Legislator Case Law & Legislation
114/2012 AI generated

114/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 114/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 114 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 114/2012

Legislator headnote

AI generated

114/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 114 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 114/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 114 / 2012 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 114/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Εμμανουήλ Καλούδη και του αρχαιοτέρου της συνθέσεως Αρεοπαγίτη Γεωργίου Γιαννούλη), Νικόλαο Λεοντή, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Τίγγα και Αντώνιο Ζευγώλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Α. Δ. του Α., κατοίκου ... και 2. Χ. Σ. του Σ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Φίλιππο Φυλακτό.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Γ. του Χ., 2. Β., συζ. Δ. Γ., 3. Μ. Δ. Γ. και 4. Α. Δ. Γ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μανούκα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την 384/ 27-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:37/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 207/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14 Ιουνίου 2009 αίτησή τους και τους από 8-3-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αντώνιος Ζευγώλης ανέγνωσε την από 2-11-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και την από 21-11-2011 εισήγησή του με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη ως απαράδεκτου του δικογράφου των από 8-3-2011 προσθέτων λόγων για αναίρεση της υπ' αριθ. 207/2009 απόφασης του Εφετείου Λαρίσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. οι πρόσθετοι λόγοι αναιρέσεως ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τουλάχιστον τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και αντίγραφο αυτού του δικογράφου κοινοποιείται στον αναιρεσίβλητο και τους λοιπούς διαδίκους πριν από την προθεσμία αυτή. Ως ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης νοείται εκείνη που αρχικώς ορίζεται από τον Πρόεδρο του οικείου Τμήματος του Αρείου Πάγου και όχι αυτή που προσδιορίζεται μεταγενέστερα κατόπιν αναβολής από αυτήν ή ματαιώσεως, ανεξάρτητα από το ποιος επιμελήθηκε για τον προσδιορισμό της αρχικής ημέρας συζητήσεως. (Ολ.ΑΠ 654/1984, 143/1984, 123/1972). Επομένως οι πρόσθετοι από 08-03-2011 λόγοι αναίρεσης των αναιρεσειόντων, οι οποίοι, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτούς με αριθμ. 65/2011 πράξη κατάθεσης, κατατέθηκαν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 11 Μαρτίου 2011, δηλαδή όχι τριάντα (30) πλήρεις ημέρες πριν από την ορισθείσα από τον Πρόεδρο του Τμήματος αυτού αρχική δικάσιμο της 15 Νοεμβρίου 2010, όπως τούτο προκύπτει από την κάτω από την αίτηση αναίρεσης από 30-06-2009 πράξη αυτού, ασκήθηκαν εκπροθέσμως και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια, έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρεώσεως προς αποζημίωση, είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξεως ή παραλείψεως, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας). Στην έννοια της υπαιτιότητας περιλαμβάνεται ο δόλος και η αμέλεια (υπό διάφορες μορφές της). Η αμέλεια, ο ορισμός της οποίας δίδεται στο άρθρο 330 εδ. 2 του ΑΚ (μη καταβολή της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές), είναι παρά ταύτα αόριστη νομική έννοια, της οποίας απαιτείται εκάστοτε εξειδίκευση, με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας. Όταν η ζημιογόνος συμπεριφορά συνίσταται σε υπαίτια παράλειψη, αμέλεια και εντεύθεν υποχρέωση αποζημιώσεως υφίσταται, μόνο όταν υπήρχε υποχρέωση του υπαιτίου, προς ενέργεια της πράξεως που παραλήφθηκε, από το νόμο ή δικαιοπραξία ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη και ιδία η προηγούμενη συμπεριφορά του (υπαίτιου), από την οποία δημιουργήθηκε κατάσταση, η οποία επέβαλε τη λήψη μέτρων προς αποτροπή του απειλούμενου κινδύνου. Εξάλλου, από τις πιο πάνω διατάξεις σε συνδυασμό με το άρθρο 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915 κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα, δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για του όρους ασφάλειας των εργαζομένων και εξ αιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι και στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις. Επομένως, για να διαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα, χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρο 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας ζημιογόνου πράξης ή παράλειψης και όχι μόνο η ειδική αμέλεια περί την τήρηση των όρων ασφαλείας του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 551/1915. Τέτοιο πταίσμα, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων των άρθρων 78 και 79 του π.δ/τος 1073/1981, περί μέτρων ασφαλείας κατά την εκτέλεση εργασιών σε εργοτάξια οικοδομών κλπ, στις οποίες ορίζονται, μεταξύ άλλων, ότι για την πρόληψη ατυχημάτων από την επαφή ή προσέγγιση προς τα δίκτυα ηλεκτρικών εγκαταστάσεων υπό τάση πρέπει να λαμβάνονται όλα τα επιβαλλόμενα μέτρα ώστε να αποκλείεται η προσέγγιση των εργαζομένων στους ηλεκτροφόρους αγωγούς, ειδικότερα δε σε περιοχές όπου υπάρχουν εναέρια ηλεκτροφόρα δίκτυα ή εγκαταστάσεις εφόσον εργάζονται ή κινούνται υψηλά οχήματα-μηχανήματα, γερανοί κλπ, να λαμβάνονται μετά από έγγραφη αίτηση του ενδιαφερόμενου και όμοια έγκριση της ΔΕΗ και πρόσθετα ειδικά μέτρα ασφαλείας, όπως ανύψωση, διακοπή ρεύματος κλπ, εκτελούμενα μόνο από τη ΔΕΗ, εάν δε πλησίον εργοταξίου διέρχονται αγωγοί ηλεκτρικού ρεύματος ειδοποιείται εγγράφως η ΔΕΗ από τον εκτελούντα το έργο προ της ενάρξεώς του και τα μέτρα ασφαλείας που πρέπει να ληφθούν εξετάζονται από κοινού από τη ΔΕΗ, τον εκτελούντα το έργο και τον επιβλέποντα μηχανικό. Εξάλλου, τα άρθρα 3, 5 και 7 του Ν. 1396/1983 για τις υποχρεώσεις προς λήψη και τήρηση μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά τεχνικά ιδιωτικά έργα ορίζουν, αντίστοιχα, μεταξύ άλλων, ότι ο εργολάβος ήτοι το πρόσωπο που συμβάλλεται με μίσθωση έργου με τον κύριο του έργου και αναλαμβάνει την εκτέλεση, εν όλω ή εν μέρει, τεχνικού έργου (άρθρο 2 παρ. 4 του άνω νόμου), υποχρεούται να λαμβάνει και να τηρεί όλα τα μέτρα ασφαλείας που αφορούν το εκτελούμενο έργο και να τηρεί επίσης τις οδηγίες του επιβλέποντος που προβλέπονται στο άρθρο 7 του ίδιου νόμου, ο δε επιβλέπων (άρθρο 2 παρ. 7) υποχρεούται να δίνει οδηγίες σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και τέχνης για λήψη μέτρων ασφαλείας από κινδύνους που προέρχονται από εναέριους και υπόγειους αγωγούς της ΔΕΗ και να επιβλέπει την τήρησή τους, ενώ το άρθρο 4 του ίδιου νόμου, που αναφέρεται στις υποχρεώσεις του κυρίου του έργου, ήτοι του κυρίου, του νομέα ή κατόχου του ακινήτου στο οποίο εκτελείται με εντολή και για λογαριασμό του το τεχνικό έργο (άρθρο 3 του ίδιου νόμου), ορίζει ότι σε περίπτωση που δεν ανατίθεται η εκτέλεση ολόκληρου του έργου σ' έναν εργολάβο ο κύριος του έργου υποχρεούται να λαμβάνει πριν από την εγκατάσταση κάθε εργολάβου τμήματος του έργου και να τηρεί όσο διαρκεί το έργο του όλα τα μέτρα ασφαλείας που του υποδεικνύει ο επιβλέπων το έργο, εφόσον αυτά δεν αφορούν τμήματα του έργου που ανέλαβαν και εκτελούν οι εργολάβοι. Τέλος, από τα άρθρα 922 και 681, 688-698 του ΑΚ προκύπτει ότι ο εργολάβος που συνδέεται με τον εργοδότη με την εργολαβική σύμβαση δεν θεωρείται, κατ' αρχήν, ως προστηθείς από εκείνον στην εκτέλεση του έργου, αφού δεν βρίσκεται σε σχέση υπηρεσιακής εξαρτήσεως προς αυτόν, και ο εργοδότης δεν ευθύνεται για τη ζημία που ο εργολάβος ή τα χρησιμοποιούμενα από αυτόν πρόσωπα προξένησαν σε τρίτον, εκτός εάν ο εργοδότης επεφύλαξε με την εργολαβική σύμβαση για τον εαυτό του τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου, με παροχή δεσμευτικών για τον εργολάβο εντολών και οδηγιών, οπότε ο τελευταίος (εργολάβος) θεωρείται προστηθείς του εργοδότη (ΑΠ 933/1993, ΑΠ 464/2000). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση της εκτελέσεως οικοδομικού έργου (ανέγερσης οικοδομής), ο κύριος του έργου υποχρεούται ο ίδιος να λάβει τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, ευθυνόμενος για την παράλειψή τους, όταν α) δεν έχει αναθέσει σε εργολάβο με σύμβαση έργου την εκτέλεση του όλου έργου ή β) έχει μεν αναθέσει σε εργολάβο την εκτέλεση του έργου, ο ίδιος όμως έχει επιφυλάξει με την εργολαβική σύμβαση για τον εαυτό του την επίβλεψη και τη διεύθυνση της εκτελέσεως με δεσμευτικές προς τον εργολάβο εντολές και οδηγίες, οπότε θεωρείται ως προστήσας τον εργολάβο στην εκτέλεση του έργου και ευθύνεται (ο εργοδότης προστήσας) για το πταίσμα εκείνου κατά την εκτέλεση του έργου (άρθρο 922 του ΑΚ). Εντεύθεν παρέπεται ότι, στην περίπτωση που ο κύριος οικοπέδου, στο οποίο προτίθεται να ανεγείρει οικοδομή, αναθέτει σε μηχανικό την εκπόνηση της μελέτης που απαιτείται για την έκδοση της σχετικής άδειας, καθώς επίσης και την επίβλεψη του έργου που πρόκειται να εκτελεσθεί, δεν τον καθιστά εργολάβο για την εκτέλεση του έργου υπό την έννοια των προπαρατεθεισών διατάξεων των άρθρων 681 επ. ΑΚ, και ευθύνεται για τη ζημία που θα προξενηθεί σε τρίτο κατά την εκτέλεση του έργου, αν παραλείψει να λάβει τα προαναφερόμενα μέτρα ασφαλείας, ανεξάρτητα από την παράλληλη ευθύνη του επιβλέποντος το έργο για τη ζημία που προκαλείται σε τρίτο κατά την εκτέλεσή του, αν και αυτός παραλείψει να λάβει τα ίδια ως άνω μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται στην περίπτωση του επιβλέποντος το έργο από τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άνω νόμου και π. δ/τος, εκτός αν και πάλι συγχρόνως με τις πιο πάνω ιδιότητες του μελετητή και επιβλέποντος, ο κύριος του έργου, τον καταστήσει εργολάβο για την εκτέλεση αυτού, με σύμβαση που θα καταρτισθεί μεταξύ τους, χωρίς να επιφυλάξει για τον εαυτό του με την εργολαβική σύμβαση τη διεύθυνση και την επίβλεψη της εκτελέσεως του έργου με την παροχή δεσμευτικών για των εργολάβο εντολών και οδηγιών, οπότε πλέον υπόχρεος για την λήψη των ανωτέρω μέτρων ασφαλείας καθίσταται μόνον ο εργολάβος για την εκτέλεση του έργου, τόσον υπό την ιδιότητά του αυτή, όσο και εκείνη του επιβλέποντος το έργο, ο οποίος και ευθύνεται για τη ζημία που θα προκληθεί σε τρίτο κατά την εκτέλεση αυτού, απαλλασσομένου στην περίπτωση αυτή του εργοδότη (κύριου του έργου), τόσον της υποχρέωσης λήψης των παραπάνω μέτρων ασφαλείας, όσον και της ευθύνης για τη ζημία που προκαλείται σε τρίτο, εξαιτίας της μη λήψης από τον εργολάβο των εν λόγω μέτρων ασφαλείας. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 625/2008, ΑΠ 382/2008, ΑΠ 1218/2007). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Τέλος, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονας πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (Ολ.ΑΠ 30/1997, Ολ.ΑΠ 28/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του και κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), τα ακόλουθα: Οι δύο πρώτοι εναγόμενοι (ήδη αναιρεσείοντες) είναι συνιδιοκτήτες οικοπέδου κείμενου στη συμβολή των οδών ... και ... στα ..., προκειμένου δε να ανεγείρουν σε αυτό διώροφη οικοδομή, ανέθεσαν στην τέταρτη εναγομένη (δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση) Αρχιτέκτονα Μηχανικό Θεσσαλονίκης την εκπόνηση των αναγκαίων μελετών για την έκδοση της οικοδομικής άδειας, καθώς και τη γενική επίβλεψη του έργου, στον δε Πολιτικό Μηχανικό Τρικάλων Γ. Ν. τη σύνταξη και κατάθεση των απαραίτητων για την πληρότητα του φακέλου της άδειας εγγράφων, δηλαδή την μελέτη του σχεδίου ασφαλείας και υγείας, καθώς και την ειδικότερη επίβλεψη του εν λόγω έργου. Στη συνέχεια, επειδή ο ως άνω πολιτικός μηχανικός παραιτήθηκε από το ένδικο έργο πριν από την έναρξή του, οι ως άνω ιδιοκτήτες ανέθεσαν τις παραπάνω εργασίες στον τρίτο εναγόμενο (δεν είναι διάδικος στην παρούσα υπόθεση), επίσης πολιτικό μηχανικό ... . Οι εργασίες ανέγερσης της οικοδομής ξεκίνησαν τον Νοέμβριο του 2003, πριν από την έκδοση της οικοδομικής άδειας από την Πολεοδομία Τρικάλων. Περαιτέρω, την 10-3-2004 πραγματοποιούνταν στην ως άνω οικοδομή εργασίες σκυροδέτησης της πλάκας οροφής του 2ου ορόφου από συνεργείο σκυροδέτησης με επικεφαλής τον Γ. Γ., γιο των δύο πρώτων και αδελφό των λοιπών εναγόντων (ήδη αναιρεσίβλητων). Την ώρα που ο εν λόγω εργολάβος εκτελούσε εργασίες τελικής διαμόρφωσης της επιφάνειας, στο δεξιό μπροστινό μέρος της πλάκας, χρησιμοποιώντας μεταλλικό αλφαδοπήχη μήκους 2,50 μέτρων, έφερε το σώμα του σε όρθια θέση, περίπου ένα μέτρο από το άκρο της οικοδομής και, κρατώντας στα χέρια του τον αλφαδοπήχη, τον περιέστρεψε δεξιόστροφα σε κάθετη θέση ως προς το έδαφος και με μικρή ελαφρά κλίση προς τα δεξιά. Αποτέλεσμα της ενέργειάς του αυτής ήταν να έρθει σε επαφή ο αλφαδοπήχης με τους ηλεκτροφόρους αγωγούς της Δ.Ε.Η., οι οποίοι διήρχοντο παράλληλα προς την οικοδομή σε μήκος ενός περίπου μέτρου από το άκρο της πλάκας του πρώτου ορόφου και δύο περίπου μέτρα ψηλότερα από την οροφή ... κατά παράβαση του ελάχιστου ορίου των 2,50 μέτρων που ορίζεται από το τμήμα 23 αρθρ. 234 παρ. Γ4 1α του πίνακα 4 της Υπ. Απ. 70261/2874, όπως τροποποιήθηκε από την Υπ. Απ. 2013/87. Τούτο είχε ως συνέπεια να υποστεί ο ως άνω Γ. Γ. ηλεκτροπληξία από την οποία επήλθε ο θάνατός του, ενώ υπήρξε και πτώση του στο έδαφος από ύψος περίπου οκτώ μέτρων ... . Συνυπαίτιοι της πρόκλησης του εν λόγω ατυχήματος είναι οι εναγόμενοι (μεταξύ των οποίων και οι αναιρεσείοντες) κατά 70% και ο ίδιος ο θανών εργολάβος κατά 30%. Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο, ότι η αμελής συμπεριφορά των ιδιοκτητών του έργου, οι οποίοι μετέβαιναν καθημερινώς στην οικοδομή και παρακολουθούσαν την εξέλιξη των εργασιών, και γνώριζαν ότι τα εναέρια ηλεκτροφόρα καλώδια της Δ.Ε.Η. διήρχοντο σε μικρή απόσταση από την ανεγειρόμενη οικοδομή τους, και εγκυμονούσαν κίνδυνο για τους εργαζόμενους σ' αυτήν, οι οποίοι μάλιστα τους είχαν ζητήσει να προβούν στη λήψη μέτρων ασφαλείας για την αποτροπή του κινδύνου, εν τούτοις παρέλειψαν πριν ακόμη ξεκινήσει το έργο, να ειδοποιήσουν την Δ.Ε.Η. εγγράφως για τη ύπαρξη κοντά στην οικοδομή ηλεκτροφόρων αγωγών, ώστε από κοινού να εξετασθούν και ληφθούν μέτρα ασφαλείας για την αποφυγή ατυχήματος, όπως τους επέβαλαν οι διατάξεις των άρθρων 79 του π.δ/τος 1073/1981 και 4 του ν. 1396/1983 που καθορίζει τις υποχρεώσεις λήψεις και τήρησης των μέτρων ασφαλείας στις οικοδομές και λοιπά τεχνικά έργα. Την ίδια αμελή συμπεριφορά, που είχε ως αποτέλεσμα το ένδικο ατύχημα, δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση και για τους επιβλέποντες μηχανικούς του έργου (τρίτο και τέταρτη των εναγομένων που δεν είναι πλέον διάδικοι), με έμφαση μάλιστα στην αμελή συμπεριφορά της τέταρτης εναγομένης (επιβλέπουσα μηχανικό), η οποία με τη από 3-12-2003 ψευδή δήλωσή της δηλώνει ότι "οι ηλεκτρικές γραμμές της Δ.Ε.Η. περνούν μακριά από την οικοδομή και κανένας κίνδυνος ηλεκτροπληξίας δεν θα υπάρχει για το εργατοτεχνικό προσωπικό". Τέλος, την συνυπαιτιότητα του θανόντος, στην επέλευση του μοιραίου γι' αυτόν γεγονότος, προσδιορίζει στο ότι, μολονότι κι αυτός γνώριζε τον κίνδυνο που υπήρχε για τον ίδιο και το εργατοτεχνικό προσωπικό που απασχολούσε, από τη διέλευση κοντά στην οικοδομή των ηλεκτροφόρων αγωγών, δεν μερίμνησε για τη λήψη και τήρηση των απαραίτητων, κατά τα άνω, μέτρων ασφαλείας, όπως είχε υποχρέωση από το άρθρο 5 παρ. 1 του ν. 1396/1983 και δεν είχε τεταμένη την προσοχή του κατά την εκτέλεση του έργου. Με βάση δε τις παραδοχές αυτές κατέληξε το Εφετείο, συνεκτιμώντας τις εν γένει κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες των διαδίκων, τον βαθμό του πταίσματος των ενεχομένων στο ένδικο ατύχημα, την ηλικία του θανόντος (28 ετών) και την στενή συγγένεια και τους δεσμούς που είχαν οι αναιρεσίβλητοι μ' αυτόν, ότι οι τελευταίοι δικαιούνται χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν εξ αιτίας του θανάτου του, και συγκεκριμένα, έκαστος των δύο πρώτων (γονείς του), το ποσό των 40.044,4 ευρώ και έκαστος των τρίτου και τέταρτης (αδελφών του), το ποσό των 30.044,4 ευρώ, όπως ακριβώς είχε δεχθεί και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απορρίπτοντας κατόπιν αυτού την έφεση των αναιρεσειόντων (καθώς και τις εφέσεις των λοιπών εναγομένων και την αντέφεση των εναγόντων, που δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω), επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Τα περιστατικά που δέχθηκε το Εφετείο, προς στοιχειοθέτηση εν προκειμένω αυτοτελούς ευθύνης των αναιρεσειόντων, κατά τα άρθρα 330, 914 και 922 του ΑΚ, όσον αφορά την υπαίτια και παράνομη παράλειψή τους, να ειδοποιήσουν την Δ.Ε.Η., πριν ακόμη ξεκινήσει η ανέγερση της οικοδομής τους, προκειμένου, από κοινού με τους αρμόδιους υπαλλήλους της Δ.Ε.Η. και τους επιβλέποντες μηχανικούς του έργου να λάβουν και να τηρήσουν τα μέτρα ασφαλείας που προβλέπονται από τις προπαρατεθείσες διατάξεις για την προστασία των εργαζομένων στην οικοδομή από ενδεχόμενο ατύχημα εξ αιτίας των ηλεκτροφόρων αγωγών που διήρχοντο σε μικρή απόσταση απ' αυτήν, πράγματι, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, έχουν αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν θανατηφόρο αποτέλεσμα σε βάρος του ειρημένου παθόντος, το οποίο δεν θα επήρχετο, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων , αν είχαν ληφθεί τα παραπάνω μέτρα ασφαλείας, που και οι αναιρεσείοντες είχαν υποχρέωση να ζητήσουν να ληφθούν, αφού κατα τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, με δική τους φροντίδα και μέριμνα και υπό την δική τους παρακολούθηση, επίβλεψη και εντολές εκτελείτο το όλο έργο, έστω και αν είχαν αναθέσει την εκτέλεση τμήματος αυτού στον θανόντα εργολάβο. Επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 330, 914 και 922 του ΑΚ και δεν υπέπεσε στην πλημέλλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, γι' αυτό και, ο πρώτος κατά σειρά (χωρίς αρίθμηση), σχετικός λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται καμιά περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 330, 914 και 922 του ΑΚ, τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Είναι δε σαφής η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η αμέλεια των αναιρεσειόντων συνίσταται στο ότι, ως κύριοι του έργου, το οποίο εκτελείτο υπό την επίβλεψη και την εποπτεία τους, δεν ειδοποίησαν την Δ.Ε.Η., κατά τα προεκτεθέντα, όπως είχαν υποχρέωση κατά τη διάταξη του άρθρου 79 του π.δ/τος 1073/1981, το οποίο εξακολουθεί να έχει εφαρμογή και μετά την ισχύ του ν. 1396/1983, ενώ δεν συνιστά αντίφαση ή ασάφεια, ως προς την άνω υποχρέωσή τους, το επιχείρημα που χρησιμοποιεί το Εφετείο, προκειμένου να προσδώσει έμφαση στην αμελή συμπεριφορά της εναγομένης επιβλέπουσας μηχανικού, σχετικά με την από 3-12-2003 δήλωσή της, κατά την οποία "οι ηλεκτρικές γραμμές της ΔΕΗ περνούν μακριά από την οικοδομή και κανένας κίνδυνος ηλεκτροπληξίας δεν θα υπάρχει για το εργατοτεχνικό προσωπικό". Τέλος δε, το ότι οι εναγόμενοι είχαν διατηρήσει για τον εαυτό του την επίβλεψη και διεύθυνση του έργου, μολονότι είχαν αναθέσει την εκτέλεση τμήματος αυτού στον θανόντα εργολάβο, και συνεπώς ήσαν υπόχρεοι και οι ίδιοι να λάβουν τα ως άνω αναγκαία μέτρα ασφαλείας, με σαφήνεια και πληρότητα εμπεριέχεται τούτο στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού, σύμφωνα με τις παραδοχές της, τις οποίες αντλεί από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, ιδίως δε από τις καταθέσεις των μαρτύρων, με δική τους (εναγομένων-αναιρεσειόντων) φροντίδα και μέριμνα και υπό την δική τους καθημερινή παρακολούθηση, επίβλεψη και εντολές εκτελείτο το όλο έργο, οι οποίοι γνωρίζοντας την επικινδυνότητα των άνω ηλεκτοφόρων αγωγών, έδιναν συμβουλές και οδηγίες στους εργαζόμενους, μεταξύ των οποίων και ο θανών εργολάβος, να είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί, ενώ στις διαμαρτυρίες των εργαζομένων να γίνει αίτηση στη ΔΕΗ για να ληφθούν μέτρα ασφαλείας δεν ανταποκρίθηκαν, ούτε όμως και ο ίδιος ο εργολάβος, ισχυριζόμενος ότι πιέζεται από τον ιδιοκτήτη να τελειώνουν οι εργασίες. Επομένως, και ο δεύτερος κατα σειρά (χωρίς αρίθμηση) λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, παρά τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός θα πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, να είναι νόμιμος και να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, από το συνδυασμό της άνω διατάξεως με εκείνες των άρθρων 106, 335 και 338 ΚΠολΔ προκύπτει ότι "πράγματα" κατά την έννοια της πρώτης από αυτές (άρθρο 559 αριθ.8) που προτάθηκαν ή δεν προτάθηκαν, των οποίων η λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ιδρύει τον προβλέπόμενο από αυτή λόγο αναιρέσεως, αποτελούν οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που θεμελιώνουν ή καταλύουν την βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, όχι δε ο ισχυρισμός που συνέχεται με την ιστορική αιτία της αγωγής και αποτελεί άρνηση αυτής. Έτσι ο ισχυρισμός που προβάλλει ο εναγόμενος προς απόκρουση της αγωγής, που στηρίζεται στο άρθρο 914 ΑΚ, ότι δεν ετέλεσε αυτός την πράξη ή την παράλειψη ή ότι δεν είναι αυτός που προξένησε τη ζημία αλλ' ότι αυτή είναι αποτέλεσμα πράξεως ή παραλείψεως του ενάγοντος ή του παθόντος ή τρίτου προσώπου για το οποίο αυτός δεν ευθύνεται ή ότι αποκλειστικά υπαίτιος της ζημίας είναι ο ίδιος ο ενάγων ή ο παθών, αποτελούν άρνηση της αγωγής διότι συνίσταται σε εξήγηση του εναγομένου για την αλήθεια ή αναλήθεια γεγονότων παραγωγικών της απαιτήσεως.

Εν προκειμένω, με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, οι αναιρεσείοντες, αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση το σφάλμα, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους , καίτοι αυτός προβλήθηκε πρωτοδίκως και τον επανέφεραν με λόγο εφέσεως στο Εφετείο, ότι αυτοί δεν έχουν καμία αμέλεια, ούτε ελαφρά για τον θάνατο του Γ. Γ., συγγενούς των εναγόντων, διότι αποκλειστικά υπαίτιος του περιγραφόμενου στην αγωγή θανατηφόρου αποτελέσματος, είναι ο ίδιος ο παθών, και ότι διαφορετικά αποκλειστικά υπαίτια του άνω θανατηφόρου αποτελεσματος του Γ. Γ. είναι η τέταρτη των εναγομένων, στην οποία είχαν αναθέσει την μελέτη και την επίβλεψη της οικοδομής τους, και η οποία με αποκλειστική της ευθύνη συνεργαζόταν με τον τρίτο εναγόμενο και αρχικά με τον πολιτικό μηχανικό Γ. Ν.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως (τρίτος, κατά το πρώτο σκέλος του) είναι απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως μη ληφθείς υπόψη ισχυρισμός, συνιστά άρνηση της αγωγής των αναιρεσίβλητων, η οποία δεν αποτελεί "πράγμα" υπό την προεκτεθείσα έννοια, ελήφθη δε υπόψη με τις προαναφερόμενες παραδοχές της προσβαλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις οποίες και οι αναιρεσείοντες είναι συνυπαίτιοι για το θάνατο του εργαζόμενου στην οικοδομή τους Γ. Γ., της αμέλειάς τους συνισταμένης στα όσα ειδικότερα αναφέρονται στην προηγούμενη σκέψη. Με τον ίδιο λόγο (τρίτο) της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό τους, τον οποίο προέβαλαν με τις προτάσεις τους ενώπιόν του, συνιστάμενο στο ότι τελούσαν σε συγγνωστή πλάνη. Και ο λόγος αυτός του αναιρετηρίου είναι απαράδεκτος, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεών τους ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου δεν είχαν προβάλλει τέτοιο ισχυρισμό ενώπιόν αυτού, πέραν του ότι, για την παραδεκτή προβολή του ενώπιον του Εφετείου, μόνο με λόγο της εφέσεώς τους μπορούσαν να επαναφέρουν τον ισχυρισμό αυτό και όχι με τις προτάσεις τους. Και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος ενόψει και της αοριστίας του, αφού δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια ήταν τα "πράγματα" που συνιστούν την συγγνωστή πλάνη τους και ποια επίδραση άσκησαν ή θα ασκήσουν αυτά στην έκβαση της δίκης.

Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338-340 και 346 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του ως προς τα πραγματικά γεγονότα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και στηρίζουν την άμεση ή έμμεση απόδειξη, την κύρια απόδειξη ή ανταπόδειξη. Η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο κατά σειρά (χωρίς αρίθμηση) λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμα και ως προς την δεύτερη αναιρεσείουσα, γιατί δεν έλαβε υπόψη του την υπ' αριθμ. 825/19-9-2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Τρικάλων, με την οποία αυτή (δεύτερη αναιρεσείουσα) κηρύχθηκε αθώα της κατηγορίας που της αποδόθηκε για ανθρωποκτονία από αμέλεια εις βάρος του θανατωθέντος Γ. Γ., συγγενούς των αναιρεσίβλητων. Όμως, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, και σύμφωνα με τις αιτιολογίες αυτής, το Εφετείο για τη θεμελίωση του αποδεικτικού του πορίσματος έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, και όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, δεν δημιουργείται δε αμφιβολία ότι έλαβε υπόψη και την παραπάνω απόφαση του ποινικού δικαστηρίου, για την οποία, δεν διατείνονται οι αναιρεσείοντες, ότι έχει καταστεί τελεσίδικη, σε τρόπον ώστε να μην είναι ουσιώδης για την έκβαση της παρούσης δίκης.

Συνεπώς, ο συναφής τέταρτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 932 ΑΚ, σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, σε περίπτωση δε θανατώσεως προσώπου η χρηματική ικανοποίηση μπορεί να επιδικασθεί στην οικογένεια του θανόντος λόγω ψυχικής οδύνης. Με τη διάταξη αυτή, παρέχεται στο δικαστήριο η δυνητική ευχέρεια, ύστερα από εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, που οι διάδικοι θέτουν υπόψη του, ήτοι του βαθμού του πταίσματος του υποχρέου, της ηλικίας του θανόντος και των δικαιούχων, της κοινωνικής και οικονομικής καταστάσεως των μερών κλπ και με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής να επιδικάσει ή όχι στην οικογένεια του θύματος χρηματική ικανοποίηση, αν κρίνει ότι επήλθε στον αδικηθέντα ψυχική οδύνη, καθορίζει δε συγχρόνως και το ποσό αυτής, που θεωρεί εύλογο κατά την ανέλεγκτη κρίση του. Με την πιο πάνω διάταξη, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, είτε ευθέως είτε εκ πλαγίου. Εξάλλου, με το άρθρο 25 παρ. 1 εδ. δ' του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απ' ευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρησή του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει, να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγεται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος, γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005). Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου, που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχήν στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμους υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ, 1 εδ. τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκλησή της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.ΑΠ 6/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο (χωρίς αρίθμηση) λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι, με το να καθορίσει, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, την επιδικαστέα, στους αναιρεσίβλητους, εύλογη χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, στα αναφερόμενα υπέρογκα ποσά, ανερχόμενα σε 40.000 ευρώ για καθένα των πρώτου και δεύτερης εξ αυτών (γονέων του θανόντος) και σε 30.000 ευρώ για καθένα των τρίτου και τέταρτης τούτων (αδελφών του θανόντος), παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τη διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ, ενόψει των συνθηκών του ατυχήματος και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως (πέμπτος, κατά το πρώτο μέρος του), δεν θεμελιώνει την από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, και είναι απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτεθέντα, ο προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, κατά την έννοια του άρθρου 932 ΑΚ έχει αφεθεί στην ελεύθερη εκτίμηση του δικαστηρίου και η περί του ποσού της χρηματικής ικανοποίησης κρίση του δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου. Με τον ίδιο λόγο αναιρέσεως (πέμπτο), κατά το δεύτερο μέρος του, προβάλλεται η αιτίαση, ότι με το να επιδικάσει το Εφετείο στους αναιρεσίβλητους τα προαναφερόμενα υπέρογκα ποσά, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, για το θάνατο του υιού και αδελφού τους, παραβίασε ευθέως την αρχή της αναλογικότητας, που καθιερώνεται με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος. Σύμφωνα, όμως, με όσα αναπτύχθηκαν στη σκέψη που προηγήθηκε, η εν λόγω διάταξη του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται ευθέως στην προκειμένη περίπτωση και, συνεπώς, η πληττόμενη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας δεν μπορεί να ελεγχθεί αναιρετικώς με βάση το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ για ευθεία παραβίασή της. Κατ' ακολουθίαν, ο άνω λόγος αναιρέσεως (πέμπτος κατά το δεύτερο μέρος του), είναι αβάσιμος.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, καθώς και οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-6-2009 αίτηση και τους από 08-03-2011 πρόσθετους λόγους για αναίρεση της υπ' αριθ. 207/2009 αποφάσεως του Εφετείου Λαρίσης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 9 Ιανουαρίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2012.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ