114/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ : Των καθών η κλήση : 1)X1 και 2)X2, ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος την 30ην Σεπτεμβρίου 2005 αναιρεσείοντος X3, οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μάντεση-Θανάσουλα.
Legislator headnote
AI generated114/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 §§ 1, 2, 6 και 7 του α.ν. 2341/1940, ως είχαν προ της αντικαταστάσεώς τους από το άρθρο 19 § 3 του ν. 2324/1995, κάθε χρηματιστής δικαιούται να έχει έναν αντικρυστή, χαρακτηριζόμενον υπάλληλο και βοηθό του στη διεξαγωγή των χρηματιστηριακών συναλλαγών, ευθυνόμενος για τις πράξεις και παραλείψεις του.
Full text
Απόφαση 114 / 2007 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 114/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος του Αντιπροέδρου), Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο, Ελένη Παναγιωτάκη και Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε , Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Δεκεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Των καθών η κλήση : 1)X1 και 2)X2, ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αποβιώσαντος την 30ην Σεπτεμβρίου 2005 αναιρεσείοντος X3, οι οποίες συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Μάντεση-Θανάσουλα.
Του καλούντος-αναιρεσιβλήτου : Z1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Νασόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-9-1995 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 9296/1996 μη οριστική, 4853/2002 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 7292/2003 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησε ο τότε αναιρεσείων X3 με την 10 Δεκεμβρίου 2003 αίτησή του και ορίσθηκε δικάσιμος η 24η Οκτωβρίου 2005, όπου επήλθε βιαία διακοπή της δίκης λόγω θανάτου του αναιρεσείοντος. Την υπόθεση επαναφέρει εκ νέου προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού ο καλών-αναιρεσίβλητος με την από 25 Μαϊου 2006 κλήση του Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Ρήγας ανέγνωσε την από 2 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των καθών η κλήση ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως , ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση, αν παρεβιάσθη κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου, καθώς και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Εξάλλου, επί της χρηματιστηριακής παραγγελίας, αποτελούσης ειδικότερη μορφή της εμπορικής παραγγελίας, που προβλέπεται και ρυθμίζεται υπό των άρθρων 90 επ. ΕμπΝ, εφαρμόζονται συμπληρωματικώς οι περί εντολής διατάξεις των άρθρων 713 επ. ΑΚ, περιεχόμενο δε της χρηματιστηριακής παραγγελίας είναι η εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών, σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 του ν. 1806/1988, αντικαταστήσαν το άρθρο 16 του ν. 3632/1928, ήτοι η αγορά και η πώληση χρηματιστηριακών αξιών και κάθε δικαιοπραξία συναφής προς τη διενέργεια και εκτέλεση των συμβάσεων τούτων.
Τέλος, κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 §§ 1, 2, 6 και 7 του α.ν. 2341/1940, ως είχαν προ της αντικαταστάσεώς τους από το άρθρο 19 § 3 του ν. 2324/1995, κάθε χρηματιστής δικαιούται να έχει έναν αντικρυστή, χαρακτηριζόμενον υπάλληλο και βοηθό του στη διεξαγωγή των χρηματιστηριακών συναλλαγών, ευθυνόμενος για τις πράξεις και παραλείψεις του.
Ο εν λόγω αντικρυστής μπορεί να είναι και πληρεξούσιος του χρηματιστή, σύμφωνα με τα άρθρα 211 επ. ΑΚ.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, εδέχθη με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος ασκεί από το έτος 1967 το δημόσιο λειτούργημα (άρθρο 12 παρ. 1 Ν. 3632/1928) του χρηματιστή στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών και διατηρεί για την άσκηση του άνω λειτουργήματός του Χρηματιστηριακό γραφείο στην Αθήνα, στην οδό Σοφοκλέους.
Το έτος 1988 προσέλαβε ως υπάλληλο του γραφείου του το Ψ1, στον οποίο στη συνέχεια ανατέθηκαν νομίμως καθήκοντα "αντικρυστή", δηλαδή προσώπου νομίμως εξουσιοδοτημένου να εισέρχεται στο χώρο του χρηματιστηρίου και να ενεργεί χρηματιστηριακές και άλλεςσυναφείς πράξεις επ' ονόματι και για λογαριασμό τουεναγομένου.
Έτσι, με βάση το .... ειδικόπληρεξούσιο της Συμβ/φου Καλλιθέας, Αριστειδούλας Μεταξά - Χατζάκη, ο εναγόμενος παρέσχε στον άνωαντικρυστή του σύμφωνα με τις ισχύουσες τότε διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 5 του Ν. 3632/1928 "Περί χρηματιστηρίου Αξιών", ως έχοντα τα νόμιμα προσόντα, δηλαδή διορισμένο σύμφωνα με το νόμο, το απεριόριστο δικαίωμα, εντολή και εξουσιοδότηση να εκφωνεί στον κύκλο του Χρηματιστηρίου Αθηνών, να συνάπτει νομίμως για λογαριασμό του εντολέως του χρηματιστή οποιαδήποτε χρηματιστηριακή συναλλαγή, ως και κάθε παρεπόμενη δικαιοπραξία, σχετιζόμενη προς την ενέργεια και εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών επί πάντων των εισαγομένων στο χρηματιστήριο χρεογράφων (μετοχών, ομολογιών και εθνικών δανείων), να παραλαμβάνει για λογαριασμό του άνω εντολέως του και να παραδίδει σε τρίτους χρεόγραφα, μετρητά και επιταγές σε δραχμές και να συμβάλλεται εν γένει στο χρηματιστήριο Αθηνών χρηματιστηριακά, υποσχόμενος και υποχρεούμενος να αναγνωρίσει τις γενόμενες από τον αντικρυστή του χρηματιστηριακές και άλλες πράξεις ως νόμιμες και υποχρεούσες αυτόν (εναγόμενο).
Ο παραπάνω αντικρυστής λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας του με τον εναγόμενο, τύγχανε της απόλυτης εμπιστοσύνης του και ήταν βασικός συνεργάτης του γραφείου του. Έτσι, στις 4-1-1995 ο εν λόγω, Ψ1, ενεργώντας μέσα στα όρια της πληρεξουσιότητας που του είχε παρασχεθεί με το πιο πάνω ειδικό πληρεξούσιο, παρέλαβε από τον ενάγοντα το ποσό των 12.000.000 δραχμών σε μετρητά, με την εντολή να διαχειριστεί για λογαριασμό του ενάγοντος αυτό με την αγορά μετοχών.
Ειδικότερα, η διαχείριση συνίστατο αποκλειστικά στην επένδυση του πιο πάνω χρηματικού ποσού σε κερδοφόρες μετοχές που θα είχαν τη μεγαλύτερη απόδοση, με την υποχρέωση ο, για λογαριασμό του οποίου ο αντικρυστής του ενεργούσε, εναγόμενος να αποδώσει στον ενάγοντα, όταν αυτός οποτεδήποτε το ζητούσε, τους αγορασθέντες με τα χρήματά του τίτλους ή το παραπάνω διαχειριζόμενο ποσό.
Για την παραλαβή των χρημάτων, ο Ψ1, ενεργώντας με την προαναφερόμενη ιδιότητά του, εξέδωσε τη με αριθμό ....."απόδειξη εισπράξεως μετρητών", στην οποία με έντυπα στοιχεία σε ελληνική και ξενόγλωσση γραφή, αναγράφεται το ονοματεπώνυμο του εναγομένου, η ιδιότητά του και η διεύθυνση του γραφείου του με τους αριθμούς των τηλεφώνων του.
Επίσης, αναγράφεται ως ημεροχρονολογία συναλλαγής η 4-1-1995 και ώρα 16.11 και επακολουθεί δακτυλογραφημένο κείμενο περί καταβολής από τον ενάγοντα του άνω ποσού με αιτιολογία, "για αγορά μετοχών", φέρει δε υπό την ένδειξη "ο Ταμίας", τη μη αμφισβητούμενη υπογραφή του άνω αντικρυστή. Έτσι, κατά τα εκτιθέμενα στην αρχή, ανάμεσα στον ενάγοντα και, τον, ενεργούντα με τον άνω πληρεξούσιό του, εναγόμενο, καταρτίστηκε χρηματιστηριακή παραγγελία με αντικείμενο της χρηματιστηριακής αυτής συναλλαγής, χρηματιστηριακά πράγματα.
Περαιτέρω, κατά τα μέσα περίπου του Απριλίου 1995, λόγω συσσωρευμένων επιλήψιμων πράξεων και παραλείψεων του άνω αντικρυστή του, γεννήθηκαν υποψίες στον εναγόμενο, σχετικά με τον τρόπο ασκήσεως των καθηκόντων του άνω αντικρυστή του και ο εναγόμενος με το από 25-4-1995 έγγραφό του προς την Κυβερνητική Εποπτεία του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, ανακάλεσε την άδεια αντικρυστή, που είχε χορηγήσει στον πιο πάνω υπάλληλό του.
Κατά τα μέσα μηνός Μαΐου του αυτού έτους, κυκλοφορούσαν φήμες ότι ο εναγόμενος είχε υπεξαιρέσει τα χρηματικά ποσά, που του είχαν καταβάλει πελάτες του με παρόμοιες με τον ενάγοντα εντολές. Ο τελευταίος επικοινώνησε με το γραφείο του εναγομένου για να πληροφορηθεί για την πορεία των χρηματιστηριακών συναλλαγών με τα παραπάνω χρήματά του.
Έτσι, στις 18-5-1995 τον πληροφόρησαν ότι μέχρι τότε δεν είχαν αγοραστεί για λογαριασμό του μετοχές και ότι η απόδειξη εισπράξεως του πιο πάνω ποσού, λίγο μετά την έκδοσή της ακυρώθηκε με την εκδοθείσα στη συνέχεια με αριθμό 14.862, της αυτής με την πρώτη ημεροχρονολογίας, απόδειξη. Μετά από αυτά, ο ενάγων με την από 26-5-1995 εξώδικη πρόσκληση -διαμαρτυρία - δήλωση, που επιδόθηκε στον εναγόμενο, διαμαρτυρήθηκε για τη μη εκτέλεση της άνω εντολής του, κάλεσε τον εναγόμενο μέσα σε τρεις (3) ημέρες να του επιστρέψει τα χρήματα που του είχε εμπιστευθεί να διαχειριστεί και του δήλωσε ότι σε διαφορετική περίπτωση θα πράξει εναντίον του τα νόμιμα, χωρίς όμως, να λάβει απάντηση από τον εναγόμενο, αλλά ούτε έκτοτε να του αποδώσει το άνω ποσό.
Στη συνέχεια, ο ενάγων άσκησε κατά του εναγομένου την από 31-5-1995 αίτησή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία επικαλούμενος επείγουσα περίπτωση, ζήτησε ως ασφαλιστικό μέτρο την εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης σε ακίνητα του τελευταίου προς εξασφάλιση της άνω απαιτήσεώς του, η οποία και έγινε δεκτή με τη 15.286/1995 απόφαση του άνω Δικαστηρίου.
Όπως αποδεικνύεται από το μετ' επικλήσεως από τον ενάγοντα προσκομιζόμενο, από 8-6-1995 σημείωμα που κατέθεσε ο εναγόμενος στη δίκη εκείνη, ο τελευταίος δια του τότε πληρεξουσίου του δικηγόρου, Ιωσήφ - Δημητρίου Ε. Παράσχου, πρότεινε στον αντίδικό του, ήδη ενάγοντα, κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο, την πλήρη εξόφληση της, και τότε, επίδικης άνω απαιτήσεώς του με την υπογραφή μεταξύ τους ιδιωτικού συμφωνητικού αναγνωρίσεως χρέους, αλλά και δια τμηματικών εκ μέρους του καταβολών με επιταγές εκδόσεώς του (εναγομένου), της Εθνικής Τράπεζας, τις οποίες μάλιστα είχε συμπληρώσει προκειμένου να τις προσφέρει και συγκεκριμένα, με τις αναφερόμενες στο σημείωμά του τέσσερες (4) επιταγές ποσών ανά 3.000.000 δραχμές, μεταχρονολογημένες για τις .., ..
και ... και ..., χωρίς όμως ο ενάγων να δεχθεί την πρόταση αυτή, επιμένοντας να ικανοποιηθεί αμέσως με καταβολή μετρητών. Ο εναγόμενος με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό ισχυρίστηκε κατ' ένσταση (ΑΚ 281, 922) και τάχθηκε σε βάρος του θέμα αποδείξεως ότι ο υπάλληλός του, Ψ1,τον οποίο είχε προσλάβει με την ιδιότητα του αντικρυστή στο χρηματιστηριακό του γραφείο, ενέργησε στην επίδικη έννομη σχέση καθ' υπέρβαση των ορίων της υπηρεσίας και ευθύνης του και συνήψε με τον ενάγοντα εξωχρηματιστηριακή κερδοσκοπική σύμβαση διαχειρίσεως κεφαλαίων 12.000.000 δραχμών, ενεργώντας όχι ως πληρεξούσιος αυτού, αλλά ατομικά για τον εαυτό του.
Ότι στα πλαίσια των ενεργειών του αυτών ακύρωσε τις αποδείξεις του χρηματιστηριακού γραφείου του, τις οποίες ο ίδιος εξέδωσε προς κάλυψη του ενάγοντος, επεμβαίνοντας παράνομα στο ηλεκτρονικό σύστημα του λογιστηρίου του. Ότι ο ενάγων τελούσε σε γνώση των ενεργειών αυτών του Ψ1 ή τουλάχιστον βρισκόταν σε υπαίτια άγνοια, αφού από τις περιστάσεις και κυρίως από τη συγγενική του σχέση με το Ψ1 όφειλε και μπορούσε να γνωρίζει ότι ο τελευταίος ενεργούσε καθ' υπέρβαση και κατά κατάχρηση της πληρεξουσιότητας και της εν γένει υπηρεσίας που του είχε ανατεθεί από αυτόν.
Από τις διατάξεις των αρθρ. 211, 216 και 219 ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 200 και 281 ΑΚ, προκύπτει ότι ο αντιπρόσωπος υποχρεούται να κάνει χρήση της πληρεξουσιότητας σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη και ότι η πληρεξουσιότητα ως δικαίωμα υπόκειται στη γενική απαγόρευση της καταχρηστικής ασκήσεως του άρθρου 281 ΑΚ.
Τέτοια καταχρηστική άσκηση υπάρχει όταν οι πράξεις που επιχειρήθηκαν από τον αντιπρόσωπο εμπίπτουν μεν μέσα στα όρια της πληρεξουσιότητας, αλλ' είναι προφανώς αντίθετες προς τα συμφέροντα του αντιπροσωπευομένου ή το σκοπό με τον οποίο δόθηκε η πληρεξουσιότητα, ώστε να προκύπτει ότι ουδέποτε θα επιχειρούσε τη συγκεκριμένη πράξη ο αντιπροσωπευόμενος, την αντίθεση δε αυτή προς το συμφέρον του αντιπροσωπευομένου και το σκοπό της πληρεξουσιότητας γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει ο τρίτος με τον οποίο συναλλάχθηκε ο πληρεξούσιος.
Από τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω, Ψ1, κατόπιν μηνύσεως διαφόρων ατόμων που είχαν συναλλαγεί με αυτόν, καταδικάστηκε σε πρώτο βαθμό με τις αποφάσεις 375-376/2000 του Τριμελούς Εφετείου Κακ/των Πατρών και 2.314, 2.315 και 2.316/2001 του Τριμελούς Εφετείου (Κακ/των) Αθηνών και, σε δεύτερο βαθμό, με την 6.321/2001 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου (Πλημ/των) Αθηνών για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης, πλαστογραφίας και υπεξαιρέσεως αντικειμένων ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε διάφορες ποινές καθείρξεως και φυλακίσεως, που τέλεσε κατά τους τελευταίους μήνες έτους 1994 και τους πρώτους μήνες έτους 1995, κατά κατάχρηση και καθ' υπέρβαση της άνω πληρεξουσιότητας.
Ο ίδιος δε στην προαναφερόμενη ενώπιον Συμβ/φου ένορκη βεβαίωσή του, αναφέρει για παραχρηματιστηριακές συναλλαγές που είχε κατά παράβαση της άνω πληρεξουσιότητας. Όμως, εκτός από τη συγγενική σχέση του προσώπου αυτού προς τον ενάγοντα, ως τέκνο της αδελφής του, την οποία ο τελευταίος ομολογεί, δεν αποδείχθηκε, αφενός παραχρηματιστηριακή συναλλαγή του με τον ενάγοντα, αφετέρου η επικαλούμενη από τον εναγόμενο γνώση ή υπαίτια άγνοια από τον ενάγοντα κατά τον άνω χρόνο της συναλλαγής, της οποιασδήποτε παράνομης δραστηριότητας του άνω αντικρυστή του εναγομένου.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρόνο (4-1-1995) της συναλλαγής, εκτός από τη συγγενική του σχέση, δεν τον συνέδεε τίποτε περισσότερο και δεν γνώριζε τις οποιεσδήποτε παράνομες δραστηριότητες του τελευταίου, αφού, όπως αποδείχθηκε, ο εναγόμενος και οι λοιποί υπάλληλοι του γραφείου του, δεν είχαν αντιληφθεί το παραμικρό για την έκνομη δραστηριότητα του αντικρυστή του γραφείου τους.
Ο εναγόμενος προς ενίσχυση του ισχυρισμού του ότι ο ενάγων γνώριζε την έκνομη δραστηριότητα του εν λόγω υπαλλήλου του, ισχυρίζεται ότι αυτός συναλλάχθηκε με τον αντικρυστή συγγενή του κατά τρόπο αντίθετο προς τη νομοθεσία περί χρηματιστηρίου αξιών και την πάγια τακτική των χρηματιστηριακών συναλλαγών, όπως προκύπτει από την απόδειξη καταβολής του ποσού των 12.000.000 δραχμών, η οποία αναφέρει αόριστα "για αγορά μετοχών".
Επίσης, ανεξάρτητα του ότι αυτή εκδόθηκε εκτός ωραρίου λειτουργίας του ταμείου του γραφείου του από τον άνω αντικρυστή και ακυρώθηκε αμέσως από τον τελευταίο, δεν φέρει υπογραφή στην ένδειξη "Ο ΕΛΕΓΧΟΣ" και δεν έχει υπογραφεί από τον ταμία του γραφείου του, ....., αλλά από το Ψ1, στον οποίο ουδέποτε ανέθεσε καθήκοντα ταμία.
Ο ισχυρισμός του είναι αβάσιμος, διότι: 1) Από το κείμενο της αποδείξεως προκύπτει η εντολή του ενάγοντος προς το χρηματιστηριακό γραφείο του εναγομένου για διενέργεια χρηματιστηριακής συναλλαγής, η οποία ήταν νόμιμη, όπως εκτός από τους μάρτυρες του ενάγοντος βεβαίωσε και ο δεύτερος των μαρτύρων του (εναγομένου).
Τα ισχυριζόμενα από τον τελευταίο ότι δεν αποδεικνύεται η εντολή, αφού δεν συντάχθηκε περί αυτής άλλο έγγραφο, είναι αβάσιμα, διότι κατ' άρθρο 12 παρ. 5 Ν. 3632/1928, η προς το χρηματιστή δοθείσα εντολή "δύναται" να αποδεικνύεται με σημείωμα υπογραφόμενο από τον εντολέα και, κατά συνέπεια, μπορεί να αποδειχθεί, όπως στην προκειμένη περίπτωση, και με άλλα αποδεικτικά μέσα. 2) Ως προς το ωράριο λειτουργίας του γραφείου του εναγομένου, ο πρώτος μάρτυράς του κατέθεσε ότι αυτό λειτουργούσε μέχρι τις 4.30 το απόγευμα, αλλά και στις 6 ή 7 αν παρουσιαζόταν εργασία και ότι οι πελάτες μπορούσαν να προσέρχονται σε αυτό και να συναλλάσονται όταν ήταν ανοικτό. 3) Ο ενάγων δεν μπορούσε να ελέγξει αν ο υπάλληλος που υπέγραψε την άνω απόδειξη, είχε οριστεί από το χρηματιστή ως ταμίας του, ούτε μπορούσε να αξιώσει να τεθεί στην απόδειξη η υπογραφή του ελέγχου.
Τέλος, ως προς τη μη αναζήτηση από τον ενάγοντα και τη μη παραλαβή των μετοχών, που ισχυρίζεται ο εναγόμενος ως ενισχυτικό του ισχυρισμού του για αντικανονικότητα της άνω συναλλαγής, αποδείχθηκε ότι δεν ήταν ασυνήθιστο στις συναλλαγές αυτές να παραμένουν οι αγοραζόμενες μετοχές και τα πινακίδια στο χρηματιστηριακό γραφείο για μεγάλο χρονικό διάστημα από την αγορά των μετοχών.
Κατά συνέπεια, αφού δεν αποδείχθηκε γνώση από τον ενάγοντα, αλλά ούτε και υπαίτια άγνοιά του κατά τον άνω χρόνο συναλλαγής, όπως και μέχρι το μήνα Μάιο έτους 1995, των έκνομων ενεργειών του αντικρυστή του εναγομένου, η άνω ένσταση του τελευταίου είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν αυτών, σύμφωνα με όσα στην αρχή έχουν λεχθεί, ο εναγόμενος ως παραγγελιοδόχος της άνω χρηματιστηριακής παραγγελίας, που καταρτίστηκε για λογαριασμό του δια του εξουσιοδοτημένου προς τούτο αντικρυστή του, για τις πράξεις και παραλείψεις του οποίου ευθύνεται, μετά την ανάκληση της εντολής, έχει υποχρέωση να αποδώσει στον παραγγελέα ενάγοντα το άνω ποσό που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής.
Κατά συνέπεια, η αγωγή ως προς την κυρία βάση της είναι και κατ' ουσίαν βάσιμη". Επομένως, το Εφετείο, θεμελιώσαν την απορριπτική της εφέσεως του εναγομένου κρίση του επί της ανωτέρω αιτιολογίας και δη δεχθέν την καταβολή του ενδίκου χρηματικού ποσού από τον ενάγοντα στον ενεργήσαντα εντός των ορίων της εξουσίας και πληρεξουσιότητάς του αντιπρόσωπο του εναγομένου, δυνάμει καταρτισθείσης συμβάσεως εντολής περί διενεργείας μελλουσών χρηματιστηριακών συναλλαγών, η οποία είναι νόμιμη και άτυπη, δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις, καθώς και τα άρθρα 15 του ν. 3632/1928 και 211, 212, 216, 231 ΑΚ και η απόφασή του έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτουμένη αιτιολογία, η οποία δεν είναι αντιφατική ή ανεπαρκής.
Κατ' ακολουθίαν, οι αντίθετοι, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πρώτος, δεύτερος, τρίτος, τέταρτος κατά το δεύτερο μέρος του και έβδομος λόγοι της αιτήσεως είναι αβάσιμοι.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προετάθησαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται και οι διά λόγου εφέσεως ή αντεφέσεως προτεινόμενοι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος.
Εν προκειμένω, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τη διά λόγου εφέσεως του αναιρεσείοντος επαναφερθείσα ένστασή του, εκ των άρθρων 281 και 922 ΑΚ, ότι ο Ψ1 ενήργησε καθ' υπέρβαση και κατάχρηση της πληρεξουσιότητάς του. Επομένως, είναι αβάσιμος, ο αντίθετος, εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, τέταρτος κατά το πρώτο μέρος του λόγος της αιτήσεως, μη διαλαμβάνων άλλωστε γεγονότα νομίμως προταθέντα υπό του αναιρεσείοντος και μη κριθέντα από το Εφετείο.
Επειδή ο εκ του αυτού άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ πέμπτος λόγος της αιτήσεως, συνιστάμενος στη μη λήψη υπόψη του διά λόγου εφέσεως του αναιρεσείοντος επαναφερθέντος ισχυρισμού του ότι η μετά του αναιρεσιβλήτου καταρτισθείσα σύμβαση είναι άκυρη, ως μη περιβληθείσα τον έγγραφο τύπο, είναι απαράδεκτος, ως επουσιώδης, αφού η αγωγή δεν ερείδεται επί καταρτισθείσης χρηματιστηριακής παραγγελίας, αλλ' επί προπαρασκευαστικής χρηματιστηριακών συναλλαγών δικαιοπραξίας εντολής, η οποία είναι άτυπη, μη υποκειμένη ως εκ της φύσεώς της στον έγγραφο τύπο α) της παροχής εντολής εκτελέσεως ορισμένου περιεχομένου χρηματιστηριακής συναλλαγής ή β) της συντάξεως πινάκων μεταφερομένων εντολών ή γ) του διπλοτύπου σημειωματαρίου των συμβάσεων εντός κύκλου ή δ) του βιβλιαρίου τριπλοτύπων πινακιδίων των εντός κύκλου συναλλαγών ή ε) του διπλοτύπου βιβλιαρίου εντολών των εκτός κύκλου συναλλαγών (άρθρο 27 § 1 ν. 1806/1988, υπ' αρ. 6280/Β508/17.5.1989 απόφαση Υπουργού Εθνικής Οικονομίας [ΦΕΚ Β΄ 417/31.5.1989]), που ανάγονται εξάλλου στον κύκλο των υποχρεώσεων του χρηματιστή και δεν αποτελούν προϋποθέσεις του κύρους της διδομένης σ' αυτόν σχετικής εντολής ή στ) της διδομένης από τον πελάτη του χρηματιστή εντολής, που "δύναται να αποδεικνύεται διά σημειώματος υπογραφομένου υπό του εντολέως" (άρθρο 12 § 5 ν. 3632/1928, ως είχε κατά τον κρίσιμο χρόνο, το οποίο αφορά τον τρόπο αποδείξεως της εντολής εκ μέρους του χρηματιστή και όχι του εντολέως του).
Επειδή τέλος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ έκτος λόγος της αιτήσεως, συνιστάμενος στην παραμόρφωση του περιεχομένου της υπ' αρ. ....αποδείξεως, διά της παραδοχής ότι αυτή φέρει και την υπογραφή του αναιρεσιβλήτου, ως εντολέως του αναιρεσείοντος, ενώ δεν φέρει όντως αυτήν, είναι αβάσιμος, αφού η ύπαρξη ή μη της εν λόγω υπογραφής ουδόλως επηρεάζει την απόδειξη της καταβολής του ενδίκου ποσού από τον ενάγοντα στον αναιρεσείοντα, που στηρίζει την αγωγική αξίωση, ερειδομένη, ως ελέχθη, στην ένδικη σύμβαση άτυπης προπαρασκευαστικής χρηματιστηριακών συναλλαγών εντολής και όχι στην εκτέλεση χρηματιστηριακής πράξεως. Μετά ταύτα, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 10.12.2003 αίτηση του Χ3 περί αναιρέσεως της υπ' αρ. 7292/2003 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και.
Καταδικάζει τις συνεχίζουσες τη δίκη καθολικές διαδόχους του αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου εκ χιλίων εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιανουαρίου 2007. Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 22 Ιανουαρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ