Legislator Case Law & Legislation
114/2010 AI generated

114/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 114/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 28/2/1994 αγωγή των πρώτου και δεύτερης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1616/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6897/1998 του Εφετείου Αθηνών και μετά από αίτηση αναψηλάφησης η 2543/2004 του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 16/11/2004 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 564/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2543/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Legislator headnote

AI generated

114/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην κρινόμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα. Οι αναιρεσείοντες άσκησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 22-12-1993 αγωγή τους κατά της ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας "ΦΟΙΝΙΞ" και ζήτησαν να υποχρεωθεί να καταβάλει στην πρώτη 1.732.949 δρχ. και στο δεύτερο 204.000 δρχ. εξ αιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος που συνέβη στη ...

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 114 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 114/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Δημητρούλα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2009, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 συζύγου Χ2, 2) Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Χατζηκοκολάκη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ψ1, 2) Ψ2 συζύγου Ψ1, κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Τσαπλαρή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία ""GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", όπως μετονομάστηκε η αρχικά αναιρεσίβλητη εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ METROLIFE ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τακτικό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και την από 28/2/1994 αγωγή των πρώτου και δεύτερης των ως άνω αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1616/1997 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 6897/1998 του Εφετείου Αθηνών και μετά από αίτηση αναψηλάφησης η 2543/2004 του ίδιου Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 16/11/2004 αίτησή τους επί της οποίας εκδόθηκε η 564/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που αναίρεσε την 2543/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συντιθέμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 267/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30/9/2008 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 1/10/2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε: 1) Tην απόρριψη ως απαράδεκτης της αίτησης αναίρεσης όσο απευθύνεται κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, 2) την παραδοχή του μοναδικού λόγου της αίτησης αναίρεσης ως προς την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ" και την αναίρεση της υπ' αριθμ. 267/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της μόνο που αφορά την απόρριψη της από 22-12-1993 αγωγής των αναιρεσειόντων κατά της ίδιας τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρίας λόγω παραγραφής εν επιδικία. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι να υπάρχει στον αναιρεσείοντα έννομο συμφέρον. Το έννομο συμφέρον που απαιτείται, για να ασκηθεί ένα ένδικο μέσο, επομένως και η αναίρεση, προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, ο οποίος επιδιώκει τον έλεγχο της απόφασης.

Βλάβη του διαδίκου υπάρχει, όταν βλάπτεται (ηττάται), δηλαδή όταν απορρίπτονται ολικά ή μερικά οι προτάσεις του ή γίνονται ολικά ή μερικά δεκτές έναντι αυτού αιτιάσεις του αντιδίκου του. Η βλάβη, δηλαδή, του αναιρεσείοντος πρέπει να υπάρχει σε σχέση με τον αντίδικο του. Με άλλα δε λόγια, η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να περιέχει κάποια διάταξη υπέρ του αντιδίκου του αναιρεσείοντος το έννομο συμφέρον πρέπει να κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση (ΚΠολΔ 68), εφόσον δε δεν θεμελιώνεται από τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αναίρεσης και δεν προκύπτει από το διατακτικό της προσβαλλομένης, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (αρθ. 577 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Στην κρινόμενη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτουν τα ακόλουθα. Οι αναιρεσείοντες άσκησαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών την από 22-12-1993 αγωγή τους κατά της ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας "ΦΟΙΝΙΞ" και ζήτησαν να υποχρεωθεί να καταβάλει στην πρώτη 1.732.949 δρχ. και στο δεύτερο 204.000 δρχ. εξ αιτίας αυτοκινητικού ατυχήματος που συνέβη στη ...

την 26-8-1993. Με την αγωγή αυτή συνεκδικάσθηκε και η από 28-2-1994 αντίθετη αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων. Επί των δύο αυτών αγωγών εκδόθηκε η 1616/1997 πρωτόδικη απόφαση η οποία, αφού έκρινε ως αποκλειστικά υπαίτιο τον Χ2 (δεύτερο αναιρεσείοντα) απέρριψε την από 22-12-1993 αγωγή των αναιρεσειόντων κατ' ουσίαν και δέχθηκε κατά ένα μέρος της από 28-2-1994 αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, υποχρεώνοντας τους εναγομένους-αναιρεσείοντες να καταβάλουν στους ενάγοντες δύο πρώτους αναιρεσίβλητους το ποσό των 1.154.205 δρχ.

Στη συνέχεια οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 8-4-1997 έφεση, την οποία το Εφετείο Αθηνών με την υπ' αριθμ. 687/1998 απόφασή του την απέρριψε. Κατά της απόφασης εκείνης οι αναιρεσείοντες άσκησαν την από 15-4-2003 αίτηση αναψηλάφησης, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 2543/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατά της απόφασης εκείνης ασκήθηκε από τους αναιρεσείοντες αίτηση αναιρέσεως, που έγινε δεκτή με την υπ' αριθμ. 564/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση.

Το Εφετείο Αθηνών, που δίκασε μετ' αναίρεση την υπόθεση, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 267/2008 απόφαση, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 15-4-2003 αναψηλάφηση των αναιρεσειόντων και ακολούθως, αφού δίκασε επί της από 8-4-1997 έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης υπ' αριθμ. 1616/1997 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση (Μ.Π.Α. 1616/1997) και αφού διακράτησε και δίκασε την υπόθεση, όσον αφορά την από 22-12-1993 αγωγή των αναιρεσειόντων και την από 28-2-1994 αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων απέρριψε αυτές, και ειδικότερα την μεν αγωγή των αναιρεσιβλήτων ως ουσιαστικά αβάσιμη, την δε αγωγή των αναιρεσειόντων λόγω παραγραφής εν επιδικία των αγωγικών αξιώσεών τους (αναιρεσειόντων), αφού δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική ένσταση της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας "ΦΟΙΝΙΞ".

Ήδη, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης επιδιώκει την αναίρεση της υπ' αριθμ. 267/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της μόνο που απέρριψε λόγω παραγραφής την από 22-12-2003 αγωγή των αναιρεσειόντων, όσο αυτή είχε ασκηθεί κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας. Η προσβαλλόμενη αυτή διάταξη της υπ' αριθμ. 267/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών είναι και η μοναδική βλαπτική για τα έννομα συμφέροντα των αναιρεσειόντων, οι οποίοι δεν έχουν έννομο συμφέρον, αλλά ούτε και προσβάλλουν με την αίτηση αναίρεσης την υπ' αριθμ. 267/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το άλλο μέρος της, με το οποίο απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η από 28-2-1994 αντίθετη αγωγή των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων.

Εφ' όσον δε οι απορριπτικές αιτιολογίες, που προαναφέρθηκαν, της προσβαλλόμενης για τις δύο αντίθετες αγωγές δεν οδηγούν κατά οποιοδήποτε δικονομικό τρόπο στη θεμελίωση αναγκαίας ομοδικίας μεταξύ των αναιρεσιβλήτων Ψ1 και Ψ2 αφ' ενός, που δεν ήταν εναγόμενοι στην από 22-12-1993 αγωγή των αναιρεσειόντων, που απορρίφθηκε ως παραγεγραμμένη από την προσβαλλόμενη, και της τρίτης αναιρεσίβλητης Ασφαλιστικής Εταιρείας "ΦΟΙΝΙΞ", αφ' ετέρου που ήταν και η μοναδική εναγομένη, ως προς την οποία κρίθηκε η από 22-12-1993 αγωγή των αναιρεσιβλήτων, η ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν ασκήθηκε παραδεκτά, καθ' όσον αφορά τους δύο πρώτους αναιρεσίβλητους, ύστερα απ' αυτεπάγγελτη έρευνα, αλλά και σχετικό ισχυρισμό των ίδιων αναιρεσιβλήτων, που προβλήθηκε με τις έγγραφες προτάσεις τους.

Το άρθρο 20 του ν. 489/1976 "Περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" όπως ίσχυε και εφαρμόζεται εν προκειμένω προ της τροποποιήσεώς του με το άρθρο 7 του ν. 3557/2007 ορίζει ότι: "1. Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής, ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή. 2.

Η αξίωση αυτή παραγράφεται μετά πάροδο δύο ετών από την ημέρα του ατυχήματος, επιφυλασσομένων των κειμένων διατάξεων για την αναστολή και διακοπή της παραγραφής". Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 261 Α.Κ. "...την παραγραφή διακόπτει η έγερση της αγωγής. Η παραγραφή, που διακόπηκε με τον τρόπο αυτό, αρχίζει και πάλι από την τελευταία διαδικαστική πράξη των διαδίκων ή του δικαστηρίου".

Διαδικαστική πράξη, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, είναι κάθε πράξη διαδίκου ή νομίμου αντιπροσώπου του ή πληρεξουσίων τους ή της δικαστικής αρχής, που περιέχει τα στοιχεία δικαστικής ενέργειας και είναι κατά τις ισχύουσες δικονομικές διατάξεις αναγκαία για την έναρξη, συνέχιση ή αποπεράτωση της δίκης.

Εξ άλλου, μετά την έκδοση της τελεσίδικης απόφασης, εάν αυτή είναι βεβαιωτική της αξίωσης αρχίζει κατά το άρθρο 268 Α.Κ. νέα εικοσαετής παραγραφή, ενώ όταν είναι απορριπτική δεν υπάρχει αξίωση για παραγραφή. Η άσκηση αναιρέσεως κατά τελεσίδικης αποφάσεως δεν καθιστά τη διαφορά επίδικη, ώστε γίνεται λόγος για διαδρομή παραγραφής εν επιδικία, γιατί ο Άρειος Πάγος κρίνει όχι την ουσία της διαφοράς, αλλά την ορθότητα της απόφασης.

Η επιδικία αρχίζει μετά την αναίρεση της απόφασης και δεν μετατίθεται στο χρόνο άσκησης της έφεσης, εξαιτίας του ότι οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση, που υπήρχε, πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε (ΑΠ 128/2002). Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπ' αριθμ. 267/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την πρόοδο της διαδικαστικής πορείας της ένδικης υπόθεσης, που προαναφέρθηκε στη προηγούμενη σκέψη της παρούσας, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης τελεσίδικης αποφάσεως προκύπτει, ότι αυτή κατέληξε στο πόρισμα και το διατακτικό της απόρριψης της από 8-4-97 εφέσεως κατ' ουσίαν με τις εξής παραδοχές:

ότι ο Ζ που οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... αυτοκίνητο την 16-8-93 και εκινείτο επί της αριστερής λωρίδος της ... με συνεπιβάτη την μάρτυρα Λ και κατεύθυνση προς ..., είχε πράσινη ένδειξη στο φωτεινό σηματοδότη της πορείας του που ρύθμιζε την κίνηση των οχημάτων στη συμβολή της παραπάνω οδού με την ..., όπου εκινείτο ο Χ2 οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ...

αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της συζύγου του Χ1 με συνεπιβάτη τον Θ και κατεύθυνση προς την παραλία. Δέχθηκε, επίσης, ότι ο τελευταίος Χ2 αντίστοιχα είχε κόκκινη ένδειξη στο φωτεινό σηματοδότη της δικής του πορείας, τον οποίο παραβίασε και συγκρούσθηκε με το όχημα του Ζ συνιδιοκτησίας των γονέων του Ψ1 και Ψ2, και, ως εκ τούτου, αποκλειστικά υπαίτιος της παραπάνω συγκρούσεως ήταν ο Χ2.

Στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται, ότι έλαβε υπ' όψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, καθώς και τα έγγραφα της σχηματισθείσας ποινικής δικογραφίας. Από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών προκύπτει, ότι: α) ο Β, που εξετάσθηκε στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αλλά και προανακριτικά, αναφέρεται δε ως αυτόπτης μάρτυρας από τους επιληφθέντες του ατυχήματος αστυνομικούς, που συνέταξαν την οικεία έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα και β) ο Θ (τραυτισθείς συνεπιβάτης του Χ2) κατέθεσαν, ότι ο Ζ παραβίασε την ερυθρά ένδειξη του σηματοδότη της πορείας του ότι ο Χ2 κινήθηκε κανονικά έχοντας πράσινη ένδειξη στο σηματοδότη της δικής του πορείας.

Σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας της τροχαίας και το σχεδιάγραμμα το σημείο της σύγκρουσης βρίσκεται στο μέσον της αριστερής λωρίδας της ..., τα δε βλαβέντα μέρη του αυτοκινήτου του Χ2 είναι τη πλάγια αριστερή πλευρά από την πόρτα και προς το οπίσθιο τμήμα του. Η άσκηση της ποινικής δίωξης οδήγησε στην με αριθμό 33798/22-4-97 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών (καταδικαστική) σε βάρος του Ζ για σωματική βλάβη του Χ2 κατόπιν παραβιάσεως ερυθρού σηματοδότη, την οποία προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι αναψηλαφούντες κατά τη συζήτηση (την 16-10-97) της εφέσεώς τους.

Αντίθετα, η μάρτυρας Λ στην από 19-5-95 ένορκη ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατάθεσή της κατέθεσε (ως συνεπιβάτης του Ζ) όπως αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση και εντεύθεν ως αυτόπτης μάρτυς, ότι ο τελευταίος κινήθηκε κανονικά με πράσινη ένδειξη του σηματοδότη πορείας του και ότι ο Χ2 παραβίασε την ερυθρά ένδειξη που είχε ο δικός του φωτεινός σηματοδότης.

Ωστόσο από την με αριθμό 7720/2002 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημ/των Αθηνών προκύπτει ότι η Λ σύζυγος του Ζ κηρύχθηκε ένοχη του αδικήματος της ψευδορκίας και της επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως 6 μηνών. Η ίδια ποινή επιβλήθηκε και στον Ζ, που καταδικάσθηκε με την απόφαση αυτή για το αδίκημα της ηθικής αυτουργίας στην ψευδορκία της πρώτης.

Ειδικότερα, από την απόφαση αυτή προκύπτει, ότι πέραν της καταδίκης της για τις ψευδείς καταθέσεις που έδωσε ως μάρτυρας την 22-4-97 και την 28-6-99 ενώπιον του πρωτοβαθμίου και του δευτεροβαθμίου ποινικού Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης της σωματικής βλάβης από αμέλεια του Χ2 και Θ, οπότε καταδικάσθηκε ο Ζ (όπως προαναφέρθηκε) κηρύχθηκε ένοχη ψευδορκίας και όσον αφορά την από 19-5-95 ένορκη κατάθεση της ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση των από 22-12-93 και 28-2-94 αγωγών.

Η πράξη της ψευδορκίας που ενδιαφέρει εν προκειμένω συνίσταται, σύμφωνα με το αιτιολογικό και το διατακτικό της προαναφερόμενης απόφασης, στην εν γνώσει του ψεύδους αναληθή κατάθεση της ότι ο Ζ είχε πράσινη ένδειξη στο σηματοδότη της πορείας του, ενώ ο Χ2 παραβίασε την κόκκινη ένδειξη του δικού του σηματοδότη.

Η παραπάνω απόφαση κατέστη αμετάκλητη με την με αριθμό 891/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως τους κατ' αυτής. Από την προσβαλλόμενη απόφαση, λοιπόν, προκύπτει σαφώς, με βάση τα προαναφερθέντα, ότι αυτή στηρίχθηκε αποκλειστικά σε αποδεικτικό μέσο, που νοθεύτηκε με εγκληματική ενέργεια, αναγνωρισμένη με αμετάκλητη απόφαση ποινικού δικαστηρίου (την από 19-5-95 ψευδή κατάθεση της μάρτυρος Λ), με συνέπεια η κατάθεση αυτή να επηρεάσει τη δικαστική κρίση του αναφορικά με το ζήτημα της υπαιτιότητας στο επίμαχο τροχαίο ατύχημα (ΑΠ 1364/05 Νοβ 2006, 545, Εφ.

Θεσ. 778/95 Δνη 1996, 359). Με τα δεδομένα αυτά, ο λόγος της αναψηλαφήσεως είναι ουσιαστικά βάσιμος και η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή. Στην συνέχεια, πρέπει να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και το Δικαστήριο να εξετάσει την ουσία της υπόθεσης μέσα στα όρια που καθορίζονται από την αναψηλάφηση (άρθ. 549 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).

Η από 8-4-97 έφεση των Χ1 και Χ2 κατά της με αριθμό 1616/97 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 681 Κ.Πολ.Δ. είναι, παραδεκτή γιατί ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν. Από το σύνολο των νομίμως προσκομιζομένων με επίκληση εγγράφων που υπάρχουν στη δικογραφία αποδεικνύονται τα ακόλουθα Την 16-8-93 έλαβε χώρα τροχαίο αυτοκινητικό ατύχημα στη συμβολή των οδών ...

και ... στη ..., όταν ο Ζ, που εκινείτο επί της ... με κατεύθυνση προς ... οδηγώντας το ... αυτοκίνητο ιδιοκτησίας των γονέων του Ψ1 και Ψ2, παραβίασε την ένδειξη του ερυθρού σηματοδότη της πορείας του και συγκρούσθηκε με τον Χ2, που εκινείτο κανονικά επί της ... με κατεύθυνση προς παραλία και διέσχισε την παραπάνω διασταύρωση με το με αριθμό ...

αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της συζύγου του Χ1, έχοντας πράσινη ένδειξη στο σηματοδότης της δικής του πορείας. Κατά τη σύγκρουση ο Χ2 και ο συνεπιβάτης του τραυματίσθηκαν και υπέστησαν φθορές και βλάβες αμφότερα τα οχήματα. Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα όμως αποκλειστικά υπαίτιος της σύγκρουσης ήταν ο Ζ που δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν συμμορφώθηκε με το ερυθρό φως του σηματοδότη που υπήρχε στην πορεία του (αρθ. 12 παρ. 1, 6 παρ.1 ΚΟΚ).

Για το λόγο αυτό, άλλωστε, καταδικάσθηκε και ως υπαίτιος της σωματικής βλάβης από αμέλεια των προαναφερομένων με την 8333/99 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων. Αντίθετα, δεν αποδείχθηκε ότι βαρύνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα τον Χ2 σε σχέση με το τροχαίο ατύχημα και τις εντεύθεν συνέπειες του (τις αγωγικές κατ' αυτού αξιώσεις των ιδιοκτητών του με αριθμό ...

αυτοκινήτου).

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε που έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο Χ2 και ο σχετικός λόγος της υπόκριση εφέσεως, πρέπει να γίνει δεκτός κατ' ουσίαν. Ωστόσο, όλες οι αγωγικές αξιώσεις των εναγόντων της από 22-12-93 αγωγής (αποζημίωσης για δαπάνες επισκευής του με αριθμό ...αυτοκινήτου και μείωση της αξίας του, δαπάνες ταξί, ιατρικών εξετάσεων και χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης από τη φθορά του αυτοκινήτου της πρώτης ενάγουσας και τον τραυματισμό του δεύτερου ενάγοντος), έχουν αποσβεσθεί, διότι έχουν υποπέσει σε παραγραφή εν επιδικία, όπως βάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη-καθ' ής η αναψηλάφηση ασφαλιστική εταιρεία "ΦΟΙΝΙΞ".

Και τούτο, διότι από την έκδοση της προσβαλλομένης 6897/1998 αποφάσεως του Δικαστηρίου αυτού μέχρι την άσκηση (την 17-4-2003) της υπό κρίση αναψηλαφήσεως μεσολάβησε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του χρόνου της διετούς παραγραφής του άρθρου 10 ν. 489/76, στην οποία υπόκεινται οι αξιώσεις των τρίτων κατά του ασφαλιστή (με την επισήμανση ότι η άσκηση της από 7-1-99 αιτήσεως αναιρέσεως και η από 26-1-2000 εξώδικη δήλωση παραιτήσεως από αυτή δεν συνιστούν διαδικαστικές πράξεις κατά την έννοια του άρθρου 261 Α.Κ.).

Είναι μεν αληθές, ότι την 14-1-2000 υποβλήθηκε έγκληση για ψευδορκία σε βάρος της προαναφερόμενης 7720/2002 τελεσίδικης αποφάσεως, μετά από αλλεπάλληλες αναβολές για λόγους που αφορούσαν στο πρόσωπο της κατηγορουμένης και του συνηγόρου της (ασθένεια), το αληθές των οποίων προσέβαλε ο πρώτος ενάγων με την από 5-2-2002 έγκληση του για χρήση ψευδούς ιατρικού πιστοποιητικού.

Πλην όμως τα παραπάνω περιστατικά δεν μπορούν να θεμελιώσουν λόγο αναστολής της παραγραφής όπως αβάσιμα ισχυρίζονται οι εναγόμενοι-αναψηλαφούντες, διότι η αναμονή εκδόσεως της αμετάκλητης καταδικαστικής επί ψευδορκία αποφάσεως δεν συνιστά άνευ ετέρου ανώτερη βία εξ αιτίας της οποίας εμποδίσθηκαν οι ενάγοντες να ασκήσουν την ένδικη αξίωση τους, ούτε οι επικαλούμενες παραπάνω ενέργειες (αναβολές με επίκληση αναληθών ενδεχομένως λόγων υγείας) συνιστούν δόλιες ενέργειες των αντιδίκων τους (εν προκειμένω της ασφαλιστικής εταιρείας "ΦΟΙΝΙΞ"), με τις οποίες τους απέτρεψαν από το δικαίωμα τους αυτό.

Εν κατακλείδι, τα παραπάνω δεν συνιστούν αντικειμενική αδυναμία των εναγόντων να επιδιώξουν την ικανοποίηση των αξιώσεων τους, ενόψει μάλιστα της δυνατότητας που τους χορηγεί το άρθρο 544 παρ. 6 β Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με το οποίο, σε περίπτωση που η πρόοδος της ποινικής δίκης είναι αδύνατη, μπορούσαν να επιδιώξουν την αναγνώριση του ψεύδους της επίμαχης κατάθεσης εντός εξαμήνου από τότε που διαπίστωσαν την αδυναμία (εν προκειμένω την καθυστέρηση αυτή).

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η από 8-4-97 έφεση κατ' ουσίαν και αφού κρατηθεί και εξετασθεί κατ' ουσίαν η υπόθεση, να απορριφθεί η από 28-2-97 αγωγή κατ' ουσίαν ως προς τον Χ2, καθώς και η από 22-12-93 αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη για τον παραπάνω λόγο γενομένης δεκτής της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης ως ουσιαστικά βάσιμης".

Με βάση τα πιο πάνω πραγματικά περιστατικά το Εφετείο δέχτηκε τη προταθείσα ένσταση παραγραφής εν επιδικία των αγωγικών αξιώσεων των αναιρεσειόντων κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας και για το λόγο αυτό δέχτηκε την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή. Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, καθ' όσον η υπ' αριθμ. 2543/2004 απόφαση που αναιρέθηκε με την υπ' αριθ. 564/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου ήταν απορριπτική, όπως και η υπ' αριθμ. 6897/1998 απόφαση το Εφετείο Αθηνών, που απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, και δεν υπήρχε με αυτές βεβαιωμένη αξίωση δεκτική παραγραφής εν επιδικία.

Η νέα εν επιδικία παραγραφή άρχισε να τρέχει με την διαδικαστική πράξη της δημοσίευσης της απόφασης υπ' αριθμ. 564/2006 του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η απορριπτική υπ' αριθμ. 2543/2004 απόφαση του Εφετείου, δηλαδή στις 22-3-2006, από της οποίας έκτοτε δεν συμπληρώθηκε διετία μέχρι τη συζήτηση στο Εφετείο (11-10-2007), ούτε στη συνέχεια μέχρι της δημοσίευσης της πληττόμενης τώρα απόφασης (δηλ.

στις 21-1-2008).

Συνεπώς είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, που εσφαλμένα κατά το αναιρετήριο φέρεται να βρίσκει έρεισμα και στη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. Μετά το παραπάνω πρέπει: 1) να απορριφθεί ως απαράδεκτο η αίτηση αναίρεσης όσο απευθύνεται κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, και 2) να γίνει δεκτός ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης ως προς την Τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ", να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 267/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της μόνο που αφορά την απόρριψη της από'22-12-1993 αγωγής των αναιρεσειόντων κατά της ίδιας τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής Εταιρείας λόγω παραγραφής εν επιδικία, να παραπεμφθεί η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Οι αναιρεσείοντες πρέπει να καταδικασθούν στα δικαστικά έξοδα των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, που είχαν χωριστή εκπροσώπηση και η Τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική Εταιρεία πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων (άρθ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 30-9-2008 αίτηση αναίρεσης των: 1) Χ1 και 2) Χ2, για αναίρεση της υπ' αριθ. 267/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, όσο απευθύνεται κατά των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων Ψ1 και Ψ2.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των δύο πρώτων αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οχτακόσια (1800) Ευρώ.

Αναιρεί την ίδια υπ' αριθ. 267/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος της μόνο που αφορά την απόρριψη της από 22-12-1993 αγωγής των αναιρεσειόντων κατά της τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ" κατά τα εις το σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση ως προς το αναιρούμενο μέρος της για περαιτέρω εκδίκαση το ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Καταδικάζει την τρίτη αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων που ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Νοεμβρίου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 21-1-2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ