αυτής προς την Κ. Δ., με το οποίο υπενθυμίζει τη λίστα των βιβλίων για το ..., ούτως ώστε αυτά να είναι εγκαίρως διαθέσιμα, τρεις μήνες πριν την έναρξη λειτουργίας του, θ) το από 21.3.2011 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e - mail) αυτής προς την Δ.
Γ. και την Κ. Δ., με το οποίο υπενθυμίζει υποχρεώσεις και ανάγκες των βιβλιοπωλείων, ι) το από 30.3.2011 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e - mail) αυτής προς την Δ. Γ., με προτάσεις της για το ...…., ια) το από 24.5.2011 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e - mail) της ... προς αυτήν, από το οποίο προκύπτει ότι η ... ήθελε τη γνώμη αυτής για κάθε ζήτημα, ιβ) την από 24.5.2001 απάντησή της στο ανωτέρω μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, ιγ) το από 7.7.2011 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e - mail) αυτής προς την Δ.
Γ. που διαλαμβάνει πως μπορούν να ενεργήσουν στο μέλλον, παρά τα προβλήματα (αφορά τις μεταξύ τους σχέσεις), ιδ) το από 3.8.2011 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e - mail) αυτής, μετά τη λήψη της καλοκαιρινής της άδειας, που αναφέρεται στις εργασίες που πρέπει να προβεί η ίδια τις προσεχείς ημέρες, για οριστικοποίηση παραγγελιών, παράδοση βιβλίων, διενέργεια στατιστικών, έρευνα για μελλοντικές εκθέσεις, προετοιμασία επόμενων παραγγελιών, ιε) την από 9.8.2011 επιστολή αυτής προς τη Δ.
Γ., με την οποία της επισημαίνει τα προβλήματα που αντιμετώπισε στην εργασία της τον τελευταίο καιρό και που αποτέλεσαν την αιτία της καταγγελίας την επομένη ημέρα, ιστ) αποδείξεις μισθοδοσίας μηνών Ιουνίου και Ιουλίου 2011, όπου δεν γίνεται χωριστή μνεία των αποδοχών από υπερωρίες, αργίες, νυκτερινά, ιζ) την από 6.9.2011 μετά την καταγγελία έγγραφη ενημέρωση της ...
προς το αναιρεσίβλητο για το επεισόδιο της 1.7.2011, ιη) το με αριθ. 587/2011 δελτίο εργατικής διαφοράς, ιθ) απολύσεις εργαζομένων για οικονομοτεχνικούς λόγους τον Οκτώβριο του 2011 και από τον Ιούνιο έως το Νοέμβριο του 2012, κ) βεβαιώσεις του ΟΑΕΔ που αφορούν το επίδομα ανεργίας που αυτή έλαβε τα έτη 2011 και 2012, ύψους 5.867,70 ευρώ, κα) βεβαίωση του ΟΑΕΔ που αφορά το επίδομα ανεργίας, που αυτή έλαβε ως μακροχρόνια άνεργη τα έτη 2013 και 2014, κβ) φορολογικές δηλώσεις αυτής των ετών 2013 και 2014, από τις οποίες προκύπτει ως μοναδικό της εισόδημα το επίδομα ανεργίας, κγ) την κατάθεση του ...
στην με αριθ. 7817/2014 ένορκη βεβαίωσή του, που αναφέρεται στο επεισόδιο της 1.7.2011 και τον αδικαιολόγητο χαρακτήρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της αναιρεσείουσας, ενόψει μάλιστα της επικαλουμένης από το ίδιο το αναιρεσίβλητο μουσείο ανοχής αυτού σε συμπεριφορές υπαλλήλων του, πέραν της ιδικής του απόλυσης και κδ ) την ηλεκτρονική αλληλογραφία μεταξύ αυτής και της Κ.
Δ., απ' όπου προκύπτει ότι αυτή αναφέρεται σε ερωτήματα για τη συνεργασία του αναιρεσίβλητου με κάποιον προμηθευτή, ονόματι ... και δεν διαλαμβάνει κατηγορίες της ιδίας κατά της άνω Κ. Δ.. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση (φύλλο 6ο ) ότι λήφθηκαν υπόψη (μεταξύ άλλων αποδεικτικών στοιχείων) "...
η από 7817/20.11.2014 ένορκη βεβαίωση τρίτου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που δόθηκε με την επιμέλεια της ενάγουσας μετά από προηγούμενη κλήση του εναγομένου [...], καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του όλα τα ανωτέρω έγγραφα, καθώς και την με αριθ. 7817/2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως ο περί του αντιθέτου από τον αριθμό 11 περ. γ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτος και τελευταίος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου ιδρύματος, που παρέστη, αλλά δεν κατέθεσε προτάσεις, λόγω της ήττας του (άρθ. 176, 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.8.2017 και με αριθ. κατάθ. 60...5/2017 αίτηση αναίρεσης της υπ' αριθ. 2054/3.5.2017 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιανουαρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ