Supreme Court partially allows appeal against appeal court decision on lease contract dispute regarding penalty clause and interest.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision in a lease contract dispute involving two companies. The appellant argued that the lower court's reasoning contained contradictions and violated procedural rules, but failed to substantiate these claims with specific facts or evidence. The court rejected the appeal on these grounds as inadmissible but found merit in the appellant's request regarding the penalty clause calculation period, ordering the case remitted to a different judge for further examination.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1), 559(8), 561(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when specific grounds are admissible while others are rejected for lack of substantiation or violation of procedural rules, remitting the admissible portion for retrial by a different judge.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1149 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1149/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Ελένη Φραγκάκη και Ζαμπέτα Στράτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Μαρτίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΕ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σωτήριο Φέλιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Παπαδιαμάντη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-3-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 26-7-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, καθώς και με την από 29-10-2012 κύρια παρέμβαση της "... ΑΕ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1062/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1422/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-10-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αντώνιο Τσαλαπόρτα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα υπ' αριθμ. 1422/2016 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο, αφού δίκασε την από 11-9-2014 έφεση της εκκαλούσας ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕ" κατά της υπ' αριθμ. 1062/2014 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ.
δέχθηκε τυπικά την έφεση και την απέρριψε κατ' ουσία. Η προσβαλλόμενη 1422/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 648 επ. όπως ίσχυαν τότε, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων κατά το τμήμα που ενδιαφέρει εν προκειμένω:
Με την με αρ. κατ. 1433/11 αγωγή η ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία - μισθώτρια επικαλούμενη λύση της μίσθωσης του περιγραφόμενου μισθίου ακινήτου κατόπιν της εκ μέρους της καταγγελίας λόγω της μη έγκαιρης παραχώρησης της χρήσης του, ζήτησε (μετά παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος) να αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα - εκμισθώτρια οφείλει να της καταβάλει νομιμότοκα:
α) το ποσό των 114.000 €, προς απόδοση των καταβληθέντων ως εγγυοδοσία, β) το ποσό των 172.000 € λόγω κατάπτωσης της συμφωνημένης ποινικής ρήτρας και γ) το ποσό των 304.710 € προς αποζημίωσή της, για την ζημία που υπέστη κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα. Με την με αρ. κατ. 4296/2011 αντίθετη αγωγή η αναιρεσείουσα - εκμισθώτρια ζήτησε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας (για τους αναφερόμενους σ' αυτή λόγους) και, μετά την γενόμενη από την ίδια καταγγελία της μίσθωσης για αντισυμβατική συμπεριφορά της μισθώτριας, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να της αποδώσουν το μίσθιο και να της καταβάλουν καθεμία εις ολόκληρον νομιμότοκα:
α) το ποσό των 275.155,32 € για οφειλόμενα μετά τέλους χαρτοσήμου μισθώματα, β) 456.000 € ως αποζημίωση χρήσης, καθώς και να αναγνωρισθεί η υπέρ αυτής κατάπτωση της εγγυοδοσίας ποσού 114.000 €, άλλως και επικουρικώς να υποχρεωθούν να της καταβάλουν καθεμία τους εις ολόκληρον νομιμότοκα το ποσό των 394.583,61 € ως αποζημίωση κατά τα ειδικότερον εκτιθέμενα.
Τέλος με την από 29/10/2012 κύρια παρέμβασή της, η οποία δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, η "... ΑΕ" επικαλούμενη εκχώρηση της σχετικής απαίτησης από την εκμισθώτρια, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η ίδια είναι αποκλειστική δικαιούχος των οφειλόμενων νομιμοτόκως μισθωμάτων μετά του τέλους χαρτοσήμου ποσού 275.155,32 €.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, συνεκδικάζοντας τις ως άνω αγωγές και την κύρια παρέμβαση, έκανε εν μέρει δεκτή την πρώτη αγωγή (επιδικάζοντας στην ενάγουσα το ποσό των 507.000 € νομιμότοκα) και απέρριψε την δεύτερη και την κυρία παρέμβαση. Κατά των κεφαλαίων της απόφασης αυτής που αφορούν την εν μέρει παραδοχή της πρώτης αγωγής και την απόρριψη της δεύτερης ως προς την πρώτη εναγόμενη άσκησε έφεση η εναγόμενη της πρώτης - ενάγουσα της δεύτερης αγωγής, ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε." και ζητούσε για τους λόγους που ανέφερε, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το προσβαλλόμενο μέρος της, ώστε να απορριφθεί η αγωγή της νυν αναιρεσίβλητης και να γίνει δεκτή η αγωγή της. Επί αυτής της εφέσεως μετά τη συζήτησή της, εκδόθηκε από το Μονομελές Εφετείο Αθηνών η υπ' αριθμ. 1422/2016 οριστική απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση ως αβάσιμη κατ' ουσία.
Κατά της απόφασης αυτής εναντιώνεται η ηττηθείσα εναγόμενη της πρώτης των αγωγών και ενάγουσα της δεύτερης με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και με τους διατυπούμενους δι' αυτής λόγους. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).
O εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται τόσο οι κύριοι και πρόσθετοι λόγοι της εφέσεως (Ολ.ΑΠ 3/2008, ΑΠ 1434/2010, ΑΠ 1586/2008), όσο και οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολομ.ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008).
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 1309/2018, ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1654/2007).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 1/1999). Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως, και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία, η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 12/1995, Ολ.ΑΠ 24/1992).
Όμως, δεν έχει εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 716/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη, αναιρετικά κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από 8-4-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής μίσθωσης η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... Α.Ε." εκμίσθωσε στην εταιρεία με την επωνυμία "..." ένα συγκρότημα κτιρίων γραφείων/ πάρκιγκ, αποτελούμενο από τέσσερα αυτοτελή κτίρια, κείμενο στον ...
και στο 24° χιλιόμετρο της Εθνικής Οδού .... Ειδικότερα, εκμίσθωσε: 1) το κτίριο 2, με ισόγειο 551,30 τ.μ, με χώρους γραφείων, Α' όροφο 442,10 τ.μ, με χώρους γραφείων, Α' υπόγειο 795,60 τ.μ, με θέσεις στάθμευσης και βοηθητικούς χώρους, Β' υπόγειο 912,50 τ.μ, με χώρους Η/Μ εγκαταστάσεων και θέσεις στάθμευσης, 2) το κτίριο 3, με ισόγειο, 611,40 τ.μ.
με χώρους γραφείων, Α' όροφο, 613,40 τ.μ, με χώρους γραφείων, Α' υπόγειο, 643,10 τ.μ. με χώρους κύριας χρήσης και βοηθητικούς χώρους, Β' υπόγειο, 853,20 τ.μ, με χώρους Η/Μ εγκαταστάσεων και θέσεις στάθμευσης, 3) το κτίριο 4, με ισόγειο, 529,30 τ.μ, με χώρους γραφείων, Α' όροφο, 492,40 τ.μ, με χώρους γραφείων, Α' υπόγειο, 709,10 τ.μ, με θέσεις στάθμευσης και βοηθητικούς χώρους, Β' υπόγειο 953,90 τ.μ.
με χώρους Η/Μ εγκαταστάσεων και θέσεις στάθμευσης. Επιπλέον, εκμίσθωσε και τον περιβάλλοντα χώρο έμπροσθεν των κτιρίων 2, 3, 4, συνολικής επιφάνειας 1,072,70 τ.μ, αποτελούμενο από θέσεις στάθμευσης, και 4) το κτίριο 5, επιφάνειας ακάλυπτου χώρου 300 τ.μ. στον περιβάλλοντα χώρο αυτού, αποτελούμενο από 12 θέσεις στάθμευσης.
Τα κτίρια 2, 3 και 4 έχουν δομηθεί σε επαφή μεταξύ τους έτσι ώστε αποτελούν οπτικά ένα ενιαίο κτηριακό συγκρότημα, ενώ το κτίριο 5 δεν τελεί σε επαφή με τα υπόλοιπα και είναι ανεξάρτητο. Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε δωδεκαετής, αρχόμενη στις 8-9-2010 και λήγουσα στις 7-9-2022. Σύμφωνα με τον όρο 1β της σύμβασης μίσθωσης "Δεδομένου ότι το μίσθιο είναι σήμερα στο τελικό στάδιο της κατασκευής, και δεν είναι πλήρως αποπερατωμένο, η εκμισθώτρια, δηλώνει ότι η παράδοση του μισθίου από την εκμισθώτρια στην μισθώτρια, αποπερατωμένου τόσο ως προς τα κτίσματα, σύμφωνα με τα στο παρόν οριζόμενα, όσο και ως προς τις παροχές ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ και ΟΤΕ, καθώς και ως προς τον περιβάλλοντα χώρο θα γίνει την 8-9-2010, υπό την επιφύλαξη του όρου 1γ καθώς και του όρου 9δ του παρόντος.
Προς τούτο συμφωνείται και γίνεται αμοιβαία αποδεκτό από τα συμβαλλόμενα μέρη ότι σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης του μισθίου σύμφωνα με την κατά τα άνω συμφωνούμενη ημερομηνία παράδοσης, ήτοι την 8-9-2010, από λόγους που οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της εκμισθώτριας και με την επιφύλαξη των αναφερομένων περιπτώσεων στους πιο κάτω όρους 1γ και 9δ, η μισθώτρια θα δικαιούται να τάξει εύλογη προθεσμία στην εκμισθώτρια, η οποία δεν μπορεί να είναι βραχυτέρα των 10 ημερών για την προσήκουσα παράδοση του μισθίου.
Σε περίπτωση κατά την οποία παρέλθει άπρακτος η κατά τα άνω ταχθείσα προθεσμία, και μετά την παρέλευση ενός (1) μηνός από την εκπνοή αυτής, η μισθώτρια δικαιούται να καταγγείλει την παρούσα μίσθωση. Αν τελικώς η εκμισθώτρια εξ αποκλειστικής της υπαιτιότητας και πάντοτε με την επιφύλαξη των αναφερομένων περιπτώσεων στους πιο κάτω όρους 1γ και 9δ δεν προβεί σε προσήκουσα παράδοση του μισθίου εντός 6 μηνών από την κατά τα άνω ταχθείσα από τη μισθώτρια προθεσμία τεκμαίρεται αδυναμία παράδοσης της χρήσης αυτού και η μίσθωση θα θεωρείται λελυμένη, δικαιούμενης της μισθώτριας να ζητήσει πλήρη αποζημίωση για κάθε θετική και αποθετική ζημία που υπέστη από την συμπεριφορά της εκμισθώτριας και την μη παράδοση του μισθίου, η δε εκμισθώτρια υποχρεούται στην άμεση επιστροφή και ατόκως της δοθείσας εγγύησης σύμφωνα με το άρθρο 2 του παρόντος.
Πάντως ρητά συμφωνείται ότι η εκμισθώτρια διατηρεί στο ακέραιο το δικαίωμα για αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από την μισθώτρια συνεπεία της λύσεως ή καταγγελίας της παρούσης. Ευνόητο είναι, άλλως ρητά διευκρινίζεται ότι η υποχρέωση της μισθώτριας για καταβολή μισθώματος γεννάται μετά την προσήκουσα παράδοση του μισθίου από την εκμισθώτρια.
Στην περίπτωση της μη προσήκουσας παράδοσης της χρήσης του μισθίου την 8-9-2010, και με την επιφύλαξη των αναφερομένων στους πιο κάτω όρους 1γ και 9δ, από λόγους που οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της εκμισθώτριας, για κάθε ημέρα καθυστέρησης στην παράδοση του μισθίου μετά την ταχθείσα κατά τα άνω από τη μισθώτρια προθεσμία και για όσο χρόνο διατηρείται σε ισχύ η παρούσα μίσθωση σύμφωνα με τα ανωτέρω, η εκμισθώτρια υποχρεούται να καταβάλει στην μισθώτρια το ποσό των ευρώ 2.000,00, το οποίο τα μέρη ήδη με το παρόν συνομολογούν ως δίκαιη, εύλογη και εκκαθαρισμένη ποινική ρήτρα".
Περαιτέρω, με τον όρο 1γ του ιδίου ως άνω συμφωνητικού ορίστηκαν τα ακόλουθα: "Με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου 1β, παράταση και αναστολή του χρόνου παραδόσεως του μισθίου ετοίμου και σύμφωνα με τα συνημμένα κατωτέρω παραρτήματα δικαιολογείται συνεπεία 1.- λόγων ανωτέρας βίας (π.χ. πόλεμος, γενική επιστράτευση, κήρυξη γενικής ή τοπικής απεργίας, θεομηνία, σεισμός, αναστολή από τις αρχές των οικοδομικών εργασιών), εκτός εάν η αναστολή οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη της εκμισθώτριας, 2.- εάν ζητηθεί από την μισθώτρια εκτέλεση νέων εργασιών που δεν περιλαμβάνονται στα συνημμένα σχέδια μέσα στα πλαίσια των προβλεπομένων από την Πολεοδομική Άδεια εργασιών, 3.- μη παράδοση από την μισθώτρια στην εκμισθώτρια του συνόλου των μελετών για την διαμόρφωση του μισθίου έως και την 8-4-2010, 4.- μη ολοκλήρωση των απαραίτητων εργασιών από την πλευρά των εταιριών ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ για τις συνδέσεις του ρεύματος, νερού και τηλεφώνου αντίστοιχα, εφόσον η εκμισθώτρια αποδεδειγμένα έχει κάνει τις αντίστοιχες αιτήσεις και έχει υποβάλει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά προς τους ως άνω Οργανισμούς εγκαίρως και τυχόν καθυστέρηση για την παροχή των συνδέσεων δεν οφείλεται σε πράξη ή παράλειψή της, χωρίς ουδεμία έννομη συνέπεια για την εκμισθώτρια συμπεριλαμβανομένης και της μη υποχρέωσης αυτής για την καταβολή ποινικής ρήτρας.
Στην περίπτωση αυτή δηλ. της δικαιολογημένης κατά τα ανωτέρω παράτασης και αναστολής του χρόνου παράδοσης του έργου, οι ημερομηνίες παράδοσης του μισθίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο παρόν, και ως εκ τούτου έναρξης της μίσθωσης και αναπροσαρμογής του μισθώματος μετατίθενται αντίστοιχα". Το μίσθωμα συμφωνήθηκε στο ποσό των 58.000 ευρώ μηνιαίως, προκαταβαλλόμενο το πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα, το οποίο μετά την συμπλήρωση του δεύτερου μισθωτικού έτους θα αναπροσαρμοζόταν ετησίως κατά το ποσοστό μεταβολής του Δείκτη Τιμών του Καταναλωτή του προηγούμενου δωδεκαμήνου, όπως αυτός προκύπτει από τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, πλέον 1%.
Το μίσθιο συμφωνήθηκε να χρησιμοποιηθεί ως χώρος γραφείων για τη στέγαση των γραφείων και των υπηρεσιών της μισθώτριας και γενικά για την εγκατάσταση και κάλυψη των κάθε είδους δραστηριοτήτων των γραφείων της μισθώτριας. Επιπρόσθετα, συμφωνήθηκε ότι "επιτρέπεται στην μισθώτρια η ολική ή μερική υπεκμίσθωση του μισθίου σε θυγατρική ή/και συνδεδεμένη εταιρεία αυτής, υπό την προγενέστερη γραπτή ενημέρωση της εκμισθώτριας και υπό τον όρο ότι δεν διαφοροποιείται η συμφωνημένη χρήση του μισθίου.
Πάντως σε κάθε περίπτωση υπεκμίσθωσης, η μισθώτρια θα ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον τυχόν υπομισθωτή για την τήρηση των όρων του παρόντος" (άρθρο 3β του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού). Τέλος, με το άρθρο 9γ και δ του ως άνω συμφωνητικού συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: "γ. Τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι σε περίπτωση απόσχισης του κλάδου γαλακτοκομικών και ποτών της μισθώτριας και εισφοράς του σε άλλη εταιρεία (100% θυγατρική της ...) θα υπεισέλθει αυτοδικαίως στην παρούσα μίσθωση η απορροφώσα τον κλάδο εταιρεία, η οποία και θα δεσμεύεται στην τήρηση των όρων της παρούσης.
Προς τούτο παρέχει ήδη με το παρόν μισθωτήριο τη συναίνεσή της η εκμισθώτρια υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις και μόνο. δ. Ρητά συμφωνείται ότι η εκμισθώτρια από την 8-8-2010 θα επιτρέπει σε εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους και συνεργεία της μισθώτριας να εισέρχονται στο μίσθιο, προκειμένου αυτά να προβούν στην εσωτερική διαρρύθμιση του μισθίου (τοποθέτηση χωρισμάτων, πιστοποίηση δικτύων, προγραμματισμό BMS, προγραμματισμό Access Control, τοποθέτηση κ.α.)...
Η μισθώτρια δηλώνει ότι οι ως άνω εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι και συνεργεία δεν θα κωλύουν ή/και δεν θα καθυστερούν τις εργασίες της εκμισθώτριας, άλλως θα υπάρχει αντίστοιχη παράταση του χρόνου παραδόσεως του μισθίου άνευ υπαιτιότητας της εκμισθώτριας". Τον Ιούνιο του 2010 και δυνάμει της υπ' αριθ. 1.299/2010 συμβολαιογραφικής πράξης (σύμβασης απόσχισης κλάδου και απορρόφησης αυτού) της συμβ/φου Μ.
Φ. - Β. ο κλάδος παραγωγής και εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων και ποτών της αρχικής μισθώτριας εταιρείας "... ΑΒΕΕ", αποσχίσθηκε από την τελευταία και εισφέρθηκε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...", από την οποία και απορροφήθηκε. Λόγω της ως άνω απόσχισης, που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμόν 5358/2010 απόφαση του Νομάρχη ….., η ως άνω ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." υπεισήλθε, δυνάμει του από 27-8-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης επαγγελματικής μίσθωσης, στη θέση της μισθώτριας σε όλα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη μίσθωση, ευθυνόμενη πλέον η ίδια ως μισθώτρια κατά τα ως άνω συμφωνηθέντα στο άρθρο 9γ του από 8-4-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης.
Παράλληλα, συμφωνήθηκε ότι στο μίσθιο δεν θα περιλαμβάνεται το κτίριο 5 και ειδικότερα η επιφάνεια (ακάλυπτος χώρος) 300 τ.μ., στον περιβάλλοντα χώρο αυτού, ενώ το μίσθωμα ορίστηκε στο ποσό των 57.000 ευρώ μηνιαίως. Τέλος κατά τον όρο 6 του ως άνω τροποποιητικού συμφωνητικού "η μισθώτρια κατά την υπογραφή του παρόντος κατέβαλε στην εκμισθώτρια το ποσό των εκατόν δέκα τεσσάρων χιλιάδων (114.000) ευρώ, που αντιστοιχεί συνολικά στο μίσθωμα δύο μηνών και το οποίο θα αναπροσαρμόζεται κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2..., το οποίο θα παραμείνει άτοκα στα χέρια της εκμισθώτριας σαν εγγύηση για την καθ' όλη τη διάρκεια της μισθώσεως...".
Την επίβλεψη, την πορεία και την εκτέλεση των συμφωνημένων έργων στο μίσθιο ανέθεσε η μισθώτρια στην εταιρεία ..., η οποία τήρησε και ημερολόγιο έργου. Παράλληλα οι δικοί της μηχανικοί παρακολουθούσαν την εξέλιξη των έργων και με επιτόπιους ελέγχους σ' αυτό κατά τα συμφωνημένα. Περαιτέρω ως προέκυψε από την αρχή της εκτέλεσης των συμφωνημένων έργων οι εργασίες στο μίσθιο δεν προχωρούσαν με τους ρυθμούς που έπρεπε και έτσι παρουσιάστηκαν καθυστερήσεις (βλ.
χαρακτηριστικά το από 5-5-2010 e-mail, του Διευθύνοντος Συμβούλου της εταιρίας ... Δ. Μ. στο οποίο αναφέρεται ότι "η ... πάει πολύ αργά, πρέπει να επιταχύνουμε"). Οι ίδιοι ρυθμοί εργασίας συνεχίστηκαν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου, με την ανταλλαγή μεταξύ των διαδίκων πληθώρας σχετικών με το θέμα ηλεκτρονικών μηνυμάτων, που προσκομίζονται από την μισθώτρια.
Στις προσκομιζόμενες εκθέσεις έργου της ... για τις περιόδους 14/6 έως 20/6/2010, 21/6 έως 27/6/2010, 28/6 έως 4/7/2010, 5/7 έως 11/7/2010 και από 12/7 έως 18/7/2010, πέραν των αναφερομένων εργασιών που κατά περιόδους εκτελούνταν, επισημαίνεται η καθυστέρηση του έργου πέραν του χρονοδιαγράμματος, η ανάγκη επίσπευσης αυτών όπως και αναθεώρησης του υπάρχοντος χρονοδιαγράμματος.
Όμως οι καθυστερήσεις στην εκτέλεση των εργασιών συνεχίστηκαν με συνέπεια η παράδοση του έργου στις 8-9-2010 να είναι αδύνατη. Ενόψει των ανωτέρω η εκμισθώτρια και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." συμφώνησαν δυνάμει του από 4-10-2014 ιδιωτικού συμφωνητικού τροποποίησης επαγγελματικής μίσθωσης την τροποποίηση της ημερομηνίας παράδοσης του μισθίου από 8-9-2010 στις 30-11-2010, χωρίς καμία έννομη συνέπεια για την εκμισθώτρια, συμπεριλαμβανομένης και της μη υποχρέωσης αυτής για καταβολή τυχόν ποινικής ρήτρας.
Στη συνέχεια, δυνάμει των υπ' αριθ. ...83/2010, ...85/2010 και ...87/2010 συμβολαίων του συμβ/φου Β. Μ. η εκμισθώτρια πώλησε και μεταβίβασε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" όλες τις περιλαμβανόμενες στα κτίρια 2, 3 και 4 οριζόντιες ιδιοκτησίες, μετά των αγροτεμαχίων, επί των οποίων ανεγέρθησαν, αντίστοιχα, ενώ με τα υπ' αριθ. ...84/2010, ...86/2010 και ...88/2010 συμβόλαια χρηματοδοτικών συμβάσεων του ίδιου ως άνω συμβ/φου προέβη στην μίσθωση αυτών από τη νέα ιδιοκτήτρια, χωρίς η τελευταία να υπεισέλθει στην επίδικη μίσθωση, που με το από 4-10-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης επαγγελματικής μίσθωσης μετατράπηκε σε υπομίσθωση με υπεκμισθώτρια την εταιρεία "..." και υπομισθώτρια την εταιρεία "...".
Τελικά παρά τα συμφωνημένα στις 30-11-2010 η εταιρεία "..." δεν παρέδωσε το μίσθιο. Η εταιρία "..." με την από 1/12/2010 εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στην υπεκμισθώτρια αυθημερόν (βλ. την υπ' αριθμ. ...38/1-12-2010 έκθεση επίδοσης του δικ. επιμ/τή του Πρωτ/κείου Πειραιά Ε. Λ.) έταξε στην τελευταία δεκαήμερη προθεσμία για την προσήκουσα και συμφωνημένη παράδοση της χρήσης του μισθίου.
Η εταιρεία "..." με την από 8-12-2010 εξώδικη απάντησή της ισχυρίστηκε ότι ο χρόνος παράδοσης του μισθίου έχει παραταθεί αορίστως λόγω πρόσθετων εργασιών. Μετά την πάροδο μηνός η εταιρεία "..." επέδωσε στην εταιρεία "..." την από 12/1/2010 εξώδικη δήλωσή της (βλ. την υπ' αριθμ. ….19/13-1-2011 έκθεση επίδοσης του δικ. επιμ/τή του Πρωτ/κείου Αθηνών Κ.
Μ.) καλώντας την τελευταία εκ νέου να της παραδώσει το μίσθιο εντός δέκα ημερών τονίζοντας την αναγκαιότητα της άμεσης μετεγκατάστασής της σ' αυτό. Τελικά ενόψει της μη παράδοσης του μισθίου και λαμβάνοντας υπόψη την υπ' αριθμ. 34 έκθεση έργου της ... για το διάστημα από 10/1 έως 14/1/2011, σύμφωνα με την οποία "η πρόοδος των εργασιών παραμένει σε ρυθμό που καθιστά την πρόβλεψη της ημερομηνίας αποπερατώσεως αδύνατη", αλλά και την υπ' αριθμ. 37 έκθεση έργου της ως άνω εταιρίας από την οποία προέκυπταν, εκτός των αναμενόμενων καθυστερήσεων, και πλημμέλειες του έργου, η εταιρία "..." προέβη στην καταγγελία της σύμβασης στις 25-2-2011 (βλ.
την υπ' αριθμ. ….37/ 25-2-2011 έκθεση επίδοσης του δικ. επιμ/τή στο Πρωτ/κείο Αθηνών Γ. Φ.). Η υπεκμισθώτρια ισχυρίζεται ότι η εν λόγω καταγγελία είναι άκυρη καθώς η αδυναμία παράδοσης του έργου κατά την ορισθείσα καταληκτική ημερομηνία της 30/11/2010 οφειλόταν σε υπαιτιότητα της υπομισθώτριας α) λόγω επανειλημμένων από μέρους της τροποποιήσεων των συμβατικών σχεδίων στο χρονικό διάστημα από 13/4 έως 6/9/2010, β) λόγω των εξωσυμβατικών εργασιών που απαιτήθηκαν από αυτήν, για την εκτέλεση των οποίων απαιτούνταν χρονικό διάστημα 55 ημερών, γ) λόγω της αναπροσαρμογής τόσο των αρχιτεκτονικών, όσο και των Η/Μ μελετών εκτιμώμενη σε 35 ημέρες, δ) λόγω ανωτέρας βίας, αναγόμενη στις απεργίες των οικοδόμων και στην καθυστέρηση των διαδικασιών ηλεκτροδότησης του έργου από τη ΔΕΗ, ε) λόγω των φθορών που προκλήθηκαν από συνεργεία τρίτων σε αποπερατωμένα τμήματα του μισθίου για την αποκατάσταση των οποίων απαιτήθηκαν πέντε επιπλέον ημέρες, συνεπεία των οποίων, συμπεριλαμβανομένου και του μεταξύ τους εκκρεμούντος λογαριασμού, επήλθε επιμήκυνση του χρόνου παράδοσης του μισθίου για 4 τουλάχιστον μήνες κατά τα άρθρα 1γ του από 8-4-2010 και Βα του από 4-10-2010 συμφωνητικού.
Ειδικότερα η υπεκμισθώτρια (κατά κύριο λόγο) ισχυρίζεται ότι η υπομισθώτρια 1) ζήτησε στις 13-4-2010 αναδιάταξη των θέσεων εργασίας στο λογιστήριο που συνεπάγεται αναδιάταξη των δικτύων voice-data (τηλέφωνα, ηλεκτρονικοί υπολογιστές) και των αντίστοιχων ρευματοδοτών, επέκταση των χώρων λογιστηρίου σε βάρος των χώρων στάθμευσης του υπογείου, ενοποίηση δύο αιθουσών συνεδριάσεων σε μία, αντιμετάθεση των χώρων WC ΑΜΕΑ και control room, και στις 15-4-2010 νέες τροποποιήσεις των θέσεων εργασίας στο χώρο του λογιστηρίου του Α' υπογείου σε βάρος των θέσεων στάθμευσης του υπογείου και τη δημιουργία διαχωριστικού τοίχου από οπτοπλινθοδομή ώστε να επιτευχθεί η αιτούμενη αναδιάταξη, 2) της διαβίβασε μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 20-4-2010 οδηγίες για τη διαμόρφωση της κυρίας εισόδου, στις 21-5-2010 νέες κατόψεις ισογείου και Α' ορόφου σύμφωνα με τις οποίες προέκυψε η κατασκευή ενός συγκροτήματος WC στο ισόγειο και ενός στον Α' όροφο καθώς και η προσθήκη γραφείων στο ισόγειο, στις 27-5-2010 νέες κατόψεις του Α' υπογείου, ισογείου και Α' ορόφου με τροποποιήσεις στη διαμερισματοποίηση του χώρου του λογιστηρίου στο Α' υπόγειο και στο χώρο του control room στο ισόγειο, 3) στις 10-6-2010 της διαβίβασε νέα αρχιτεκτονικά σχέδια κατόψεων Α' υπογείου, ισογείου και Α' ορόφου σε σχέση με τα προηγούμενα με τροποποιήσεις στο χώρο του λογιστηρίου στο Α' υπόγειο, στο ισόγειο και τον Α' όροφο, 4) στις 17-6-2010 της διαβίβασε έκθεση των προτεινομένων προδιαγραφών για τις τηλεπικοινωνιακές υποδομές, ενώ στις 21-6-2010 της γνωστοποίησε πρόσθετες θέσεις εργασίας στους υπό διαρρύθμιση χώρους, στις 7-7-2010 της απέστειλε νέο σχέδιο κάτοψης του Α' υπογείου με αναδιαμόρφωση του χώρου του εστιατορίου με κατά συνέπεια αναγκαστικές καθαιρέσεις τοιχοποιίας, ενώ τελικά στις 3-8-2010 της απέστειλε την τελική νέα κάτοψη του χώρου του εστιατορίου και στις 12-8-2010 σχέδιο ανόψεως (ψευδοροφής) του χώρου της υποδοχής.
Τέλος στις 6-9-2010 η μισθώτρια της απέστειλε τις τελικές κατόψεις για τη διαρρύθμιση των χώρων Α' υπογείου, ισογείου και Α' ορόφου. Όπως όμως προέκυψε οι αποσταλείσες στις 13-4-2010 από μέρους της μισθώτριας τροποποιήσεις στο χώρο του Α' υπογείου, αναφορικά με την επέκταση του χώρου εστιατορίου, τη δημιουργία χώρου καπνιστηρίου και τη μετατόπιση των θέσεων πάρκιγκ, καθώς και αναφορικά με την κατάργηση ή την προσθήκη διαχωριστικών χωρισμάτων για την δημιουργία ενιαίας αίθουσας ή περισσοτέρων γραφείων και θέσεων εργασίας στο χώρο του ισογείου και του Α' ορόφου, δεν επηρέασαν την εξέλιξη των εργασιών της υπεκμισθώτριας, αφού η γνωστοποίησή τους έγινε αμέσως μετά την υπογραφή του μισθωτηρίου συμβολαίου και πριν την έναρξη των εργασιών, ενώ στο σύνολό τους αφορούσαν την εταιρεία ..., που είχε αναλάβει την εσωτερική διαρρύθμιση του μισθίου με την τοποθέτηση κινητών χωρισμάτων.
Το αυτό ισχύει και για την προσθήκη χώρων WC, αφού για την κατασκευή τους δεν είχαν αρχίσει ούτε οι προπαρασκευαστικές εργασίες. Στα από 15-4-2010 και 20-4-2010 ηλεκτρονικά μηνύματα της υπομισθώτριας προς την "..." δεν υπήρξε οποιαδήποτε μεταβολή των σχεδίων ενώ στα από 21-5-2010 και 27-5-2010 και από Ιουνίου 2010 ηλεκτρονικά μηνύματα της υπομισθώτριας οι τροποποιήσεις στο υπόγειο, ισόγειο και στον Α' όροφο αφορούσαν κατά το πλείστον σε προσθήκη ή αφαίρεση κινητών χωρισμάτων των χώρων εργασίας, που δεν ασκούσαν επιρροή στις τότε εκτελούμενες στο μίσθιο εργασίες.
Επίσης το αποσταλέν στις 7-7-2010 ηλεκτρονικό μήνυμα της υπομισθώτριας αφορούσε στις κατόψεις των χώρων του Α' υπογείου σχετικά με την καθαίρεση τοιχοποιίας 156 τ.μ. για το ενιαίο της κουζίνας και την προσθήκη ελαφρών τροποποιήσεων βοηθητικών χώρων του εστιατορίου. Γενικότερα όλες οι αλλαγές στα σχέδια που επικαλείται η υπεκμισθώτρια είτε ήταν επιβεβλημένες από την ορθή αποτύπωση της πραγματικής κατάστασης του μισθίου είτε επουσιώδεις ως προς την εξέλιξη των εργασιών.
Επιπροσθέτως, η "..." ουδέποτε διατύπωσε αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις ως προς το χρόνο παράδοσης του έργου ενόψει των ως άνω τροποποιήσεων. Αντιθέτως και στο από 22-7-2010 χρονοδιάγραμμά της όρισε ως καταληκτικό χρόνο παράδοσης του μισθίου την 8-9-2010. Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, η "..." ισχυρίζεται ότι απαιτήθηκε χρονικό διάστημα επιπλέον 55 ημερών για την κατασκευή εξωσυμβατικών (προσθέτων) εργασιών, που είναι κυρίως οι ακόλουθες:
κατασκευή ανεμοφράκτη, μεταβολή του control room, τροποποιήσεις κουφωμάτων αλουμινίων, μετατροπή χώρου εστιατορίου, κατασκευή νέων WC σε ισόγειο και όροφο, επιπλέον δικτύων voice-data, λόγω των επιπλέον θέσεων εργασίας, επαύξηση παροχικών καλωδίων από μετασχηματιστή σε γενικό πίνακα χαμηλής τάσης και από ηλεκτροπαραγωγικό ζεύγος σε γενικό πίνακα μέσης τάσης, μεγαφωνική εγκατάσταση υπογείου, ρευματοδότες για επιπλέον θέσεις εργασίας, παροχές εφεδρικών θέσεων εργασίας χωρίς ρευματοδότη, αλλαγή τύπου φωτιστικών και τοποθέτηση αισθητηρίων παρουσίας στα γραφεία, πρόσθετοι νιπτήρες στα συμβατικά WC, δαπάνες για λογαριασμό τρίτων (αποκαταστάσεις, καθαρισμοί), έλεγχος του φωτισμού των χώρων στάθμευσης με αισθητήρα, εγκατάσταση μπαρών στις εισόδους των χώρων στάθμευσης, επιπλέον μήκη αεραγωγών που εγκαταστάθηκαν για το ενιαίο υψόμετρο της ψευδοροφής και πρόσθεση φωτιστικών στην reception.
Πλην όμως, όπως προέκυψε, η κατασκευή ανεμοφράκτη ήταν εργασία που καλύπτονταν από την τρίμηνη επιπλέον προθεσμία, που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Επιπροσθέτως, για τις λοιπές προαναφερόμενες εργασίες δεν απαιτούνταν επιπρόσθετος χρόνος και ειδικότερα, για την μετατροπή του control room, που στην ουσία επρόκειτο για αλλαγή που συνίστατο στην καθαίρεση δύο τοίχων και κατασκευή δύο άλλων στη θέση τους, δεν απαιτούνταν χρόνος πέραν των δύο ημερών, ενώ για τα κουφώματα αλουμινίου δεν υπήρξε καμία μετατροπή ή αλλαγή αλλά επισήμανση από μέρους της "..." για την ορθή παραγγελία τους από την "...", προσέτι για την μετατροπή του χώρου του εστιατορίου, που αφορούσε στην ενοποίηση του χώρου η εντολή δόθηκε στις 7-7-2010 και οι εργασίες αποκατάστασης των αλλαγών διήρκησαν μία ημέρα (12-7-2010 βάσει του ημερολογίου της ...), ενώ η κατασκευή νέων wc στο ισόγειο και στον Α' όροφο (που ήταν αναγκαία) ζητήθηκε σε πρώιμο στάδιο, που δεν επηρέαζε τον προγραμματισμό της εκμισθώτριας.
Αλλά και οι λοιπές ως άνω εργασίες ηλεκτρολογικής φύσης αφορούσαν στη συγκεκριμενοποίηση των θέσεων εργασίας από πλευράς της μισθώτριας σε σχέση με εκείνες, που από μόνη της είχε προσδιορίσει η "..." στα ηλεκτρομηχανολογικά σχέδια και ήταν (οι σχετικές εργασίες) ήσσονος σημασίας σε σχέση με το όλο έργο.
Επιπλέον ο ισχυρισμός της υπεκμισθώτριας ότι παρατάθηκε ο χρόνος παράδοσης του μισθίου λόγω ανωτέρας βίας οφειλόμενη στην απεργία των μέσων μαζικής μεταφοράς στις 27-2-2010 και στις 8-9-2010 δεν κρίνεται βάσιμος, δεδομένου ότι το εργοτάξιο βρίσκεται στο 24° χιλιόμετρο της Εθνικής οδού ..., δηλαδή σε σημείο μη προσβάσιμο με τα μέσα μαζικής μεταφοράς, τα οποία ως εκ τούτου ούτως ή άλλως δεν χρησιμοποιούνταν από τους εργατοτεχνίτες για την προσέλευση και αποχώρησή τους.
Αβάσιμος εξάλλου κρίνεται και ο αντίστοιχος ισχυρισμός της υπεκμισθώτριας λόγω της απεργίας των οικοδόμων στις 23-6-2010, 29-6-2010, 8-7-2010 και 8-9-2010, αφού δεν αποδείχθηκε η συμμετοχή των εργαζομένων στο έργο, ενώ αντιθέτως όπως προέκυψε εκτελέστηκαν οικοδομικές εργασίες στο μίσθιο και συγκεκριμένα στις 23-6-2010 έγιναν εργασίες τοποθέτησης καλωδιώσεων φωτισμού στο ισόγειο, εργασίες επιχρίσματος 3° χέρι στον Α' όροφο, καθαρισμοί και προετοιμασία δώματος και κλίμακας, τοποθέτηση μαρμαροεπενδύσεων στα κλιμακοστάσια και τοποθέτηση γωνιακών υδρορροών στο δώμα, στις 29-6-2010 έγιναν εργασίες επιχρίσματος δεύτερο χέρι στο Α' υπόγειο, στις 8-7-2010 έγιναν εργασίες τοποθέτησης καλωδιώσεων φωτισμού στο ισόγειο και τα κλιμακοστάσια, εργασίες επιχρίσματος δεύτερο χέρι στο Α' υπόγειο, τοποθέτηση σωληνώσεων κλιματισμού στο υπόγειο, τοποθέτηση μαρμαροεπενδύσεων στα κλιμακοστάσια, τσιμεντογωνίες στον Α' όροφο, τοποθέτηση σωληνώσεων πυρόσβεσης στο Β' υπόγειο και τσιμεντοειδή στις βεράντες ενώ στις 8-9-2010 έγιναν χρωματισμοί στο Α' υπόγειο, τοποθέτηση κινητών χωρισμάτων στο ισόγειο, τοποθέτηση πλακιδίων στο Α' υπόγειο και στο ισόγειο, τοποθέτηση αεραγωγών στο Α' υπόγειο, τοποθέτηση σωληνώσεων στα Α1 και Β' υπόγεια, τοποθέτηση FCU οροφής στο ισόγειο, τοποθέτηση καλωδιώσεων ισχυρών εντός χωρισμάτων, τοποθέτηση ανελκυστήρων, τοποθέτηση ψευδοροφών στον Α' όροφο, τοποθέτηση κουφωμάτων αλουμινίου στο ισόγειο.
Τέλος όσον αφορά στην ηλεκτροδότηση του μισθίου, ως προέκυψε, η υπεκμισθώτρια "..." υπέβαλε στη ΔΕΗ την υπ' αριθμ. πρωτ. …99/23-3-2010 αίτηση ηλεκτροδότησης του μισθίου, επί της οποίας η ΔΕΗ της γνωστοποίησε ότι θα ηλεκτροδοτηθεί με μέση τάση και δεν απαιτείται η εγκατάσταση υποσταθμού διανομής στο μίσθιο. Μετά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης η υπεκμισθώτρια υπέβαλε την υπ' αριθμόν πρωτ. 36/16-6-2010 αίτηση για την οριστική ηλεκτροδότηση του μισθίου.
Ακολούθως η ΔΕΗ με το από 2-7-2010 έγγραφό της γνωστοποίησε στην "..." ότι η θέση παροχής θα εγκατασταθεί στο Α' υπόγειο ή ισόγειο, σε χώρο που θα της παραχωρήσει η εκμισθώτρια αφού προηγουμένως τον διαμορφώσει κατάλληλα - σύμφωνα με σχέδια που θα εγκριθούν από τη ΔΕΗ και ο οποίος πρέπει να έχει συγκεκριμένες διαστάσεις με πυρασφαλή πρόσβαση του προσωπικού της ΔΕΗ καθ' όλο το 24ωρο και πρόσβαση μηχανημάτων μέσω καταπακτής ή μέσω διαδρόμου από δημόσιο χώρο μέχρι το χώρο παροχής.
Στις 17-8-2010 η υπεκμισθώτρια ενημέρωσε τη ΔΕΗ εγγράφως ότι ο εν λόγω χώρος είναι έτοιμος. Στις 16-11-2010 η ΔΕΗ ενημέρωσε την υπεκμισθώτρια για το ποσό συμμετοχής της στη δαπάνη ηλεκτροδότησης που ανερχόταν στο ποσό των 101.581,15 ευρώ, επισημαίνοντας ότι οι σχετικές συμβάσεις διακανονισμού συμμετοχής της παραπάνω δαπάνης, δήλωσης όδευσης των καλωδίων ΔΕΗ στο χώρο και πρόσθετης συμφωνίας παραχώρησης τηλεφωνικής γραμμής για τηλεμέτρηση των καταναλώσεων, θα πρέπει να επιστραφούν μέχρι τις 18-1-2011.
Οι ως άνω συμβάσεις υπεγράφησαν μεταξύ της ΔΕΗ και της υπεκμισθωτριας στις 3-12-2010, οπότε και καταβλήθηκε από μέρους της τελευταίας και το ως άνω αιτούμενο ποσό των 101.581,15 ευρώ (βλ. τις προσκομιζόμενες συμβάσεις και το υπ' αριθμόν ...28/3-12-2010 τιμολόγιο της ΔΕΗ). Το συμβόλαιο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος μεγάλης ισχύος υπεγράφη μεταξύ της ΔΕΗ και της "..." στις 20-1-2011 (βλ.
το σχετικό προσκομιζόμενο συμβόλαιο) οπότε και καταβλήθηκε από την τελευταία και το ποσό των 11.200 ευρώ. Από τα παραπάνω, που δεν αμφισβητούνται από τα διάδικα μέρη, προκύπτει ότι η υπεκμισθώτρια προέβη στην κατάρτιση της οριστικής ηλεκτροδότησης του μισθίου στις 20-1-2011. Επομένως, το μίσθιο δεν ήταν ηλεκτροδοτούμενο κατά τον ορισθέντα χρόνο παράδοσης αυτού στις 30-11-2010.
Η καθυστέρηση αυτή οφείλεται σε ολιγωρία της "...", η οποία, αν και τεχνική εταιρία με εμπειρία ετών όσον αφορά στις σχετικές διαδικασίες, δεν φρόντισε να υποβάλει άμεσα με την σύναψη της συμβάσεως μισθώσεως την αίτηση ηλεκτροδότησης του μισθίου αλλά υπέβαλε αυτήν στις 16-6-2010, ήτοι 2,5 μήνες μετά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, που αποτελεί κρίσιμο χρόνο καθυστέρησης από μέρους της.
Περαιτέρω ως προέκυψε ακόμη και κατά το χρόνο της επίδικης καταγγελίας της σύμβασης από μέρους της εταιρείας "..." (25/2/2011), το μίσθιο δεν ήταν ολοκληρωμένο, αλλά απέμεναν ουσιώδεις εργασίες να εκτελεστούν, ώστε να καταστεί κατάλληλο για την συμφωνημένη χρήση, αφού σύμφωνα με το από 25-2-2011 πόρισμα της επιτόπιας επιθεώρησης εργασιών της ...:
στον Α' όροφο πραγματοποιούνταν το τελευταίο χέρι των χρωματισμών, στο ισόγειο υπολειπόταν το τελευταίο χέρι των χρωματισμών, στο Α' υπόγειο και στον χώρο του εστιατορίου δεν είχαν γίνει οι χρωματισμοί αλλά ούτε και το στάδιο προεργασίας τους (τρίψιμο, στοκάρισμα), στο Β υπόγειο χρειάζονταν επισκευές σε τρύπες στους τοίχους και επαναβαφή στους μηχανολογικούς χώρους, τα κλιμακοστάσια και οι μεταλλικές θύρες και κάσες καθώς και οι θύρες των ανελκυστήρων βάφονταν τότε και χρειάζονταν και άλλο ένα τελευταίο χέρι, στη ψευδοροφή τοποθετούνταν γυψόπλακες, στην ψευδοροφή του Α' υπογείου είχε ολοκληρωθεί ο σκελετός αλλά δεν είχε αρχίσει η τοποθέτηση πλακών, έλειπαν αρμοκάλυπτρα στους αρμούς του εσωτερικού του κτιρίου καθώς και στον περιβάλλοντα χώρο, δεν είχαν ολοκληρωθεί οι πλακοστρώσεις του περιβάλλοντος χώρου, δεν είχαν γίνει οι διαγραμμίσεις στους χώρους στάθμευσης, δεν είχαν ολοκληρωθεί οι μαρμαροποδιές στο ισόγειο της κύριας όψης και δεν είχαν τοποθετηθεί τα τζάμια του ανεμοφράκτη.
Ως προς τις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις στον Α' όροφο είχαν τοποθετηθεί μόνο τα φωτιστικά και οι εσωτερικές κλιματιστικές μονάδες στην ψευδοροφή, ενώ ο υπόλοιπος εξοπλισμός Η/Μ δεν μπορούσε να τοποθετηθεί, οι εγκαταστάσεις των ασθενών ρευμάτων ειδικά στο Α' υπόγειο βρίσκονταν σε εξέλιξη (δεν είχε εγκατασταθεί ακόμη η καλωδίωση και ο εξοπλισμός ασφαλείας και πυρασφάλειας δεν είχε τοποθετηθεί).
Ως εκ τούτου προφανές είναι ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός της υπεκμισθώτριας περί του ότι η υπομισθώτρια είχε ήδη εγκατασταθεί στο μίσθιο από την 1/1/2011. Εξάλλου αφού δεν ήταν έτοιμο το μίσθιο κατά την ημέρα της καταγγελίας, πολύ περισσότερο δεν ήταν στις 30/11/2010, στερούμενης ως εκ τούτου σημασίας της μη πραγματοποίησης αυτοψίας από κοινού με εκπροσώπους και των δύο μερών στις 30/11/2010.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της υπεκμισθώτριας ότι η υπομισθώτρια προέβη στην ως άνω καταγγελία επειδή με την εξαγορά της ... από την ... εξασφάλισε νέα εργοστάσια και νέους χώρους γραφείων, μη έχοντας πλέον συμφέρον στην υλοποίηση της επίδικης μίσθωσης δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Και τούτο διότι η εξαγορά της ..., για την οποία το προσύμφωνο αγοράς του πλειοψηφικού πακέτου μετοχών της από την "..." υπεγράφη στις 1/9/2010, τελούσε υπό την έγκριση της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία δημοσιεύθηκε στις 15/4/2011, ήτοι μετά την καταγγελία της επίδικης σύμβασης.
Αλλά και πέραν τούτου η βιομηχανία ..., που δραστηριοποιείται στην αγορά γάλακτος κυρίως στη ….. με πυρήνα τη ….., διατηρεί τις εγκαταστάσεις των γραφείων της κυρίως στα ..., όπου και στεγάζεται η πλειονότητα των υπαλλήλων της. Στην ….. διατηρούσε μόνο έναν χώρο 500 τ.μ. στη θέση στα ..., που αρκούσε για την κάλυψη των αναγκών των γραφείων της αλλά δεν επαρκεί για να στεγάσει το εργατικό δυναμικό του ομίλου ..., η οποία για το λόγο αυτό προέβη στην από 20-4-2011 μίσθωση από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "...
Α.Ε" κτιριακού συγκροτήματος που βρίσκεται στο Δήμο …. και στην οδό ... το οποίο και παρέλαβε στις 17-5-2011.
Συνεπώς, η εξαγορά της ... από τη ... δεν άσκησε καμία επιρροή στην επίδικη μισθωτική σχέση. Αντιθέτως, η υπομισθώτρια είχε συμφέρον και ενδιαφέρον για την υλοποίηση και όχι για τη ματαίωση της μίσθωσης, καθώς το μίσθιο εξυπηρετούσε τη μετεγκατάσταση του μεγάλου αριθμού των υπαλλήλων της δίπλα στο εργοστάσιο γιαουρτιού της στον ....
Για το λόγο αυτό συμφώνησε με την εταιρεία "..." να της παραδώσει το μίσθιο ως "ψυχρό κέλυφος", ήτοι έτοιμο με τα κουφώματα, δάπεδα, ψευδοροφές κλπ, με τη δυνατότητα της μισθώτριας να διαρρυθμίσει και να διαμορφώσει τον εσωτερικό χώρο ανάλογα με τις ανάγκες της, ιδίως με την τοποθέτηση κινητών χωρισμάτων για τη δημιουργία των θέσεων εργασίας, Σε καμία όμως περίπτωση η εκ του παραλλήλου εργασία των συνεργείων της "..." και των συνεργείων της προστηθείσας από τη "..." εταιρείας ..., που είχε αναλάβει τις εργασίες διαρρύθμισης του εσωτερικού χώρου με την τοποθέτηση κινητών χωρισμάτων, δεν μπορεί να εκληφθεί ως παράδοση του μισθίου στην μισθώτρια.
Άλλωστε στο άρθρο 9δ του από 8-4-2010 ιδιωτικού συμφωνητικού μισθώσεως ρητά προβλεπόταν ότι από 8-8-2010 η υπεκμισθώτρια θα επιτρέπει στους εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους της "..." να εισέρχονται στο μίσθιο για τη διενέργεια της εσωτερικής διαρρύθμισης αυτού, όπως και πράγματι συνέβη πάντοτε μετά από συνεννόηση με την υπεκμισθώτρια.
Με βάση τα παραπάνω δεν είναι νοητή παράδοση και παραλαβή του μισθίου στο οποίο αφενός εκτελούνταν εργασίες αποπεράτωσης της κατασκευής του και αφετέρου δεν είχε τεθεί ηλεκτροδότηση. Ούτε και η από 28-2-2011 πρόσκληση της υπεκμισθώτριας που κοινοποιήθηκε στην υπομισθώτρια στις 2-3-2011 να παρευρεθεί στις 8-3-2011 στο μίσθιο για την ενέργεια δοκιμών στις Η/Μ εγκαταστάσεις αποτελεί διαδικασία παραλαβής του μισθίου, απορριπτόμενων όσων περί του αντιθέτου ισχυρίζεται η υπεκμισθώτρια.
Κατά συνέπεια κρίνεται αβάσιμος ο επιστηριζόμενος επί των παραπάνω (κριθέντων ως μη ανταποκρινόμενων στην πραγματικότητα) περιστατικών ισχυρισμός της υπεκμισθώτριας περί καταχρηστικής άσκησης της καταγγελίας της σύμβασης από την υπομισθώτρια. Τέλος, επί του ισχυρισμού της υπεκμισθώτριας περί ύπαρξης εκκρεμούς λογαριασμού, λεκτέα είναι τα εξής:
στην από 4-10-2010 τροποποιητική σύμβαση αναφέρθηκε για πρώτη φορά το ενδεχόμενο ύπαρξης εκκρεμών λογαριασμών από πρόσθετες εργασίες και ορίστηκε ότι η εκμισθώτρια στην περίπτωση αυτή "δεν θα περιέρχεται σε υπερημερία όσον αφορά στην παράδοση του μισθίου στην ανωτέρω ημερομηνία" (δηλ. 30-11-2010). Από κανένα στοιχείο όμως δεν προέκυψε ότι η ως άνω συμφωνία αφορούσε στην προκαταβολική απόδοση των δαπανών.
Αντιθέτως, κατ' ερμηνεία της σύμβασης κατ' άρθρα 323 επ., 340 επ. και 349 ΑΚ (από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη κατά της οποίας δεν προβάλλεται ειδικό παράπονο με την έφεση, και υιοθετείται και από το παρόν δικαστήριο) η συμφωνία αφορούσε στην ταυτόχρονη εκπλήρωση των εκατέρωθεν παροχών, έτσι ώστε η μη παράδοση του μισθίου κατά τα ανωτέρω από την εταιρεία "..." κατά την συμφωνηθείσα ημεροχρονολογία και η από μέρους της (αόριστη) επίκληση οικονομικής εκκρεμότητας δεν θεμελιώνουν τον ισχυρισμό της περί αναστολής της υπερημερίας της, κρινόμενου τούτου ως αβάσιμου.
Μετά από τα παραπάνω αποδειχθέντα η από μέρους της υπομισθώτριας καταγγελία της συμβάσεως μισθώσεως είναι έγκυρη, κρινόμενης της από 26-7-2011 αγωγής της ... ως προς την κύρια βάση της, ως ουσία αβάσιμης. Αβάσιμη είναι η ως άνω αγωγή και ως προς την επικουρική της βάση εκείνη της αξίωσης καταβολής του ποσού των 394.583,61 ευρώ για τις πρόσθετες εργασίες που πραγματοποίησε στο μίσθιο.
Και τούτο διότι το μίσθιο για την παράδοση του οποίου και αναλήφθηκε η υποχρέωση από μέρους της υπεκμισθωτριας να εκτελέσει τις εργασίες αυτές δεν παραδόθηκε από υπαιτιότητά της, στην οποία και μόνο οφείλεται η όποια σχετική ζημία της και όχι σε αντισυμβατική συμπεριφορά της αντισυμβαλλόμενης της, ώστε να δικαιούται να διεκδικήσει αντίστοιχη αποζημίωση, σημειούμενου εξάλλου ότι ρητά αποκλείεται από το νόμο η υποχρέωση αποζημίωσης εξαιτίας της καταγγελίας εκείνου που έχει δικαίωμα να καταγγείλει την μίσθωση (άρθρ. 587 ΑΚ).
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η υπομισθώτρια εταιρία "..." που κατά τη συμφωνία των διαδίκων είχε το δικαίωμα διαρρύθμισης του εσωτερικού χώρου με την κατασκευή εσωτερικών χωρισμάτων του μισθίου, ανέθεσε την σχετική εργασία στην εταιρία ..., που προέβη σε ειδική παραγγελία χωρισμάτων εσωτερικού χώρου, τα οποία και τοποθετήθηκαν στο μίσθιο.
Τα τελευταία μετά την τοποθέτησή τους και την καταγγελία της μισθώσεως είναι άχρηστα και μη δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν αλλού. Για τη κατασκευή, τοποθέτηση και διαμόρφωση των χωρισμάτων αυτών η ενάγουσα υπομισθώτρια κατέβαλε στην εταιρεία ... κατ' αποκοπή το ποσό των 180.000 ευρώ, πλέον 23% ΦΠΑ, ήτοι συνολικά στο ποσό των 221.400 ευρώ, (βλ.
το υπ' αριθμ. 84/9-12-2010 τιμολόγιο), κατά το οποίο και ζημιώθηκε λόγω της κατά τα ως άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγόμενης υπεκμισθώτριας, και το οποίο ως εκ τούτου πρέπει να της επιδικαστεί. Τέλος, λόγω της καταγγελίας της μίσθωσης για τους παραπάνω αναφερόμενους λόγους αναγόμενους στην υπαιτιότητα της υπεκμισθώτριας η τελευταία υποχρεούται να αποδώσει στην εταιρεία "..." το ποσό των 114.000 ευρώ, που είχε λάβει ως εγγυοδοσία καθώς και το ποσό των 172.000 ευρώ λόγω ποινικής ρήτρας κατά τα μεταξύ τους συμφωνημένα στο από 8-4-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό (άρθρο 1β) (2.000 ευρώ ημερησίως χ 86 ημέρες από 1/12/2010 έως 24/2/2011).
Επομένως το ποσό, που οφείλει να αποδώσει η εναγομένη εταιρεία στην εταιρεία ... ανέρχεται συνολικά σε 507.000 ευρώ (221.400 + 114.000 + 172.000).
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη δέχθηκε τα ίδια παραπάνω ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και δεν έσφαλε. Τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται από την εκκαλούσα κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της".
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από τον αριθμ 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, καθόσον δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί παράτασης της προθεσμίας παράδοσης του μισθίου λόγω ορισμένων περιπτώσεων τροποποιήσεων των αρχιτεκτονικών σχεδίων και ορισμένων περιπτώσεων εξωσυμβατικών εργασιών και περί μη παράδοσης των αρχιτεκτονικών σχεδίων από την αναιρεσίβλητη έως 08.04.2010.
Ο υπό κρίση λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας. Ειδικότερα: Η αναιρεσείουσα δεν εξειδικεύει ποια ήταν τα επικαλούμενα "πράγματα" που το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη κατά τους ισχυρισμούς της και δη ποιές ήταν αυτές οι περιπτώσεις τροποποιήσεων αρχιτεκτονικών σχεδίων και εξωσυμβατικών εργασιών που δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο και τι ακριβώς αφορούσαν αυτές (τροποποιήσεις και εξωσυμβατικές εργασίες).
Στην αίτηση αναίρεσης αναφέρει απλώς την αρίθμηση που είχε δώσει στις εν λόγω περιπτώσεις, και συγκεκριμένα αναφέρει μεταξύ των άλλων χωρίς να εξειδικεύει "32 περιπτώσεις που η αναιρεσίβλητη ζήτησε κατά το από 13-4-2010 έως 6-9-2010 χρονικό διάστημα τις αναφερόμενες στην αγωγή υπό στοιχεία 4.1 και με αριθμούς 1 έως 32 τροποποιήσεις των αρχιτεκτονικών σχεδίων και της τεχνικής συγγραφής υποχρεώσεων που είχαν επισυναφθεί στο αρχικό μισθωτήριο με επακόλουθο την εκτέλεση κάθε φορά των σχετικών εργασιών" παραπέμποντας στην αγωγή και τις προτάσεις χωρίς να αναφέρει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο ποιοί ήταν ένας προς ένας οι ισχυρισμοί, ως και σε τι συνίσταντο οι επικαλούμενες τροποποιήσεις και οι εξωσυμβατικές εργασίες.
Αλλά και αν ακόμη ήθελε γίνει δεκτό ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης είναι ορισμένος, από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε επισταμένως τους εν λόγω ισχυρισμούς που προτάθηκαν ως λόγοι έφεσης και με πλήρες αιτιολογικό τους απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμους δεχόμενο κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του ότι "οι αποσταλείσες στις 13-4-2010 από μέρους της μισθώτριας τροποποιήσεις στο χώρο του Α' υπογείου, αναφορικά με την επέκταση του χώρου εστιατορίου, τη δημιουργία χώρου καπνιστηρίου και τη μετατόπιση των θέσεων πάρκιγκ, καθώς και αναφορικά με την κατάργηση ή την προσθήκη διαχωριστικών χωρισμάτων για την δημιουργία ενιαίας αίθουσας ή περισσοτέρων γραφείων και θέσεων εργασίας στο χώρο του ισογείου και του Α' ορόφου, δεν επηρέασαν την εξέλιξη των εργασιών της υπεκμισθώτριας, αφού η γνωστοποίησή τους έγινε αμέσως μετά την υπογραφή του μισθωτηρίου συμβολαίου και πριν την έναρξη των εργασιών, ενώ στο σύνολό τους αφορούσαν την εταιρεία ..., που είχε αναλάβει την εσωτερική διαρρύθμιση του μισθίου με την τοποθέτηση κινητών χωρισμάτων.
Το αυτό ισχύει και για την προσθήκη χώρων WC, αφού για την κατασκευή τους δεν είχαν αρχίσει ούτε οι προπαρασκευαστικές εργασίες. Στα από 15-4-2010 και 20-4-2010 ηλεκτρονικά μηνύματα της υπομισθώτριας προς την "..." δεν υπήρξε οποιαδήποτε μεταβολή των σχεδίων ενώ στα από 21-5-2010 και 27-5-2010 και από Ιουνίου 2010 ηλεκτρονικά μηνύματα της υπομισθώτριας οι τροποποιήσεις στο υπόγειο, ισόγειο και στον Α' όροφο αφορούσαν κατά το πλείστον σε προσθήκη ή αφαίρεση κινητών χωρισμάτων των χώρων εργασίας, που δεν ασκούσαν επιρροή στις τότε εκτελούμενες στο μίσθιο εργασίες...
Γενικότερα όλες οι αλλαγές στα σχέδια που επικαλείται η υπεκμισθώτρια είτε ήταν επιβεβλημένες από την ορθή αποτύπωση της πραγματικής κατάστασης του μισθίου είτε επουσιώδεις ως προς την εξέλιξη των εργασιών. Επιπροσθέτως, η "..." ουδέποτε διατύπωσε αντιρρήσεις ή επιφυλάξεις ως προς το χρόνο παράδοσης του έργου ενόψει των ως άνω τροποποιήσεων Αντιθέτως και στο από 22-7-2010 χρονοδιάγραμμά της όρισε ως καταληκτικό χρόνο παράδοσης του μισθίου την 8-9-2010.
Περαιτέρω, όπως προαναφέρθηκε, η "..." ισχυρίζεται ότι απαιτήθηκε χρονικό διάστημα επιπλέον 55 ημερών για την κατασκευή εξωσυμβατικών (προσθέτων) εργασιών, που είναι κυρίως οι ακόλουθες: κατασκευή ανεμοφράκτη, μεταβολή του control room, τροποποιήσεις κουφωμάτων αλουμινίων, μετατροπή χώρου εστιατορίου, κατασκευή νέων WC σε ισόγειο και όροφο, επιπλέον δικτύων voice-data, λόγω των επιπλέον θέσεων εργασίας, επαύξηση παροχικών καλωδίων από μετασχηματιστή σε γενικό πίνακα χαμηλής τάσης και από ηλεκτροπαραγωγικό ζεύγος σε γενικό πίνακα μέσης τάσης, μεγαφωνική εγκατάσταση υπογείου, ρευματοδότες για επιπλέον θέσεις εργασίας, παροχές εφεδρικών θέσεων εργασίας χωρίς ρευματοδότη, αλλαγή τύπου φωτιστικών και τοποθέτηση αισθητηρίων παρουσίας στα γραφεία, πρόσθετοι νιπτήρες στα συμβατικά WC, δαπάνες για λογαριασμό τρίτων (αποκαταστάσεις, καθαρισμοί), έλεγχος του φωτισμού των χώρων στάθμευσης με αισθητήρα, εγκατάσταση μπαρών στις εισόδους των χώρων στάθμευσης, επιπλέον μήκη αεραγωγών που εγκαταστάθηκαν για το ενιαίο υψόμετρο της ψευδοροφής και πρόσθεση φωτιστικών στην reception.
Πλην όμως, όπως προέκυψε, η κατασκευή ανεμοφράκτη ήταν εργασία που καλυπτόταν από την τρίμηνη επιπλέον προθεσμία, που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών. Επιπροσθέτως, για τις λοιπές προαναφερόμενες εργασίες δεν απαιτούνταν επιπρόσθετος χρόνος και ειδικότερα, για την μετατροπή του control room, που στην ουσία επρόκειτο για αλλαγή που συνίστατο στην καθαίρεση δύο τοίχων και κατασκευή δύο άλλων στη θέση τους, δεν απαιτούνταν χρόνος πέραν των δύο ημερών, ενώ για τα κουφώματα αλουμινίου δεν υπήρξε καμία μετατροπή ή αλλαγή αλλά επισήμανση από μέρους της "..." για την ορθή παραγγελία τους από την "...", προσέτι για την μετατροπή του χώρου του εστιατορίου, που αφορούσε στην ενοποίηση του χώρου η εντολή δόθηκε στις 7-7-2010 και οι εργασίες αποκατάστασης των αλλαγών διήρκησαν μία ημέρα (12-7-2010 βάσει του ημερολογίου της ...), ενώ η κατασκευή νέων wc στο ισόγειο και στον Α' όροφο (που ήταν αναγκαία) ζητήθηκε σε πρώιμο στάδιο, που δεν επηρέαζε τον προγραμματισμό της εκμισθώτριας.
Αλλά και οι λοιπές ως άνω εργασίες ηλεκτρολογικής φύσης αφορούσαν στη συγκεκριμενοποίηση των θέσεων εργασίας από πλευράς της μισθώτριας σε σχέση με εκείνες, που από μόνη της είχε προσδιορίσει η "..." στα ηλεκτρομηχανολογικά σχέδια και ήταν (οι σχετικές εργασίες) ήσσονος σημασίας σε σχέση με το όλο έργο...
Περαιτέρω ως προέκυψε ακόμη και κατά το χρόνο της επίδικης καταγγελίας της σύμβασης από μέρους της εταιρείας "..." (25/2/2011), το μίσθιο δεν ήταν ολοκληρωμένο, αλλά απέμεναν ουσιώδεις εργασίες να εκτελεστούν, ώστε να καταστεί κατάλληλο για την συμφωνημένη χρήση, αφού σύμφωνα με το από 25-2-2011 πόρισμα της επιτόπιας επιθεώρησης εργασιών της ...:
στον Α' όροφο πραγματοποιούνταν το τελευταίο χέρι των χρωματισμών, στο ισόγειο υπολειπόταν το τελευταίο χέρι των χρωματισμών, στο Α' υπόγειο και στον χώρο του εστιατορίου δεν είχαν γίνει οι χρωματισμοί αλλά ούτε και το στάδιο προεργασίας τους (τρίψιμο, στοκάρισμα), στο Β υπόγειο χρειάζονταν επισκευές σε τρύπες στους τοίχους και επαναβαφή στους μηχανολογικούς χώρους, τα κλιμακοστάσια και οι μεταλλικές θύρες και κάσες καθώς και οι θύρες των ανελκυστήρων βάφονταν τότε και χρειάζονταν και άλλο ένα τελευταίο χέρι, στη ψευδοροφή τοποθετούνταν γυψόπλακες, στην ψευδοροφή του Α' υπογείου είχε ολοκληρωθεί ο σκελετός αλλά δεν είχε αρχίσει η τοποθέτηση πλακών, έλειπαν αρμοκάλυπτρα στους αρμούς του εσωτερικού του κτιρίου καθώς και στον περιβάλλοντα χώρο, δεν είχαν ολοκληρωθεί οι πλακοστρώσεις του περιβάλλοντος χώρου, δεν είχαν γίνει οι διαγραμμίσεις στους χώρους στάθμευσης, δεν είχαν ολοκληρωθεί οι μαρμαροποδιές στο ισόγειο της κύριας όψης και δεν είχαν τοποθετηθεί τα τζάμια του ανεμοφράκτη.
Ως προς τις ηλεκτρομηχανολογικές εγκαταστάσεις στον Α' όροφο είχαν τοποθετηθεί μόνο τα φωτιστικά και οι εσωτερικές κλιματιστικές μονάδες στην ψευδοροφή, ενώ ο υπόλοιπος εξοπλισμός Η/Μ δεν μπορούσε να τοποθετηθεί, οι εγκαταστάσεις των ασθενών ρευμάτων ειδικά στο Α' υπόγειο βρίσκονταν σε εξέλιξη (δεν είχε εγκατασταθεί ακόμη η καλωδίωση και ο εξοπλισμός ασφαλείας και πυρασφάλειας δεν είχε τοποθετηθεί).
Ως εκ τούτου προφανές είναι ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ο ισχυρισμός της υπεκμισθώτριας περί του ότι η υπομισθώτρια είχε ήδη εγκατασταθεί στο μίσθιο από την 1/1/2011. Εξάλλου αφού δεν ήταν έτοιμο το μίσθιο κατά την ημέρα της καταγγελίας, πολύ περισσότερο δεν ήταν στις 30/11/2010, στερούμενης ως εκ τούτου σημασίας της μη πραγματοποίησης αυτοψίας από κοινού με εκπροσώπους και των δύο μερών στις 30/11/2010".
Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται, ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του υπέπεσε στην από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης και ιδίως προβάλλεται ανεπάρκεια της αιτιολογίας της απόφασης, εγκείμενη σε ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την απόρριψη των ισχυρισμών περί παράτασης της προθεσμίας παράδοσης του μισθίου λόγω τροποποιήσεων στα σχέδια, εξωσυμβατικών εργασιών και καθυστέρησης ηλεκτροδότησης του μισθίου.
Όπως αναφέρθηκε αμέσως παραπάνω το Εφετείο με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες απέρριψε τους ισχυρισμούς περί παράτασης της προθεσμίας παράδοσης του μισθίου λόγω τροποποιήσεων στα σχέδια και εξωσυμβατικών εργασιών που οφείλονται σε μεταγενέστερες της συμφωνίας μίσθωσης απαιτήσεις της μισθώτριας.
Όσον αφορά δε την καθυστέρηση ηλεκτροδότησης του μισθίου δέχθηκε τα εξής: "Τέλος όσον αφορά στην ηλεκτροδότηση του μισθίου, ως προέκυψε, η υπεκμισθώτρια "..." υπέβαλε στη ΔΕΗ την υπ' αριθμ. πρωτ. …..99/23-3-2010 αίτηση ηλεκτροδότησης του μισθίου, επί της οποίας η ΔΕΗ της γνωστοποίησε ότι θα ηλεκτροδοτηθεί με μέση τάση και δεν απαιτείται η εγκατάσταση υποσταθμού διανομής στο μίσθιο.
Μετά τη σύναψη της επίδικης σύμβασης η υπεκμισθώτρια υπέβαλε την υπ' αριθμόν πρωτ. ….6/16-6-2010 αίτηση για την οριστική ηλεκτροδότηση του μισθίου. Ακολούθως η ΔΕΗ με το από 2-7-2010 έγγραφό της γνωστοποίησε στην "..." ότι η θέση παροχής θα εγκατασταθεί στο Α' υπόγειο ή ισόγειο, σε χώρο που θα της παραχωρήσει η εκμισθώτρια αφού προηγουμένως τον διαμορφώσει κατάλληλα σύμφωνα με σχέδια που θα εγκριθούν από τη ΔΕΗ και ο οποίος πρέπει να έχει συγκεκριμένες διαστάσεις με πυρασφαλή πρόσβαση του προσωπικού της ΔΕΗ καθ' όλο το 24ωρο και πρόσβαση μηχανημάτων μέσω καταπακτής ή μέσω διαδρόμου από δημόσιο χώρο μέχρι το χώρο παροχής.
Στις 17-8-2010 η υπεκμισθώτρια ενημέρωσε τη ΔΕΗ εγγράφως ότι ο εν λόγω χώρος είναι έτοιμος. Στις 16-11-2010 η ΔΕΗ ενημέρωσε την υπεκμισθώτρια για το ποσό συμμετοχής της στη δαπάνη ηλεκτροδότησης που ανερχόταν στο ποσό των 101.581,15 ευρώ, επισημαίνοντας ότι οι σχετικές συμβάσεις διακανονισμού συμμετοχής της παραπάνω δαπάνης, δήλωσης όδευσης των καλωδίων ΔΕΗ στο χώρο και πρόσθετης συμφωνίας παραχώρησης τηλεφωνικής γραμμής για τηλεμέτρηση των καταναλώσεων, θα πρέπει να επιστραφούν μέχρι τις 18-1-2011.
Οι ως άνω συμβάσεις υπεγράφησαν μεταξύ της ΔΕΗ και της υπεκμισθωτριας στις 3-12-2010, οπότε και καταβλήθηκε από μέρους της τελευταίας και το ως άνω αιτούμενο ποσό των 101.581,15 ευρώ (βλ. τις προσκομιζόμενες συμβάσεις και το υπ' αριθμόν ...28/3-12-2010 τιμολόγιο της ΔΕΗ). Το συμβόλαιο παροχής ηλεκτρικού ρεύματος μεγάλης ισχύος υπεγράφη μεταξύ της ΔΕΗ και της "..." στις 20-1-2011 (βλ.
το σχετικό προσκομιζόμενο συμβόλαιο) οπότε και καταβλήθηκε από την τελευταία και το ποσό των 11.200 ευρώ. Από τα παραπάνω, που δεν αμφισβητούνται από τα διάδικα μέρη, προκύπτει ότι η υπεκμισθώτρια προέβη στην κατάρτιση της οριστικής ηλεκτροδότησης του μισθίου στις 20-1-2011. Επομένως, το μίσθιο δεν ήταν ηλεκτροδοτούμενο κατά τον ορισθέντα χρόνο παράδοσης αυτού στις 30-11-2010.
Η καθυστέρηση αυτή οφείλεται σε ολιγωρία της "...", η οποία, αν και τεχνική εταιρία με εμπειρία ετών όσον αφορά στις σχετικές διαδικασίες, δεν φρόντισε να υποβάλει άμεσα με την σύναψη της συμβάσεως μισθώσεως την αίτηση ηλεκτροδότησης του μισθίου αλλά υπέβαλε αυτήν στις 16-6-2010, ήτοι 2,5 μήνες μετά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, που αποτελεί κρίσιμο χρόνο καθυστέρησης από μέρους της".
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα το Εφετείο με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες απέρριψε τους ισχυρισμούς περί παράτασης της προθεσμίας παράδοσης του μισθίου λόγω τροποποιήσεων στα σχέδια και εξωσυμβατικών εργασιών μετά από απαίτηση της μισθώτριας και επίσης δέχθηκε ότι η καθυστερημένη ηλεκτροδότηση του μισθίου μετά τον ορισθέντα χρόνο παράδοσης αυτού στις 30-11-2010 οφείλεται σε ολιγωρία της εκμισθώτριας "...", η οποία, αν και τεχνική εταιρία με εμπειρία ετών όσον αφορά στις σχετικές διαδικασίες, δεν φρόντισε να υποβάλει άμεσα με την σύναψη της συμβάσεως μισθώσεως την αίτηση ηλεκτροδότησης του μισθίου.
Επομένως ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 1365/2005, 426/2010), κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του (ΑΠ 1749/2005), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ (ΑΠ 416/1993, 185/2004, 1503/2005, 832/2009, 574/2010).
Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει έστω και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρ. 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 355/2004). Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ` αυτή, όπως συμβαίνει όταν παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 311/1993, 215/2005).
Ιδίως αυτό συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει στο συσχετισμό των όρων της σύμβασης, στη λήψη υπόψη στοιχείων εκτός της σύμβασης ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 541/2002, 80/2004, 557/2004, 1258/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρ. 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας κατ` αρχήν παράβασης των κανόνων αυτών στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας, δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1580/1995, 832/2009, 715/2010), πρέπει δε για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ` αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 929/2014, ΑΠ 5/2010, 574/2010).
Η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεώς της κατά το πρώτο μέρος του, επικαλούμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο, απέρριψε τον ισχυρισμό της ότι με βάση τον όρο Βα του από 04-10-2010 τροποποιητικού της αρχικής μίσθωσης συμφωνητικού, ως εκμισθώτρια δεν περιήλθε σε υπερημερία όσον αφορά την παράδοση του μισθίου στην ημερομηνία 30-11-2010, αλλά ούτε και αργότερα μέχρι την καταγγελία της μίσθωσης, γιατί υφίστατο εκκρεμής λογαριασμός από πρόσθετες εργασίες στο μίσθιο, η δαπάνη των οποίων βαρύνει την αναιρεσίβλητη μισθώτρια, τον οποίο με το από 08-12-2010 εξώδικο, που κοινοποιήθηκε στην αναιρεσίβλητη στις 13-12-2010, γνωστοποίησε προς την τελευταία.
Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό της αυτόν και τον σχετικό λόγο έφεσης με την αιτιολογία ότι "από κανένα στοιχείο όμως δεν προέκυψε ότι ο όρος αυτός αφορούσε στην προκαταβολική απόδοση των δαπανών. Αντιθέτως κατ' ερμηνεία της σύμβασης κατ' άρθρο 323 επ., 340 επ. και 349 ΑΚ (από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλούμενη κατά της οποίας δεν προβάλλεται ειδικό παράπονο με την έφεση, και υιοθετείται και από το παρόν δικαστήριο), η συμφωνία αφορούσε στην ταυτόχρονη εκπλήρωση των εκατέρωθεν παροχών, έτσι ώστε η μη παράδοση του μισθίου κατά την συμφωνηθείσα ημεροχρονολογία και η από μέρους της εταιρείας (αόριστη) επίκληση οικονομικής εκκρεμότητας δεν θεμελιώνουν ισχυρισμό περί αναστολής της υπερημερίας, κρινόμενου τούτου ως αβάσιμου".
Κατά τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, εφόσον διέγνωσε ευθέως αλλά και εμμέσως ατέλειες στη διατύπωση της βουλήσεως και αμφιβολία στην έννοια του όρου, όφειλε να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. προς αναζήτηση της αληθινής βούλησης ημών των συμβαλλομένων. Αντί όμως να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες αυτούς επιχείρησε να ερμηνεύσει τη σύμβαση, δηλαδή τον όρο, με βάση τα άρθρα 323 επ., 340 επ.
και 349 Α.Κ. Σχετικώς το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Τέλος, επί του ισχυρισμού της υπεκμισθώτριας περί ύπαρξης εκκρεμούς λογαριασμού, λεκτέα είναι τα εξής: στην από 4-10-2010 τροποποιητική σύμβαση αναφέρθηκε για πρώτη φορά το ενδεχόμενο ύπαρξης εκκρεμών λογαριασμών από πρόσθετες εργασίες και ορίστηκε ότι η εκμισθώτρια στην περίπτωση αυτή "δεν θα περιέρχεται σε υπερημερία όσον αφορά στην παράδοση του μισθίου στην ανωτέρω ημερομηνία" (δηλ. 30-11-2010).
Από κανένα στοιχείο όμως δεν προέκυψε ότι η ως άνω συμφωνία αφορούσε στην προκαταβολική απόδοση των δαπανών. Αντιθέτως, κατ' ερμηνεία της σύμβασης κατ' άρθρα 323 επ., 340 επ. και 349 ΑΚ (από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη κατά της οποίας δεν προβάλλεται ειδικό παράπονο με την έφεση, και υιοθετείται και από το παρόν δικαστήριο) η συμφωνία αφορούσε στην ταυτόχρονη εκπλήρωση των εκατέρωθεν παροχών, έτσι ώστε η μη παράδοση του μισθίου κατά τα ανωτέρω από την εταιρεία "..." κατά την συμφωνηθείσα ημεροχρονολογία και η από μέρους της (αόριστη) επίκληση οικονομικής εκκρεμότητας δεν θεμελιώνουν τον ισχυρισμό της περί αναστολής της υπερημερίας της, κρινόμενου τούτου ως αβάσιμου".
Επομένως κρίνοντας έτσι το Εφετείο: α) Δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του παραπάνω εγγράφου, αλλά αφού το ανέγνωσε σωστά, κατέληξε απλώς, συνεκτιμώντας το περιεχόμενό του με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, β) Δεν διαπίστωσε, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των συμβληθέντων στην από 4-10-2010 τροποποιητική σύμβαση και συνεπώς δεν συνέτρεχε λόγος να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ καθόσον το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ερμήνευσε την σύμβαση κατ' άρθρα 323 επ., 340 επ.
και 349 ΑΚ που αναφέρονται στον χρόνο εκπλήρωσης της παροχής, στην υπερημερία του οφειλέτη και στην υπερημερία του δανειστή, την οποία ερμηνεία υιοθέτησε και το Εφετείο και κατά της οποίας δεν προβλήθηκε ειδικό παράπονο με την έφεση και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του.
Με το δεύτερο μέρος του τρίτου λόγου της αιτήσεώς της η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει από έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών. Κατά λέξη αναφέρει σχετικώς τα ακόλουθα: "Με την εκδοχή επικουρικώς ότι ο ως άνω όρος έχει την έννοια που του αποδίδει το Εφετείο χωρίς την ανάγκη προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες, η ως άνω αιτιολογία της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμος ο λόγω εκκρεμούς λογαριασμού σχετικός ισχυρισμός για έλλειψη υπερημερίας προς παράδοση του μισθίου, είναι ελλιπής και ασαφής.
Ειδικότερα, εφόσον κατά τις παραδοχές της απόφασης, πράγμα που δεν αμφισβήτησε καθόλου η αναιρεσίβλητη-μισθώτρια, υπήρχε εκκρεμής λογαριασμός για δαπάνες από πρόσθετες εργασίες που όφειλε η αναιρεσίβλητη, η εταιρεία, με βάση τον όρο αυτό, δεν περιερχόταν σε υπερημερία προς παράδοση του μισθίου για όσο χρόνο υπήρχε η εκκρεμότητα, η δε άρση της αναστολής της υπερημερίας προς παράδοση του μισθίου προϋπέθετε αναγκαίως την με οποιοδήποτε τρόπο κατάργηση της εκκρεμότητας του λογαριασμού, για την οποία όμως ουδεμία σκέψη ή αιτιολογία διαλαμβάνεται στην απόφαση.
Η επίκληση και η ύπαρξη του εκκρεμούς αυτού λογαριασμού αρκούσε για την αναστολή της προς παράδοση του μισθίου υπερημερίας μας μετά την παρέλευση της συμφωνημένης ημεροχρονολογίας και θεμελίωνε το σχετικό ισχυρισμό. Ας σημειωθεί ότι ο επίμαχος αυτός ισχυρισμός μας κρίθηκε τόσο πρωτοδίκως όσο και από το Εφετείο ορισμένος και νόμιμος και απλώς απορρίφθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως κατ' ουσία αβάσιμος με την ως άνω ελλιπή και ασαφή αιτιολογία που στερεί την απόφαση νόμιμης βάσης".
Ο λόγος αυτός με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες που δεν αφορούν στην παράθεση των ουσιωδών περιστατικών, εκείνων δηλαδή που ανήκουν στο πραγματικό του μη εφαρμοσθέντος ουσιαστικού κανόνος δικαίου, αλλά στην έκθεση πραγματικών επιχειρημάτων προς ενίσχυση της ανωτέρω κρίσεως του Εφετείου, είναι απαράδεκτος.
Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας, σε αποδεικτικό με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθές εξ αιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν ιδρύεται όμως ο λόγος αυτός στη περίπτωση που το δικαστήριο από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθούς περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο προς εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων η οποία όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά (Ολ.ΑΠ 2/2008 ΑΠ 1847/2014).
Η αναιρεσείουσα, με τον τέταρτο λόγο της αιτήσεώς της, επικαλούμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται τα ακόλουθα: "Κατά τον όρο Βα του από 04-10-2010 τροποποιητικού της αρχικής μίσθωσης συμφωνητικού ορίσθηκε και κρίθηκε ευνόητο "ότι σε περίπτωση κατά την οποία η μισθώτρια έχει ήδη δώσει ή/και θα δώσει εντολές προς εκτέλεση νέων πρόσθετων εργασιών στο μίσθιο πέραν των προβλεπομένων στα συνημμένα σχέδια και Τ.Σ.Υ.
στο από 08-04-2010 συμφωνητικού μίσθωσης ο χρόνος παραδόσεως θα επιμηκύνεται αντίστοιχα". Δηλαδή κατά το σαφές περιεχόμενο του όρου αυτού το χρονικό διάστημα της μεταφοράς της ημερομηνίας παράδοσης του μισθίου από 08-09-2010 στις 30-11-2010, είναι άσχετο με την καθυστέρηση της παράδοσης λόγω των πρόσθετων εργασιών που είχαν ζητηθεί μέχρι τότε (04-10-2010) ή θα εκτελούντο και μετά, αφού, κατά τον όρο αυτό, ο χρόνος παράδοσης του μισθίου στις 30-11-2010 θα επιμηκύνεται και για πρόσθετες εργασίες που είχε ζητήσει η αναιρεσίβλητη και πριν τις 04-10-2010.
Το Εφετείο, που δέχθηκε τον όρο αυτό, έκρινε ότι η καθυστέρηση στην παράδοση του μισθίου, την οποία μάλιστα ουδόλως προσδιορίζει και η οποία οφείλεται στην πρόσθετη εργασία κατ' εντολή της αναιρεσίβλητης για την κατασκευή ανεμοφράκτη, καλυπτόταν από την τρίμηνη (δηλ. από 08-09-2010 έως 30-11-2010) επί πλέον προθεσμία που δόθηκε με το ως άνω τροποποιητικό συμφωνητικό.
Δηλαδή το Εφετείο δέχθηκε ότι με τον ως άνω όρο η τρίμηνη αυτή προθεσμία κάλυπτε και καθυστερήσεις στην παράδοση του μισθίου από πρόσθετες εργασίες που είχε ζητήσει η αναιρεσίβλητη μισθώτρια. Η παραδοχή όμως αυτή του Εφετείου αφορά γεγονότα καταδήλως διάφορα των όσων, ως άνω, διαλαμβάνονται στον όρο, που δέχθηκε, και κατά συνέπεια τούτου κατέληξε το Εφετείο σε αποδεικτικό συμπέρασμα επιζήμιο για την εταιρεία μας, αφού ουδόλως υπολόγισε στην παράταση του χρόνου παράδοσης του μισθίου από την καθυστέρηση που προκλήθηκε από την κατασκευή του ανεμοφράκτη, την ύπαρξη της οποίας δέχεται το Εφετείο χωρίς να την προσδιορίζει".
Όπως αναφέρθηκε παραπάνω από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι με το από 4-10-2014 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης επαγγελματικής μισθώσεως η εκμισθώτρια νυν αναιρεσείουσα και η μισθώτρια, νυν αναιρεσίβλητη, συμφώνησαν την τροποποίηση της ημερομηνίας παράδοσης του μισθίου από 8-9-2010 στις 30-11-2010, χωρίς καμμία έννομη συνέπεια για την εκμισθώτρια.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται ότι αποδείχθηκε ότι το μίσθιο δεν ήταν ηλεκτροδοτούμενο, ούτε ετοιμοπαράδοτο όσον αφορά και άλλες εργασίες που αναφέρθηκαν παραπάνω στον καθορισθέντα χρόνο παράδοσης αυτού (30-11-2010) και ότι η καθυστέρηση οφειλόταν σε ολιγωρία της εκμισθώτριας, οι δε συμφωνηθείσες πρόσθετες εργασίες καλύπτονταν από την τρίμηνη επί πλέον προθεσμία που συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών.
Επομένως το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του παραπάνω τροποιητικού συμφωνητικού ως προς τον χρόνο παράδοσης του μισθίου, αλλά αφού το ανέγνωσε σωστά, κατέληξε απλώς, συνεκτιμώντας το περιεχόμενό του με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, σε διαφορετικό συμπέρασμα από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό και ως εκ τούτου ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Με το πρώτο μέρος του πέμπτου λόγου της αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα περιστατικά που εξέθεσε για τη θεμελίωση της καταχρηστικότητας της καταγγελίας της μίσθωσης που επικαλέστηκε και ότι επίσης δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της ότι οι φθορές και ζημιές που προκλήθηκαν σε αποπερατωμένα τμήματα του μισθίου προκάλεσαν καθυστέρηση πέντε ημερών κατά τις οποίες έπρεπε να παραταθεί ο χρόνος παράδοσης του μισθίου.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε επισταμένως τους εν λόγω ισχυρισμούς που προτάθηκαν ως λόγοι έφεσης και με πλήρες αιτιολογικό κατά το πρώτο σκέλος τους, σιωπηρώς κατά το δεύτερο σκέλος τους, απέρριψε αυτούς ως κατ' ουσία αβάσιμους, δεχόμενο κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του ότι ο ισχυρισμός της υπεκμισθώτριας περί καταχρηστικής άσκησης της καταγγελίας της σύμβασης από την υπομισθώτρια που στηρίζεται στα παραπάνω κριθέντα ως μη ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα περιστατικά κρίνεται αβάσιμος.
Με το δεύτερο μέρος του πέμπτου λόγου της αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έχει αιτιολογία για την απόρριψη των προαναφερομένων ισχυρισμών της περί καταχρηστικής άσκησης της καταγγελίας της μίσθωσης από την αναιρεσιβλητη.
Ο λόγος αυτός με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες που δεν αφορούν στην παράθεση των ουσιωδών περιστατικών, εκείνων δηλαδή που ανήκουν στο πραγματικό του μη εφαρμοσθέντος ουσιαστικού κανόνος δικαίου, αλλά στην έκθεση πραγματικών επιχειρημάτων προς ενίσχυση της ανωτέρω κρίσεως του Εφετείου, είναι απαράδεκτος.
Με το πρώτο μέρος του έκτου λόγου της αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο στην προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το επιδικασθέν κονδύλιο των 172.000 ευρώ για καταπεσούσα ποινική ρήτρα.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο όσον αφορά την επιδίκαση του κονδυλίου των 172.000 ευρώ για καταπεσούσα ποινική ρήτρα δέχθηκε ότι με βάση τα συμφωνημένα μεταξύ των διαδίκων στο από 8-4-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό η ποινική ρήτρα για κάθε ημέρα καθυστέρησης παράδοσης του μισθίου ανέρχεται στο ποσό των 2.000 ευρώ και επομένως εφόσον στην προκειμένη περίπτωση η καθυστέρηση ανέρχεται σε 86 ημέρες το ποσό που δικαιούται από την αιτία αυτή ανέρχεται σε 172.000 ευρώ.
Περαιτέρω από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής και των άλλων διαδικαστικών εγγράφων που προσκομίσθηκαν, η οποία επιτρέπεται για την διερεύνηση της βασιμότητας των ελεγχόμενων λόγων αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα: Στο από 8-4-2010 μισθωτήριο συμβόλαιο συμφωνήθηκαν μεταξύ των άλλων τα εξής που ενδιαφέρουν εν προκειμένω "....Προς τούτο συμφωνείται και γίνεται αμοιβαία αποδεκτό από τα συμβαλλόμενα μέρη ότι σε περίπτωση καθυστέρησης παράδοσης του μισθίου σύμφωνα με την κατά τα άνω συμφωνούμενη ημερομηνία παράδοσης, ήτοι την 8-9-2010, από λόγους που οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της ΕΚΜΙΣΘΩΤΡΙΑΣ και με την επιφύλαξη των αναφερομένων περιπτώσεων στους πιο κάτω όρους 1γ και 9δ, η ΜΙΣΘΩΤΡΙΑ θα δικαιούται να τάξει εύλογη προθεσμία στην Εκμισθώτρια, η οποία δεν μπορεί να είναι βραχυτέρα των 10 ημερών για την προσήκουσα παράδοση του μισθίου.
Σε περίπτωση κατά την οποία παρέλθει άπρακτος η κατά τα άνω ταχθείσα προθεσμία, και μετά την παρέλευση ενός (1) μηνός από την εκπνοή αυτής, η Μισθώτρια δικαιούται να καταγγείλει την παρούσα μίσθωση..... Στην περίπτωση της μη προσήκουσας παράδοσης της χρήσης του μισθίου την 8-9-2010, και με την επιφύλαξη των αναφερομένων στους πιο κάτω όρους 1γ και 9δ, από λόγους που οφείλονται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της ΕΚΜΙΣΘΩΤΡΙΑΣ, για κάθε ημέρα καθυστέρησης στην παράδοση του μισθίου μετά την ταχθείσα κατά τα άνω από τη ΜΙΣΘΩΤΡΙΑ προθεσμία και για όσο χρόνο διατηρείται σε ισχύ η παρούσα μίσθωση σύμφωνα με τα ανωτέρω, η ΕΚΜΙΣΘΩΤΡΙΑ υποχρεούται να καταβάλει στην ΜΙΣΘΩΤΡΙΑ το ποσό των ευρώ 2.000,00, το οποίο τα μέρη ήδη με το παρόν συνομολογούν ως δίκαιη, εύλογη και εκκαθαρισμένη ποινική ρήτρα".
Περαιτέρω, με τον όρο 1γ του ιδίου ως άνω συμφωνητικού ορίστηκαν τα ακόλουθα: "Με την επιφύλαξη του παρόντος άρθρου 1β, παράταση και αναστολή του χρόνου παραδόσεως του μισθίου ετοίμου και σύμφωνα με τα συννημένα κατωτέρω παραρτήματα δικαιολογείται συνεπεία 1.- λόγων ανωτέρας βίας (π.χ. πόλεμος, γενική επιστράτευση, κήρυξης γενικής ή τοπικής απεργίας, θεομηνία, σεισμός, αναστολή από τις αρχές των οικοδομικών εργασιών), εκτός εάν η αναστολή οφείλεται σε πράξη ή παράλειψη της ΕΚΜΙΣΘΩΤΡΙΑΣ, 2- εάν ζητηθεί από την ΜΙΣΘΩΤΡΙΑ εκτέλεση νέων εργασιών που δεν περιλαμβάνονται στα συννημένα σχέδια μέσα στα πλαίσια των προβλεπομένων από την Πολεοδομική Άδεια εργασιών, 3.- μη παράδοση από την μισθώτρια στην εκμισθώτρια του συνόλου των μελετών για την διαμόρφωση του μισθίου έως και την 8-4-2010, 4.- μη ολοκλήρωση των απαραίτητων εργασιών από την πλευρά των εταιριών ΔΕΗ, ΕΥΔΑΠ, ΟΤΕ για τις συνδέσεις του ρεύματος, νερού και τηλεφώνου αντίστοιχα, εφόσον η ΕΚΜΙΣΘΩΤΡΙΑ αποδεδειγμένα έχει κάνει τις αντίστοιχες αιτήσεις και έχει υποβάλει τα απαιτούμενα δικαιολογητικά προς τους ως άνω Οργανισμούς εγκαίρως και τυχόν καθυστέρηση για την παροχή των συνδέσεων δεν οφείλεται σε πράξη ή παράλειψή της, χωρίς ουδεμία έννομη συνέπεια για την ΕΚΜΙΣΘΩΤΡΙΑ συμπεριλαμβανομένης και της μη υποχρέωσης αυτής για την καταβολή ποινικής ρήτρας.
Στην περίπτωση αυτή δηλ. της δικαιολογημένης κατά τα ανωτέρω παράτασης και αναστολής του χρόνου παράδοσης του έργου, οι ημερομηνίες παράδοσης του μισθίου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο παρόν, και ως εκ τούτου έναρξης της μίσθωσης και αναπροσαρμογής του μισθώματος μετατίθενται αντίστοιχα". Τέλος, με το άρθρο 9δ του ως άνω συμφωνητικού συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: "...Δ.
Ρητά συμφωνείται ότι η Εκμισθώτρια από την 8-8-2010 θα επιτρέπει σε εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους και συνεργεία της ΜΙΣΘΩΤΡΙΑΣ να εισέρχονται στο μίσθιο, προκειμένου αυτά να προβούν στην εσωτερική διαρρύθμιση του μισθίου (τοποθέτηση χωρισμάτων, πιστοποίηση δικτύων, προγραμματισμό BMS, προγραμματισμό Access Control, τοποθέτηση κ.α.)....
Η Μισθώτρια δηλώνει ότι οι ως άνω εξουσιοδοτημένοι υπάλληλοι και συνεργεία δεν θα κωλύουν ή/και δεν θα καθυστερούν τις εργασίες της Εκμισθώτριας άλλως θα υπάρχει αντίστοιχη παράταση του χρόνου παραδόσεως του μισθίου άνευ υπαιτιότητος της εκμισθώτριας". Το μισθωτήριο συμβόλαιο τροποποιήθηκε ως προς τον χρόνο παράδοσης του μισθίου με το από 4-10-2010 συμφωνητικό τροποποίησης και ορίσθηκε ημερομηνία παράδοσης του μισθίου η 30-11-2010 χωρίς καμία έννομη συνέπεια για την εκμισθώτρια, συμπεριλαμβανομένης και της μη υποχρέωσης αυτής για καταβολή τυχόν ποινικής ρήτρας.
Περαιτέρω η προσβαλλόμενη απόφαση, πέραν των όσων αναφέρθηκαν παραπάνω, δέχθηκε τα εξής: "...Τελικά παρά τα συμφωνημένα στις 30-11-2010 η εταιρεία "..." δεν παρέδωσε το μίσθιο. Η εταιρία "..." με την από 1/12/2010 εξώδικη δήλωσή της που επιδόθηκε στην υπεκμισθώτρια αυθημερόν (βλ. την υπ' αριθμ. ...38/1-12-2010 έκθεση επίδοσης του δικ.
επιμ/τή του Πρωτ/κείου Πειραιά Ε. Λ.) έταξε στην τελευταία δεκαήμερη προθεσμία για την προσήκουσα και συμφωνημένη παράδοση της χρήσης του μισθίου. Η εταιρεία "..." με την από 8-12-2010 εξώδικη απάντησή της ισχυρίστηκε ότι ο χρόνος παράδοσης του μισθίου έχει παραταθεί αορίστως λόγω πρόσθετων εργασιών. Μετά την πάροδο μηνός η εταιρεία "..." επέδωσε στην εταιρεία "..." την από 12/1/2010 εξώδικη δήλωσή της (βλ.
την υπ' αριθμ. …19/13-1-2011 έκθεση επίδοσης του δικ. επιμ/τή του Πρωτ/κείου Αθηνών Κ. Μ.) καλώντας την τελευταία εκ νέου να της παραδώσει το μίσθιο εντός δέκα ημερών τονίζοντας την αναγκαιότητα της άμεσης μετεγκατάστασής της σ' αυτό. Τελικά ενόψει της μη παράδοσης του μισθίου και λαμβάνοντας υπόψη την υπ' αριθμ. 34 έκθεση έργου της ...
για το διάστημα από 10/1 έως 14/1/2011, σύμφωνα με την οποία "η πρόοδος των εργασιών παραμένει σε ρυθμό που καθιστά την πρόβλεψη της ημερομηνίας αποπερατώσεως αδύνατη", αλλά και την υπ' αριθμ. 37 έκθεση έργου της ως άνω εταιρίας από την οποία προέκυπταν, εκτός των αναμενόμενων καθυστερήσεων, και πλημμέλειες του έργου, η εταιρία "..." προέβη στην καταγγελία της σύμβασης στις 25-2-2011 (βλ.
την υπ' αριθμ. ….37/25-2-2011 έκθεση επίδοσης του δικ. επιμ/τή στο Πρωτ/κείο Αθηνών Γ. Φ.)". Στη συνέχεια επιδίκασε ποσό 172.000 ευρώ ως ποινική ρήτρα για το χρονικό διάστημα από 1-12-2010 ως 24-2-2011, ήτοι 86 ημέρες χ 2.000 ευρώ ημερησίως, όπως δε αναφέρθηκε και παραπάνω, με βάση τα συμφωνηθέντα, η υποχρέωση της εκμισθώτριας για καταβολή ποινικής ρήτρας γεννάται μετά την παρέλευση τουλάχιστον δεκαήμερης προθεσμίας που δικαιούται να τάξει η μισθώτρια μετά την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου παράδοσης του μισθίου και για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση.
Στην προκειμένη περίπτωση ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι η μισθώτρια μετά την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου παράδοσης του μισθίου έταξε προθεσμία και μάλιστα δύο φορές στην εκμισθώτρια για παράδοση του μισθίου στη συνέχεια επιδίκασε ποινική ρήτρα από την επομένη του χρόνου παράδοσης του μισθίου χωρίς να αιτιολογεί για ποιο λόγο δεν επιδίκασε αυτή μετά την παρέλευση της ταχθείσας προθεσμίας για την παράδοση του μισθίου κατά τα συμφωνηθέντα.
Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, ως προς το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα σύμφωνα με τα προαναφερόμενα. Οι αντιφατικές αυτές αιτιολογίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για τη συνδρομή ή όχι των προϋποθέσεων εφαρμογής των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 404 ως 407 ΑΚ περί ποινικής ρήτρας.
Επομένως, ο έκτος λόγος της αναίρεσης κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι βάσιμος. Πρέπει επομένως να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ως άνω κεφάλαιο, ενώ παρέλκει η εξέταση του ίδιου λόγου κατά το δεύτερο μέρος του, που αποδίδεται στην απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Από τις διατάξεις των άρθρων 574, 575 και 584 ΑΚ, οι οποίες έχουν εφαρμογή, σύμφωνα με το άρθρο 44 του Π.Δ. 34/1995 και επί των εμπορικών μισθώσεων, συνάγεται ότι όταν ο εκμισθωτής καθυστερεί (υπαιτίως) την εκπλήρωση της παροχής του να παραδώσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση, ο τελευταίος έχει δικαίωμα, εκτός των άλλων που του παρέχονται, να ζητήσει και αποζημίωση.
Την αποζημίωση αυτή δικαιούται να απαιτήσει βάσει των γενικών διατάξεων των άρθρων 335, 336 και 343 ΑΚ. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 297 και 298 Α.Κ, ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, αυτή δε περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος (ΑΠ 104/2014, ΑΠ 83/2002).
Η κατά τα προαναφερθέντα οφειλόμενη αποζημίωση εκ του άρθρ. 298 ΑΚ για τη ζημία που ο μισθωτής υπέστη από τη μη εκμετάλλευση του μισθίου, εξαιτίας της καθυστερήσεως της παραδόσεώς του και των πραγματικών ελαττωμάτων που αναιρούν τη χρήση του, συρρέει με το δικαίωμα της καταγγελίας του άρθρ. 585 ΑΚ (ΑΠ 989/1976).
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ., "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απερρίφθη ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απερρίφθη ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στο νόμο αγωγή (Ολ.ΑΠ 18/1998).
Αντιθέτως, η ποιοτική αοριστία, δηλαδή η επίκληση των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά περιστατικών και η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 αντιστοίχως του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ 15/2000).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που όμως δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ.
λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 45/2016, ΑΠ 536/2011).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει: α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν αυτή σύμφωνα με το νόμο, και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα (ΑΠ 220/2016).
Η αοριστία της αγωγής εξετάζεται από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως, γιατί συνιστά έλλειψη προδικασίας, η οποία ανάγεται στη δημόσια τάξη και δεν μπορεί να θεραπευθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, ούτε με την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 1296/83, ό.π), γιατί αντίκειται στις για την προδικασία διατάξεις του άρθρ. 111, των οποίων η τήρηση ερευνάται επίσης αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.
Αλλ` ούτε και με απλή αναφορά στη σχετική διάταξη του νόμου θεραπεύεται. Με τον έβδομο λόγο της αίτησης αναίρεσης αιτιάται η αναιρεσείουσα την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τους αριθμούς 8, 1, 14 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα ισχυρίζεται ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο επιδίκασε στην αναιρεσίβλητη το ποσό των 221.400 ευρώ ως δαπάνες για την κατασκευή, τοποθέτηση και διαμόρφωση των χωρισμάτων των εσωτερικών χώρων του μισθίου, το οποίο ποσό δέχθηκε και το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, μολονότι αυτή πρόβαλε με τις προτάσεις πρωτοδίκως και με λόγο έφεσης την αοριστία του συγκεκριμένου κονδυλίου λόγω μη επαρκούς και ορισμένης περιγραφής και αναφοράς επί μέρους εργασιών, του κόστους κάθε μιας από αυτές, του είδους των διαρρυθμίσεων και της έκτασης των χωρισμάτων.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Στην από 14-3-2011 αγωγή της η αναιρεσίβλητη εξέθετε μεταξύ των άλλων και τα εξής: "Στον όρο 9δ της Μίσθωσης συμφωνήθησαν τα εξής: "δ. Ρητά συμφωνείται ότι η ΕΚΜΙΣΘΩΤΡΙΑ από την 8.8.2010 θα επιτρέπει σε εξουσιοδοτημένους υπαλλήλους και συνεργεία της ΜΙΣΘΩΤΡΙΑΣ να εισέρχονται στο Μίσθιο προκειμένου αυτά να προβούν στην εσωτερική διαρρύθμιση του Μισθίου (τοποθέτηση χωρισμάτων, πιστοποίηση δικτύων, προγραμματισμό BMS, προγραμματισμό Access Control, τοποθέτηση κ.α.)".
Παρότι δεν είχε λάβει χώρα παράδοση-παραλαβή του Μισθίου και ούτε είχε το Μίσθιο περιέλθει στην κατοχή μας, με τη σύμφωνη γνώμη της εναγόμενης και σύμφωνα με τον προαναφερθέντα όρο 9 της Μίσθωσης, συνεργεία μας εισήλθαν στο Μίσθιο με σκοπό να προβούν στην εσωτερική διαρρύθμιση του Μισθίου, και στην τοποθέτηση χωρισμάτων στους χώρους εργασίας κάθε ορόφου προκειμένου οι χώροι εργασίας να διαμορφωθούν καταλλήλως και να γίνουν λειτουργικοί.
Για τον ως άνω λόγο, προέβημεν σε ειδική παραγγελία χωρισμάτων εσωτερικών χώρων, τα οποία τοποθετήσαμε στο Μίσθιο για τη λειτουργική επάρκεια κάθε ορόφου και τα οποία πλέον είναι παντελώς άχρηστα και μη δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν αλλού, καθότι κατασκευάστηκαν για να εξυπηρετούν ειδικά και αποκλειστικά το Μίσθιο.
Το κόστος κατασκευής, τοποθέτησης και διαμόρφωσης των χωρισμάτων αυτών ανέρχεται στο ποσό των 180.000 ευρώ πλέον Φ.Π.Α. 23% (41.400,00), ήτοι συνολικά 221.400 ευρώ, ποσό το οποίο καταβάλαμε στην Εταιρεία ... Α.Ε. Ανώνυμη Εταιρεία Κατασκευών, εκδοθέντος του υπ' αριθμ. 84/9-12-2010 τιμολογίου της και το οποίο ποσό αποτελεί ισόποση ζημία μας που υπέστημεν".
Επομένως αυτός ο λόγος αναίρεσης που κατ' ορθή εκτίμηση στηρίζεται στον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος, διότι, από το παραδεκτώς, κατ` άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτιμώμενο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής, προκύπτει ότι αναφέρονται, κατά τρόπο ορισμένο και σαφή, η συμφωνία μεταξύ της εκμισθώτριας και της μισθώτριας ως προς το να επιτρέπεται σε συνεργεία της μισθώτριας να εισέλθουν στο Μίσθιο με σκοπό να προβούν στην εσωτερική διαρρύθμιση του Μισθίου, και στην τοποθέτηση χωρισμάτων στους χώρους εργασίας κάθε ορόφου προκειμένου οι χώροι εργασίας να διαμορφωθούν καταλλήλως και να γίνουν λειτουργικοί, πριν από την παράδοση του μισθίου, οι ειδικότερες όπως παραπάνω εργασίες στις οποίες προέβη η εταιρία κατασκευών στην οποία ανέθεσε η μισθώτρια εργολαβικά την εκτέλεση του έργου και το συνολικό ποσό που κατάβαλε για αγορά υλικών, κατασκευή και τοποθέτηση των χωρισμάτων στην εργολάβο εταιρία, καθώς επίσης ότι τα εν λόγω χωρίσματα είναι παντελώς άχρηστα και μη δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν αλλού, καθότι κατασκευάστηκαν για να εξυπηρετούν ειδικά και αποκλειστικά το μίσθιο.
Περαιτέρω με τον ίδιο λόγο η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς της και το λόγο έφεσης ως προς το επιδικασθέν κονδύλιο των 221.400 ευρώ, ήτοι πράγματα που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο ερεύνησε επισταμένως τους εν λόγω ισχυρισμούς περί αοριστίας του αγωγικού κονδυλίου των 221.400 ευρώ που προτάθηκαν και ως λόγοι έφεσης και με πλήρες αιτιολογικό απέρριψε αυτούς ως κατ' ουσία αβάσιμους, όπως αναφέρθηκε αμέσως παραπάνω.
Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Επίσης με τον ίδιο λόγο η αναιρεσείουσα επικαλούμενη την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ, ισχυρίζεται περαιτέρω ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων των άρθρων 904 επ. δεν απέρριψε ως μη νόμιμο το αγωγικό κονδύλιο των 221.400 ευρώ.
Όπως αναφέρθηκε στην παραπάνω μείζονα σκέψη, όταν ο εκμισθωτής καθυστερεί (υπαιτίως) την εκπλήρωση της παροχής του να παραδώσει στο μισθωτή το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση, ο τελευταίος έχει δικαίωμα, εκτός των άλλων που του παρέχονται, να ζητήσει και αποζημίωση. Την αποζημίωση αυτή δικαιούται να απαιτήσει βάσει των γενικών διατάξεων των άρθρων 335, 336 και 343 ΑΚ και κατά τα άρθρα 297 και 298 Α.Κ, ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, αυτή δε περιλαμβάνει τη μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία), καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Επομένως και στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο επιδικάζοντας το ποσό των 221.400 ευρώ, ως θετική ζημία στην αναιρεσίβλητη, σωστά εφάρμοσε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ μολονότι δεν αναφέρονται στο κείμενο της απόφασης, προκύπτουν όμως από το σύνολο του αιτιολογικού όπου αναφέρεται ότι "Για τη κατασκευή, τοποθέτηση και διαμόρφωση των χωρισμάτων αυτών η ενάγουσα υπομισθώτρια κατέβαλε στην εταιρεία ...
κατ' αποκοπή το ποσό των 180.000 ευρώ, πλέον 23% ΦΠΑ, ήτοι συνολικά στο ποσό των 221.400 ευρώ (βλ. το υπ' αριθμ. 84/9-12-2010 τιμολόγιο), κατά το οποίο και ζημιώθηκε λόγω της κατά τα ως άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγόμενης υπεκμισθωτριας" και όχι τις διατάξεις των άρθρων 904 επ., όπως εσφαλμένα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα ότι έπρεπε να εφαρμοσθούν εν προκειμένω και ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος.
Τέλος με τον ίδιο λόγο η αναιρεσείουσα επικαλούμενη πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται ότι δεν διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες ως προς την παραδοχή του κονδυλίου των 221.400 ευρώ που επιδίκασε για δαπάνες της αναιρεσίβλητης στο μίσθιο. Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, ότι το Εφετείο δέχθηκε τα εξής όσον αφορά το συγκεκριμένο αγωγικό κονδύλιο: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η υπομισθώτρια εταιρία "..." που κατά τη συμφωνία των διαδίκων είχε το δικαίωμα διαρρύθμισης του εσωτερικού χώρου με την κατασκευή εσωτερικών χωρισμάτων του μισθίου, ανέθεσε την σχετική εργασία στην εταιρία ..., που προέβη σε ειδική παραγγελία χωρισμάτων εσωτερικού χώρου, τα οποία και τοποθετήθηκαν στο μίσθιο.
Τα τελευταία μετά την τοποθέτησή τους και την καταγγελία της μισθώσεως είναι άχρηστα και μη δυνάμενα να χρησιμοποιηθούν αλλού. Για τη κατασκευή, τοποθέτηση και διαμόρφωση των χωρισμάτων αυτών η ενάγουσα υπομισθώτρια κατέβαλε στην εταιρεία ... κατ' αποκοπή το ποσό των 180.000 ευρώ, πλέον 23% ΦΠΑ, ήτοι συνολικά στο ποσό των 221.400 ευρώ (βλ.
το υπ' αριθμ. 84/9-12-2010 τιμολόγιο), κατά το οποίο και ζημιώθηκε λόγω της κατά τα ως άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγόμενης υπεκμισθωτριας, και το οποίο ως εκ τούτου πρέπει να της επιδικαστεί". Με αυτά που δέχθηκε και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, οι οποίες επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα το Εφετείο με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητηι ζημιώθηκε λόγω της κατά τα ως άνω αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγόμενης υπεκμισθώτριας και ότι εξαιτίας αυτού του γεγονότος δικαιούται αποζημίωση και για τη θετική ζημία η οποία και της επιδικάσθηκε εν προκειμένω.
Επομένως και ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, Ολ.ΑΠ 20/2005).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α' του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθρ. 559 παρ. 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 27/1998 ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον όγδοο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στη προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να απορρίψει ως ουσία αβάσιμο το αίτημα της αγωγής της για καταβολή ποσού 394.583,61 ευρώ που δαπάνησε κατ' εντολή της αναιρεσίβλητης για την εκτέλεση στο μίσθιο νέων πρόσθετων εργασιών πέρα των προβλεπόμενων στα συνημμένα στο από 08-04-2010 μισθωτήρια σχέδια και τεχνική συγγραφή υποχρεώσεων, η δαπάνη των οποίων, κατ' ειδικό όρο του από 04-10-2010 τροποποιητικού της μίσθωσης συμφωνητικού θα βαρύνει την αναιρεσίβλητη και θα οφείλεται στην αναιρεσείουσα εταιρεία, με την αιτιολογία ότι "το μίσθιο, για την παράδοση του οποίου και αναλήφθηκε η υποχρέωση από την εταιρεία μας (αναιρεσείουσα) να εκτελέσει τις εργασίες, δεν παραδόθηκε από υπαιτιότητά μας, στην οποία και μόνο οφείλεται η όποια σχετική ζημία μας και όχι σε αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης ώστε να δικαιούται να διεκδικήσει η εταιρεία μας αντίστοιχη αποζημίωση, σημειουμένου εξάλλου ότι ρητά αποκλείεται από το νόμο η υποχρέωση αποζημίωσης εξαιτίας της καταγγελίας εκείνου που έχει δικαίωμα να καταγγείλει την μίσθωση (άρθρο 587 ΑΚ)" και μη δεχόμενη την υποχρέωση της αναιρεσίβλητης προς καταβολή στην εταιρεία τους του ποσού των δαπανών, στις οποίες υποβλήθηκαν κατ' εντολή της, που προϋπήρχε της καταγγελίας της μίσθωσης, και στηριζόταν σε συμβατικό όρο άσχετο με την καταγγελία και ότι η σχετική οφειλή της αναιρεσίβλητης ήταν ληξιπρόθεσμη και απαιτητή σε χρόνο πριν την καταγγελία της μίσθωσης και δεχόμενη επίσης ότι το μίσθιο δεν παραδόθηκε (προφανώς εμπροθέσμως) στην αναιρεσίβλητη από υπαιτιότητα της εταιρείας τους, στην οποία (υπαιτιότητα) και μόνο οφείλεται η όποια σχετική ζημία τους και όχι σε αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, αφού από το αιτιολογικό αυτό δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τη συνδρομή των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων που αποκλείουν την αξίωση της εταιρείας τους να αναζητήσει τις δαπάνες στις οποίες υποβλήθηκε κατ' εντολή της αναιρεσίβλητης για πρόσθετες (εξωσυμβατικές) νέες εργασίες στο μίσθιο.
Κατόπιν των ανωτέρω, ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε ως προς το ως άνω κονδύλιο στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, αφού εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ και στερείται νόμιμης βάσης. Με το περιεχόμενο αυτό ο όγδοος λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου επί ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, (δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την κατ' ουσία απόρριψη του συγκεκριμένου αγωγικού του αιτήματος ως αβάσιμου), υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των ως άνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο με βάση τις σχετικές κρίσιμες παραδοχές (μη κατά τα προεκτεθέντα διαλαμβανόμενες) οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Ειδικότερα η αναιρεσείουσα περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως αυτό αναγράφεται στην αρχή της παρούσας σκέψης, χωρίς να αναφερθεί, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, στις κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που οδήγησαν το δικαστήριο της ουσίας στο ανωτέρω συμπέρασμα.
Υπό δε την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττει ουσιαστικά με τον όγδοο λόγο αναίρεσης την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα και επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο όγδοος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Με τον ένατο λόγο της αναίρεσης που αναφέρεται ως γενικός λόγος αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., χωρίς να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι αποτελούντες "πράγματα", ισχυρισμοί, όπως αυτοί προτάθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, αν αυτοί επαναφέρθηκαν, πότε και πώς, στο Εφετείο, ούτε ποιές είναι οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση, ώστε ο λόγος αναιρέσεως, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Μετά από αυτά, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αίτηση αναίρεσης της 1422/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της (περί ποινικής ρήτρας), κατά το μέρος του που αφορά το χρονικό διάστημα για το οποίο επιδικάσθηκε λόγω κατάπτωσης η συμφωνηθείσα ποινική ρήτρα και το επιδικασθέν για την εν λόγω αιτία ποσό, στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, στην καταθέσασα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' Κ.Πολ.Δ.,) και αφού κατανεμηθούν τα δικαστικά έξοδα ανάλογα με την έκταση της νίκης καθενός των διαδίκων να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη σε μέρος των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας (άρθρ. 176, 178, 183 και 191 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει την αίτηση αναίρεσης.
Αναιρεί, κατά ένα μέρος, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της, την 1422/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, για περαιτέρω εκδίκαση στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της αναίρεσης στην καταθέσασα αναιρεσείουσα. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Σεπτεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ