Legislator Case Law & Legislation
114/2014 AI generated

114/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 114/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

114/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, στο δεύτερο σκέλος γίνεται λόγος για λήψη υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν. Ωστόσο, και ενόψει του ότι τα αποδεικτικά μέσα πρέπει όχι μόνο να προσάγονται, αλλά και να τα επικαλούνται οι διάδικοι, προφανώς ο λόγος αναιρέσεως καλύπτει και την περίπτωση, κατά την οποία το αποδεικτικό μέσο προσκομίσθηκε μεν, πλην όμως δεν υπήρξε επίκληση του από τον διάδικο και παρά ταύτα ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 114 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 114/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών - καλουσών: 1) Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ... και 2) Α. Κ. του Κ., κατοίκου ..., ως νομίμων εξ αδιαθέτου και με το ευεργέτημα της επ' ωφελεία απογραφής κληρονόμων της Ι. χας Κ. Κ. (αρχικής διαδίκου), οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιορδάνη Νεστορίδη.

Της αναιρεσίβλητης - καθ' ης η κλήση: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Τσαντίνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-3-2007 ανακοπή της ήδη αποβιωσάσης Ι. χας Κ. Κ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 37699/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1257/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η τότε αναιρεσείουσα Ι. χα Κ. Κ. με την από 29-9-2009 αίτησή της, η συζήτηση της οποίας ορίσθηκε για τη δικάσιμο της 26-9-2011, κατά την οποία όμως εμφανίστηκε η Αναστασία Μοιροπούλου, ως πληρεξούσια της αναιρεσείουσας και δήλωσε τη βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου της. Την υπόθεση επανέφεραν για συζήτηση με την από 7-11-2011 κλήση τους οι καλούσες για τη δικάσιμο της 14-5-2012, οπότε και ματαιώθηκε. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 24-9-2012 νέα κλήση των καλουσών.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωσήφ Τσαλαγανίδης διάβασε την από 16-9-2011 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ευφημίας Λαμπροπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών - καλουσών ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 1257/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δίκασε κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων και δέχθηκε την από 12-11-2007 έφεση της αναιρεσίβλητης κατά της 37699/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή είχε γίνει δεκτή η από 13-3-2007 ανακοπή της Ι. χήρας Κ. Κ., -εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της οποίας τυγχάνουν οι ήδη καλούσες - αναιρεσείουσες-, για την ακύρωση πράξεων εκτελέσεως της 5413/1986 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, διακράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της ανακοπής την απέρριψε ως αβάσιμη. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' και β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Το πρώτο σκέλος του λόγου αυτού καταλαμβάνει την περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο εκτίμησε αποδεικτικό μέσο μη επιτρεπόμενο, είτε γενικά είτε ειδικά στη συγκεκριμένη υπόθεση, όπως είναι οι περιπτώσεις των άρθρων 393, 600 και 601 ΚΠολΔ, καθώς επίσης και το αποδεικτικό μέσο, που προβλέπεται μεν από κάποια διάταξη, πλην όμως δεν τηρήθηκαν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι νόμιμες προϋποθέσεις για την λήψη υπόψη αυτού από το δικαστήριο.

Εξάλλου, στο δεύτερο σκέλος γίνεται λόγος για λήψη υπόψη αποδείξεων που δεν προσκομίσθηκαν. Ωστόσο, και ενόψει του ότι τα αποδεικτικά μέσα πρέπει όχι μόνο να προσάγονται, αλλά και να τα επικαλούνται οι διάδικοι, προφανώς ο λόγος αναιρέσεως καλύπτει και την περίπτωση, κατά την οποία το αποδεικτικό μέσο προσκομίσθηκε μεν, πλην όμως δεν υπήρξε επίκληση του από τον διάδικο και παρά ταύτα ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο.

Η προσαγωγή του αποδεικτικού μέσου είναι η υλική πράξη της προσκομιδής του στο δικαστήριο, στο φάκελο της οικείας δικογραφίας, ενώ η επίκληση του αφενός μεν πιστοποιεί την ίδια την προσαγωγή του, αφετέρου δε αποτελεί εκδήλωση της αρχής της συζητήσεως και εξασφαλίζει επιπλέον το δικαίωμα του αντιδίκου του προς ανταπόδειξη.

Και ναι μεν, κατά το άρθρο 346 ΚΠολΔ, τα προσαγόμενα αποδεικτικά μέσα καθίστανται κοινά από την προσαγωγή τους, χωρίς να απαιτείται και επίκληση τους, πλην όμως, προκειμένου ο διάδικος να θεμελιώσει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 του άρθρου 559, πρέπει να έχει επικαλεσθεί το αποδεικτικό μέσο που προσκόμισε ο αντίδικος του.

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως οι καλούσες - αναιρεσείουσες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι στην ανακοπή κατά της 5413/1986 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης με αριθμό καταθέσεως 12927/ΤΠ 2146/1991, την οποία είχε ασκήσει η αποβιώσασα μητέρα τους (αναιρεσείουσα) Ι.

Κ. και ο επίσης εγγυητής και ήδη αποβιώσας σύζυγος της Κ. Κ. ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, περιεχόταν ^εξώδικη ομολογία τους ότι η ανωτέρω διαταγή πληρωμής είχε επιδοθεί σ' αυτούς στις 18-4-1991, και μάλιστα για δεύτερη φορά, ενώ η ίδια κατηγορηματικά αρνήθηκε με την ανακοπή της ότι της είχε επιδοθεί η διαταγή πληρωμής, η δε αναγραφή της ανωτέρω φερομένης ως ομολογίας της στην ανακοπή της έγινε λόγω πλάνης κατά την αντιγραφή από την ανακοπή που είχε συντάξει η σύνδικος της πτωχεύσεως για την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία με την επωνυμία "…", προς την οποία πράγματι η διαταγή πληρωμής είχε επιδοθεί δύο φορές.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων των διαδίκων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η αποβιώσασα αναιρεσείουσα Ι. Κ. και ο επίσης αποβιώσας σύζυγος της Κ. Κ. είχαν ασκήσει κατά της 5413/1986 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 27-4-1991 ανακοπή τους με αριθμό καταθέσεως 12927/ΤΠ 2146/1991 ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.

Στην ανακοπή αυτή αναγράφονται κατά λέξη: "Στις 18-4-1991 μας επιδόθηκε για δεύτερη φορά η υπ' αριθ. 5413/86 διαταγή πληρωμής του δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσ/νίκης, που εκδόθηκε σε βάρος της "…" και σε βάρος μας σαν εγγυητών ...". Όμοια κατά το περιεχόμενο ήταν και η από 27-4-1991 ανακοπή με αριθμό καταθέσεως 12926/ΤΠ 2145/1991 ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου, που είχε ασκήσει κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής και η Κατερίνα Τζαμαδάνη, δικηγόρος Θεσσαλονίκης, ως οριστική σύνδικος της ως άνω ανώνυμης εταιρείας.

Περαιτέρω, η καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητη επέδωσε στις 27:10-2006 στην αποβιώσασα αναιρεσείουσα επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω διαταγής πληρωμής με την κάτωθι αυτής από 11-10-2006 επιταγή προς πληρωμή, δυνάμει της οποίας την επέτασσε να της καταβάλει ως εγγυήτρια υπέρ της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας συνολικό ποσόν 598.106,09 ευρώ για κεφάλαιο, δικαστική δαπάνη, έξοδα και τέλη απογράφου και λοιπά έξοδα επιδόσεως, ενώ στις 16-1-2007 της επέδωσε έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως ενός διαμερίσματος ιδιοκτησίας της και στις 26-1-2007 περίληψη κατασχετήριας εκθέσεως, με την οποία επέσπευδε αναγκαστικό πλειστηριασμό του ακινήτου της για την 28-3^2007.

Κατά των πράξεων αυτών εκτελέσεως η Ι. χήρα Κ. Κ. άσκησε την από 13-3-2007 ανακοπή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ζητούσε την ακύρωση τούτων, προβάλλοντας ως πρώτο λόγο την παραγραφή της αξιώσεως της καθής λόγω παρόδου 20ετίας από το κλείσιμο του αλληλόχρεου λογαριασμού της πρωτοφειλέτιδας εταιρείας μέχρι την επίδοση σ' αυτήν ως εγγυήτρια της επιταγής προς πληρωμή της ως άνω διαταγής πληρωμής.

Τον λόγο αυτό έκρινε βάσιμο το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και με την 37699/2007 απόφαση του δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε την από 11-10-2006 επιταγή προς πληρωμή, την …/2007 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως και την …/2007 περίληψη αυτής του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης … Η καθής η ανακοπή με τις προτάσεις της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αποκρούοντας τον λόγο περί παραγραφής, είχε, κατά λέξιν υποστηρίξει τα ακόλουθα: "Η επίμαχη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε προς την ανακόπτουσα την 18-4-1991 (και μάλιστα για δεύτερη φορά, όπως η ίδια ομολογεί στην προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από 27-4-1991 ανακοπή της), ...

την 13-6-1996, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../1996 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης … ... και την 27-10-2006 σύμφωνα με την .../2006 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Θεσσαλονίκης … ... Κατά συνέπεια, προς απόκρουση της ένστασης παραγραφής της αντιδίκου, προβάλλουμε την αντένσταση διακοπής της παραγραφής, διότι ...

οι πιο πάνω επιδόσεις της 5413/1986 διαταγής πληρωμής διέκοψαν την παραγραφή και την αποσβεστική προθεσμία". Η ανακόπτουσα με την προσθήκη των προτάσεων της, αντικρούοντας τον ισχυρισμό αυτό, αρνήθηκε ότι η επίμαχη διαταγή πληρωμής επιδόθηκε στους εγγυητές σε οποιαδήποτε από τις δύο αναφερόμενες ημερομηνίες (22-11-1990 και 18-4-1991), και ζήτησε να προσκομίσει η καθής η ανακοπή τις αντίστοιχες εκθέσεις επιδόσεως, τις οποίες σε κανένα δικαστήριο μέχρι τότε δεν είχε προσκομίσει.

Κατόπιν εφέσεως, που άσκησε η καθής η ανακοπή και επισπεύδουσα την εκτέλεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε., εκδόθηκε η 1257/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία κρίθηκε ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο δικαστήριο είχε δεχθεί παραγραφή της αξιώσεως της καθής, γιατί είχε διακοπεί ο χρόνος αυτής, όπως τούτο προέκυπτε από την εξώδικη ομολογία της ανακόπτουσας στο δικόγραφο της ανακοπής της κατά της διαταγής πληρωμής, και, αφού εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και, δικάζοντας επί της ανακοπής, την απέρριψε στο σύνολό της.

Η καθής η ανακοπή, με τον πρώτο λόγο εφέσεως κατά της 37699/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης είχε παραπονεθεί ειδικότερα ότι η εκκαλουμένη απόφαση "κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων δεν έλαβε υπόψη την αντένσταση και τον ισχυρισμό της περί διακοπής της παραγραφής λόγω επιδόσεως της διαταγής πληρωμής στις 18-4-1991, στις 13-6-1996 και στις 27-10-2006, όπως τούτο προέκυπτε από τα προσκομισθέντα πρωτοδίκως έγγραφα".

Εξάλλου, με τις προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης η εκκαλούσα - καθής η ανακοπή επανέλαβε τον ισχυρισμό για διακοπή της παραγραφής, επικαλούμενη και πάλι την εξώδικη ομολογία της ανακόπτουσας για την επίδοση της επίμαχης διαταγής πληρωμής στις 22-11-1990 και 18-4-1991, κατά τρόπο όμοιο με τη διατύπωση του ισχυρισμού αυτού στις προτάσεις της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, προσθέτοντας μόνο ότι οι σχετικές εκθέσεις επιδόσεως έχουν απολεσθεί από τα αρχεία της Τράπεζας.

Η έλλειψη ωστόσο της εκθέσεως επιδόσεως δεν μπορεί να αναπληρωθεί ούτε διά πιστοποιητικού που εξέδωσε εκ των υστέρων ο επιμελητής, ούτε με όρκο, ούτε με εξώδικη ομολογία (Μπέης, "Πολιτική Δικονομία" τ. Ιβ, υπό το άρθρο 139.4, σελ. 720 και παραπομπές εκεί στους συγγραφείς και τη νομολογία), αφού η έκθεση επιδόσεως αποτελεί αφενός μεν συστατικό τύπο της τυπικής δικονομικής γνωστοποιήσεως, αφετέρου δε το αποκλειστικό αποδεικτικό μέσον ορισμένων γεγονότων σχετικών με την επίδοση.

Ακριβώς για το λόγο αυτό προβλέπεται, σύμφωνα με το άρθρο 140 ΚΠολΔ, στη μεν πρώτη παράγραφο η σύνταξη της εκθέσεως επιδόσεως εις διπλούν, το απλό αντίγραφο της οποίας φυλάσσει ο δικαστικός επιμελητής, κάνοντας μνεία της επιδόσεως σε ειδικό βιβλίο που τηρεί ο ίδιος, στη δε δεύτερη η υποχρέωση του να χορηγεί αντίγραφα εκ του φυλασσομένου πρωτοτύπου, κατόπιν αιτήσεως τους, σε εκείνον που παράγγειλε την επίδοση, σε εκείνον προς τον οποίο έγινε η επίδοση και, μετά από έγκριση του προέδρου του πρωτοδικείου στην περιφέρεια του οποίου έγινε η επίδοση, σε κάθε τρίτον που έχει έννομο συμφέρον.

Στην προκειμένη περίπτωση, η καθής η ανακοπή - αναιρεσίβλητη προέβαλε την αντένσταση διακοπής της παραγραφής της αξιώσεως της από την 5413/1986 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, επικαλέσθηκε όμως ως αποδεικτικό στοιχείο του ισχυρισμού της αυτού την εξώδικη ομολογία της ανακόπτουσας στην από 27-4-1991 ανακοπή της κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής με αριθμό καταθέσεως 12927/ΤΠ 2146/1991, σύμφωνα με την οποία η διαταγή αυτή πληρωμής της επιδόθηκε για δεύτερη φορά στις 18-4-1991.

Ωστόσο, η εξώδικη αυτή ομολογία της ανακόπτουσας, την οποία η ίδια σε κάθε περίπτωση έμμεσα ανακάλεσε, επικαλούμενη ότι η αναγραφή της φερομένης ως ομολογίας της έγινε λόγω πλάνης κατά την αντιγραφή από την ανακοπή που είχε συντάξει η σύνδικος της πτωχεύσεως για την πρωτοφειλέτιδα εταιρεία, συνιστά στη συγκεκριμένη περίπτωση μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, εφόσον, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, η έκθεση επιδόσεως αποτελεί το αποκλειστικό αποδεικτικό μέσον ορισμένων γεγονότων σχετικών με την επίδοση.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε ως βάσιμη την αντένσταση που πρότεινε η καθής η ανακοπή - αναιρεσίβλητη για διακοπή της παραγραφής με την επίδοση της διαταγής πληρωμής, λαμβάνοντας υπόψη για την απόδειξη του γεγονότος αυτού μη επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, την εξώδικη δηλαδή ομολογία της ανακόπτουσας, και δέχθηκε περαιτέρω ότι αποδείχθηκε ο ισχυρισμός αυτός, παρά το ότι δεν προσκομίσθηκαν από την πλευρά της οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο.

Συνακόλουθα τούτων το Εφετείο υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια και τα όσα συναφώς υποστηρίζουν οι καλούσες - αναιρεσείουσες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου κρίνονται βάσιμα. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για νέα εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, παρέλκει δε κατόπιν τούτου η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων.

Η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1257/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την εκδίκαση της υποθέσεως στο αυτό δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των καλουσών - αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις12 Νοεμβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 17 Ιανουαρίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ