Legislator Case Law & Legislation
114/2009 AI generated

114/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 114/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

114/2009 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, αναφορικά μεν με την στήριξη του ως άνω κονδυλίου επί της αρχής της εύνοιας των εργαζομένων, δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε στο Εφετείο, αναφορικά δε με τη στήριξη του ίδιου αγωγικού κονδυλίου επί της αρχής της ισότητας, διότι από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι δεν είχε προβληθεί με αυτή τέτοιος ισχυρισμός (αγωγική βάση).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 114 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 114/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Εμμανουήλ Λύτρα.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΑ ΓΕΙΤΟΝΑ Α.Ε.Μ.Ε", που εδρεύει στις ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Στυλιανός Βλαστός, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22.07.2005 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2114/2006 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 5124/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26.11.2007 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Αλεξόπουλος ανέγνωσε την από 29.10.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού όλων των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια της παραβιάσεως ουσιαστικών διατάξεων του νόμου και ειδικότερα των ομοιοεπαγγελματικών 19/2001 και 20/2004 Διαιτητικών Αποφάσεων "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών φορτηγών και λοιπών αυτοκινήτων πάσης φύσεως όλης της χώρας" και των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 εδ.

β του Συντάγματος, για το λόγο ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε ότι αυτή (αναιρεσείουσα), ως υπαγομένη στους όρους των ισχυσασών κατά τις χρονικές περιόδους της απασχολήσεώς της ως οδηγού σχολικών λεωφορείων της αναιρεσίβλητης Κλαδικών ΣΣΕ των επιχειρήσεων παροχής υπηρεσιών, ελλείψει σχετικής προβλέψεως σ' αυτές, δεν εδικαιούτο το αξιούμενο μηνιαίο επίδομα εκ 17% επί του βασικού μισθού του και από το έτος 2004 και εφεξής από 96 ευρώ και προήλθε στην απόρριψη του σχετικού, εκ 5.801,17 ευρώ συνολικά, αγωγικού της κονδυλίου, αν και το εν λόγω επίδομα, που προεβλέπετο από τις ως άνω 19/2001 και 20/2004 ΔΑ, το εδικαιούτο με βάση αφενός την αρχή της εύνοιας των εργαζομένων και αφετέρου με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, αναφορικά μεν με την στήριξη του ως άνω κονδυλίου επί της αρχής της εύνοιας των εργαζομένων, δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός ισχυρισμός προτάθηκε στο Εφετείο, αναφορικά δε με τη στήριξη του ίδιου αγωγικού κονδυλίου επί της αρχής της ισότητας, διότι από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, προκύπτει ότι δεν είχε προβληθεί με αυτή τέτοιος ισχυρισμός (αγωγική βάση).

Με το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976 αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, που είχε προστεθεί με το άρθρο 8 παρ. 4 του Ν.Δ. 3788/1957, και ορίστηκαν τα εξής: "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς λήψιν πλήρους συντάξεως προϋποθέσεις, δύνανται, εάν...

έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρώσιν, είτε να απομακρύνωνται της εργασίας των παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες ... οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι τα 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς τα 50% $ της αποζημιώσεως, της οποίας δικαιούνται κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις, δια την περίπτωσιν απροειδοποίητου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας εκ μέρους του εργοδότου.

Δια την κατά τα ανωτέρω χορηγουμένην αποζημίωσιν εφαρμόζονται κατά τα λοιπά τα οριζόμενα υπό των άρθρων, 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν. 3198/1955, ως και των διατάξεων του Ν. 2112/1920 και του Β.Δ. της 16.18 Ιουλίου 1920, πλην των διατάξεων των αφορωσών την προειδοποίησιν". Η ως άνω διάταξη του εδ. β' του άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, όπως διαμορφώθηκε μετά την αντικατάσταση της από το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 435/1976, έχει αναμφισβήτητα εφαρμογή στις συμβάσεις αορίστου χρόνου, στις οποίες, για την διευκόλυνση της ανανεώσεως του προσωπικού των επιχειρήσεων, εισάγει ως κίνητρο την μείωση της οφειλόμενης αποζημιώσεως σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεως από τον εργοδότη και ιδρύει για πρώτη φορά δικαίωμα λήψεως της ίδιας αποζημιώσεως από τον μισθωτό όταν αυτός αποχωρεί οικειοθελώς από την υπηρεσία του, μετά την συμπλήρωση των προϋποθέσεων για την λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος (ΑΠ Ολομ. 1/2006).

Η εν λόγω διάταξη, όμως, είναι δυνατό να εφαρμοστεί και στις περιπτώσεις που η σχέση εργασίας του υπαλλήλου έχει τη νομική μορφή της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, όπως συμβαίνει και στην περίπτωση που η λύση αυτής επέρχεται αυτοδικαίως λόγω συμπληρώσεως του οριζόμενου στο νόμο ή τον κανονισμό της επιχειρήσεως ορίου ηλικίας, υπό την προϋπόθεση ότι ο εργοδότης θα καταγγείλει την σύμβαση ή ο μισθωτός θα αποχωρήσει εκούσια από την υπηρεσία του, λόγω πλήρους συνταξιοδοτήσεως, πριν συμπληρώσει ο τελευταίος το προβλεπόμενο όριο ηλικίας.

Και τούτο διότι στην περίπτωση αυτή η σύμβαση ορισμένου χρόνου τελεί υπό την διαλυτική αίρεση της μη καταγγελίας της από τον εργοδότη ή τον μισθωτό, λόγω πλήρους συνταξιοδοτήσεως, με την πλήρωση της αιρέσεως αυτής, η σύμβαση καθίσταται αορίστου χρόνου και μπορεί έτσι να εφαρμοσθεί και επ' αυτής η ανωτέρω διάταξη του άρθρου 8 εδ.

β' του Ν 3198/1995 (ΑΠ Ολομ. 1110/1986). Σύμφωνα με τα παραπάνω η εν λόγω διάταξη αφορά μόνο τους μισθωτούς που συμπλήρωσαν τις προϋποθέσεις για τη χορήγηση πλήρους σύνταξης γήρατος, οι οποίοι όμως μπορούν να συνεχίσουν να εργάζονται, γιατί δεν υπάρχει εμπόδιο από τη σύμβασή τους, είτε γιατί αυτή είναι αορίστου χρόνου, είτε γιατί είναι ορισμένου μεν χρόνου, αλλά αυτός δεν έχει λήξει.

Δεν αφορά, όμως, εκείνους, των οποίων η σχέση είναι ορισμένου χρόνου, η οποία λύθηκε αυτοδικαίως είτε με τη συμπλήρωση του κατά τον κανονισμό ορίου ηλικίας, οπότε η λύση επέρχεται αυτοδικαίως κατ' άρθρο 669 παρ. 1 του ΑΚ, είτε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου αυτής, αφού στην περίπτωση αυτή ο μισθωτός ούτε αποχωρεί οικειοθελώς ούτε απομακρύνεται από τον εργοδότη.

Σ' αυτούς που χάνουν τη δυνατότητα να συνεχίσουν να εργάζονται δίνει ο νόμος ως αντάλλαγμα αποζημίωση για να αποχωρήσουν, ή να απομακρυνθούν. Σ' εκείνους, όμως, που δεν μπορούν να συνεχίσουν, γιατί λήγει ο χρόνος διάρκειας της συμβάσεώς τους, δεν παρέχει ο νόμος αποζημίωση, αφού αυτοί δεν χάνουν τίποτε (ΑΠ Ολομ. 25/2000).

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με την αγωγή της, ότι με την αναιρεσίβλητη που διατηρεί ιδιωτικό εκπαιδευτήριο, κατήρτισε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες άρχιζαν με την έναρξη εκάστης σχολικής περιόδου και έληγαν με το πέρας αυτής, δυνάμει των οποίων απασχολήθηκε σ' αυτή ως οδηγός σχολικού λεωφορείου κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα μέχρι τις 15-6-2005, οπότε παρήλθε η χρονική διάρκεια της τελευταίας από τις ως άνω συμβάσεις ορισμένου χρόνου και έκτοτε συνταξιοδοτήθηκε, χωρίς όμως η αναιρεσείουσα να της καταβάλει την προβλεπόμενη από το νόμο εκ 4.923,99 ευρώ αποζημίωση, την οποία και ζητεί με την αγωγή της.

Με αυτό το περιεχόμενο η αγωγή κατά το ανωτέρω αίτημά της είναι μη νόμιμη, αφού, κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτή, η αναιρεσείουσα αποχώρησε από την εργασία της στις 15-6-2005, όταν παρήλθε ο συμφωνημένος χρόνος της τελευταίας συμβάσεως ορισμένου χρόνου και στη συνεχεία συνταξιοδοτήθηκε, και ως εκ τούτου αυτή ούτε οικειοθελώς αποχώρησε από την εργασία της ούτε και απομακρύνθηκε από την αναιρεσίβλητη, με αποτέλεσμα, εφόσον η σύμβασή της έληξε λόγω παρόδου της διαρκείας αυτής, να μη δικαιούται την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 8 εδ.

β του ν. 3198/1955 αποζημίωση. Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε την υπό δίκη αγωγή μη νόμιμη κατά το ανωτέρω αίτημά της και την απέρριψε, δεν παρεβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και συνεπώς ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 26-11-2007 αίτηση της Χ περί αναιρέσεως της 5124/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ