Legislator Case Law & Legislation
1149/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against first instance judgment on easement dispute due to failure to address neighbor's arguments.

Case Number 1149/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding a right of way dispute between neighbors. The appellant argued that the lower court failed to address their claim that the respondent's property already had a functional access via a public road, rendering the requested easement unnecessary and disproportionate. The Court found these arguments valid because the first instance decision did not respond to the specific defenses raised by the respondents concerning the existence of alternative access routes and the principle of proportionality. Consequently, the appeal was accepted, the case was remitted for retrial before a different panel, and the respondents were ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1012 and 1013 of the Civil Code; The Supreme Court held that a first instance judgment is subject to appeal if it fails to address substantive arguments raised by the opposing party regarding the necessity and proportionality of granting an easement, particularly when alternative access routes are alleged to exist.

Keywords

AI generated
Right of Way Easement Dispute Proportionality Principle Appeal Admissibility Civil Code Articles Neighbor Relations Remittal for Retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 1012 of the Civil Code
Article 1013 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1149 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1149/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου-Εισηγήτρια, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 7η Φεβρουαρίου 2018 με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Γ. Τ. του Δ., 2.Δ. Τ. του Γ., 3. Ε. Τ. του Γ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν μετά οι 1ος 2ος και δια η 3η του πληρεξούσιου δικηγόρου Παύλου Καραγκούνη.

Των αναιρεσίβλητων: 1.Κ. Τ. του Θ., 2.Δ. Τ. του Β., 3.Α. Τ. του Δ., 4. Δ. Τ. του Α., 5 Γ. Τ. του Α., κατοίκων .... Ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Φ. Π. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Οι 2ος 3ος 4ος 5ος δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων που παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω, ο δικηγόρος των αναιρεσειόντων ζήτησε την διατήρηση της προσωρινής διαταγής μέχρι εκδόσεως αποφάσεως. Το Δικαστήριο δια του Προέδρου του αφού διασκέφτηκε, έκανε δεκτό το αίτημα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2010 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πρέβεζας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2012 του ιδίου Δικαστηρίου, 58/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-9-2017 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις 5199Γ', 5201Γ', Γ5202Γ' και 5200Γ'/28-11-2017 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Πρέβεζας Α. Δ., τις οποίες προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (7-2-2018), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους δεύτερο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο των αναιρεσιβλήτων. Επομένως και αφού αυτοί δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην παραπάνω δικάσιμο, ούτε κατέθεσαν δήλωση ότι δε θα παραστούν κατά την εκφώνησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

Επειδή κατά το άρθρο 1012 ΑΚ αν ακίνητο στερείται την αναγκαία δίοδο προς το δρόμο, έχει δικαίωμα ο κύριός του να απαιτήσει δίοδο από τους γείτονες έναντι ανάλογης αποζημίωσης, κατά δε το άρθρο 1013 ΑΚ η κατεύθυνση της διόδου και η έκταση του δικαιώματος για τη χρήση της, καθώς και η αποζημίωση που πρέπει να καταβληθεί καθορίζονται με δικαστική απόφαση.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών, στις οποίες αναφέρονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες παρέχεται στον κύριο ακινήτου αποκλεισμένου από το δρόμο το δικαίωμα να απαιτήσει από τους γείτονες δίοδο προς το δρόμο, συνάγονται πλην άλλων τα εξής: 1) ως ακίνητο στερούμενο την αναγκαία δίοδο προς την οδό θεωρείται εκείνο που στερείται κάθε επικοινωνία με δημόσια, δημοτική ή κοινοτική οδό, αναγκαία για την εκμετάλλευση ή τη χρησιμοποίησή του σύμφωνα με τον προορισμό του, καθώς και εκείνο που έχει μεν δίοδο, πλην όμως αυτή εξυπηρετεί ατελώς τις ανάγκες του, αλλά και εκείνο του οποίου μπορεί μεν να επιτευχθεί η επικοινωνία, αλλά απαιτούνται γιαυτό μεγάλα τεχνικά έργα και υπερβολικές δαπάνες δυσανάλογες προς την αξία της ιδιοκτησίας, ή όταν το έδαφος του δρόμου δια μέσου του οποίου το ακίνητο επικοινωνεί με το δημόσιο δρόμο, παρουσιάζει τέτοια κλίση ώστε να είναι αδύνατη και επικίνδυνη η διάβαση.

ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ακίνητο αστικό, ή αγροτικό, οικοδομημένο εν μέρει ή ασκεπή χώρο, εντός ή εκτός σχεδίου 2) η έκταση του δικαιώματος προς χρήση διόδου, η οποία πρέπει να ανταποκρίνεται προς την οικονομική χρησιμότητά του, καθώς και η επάρκεια της διόδου κρίνονται αντικειμενικά, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες συνθήκες κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ενόψει και των αναγκών του ακινήτου, του προορισμού του και της θέσης ή της περιοχής αυτού ωφέλεια πέραν από τα όρια αυτά που αφορά απλώς και μόνον ιδιότροπη προσωπική επιθυμία του κυρίου του περίκλειστου ακινήτου ή επιθυμία του για μεγαλύτερη άνεση ή εξοικονόμηση όχι δυσανάλογης δαπάνης, δε λαμβάνεται υπόψη.

Η απαίτηση και η παροχή της διόδου δεν πρέπει να υπερβαίνει το όριο της ουσίας των γειτόνων, που αποτελεί γενικό κριτήριο για την οριοθέτηση της σχετικής υποχρέωσής τους. 3) στο δικαστήριο της ουσίας παρέχεται η εξουσία κατά την έρευνα της σχετικής αγωγής, να καθορίζει εκτιμώντας τις περιστάσεις, τις διαστάσεις της διόδου και την κατεύθυνση που πρέπει αυτή να ακολουθεί, με την επιλογή της προσφορότερης διέλευσης, η οποία θα έχει και κριτήριο την όσο το δυνατό μικρότερη ζημία των γειτονικών ακινήτων 4) ότι ανάλογη αποζημίωση την οποία ο κύριος του περικλείστου ακινήτου πρέπει να καταβάλει στην κύριο του γειτονικού ακινήτου για την παροχή της διόδου είναι εκείνη που καλύπτει κάθε ζημία, που προξενείτε στον τελευταίο από την παροχή της διόδου κατά τις γενικές διατάξεις (298 ΑΚ).

Η οφειλόμενη αυτή αποζημίωση δεν ταυτίζεται με την αξία του καταλαμβανόμενου από τη δίοδο μέρους του ακινήτου, αλλά με τη μείωση της αξίας αυτής εξαιτίας του βάρους της διόδου και των περιορισμών του ακινήτου από αυτήν και περιλαμβάνει ειδικότερα τη μείωση καθ' εαυτήν της αξίας του γειτονικού ακινήτου, που προέρχεται από τη σύσταση της δουλείας, τη μείωση της προσόδου του, καθώς και κάθε άλλη ζημία που προέρχεται από την παροχή της διόδου, όπως η βλάβη ή εκρίζωση δένδρων, η καταστροφή τεχνικών έργων κλπ.

Περαιτέρω από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ότι η αγωγή για την παροχή διόδου ασκείται κατά του κυρίου του γειτονικού ακινήτου από το οποίο επιδιώκεται η δίοδος και το οποίο μεσολαβεί μεταξύ του ακινήτου αυτού και του δρόμου, αν δε μεσολαβούν περισσότερα ακίνητα απευθύνεται κατά των κυρίων όλων των ακινήτων αυτών.

Αν όμως υπάρχουν περισσότεροι από ένας δρόμοι με τους ποίους μπορεί να συνδεθεί το ακίνητο του ενάγοντος με δίοδο, παρεχόμενη κατά τις παραπάνω διατάξεις, ο τελευταίος δεν υποχρεούται να απευθύνει την αγωγή του κατά των κυρίων όλων των ακινήτων που παρεμβάλλονται μεταξύ του ακινήτου του και όλων αυτών των δρόμων.

Στην περίπτωση αυτή απόκειται στην υπεράσπιση του εναγομένου να ισχυρισθεί και να αποδείξει ότι η διέλευση της διόδου από άλλο γειτονικό ακίνητο, το οποίο πρέπει να προσδιορίζει, είναι λιγότερο επαχθής και επιζήμια σε σύγκριση με το δικό του και (ή) ότι ανταποκρίνεται καλλίτερα στην οικονομική χρησιμότητα του περίκλειστου.

Ο ισχυρισμός αυτός συνιστά ένσταση καταλυτική της αγωγής, καθ' όσον αφενός προϋποθέτει αληθινά τα περιστατικά που αποτελούν τη βάση της αγωγής (1012, 1013 ΑΚ) και αφετέρου περιλαμβάνει νέα γεγονότα δηλαδή την ύπαρξη άλλου γειτονικού ακινήτου από το οποίο προσήκει με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες η διέλευση της διόδου.

Τέλος η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, ως αναφερόμενη σε όλα τα δικαιώματα του ουσιαστικού δικαίου αδιακρίτως, εφαρμόζεται και στην περίπτωση της αγωγής παροχής διόδου των άρθρων 1012, 1013 ΑΚ.

Επειδή κατά το άρθρο 560 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., το οποίο είναι ταυτόσημο με το άρθρο 559 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ελέγχεται με βάση τα εκτιθέμενα στην προσβαλλομένη απόφαση πραγματικά περιστατικά, που αποτελούν τις παραδοχές της. Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ., που είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε, αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνον το ότι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Περαιτέρω, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση των αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ. να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης, ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα, των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, δέχθηκε μετά από εκτίμηση των αποδείξεων κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων και ήδη εκκαλών είναι αποκλειστικής κύριος, νομέας και κάτοχος ενός οικοπέδου επιφανείας 543,50 τ.μ.

μετά της επ' αυτού υφισταμένης ισόγειας κατοικίας, το οποίο βρίσκεται εντός του οικισμού του Δ.Δ. ..., εμφαίνεται και αποτυπώνεται στο συνημμένο στην αγωγή από Φεβρουαρίου 2010 τοπογραφικό διάγραμμα του μηχανικού Σ. Α. με τον αριθμό 2 και συνορεύει, βόρεια επί πλευράς (6-7) μήκους 18,72 μ., πλευράς (7-8) μήκους 2,79 μ., πλευράς (8-9) μήκους 2,37 μ., πλευράς (9-10) μήκους 22,85 μ., πλευράς (10-10Α) μήκους 1,27 μ., με δημοτικό δρόμο,) ανατολικά επί..πλευράς (10Α-10Β) μήκους 9,19 μ.

με ιδιοκτησία Π. Τ. (ενάτου των εναγομένων - και ήδη εφεσίβλητων), νότια επί πλευράς (ΙΟΒ-γ) μήκους 38,72 μ., με συνιδιοκτησία ..., ..., ..., ..., ... (τέταρτου, πέμπτου, έκτου, έβδομου και όγδοου των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων) και δυτικά/επί πλευράς (γ-6) μήκους 14,34 μ., με συνιδιοκτησία Γ. Τ. του Δ., Δ. Τ. του Γ. και Ε. Τ. του Γ. (πρώτου, δεύτερου και τρίτης των εναγομένων και ήδη εφεσίβλητων).

Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα, νομή και κατοχή του ενάγοντος με το με αριθμό …/2000 συμβόλαιο γονικής παροχής της Συμβολαιογράφου Πρέβεζας Α. Τ., νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πρέβεζας στον τόμο 499 και με α.α. 34,λόγω γονικής παροχής από τον αληθή κύριο αυτού Θ.

Τ. του Δ. (πατέρα του ενάγοντος), ο οποίος είχε αποκτήσει αυτό λόγω εκτάκτου χρησικτησίας, ως νεμόμενος και κατέχων το ακίνητο αυτό, συνεχώς και αδιατάρακτα πλέον της εικοσαετίας μέχρι την μεταβίβαση του προς τον ενάγοντα, μετά από άτυπη δωρεά του πατέρα του Δ. Τ. προς αυτόν (Θ. Τ. του Δ.) η οποία έγινε προ του έτους 1962.

Το ως άνω ακίνητο του ενάγοντος είναι περίκλειστο, διότι δεν έχει την απαραίτητη, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του, δίοδο επικοινωνίας προς τον, δυτικώς, διερχόμενο δημοτικό δρόμο, μέσω του οποίου, μόνον, εξασφαλίζεται η επικοινωνία του με τον οικισμό του ... και την εν συνεχεία Εθνική οδό .... Και τούτο διότι μεταξύ του οικοπέδου του ενάγοντος και του ανωτέρω δημοτικού δρόμου, παρεμβάλλεται το οικόπεδο των τριών πρώτων εκ των εναγομένων, είναι δε περίκλειστο διότι το ακίνητο του ενάγοντος συνορεύει μεν, θεωρητικά, κατά την βόρεια πλευρά του με δημοτικό δρόμο, όμως ο δρόμος αυτός σε όλο το μήκος του που συνορεύει με το οικόπεδο του ενάγοντος, έχει υψομετρική διαφορά από αυτό κατά 4,50 έως 6 μέτρα με κατακόρυφη κλίση, σχηματιζόμενης, μεταξύ του υπερκείμενου δημοτικού δρόμου και του υποκείμενου οικοπέδου του ενάγοντος, ορθής γωνίας και στο σημείο αυτό υποστηρίζεται, λόγω της υψομετρικής διαφοράς και της κατακόρυφης κλίσης, από τοιχίο αντιστηρίξεως αναλόγου ύψους, το οποίο τοιχίο αρχίζει από το οικόπεδο του ενάγοντος και με κάθετη κατακόρυφη κατεύθυνση φθάνει μέχρι το ύψος του δρόμου και έχει κατασκευαστεί το τοιχίο αυτό αντιστηρίξεως για την αποφυγή της βεβαίας, χωρίς αυτό, κατακρημνίσεως του δρόμου στο οικόπεδο του ενάγοντος, ώστε εκ των πραγμάτων να είναι αντικειμενικά αδύνατη και απαγορευτική η σύνδεση και επικοινωνία του ακινήτου του ενάγοντος με τον δημοτικό δρόμο από τη βόρεια πλευρά του οικοπέδου του.

Οι εναγόμενοι είναι κύριοι και επικαρπωτές ομόρων του ακινήτου του ενάγοντος, ακινήτων..........(Ακολούθως γίνεται αναφορά του τρόπου απόκτησης της κυριότητας). Επειδή, όπως προαναφέρεται το ακίνητο του ενάγοντος ήταν περίκλειστο, τόσον ο δικαιοπάροχος του Θ. Τ., από όταν του δωρήθηκε το εν λόγω ακίνητο, όσο και ο ενάγων, από όταν το απέκτησε, για την επικοινωνία τους με τον δυτικώς διερχόμενο δημοτικό δρόμο, χρησιμοποιούσαν δίοδο, δια της ιδιοκτησίας των τριών πρώτων των εναγομένων.

Όμως οι τελευταίοι κατά το έτος 2007 για πρώτη φορά αμφισβήτησαν το δικαίωμα του ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου του να χρησιμοποιούν τη δίοδο δια της ιδιοκτησίας των τριών πρώτων των εναγομένων, για την επικοινωνία τους με τον δυτικώς διερχόμενο δημοτικό δρόμο. Επακολούθησαν δικαστικοί αγώνες και εκδόθηκαν, η με αριθμό 17/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας και τελικώς η με αριθμό 190/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας.

Με την τελευταία απόφαση έγινε δεκτό ότι η επικοινωνία του ακινήτου του ενάγοντος και του δικαιοπαρόχου του με τον δυτικώς διερχόμενο δημοτικό δρόμο, δια του ακινήτου των τριών πρώτων των εναγομένων, γινόταν με την ανοχή των ιδιοκτητών αυτού, ήτοι κατά παράκλησιν, δηλαδή ότι δεν υπήρχε διέλευση τους με διάνοια δικαιούχου και δεν χρησιδέσποζαν (ο ενάγων και ο δικαιοπάροχος τους) προς απόκτηση δουλείας διόδου.

Μάλιστα οι τρεις πρώτοι των εναγομένων, πριν ακόμη εκδοθεί απόφαση επί των τακτικών αγωγών αξιοποιώντας το παραχθέν από την ανωτέρω με αριθμό 17/2008 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας προσωρινό δεδικασμένο, περιέφραξαν το οικόπεδο τους τον Απρίλιο του 2008, με περίφραξη αποτελούμενη από τοιχίο από τσιμεντόλιθους και σενάζ στη βάση του, μεταλλικούς πασσάλους και πλέγμα και ενσωμάτωσαν σε αυτό την παραπάνω δίοδο δια της ιδιοκτησίας τους.

Έτσι το ακίνητο του ενάγοντος είναι περίκλειστο. Η μόνη δυνατότητα για την επικοινωνία του ακινήτου του ενάγοντος με δημοτικό δρόμο του οικισμού ..., υφίσταται προς τον δυτικώς διερχόμενο δημοτικό δρόμο, προς τον οποίο στερείται παντελώς της αναγκαίας διόδου, για την εξυπηρέτηση των σημερινών αναγκών του ακινήτου του ενάγοντος, το οποίο αυτός χρησιμοποιεί για τη διαμονή της οικογενείας του και των γονέων του.

Μεταξύ του ακινήτου του ενάγοντος και του δυτικώς διερχόμενου δημοτικού δρόμου μεσολαβεί το ακίνητο των τριών πρώτων των εναγομένων. Κατά συνέπεια οι τρεις πρώτοι των εναγομένων, ως ιδιοκτήτες ακινήτου παρεμβαλλόμενου του ακινήτου του ενάγοντος και του δυτικώς διερχομένου δημοτικού δρόμου, είναι υποχρεωμένοι, κατά πρώτον, να του παραχωρήσουν δίοδο με την καταβολή αποζημιώσεως, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1012 ΑΚ.

Η πλέον ενδεδειγμένη, πρόσφορη και λιγότερο επαχθής δίοδος, δια της ιδιοκτησίας των τριών πρώτων των εναγομένων, είναι εκείνη, που θα αρχίζει από την προαναφερθείσα δυτικά της ιδιοκτησίας τους, διερχόμενη δημοτική οδό, θα καταλαμβάνει το νότιο τμήμα της ιδιοκτησίας τους, κατά μήκος της νότιας πλευράς αυτής, κατευθυνόμενη κατ' αρχήν προς ανατολάς και προς το τέλος της βορειοανατολικούς, όπου θα καταλήγει στο νοτιοδυτικό άκρο της ιδιοκτησίας του ενάγοντος Ειδικότερα, η δίοδος που απαιτείται να παραχωρήσουν στον ενάγοντα οι τρεις πρώτοι των εναγομένων, δια της ιδιοκτησίας τους, για την επικοινωνία του ακινήτου του ενάγοντος με τον δυτικώς διερχόμενο δημοτικό δρόμο προς εξυπηρέτηση των σημερινών αναγκών αυτού ........

Η επιφάνεια που καταλαμβάνει η δίοδος αυτή, από την ιδιοκτησία των τριών πρώτων των εναγομένων, ανέρχεται σε 60 τ.μ., αρχίζει από τον δυτικώς της ιδιοκτησίας τους διερχόμενο δημοτικό δρόμο, με πλάτος 3,72 μ., κατευθύνεται ανατολικά και εν συνεχεία βορειοανατολικά, κατά μήκος της νότιας πλευράς της ιδιοκτησίας τους επί μήκους 12,06 μ.

και καταλήγει στο νοτιοδυτικό άκρο της ιδιοκτησίας του ενάγοντος επί πλάτους 3,50 μ., ενώ το υπόλοιπο πλάτος της στο σημείο αυτό των (2,22 + 3,46 =) 5,68 μ. συνορεύει με ιδιοκτησία των λοιπών εναγομένων. Σημειώνεται ότι, όπως προαναφέρθηκε, η νοτιοανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας των τριών πρώτων των εναγομένων, πέραν της οποίας ευρίσκεται η ιδιοκτησία των λοιπών εναγομένων, είναι περιφραγμένη με τοιχίο, επί του οποίου υπάρχουν σιδερένιοι πάσσαλοι και δικτυωτό πλέγμα περιφράξεως.

Επίσης η βορειανατολική πλευρά της ιδιοκτησίας αυτής, στο μεγαλύτερο μέρος της, έχει την ίδια περίφραξη, πλην ενός τμήματος, στο νοτιοανατολικό της άκρο, μήκους 3,50 περίπου μέτρων, όπου η πλευρά αυτή συναντά την προηγούμενη, ήτοι την νοτιοανατολική. Η παροχή διόδου, δια της ιδιοκτησίας των τριών πρώτων των εναγομένων, η οποία οδηγεί κατευθείαν στην νοτιοδυτικά διερχόμενη δημοτική οδό, με το επίπεδο της οποίας ευρίσκεται στο ίδιο υψόμετρο, δεν προκαλεί οποιαδήποτε ζημιά και δεν καταστρέφει οποιαδήποτε κατασκευή.

Αντιθέτως, η παροχή διόδου και από τις δύο ιδιοκτησίες καταστρέφει ολόκληρο το τοιχίο και την επ' αυτού περίφραξη, της νοτιοανατολικής πλευράς της ιδιοκτησίας των τριών πρώτων των εναγομένων. Επιπλέον, η παροχή διόδου, δια της ιδιοκτησίας των τριών πρώτων των εναγομένων, είναι η μόνη πρόσφορη και λιγότερο επαχθής και για τους εξής ακόμη λόγους:

α) Είναι η συντομότερη όλων. Το πλάτος της, σε κάθετη γραμμή, στην είσοδο της από τον δημοτικό δρόμο, ανέρχεται σε τρία (3) μέτρα, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η πλευρά αυτή, επειδή έχει λοξή κατεύθυνση, εμφανίζεται ως έχουσα πλάτος (1,47 + 2,25 =) 3,72 μέτρα, στο δε τέλος της έχει πλάτος 3,50 μέτρα, β) Δεν προκαλεί οποιαδήποτε ζημιά σε επικείμενα, παρά μόνο στην είσοδο και έξοδο, οι οποίες καταλαμβάνονται από μικρό τμήμα περιφράξεως, του προαναφερόμενου πλάτους.

γ) Εκτείνεται κατά μήκος του ορίου της ιδιοκτησίας των τριών πρώτων των εναγομένων, στο άκρο της ιδιοκτησίας αυτής, δ) Απέχει τη μεγαλύτερη δυνατή απόσταση από τα κτίσματα αυτών, ε) Έχει άμεση πρόσβαση με τη δημοτική οδό. στ) Βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με τη δημοτική αυτή οδό, ώστε δεν απαιτείται οποιοδήποτε τεχνικό έργο. ........

Πρέπει επίσης να καθορισθεί αποζημίωση που θα καταβληθεί σε αυτούς σε 50 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για το έδαφος που καταλαμβάνει η δίοδος ήτοι (60 τ.μ. χ 50 ευρώ =) 3.000 ευρώ καθώς και σε 30 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο για το τμήμα της περίφραξης που θα καταστραφεί, ήτοι σε (12,9 μ. χ 30 ευρώ/μ. =) 387 ευρώ και συνολικά σε (3.000 + 387 =) 3.387 ευρώ, επιμεριζομένη στον καθένα ανάλογα με το μερίδιο του καθενός στο ακίνητο".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος - ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης του Ειρηνοδικείου, που απέρριψε την ένδικη αγωγή του, παροχής διόδου, ως αναπόδεικτη, με την οποία ζήτησε να του παρασχεθεί δίοδος, κατά το κύριο αίτημα αυτής, διά μέσου του ακινήτου των αναιρεσειόντων - εναγομένων και κατά το επικουρικό της αίτημα δια μέσου του ακινήτου των τελευταίων και του ακινήτου των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων - εναγομένων, που παρεμβάλλονται μέχρι την οδό, εξαφάνισε την απόφαση αυτή, και δέχθηκε την αγωγή ως προς το κύριο αίτημά της ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της ιδιότητας του επιδίκου ακινήτου του ενάγοντος ως περίκλειστου και της επιλεγείσης διόδου ως της προσφορότερης και λιγότερο επαχθούς για το βαρυνόμενο ακίνητο των εναγομένων - αναιρεσειόντων.

Ειδικότερα ενώ δέχεται ότι το ακίνητο του ενάγοντος συνορεύει βόρεια σε μήκος πλευράς 48 μ. με δημοτικό δρόμο, και ότι παρά το γεγονός αυτό είναι περίκλειστο, επειδή ο δρόμος αυτός έχει υψομετρική διαφορά, σε σχέση με το υποκείμενο τούτου ακίνητό του από 4,5μ. μέχρι 6 μ., με κατακόρυφη κλίση, υποστηριζόμενος με τοιχείο αντιστήριξης αναλόγου, ύψους, έτσι ώστε να είναι αντικειμενικά αδύνατη και απαγορευτική η επικοινωνία του ακινήτου του με αυτό το δρόμο, και με βάση την παραδοχή αυτή δέχθηκε ότι έπρεπε να παρασχεθεί δίοδος δια μέσου του ακινήτου των αναιρεσειόντων, για να επικοινωνεί με το δυτικά του ακινήτου του (ενάγοντος) διερχόμενο άλλο δημοτικό δρόμο, δε διευκρινίζεται στην προσβαλλομένη απόφαση γιατί δεν είναι δυνατή η κατασκευή μιας κλίμακας με την χρήση της οποίας θα επικοινωνεί τούτο με ασφάλεια με τον παραπάνω δρόμο, δηλαδή εκείνου με τον οποίο συνορεύει η βόρεια πλευρά του, η οποία (κλίμακα) εξυπηρετεί τις ανάγκες του ως αστικού ακινήτου και έναντι ποιάς δαπάνης, ώστε να κριθεί αν είναι δυσανάλογη σε σχέση με την αξία του ίδιου ακινήτου.

Περαιτέρω, ενώ δέχεται ότι η δίοδος που υποχρέωσε τους εναγομένους να παράσχουν στον ενάγοντα είναι η λιγότερο επαχθής για το ακίνητο των τελευταίων επειδή δεν προκαλεί οποιαδήποτε ζημία και δεν καταστρέφει οποιαδήποτε κατασκευή, ακολούθως αντιφατικά δέχεται ότι καταστρέφεται τμήμα της περίφραξης του ακινήτου τους και επιδικάζει υπέρ αυτών για τη σχετική ζημία αποζημίωση..

Εξάλλου το δικαστήριο της ουσίας για τον καθορισμό της οφειλόμενης ανάλογης αποζημίωσης των αναιρεσειόντων για την παραχωρούμενη δίοδο, έλαβε ως στοιχείο προσδιοριστικό αυτής την αξία του καταλαμβανόμενου από τη δίοδο μέρους του ακινήτου των τελευταίων και όχι τη μείωση της αξίας του από το επιβαλλόμενο βάρος της παροχής της διόδου και έτσι παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.

Συνεπώς το Μονομελές Πρωτοδικείο υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αρ. 1 και 6 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως βάσιμα παραποιούνται με τους πρώτο κατά ένα μέρος και τέταρτο λόγους της αίτησης αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να γίνουν δεκτοί.

Επειδή κατά το άρθρο 560 αρ. 5 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης, αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους θεμελιώνουν κατά νόμο το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρεμβάσεως, ενστάσεως ή αντενστάσεως ή άλλη αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων προς παροχή έννομης προστασίας.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το οικείο μέρος και τον τρίτο λόγο αυτής αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση από τον αρ. 5β του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν νόμιμα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα η παράβαση αυτή συντελέσθηκε, κατά τους αναιρεσείοντες, επειδή το δικαστήριο της ουσίας παρέλειψε να ερευνήσει τους ισχυρισμούς τους, τους οποίους είχαν προτείνει με τις προτάσεις τους ως εφεσίβλητοι 1) περί καταχρηστικής άσκησης του ασκούμενου με την αγωγή δικαιώματος και 2) της ύπαρξης άλλου γειτονικού ακινήτου από το οποίο πρέπει με βάση τις αντικειμενικές συνθήκες να διέλθει η δίοδος.

Από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν τόσο στο πρωτοβάθμιο, όσο και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, παραδεκτώς κατ' άρθρο 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ. για την έρευνα της βασιμότητας των αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι αυτοί, ως εναγόμενοι αμυνόμενοι κατά της αγωγής, πρόβαλαν νομοτύπως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο τους παραπάνω φερόμενους ως αγνοηθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς, τους οποίους επανέφεραν ως εφεσίβλητοι, που συνιστούν "πράγματα", ενστάσεις, υπό την προεκτεθείσα έννοια, οι οποίοι ήταν ορισμένοι και νόμιμοι, καθ' όσον επικαλέσθηκαν προς θεμελίωση της ιστορικής τους βάσης, τα απαιτούμενα περιστατικά, που συνιστούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή των παραπάνω ουσιαστικών διατάξεων.

Ειδικότερα επικαλέσθηκαν σε σχέση με την καταχρηστική άσκηση της αγωγικής αξίωσης ότι το ακίνητο του ενάγοντος έχει τη δυνατότητα επικοινωνίας από το βόρεια τούτου διερχόμενο δημοτικό δρόμο με την κατασκευή κλίμακας, έναντι μικρής δαπάνης, που θα εξυπηρετεί πλήρως τις ανάγκες του ως αστικού ακινήτου, ενώ με τη διέλευση της διόδου δια μέσου του ακινήτου τους, στο οποίο έχει ήδη ανεγερθεί οικία 80 τ.μ., θα υποστεί τούτο δεσμεύσεις που δε θα επιτρέπουν τη δυνατότητα περαιτέρω δόμησης 320 τ.μ.

και τη μελλοντική αξιοποίησή του, ότι τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια το ακίνητο του ενάγοντος επικοινωνεί ανενόχλητα με το νότια τούτου διερχόμενο δημοτικό δρόμο, δια μέσου του όμορου ακινήτου των απολειπομένων εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, ότι ο τελευταίος με τον οποίο συνδέονται με στενή συγγενική σχέση, όπως και με τους απολειπόμενους αναιρεσιβλήτους, τους διαβεβαίωσε με προφορικές και έγγραφες δηλώσεις ότι ουδέποτε θα αξίωνε δίοδο από το δικό τους ακίνητο, ώστε εύλογα δημιουργήθηκε σ' αυτούς η πεποίθηση ότι δε θα ασκήσει την ένδικη αξίωση και έτσι η άσκηση της αγωγής σύμφωνα και με την αρχή της στάθμισης των εκατέρωθεν συμφερόντων, ως προϋπόθεση για την παραχώρηση διόδου υπερβαίνει προφανώς τα όρια που διαγράφονται από το άρθρο 281 ΑΚ.

Ως προς δε την ένσταση περί της ύπαρξης άλλου γειτονικού ακινήτου προσδιορίζουν τούτο, που είναι το ακίνητο των απολειπομένων αναιρεσιβλήτων-εναγομένων και εκθέτουν τους λόγους για τους οποίους η διέλευση της διόδου από αυτό είναι λιγότερο επαχθής και επιζήμια σε σχέση με το δικό τους ακίνητο. Πλην όμως η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς.

Συνεπώς είναι βάσιμοι οι αναιρετικοί αυτοί λόγοι. Κατ' ακολουθίαν τούτων πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Περαιτέρω πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδε Κ.Πολ.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 εδε του Ν.4055/2012, στους καταθέσαντες και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.)

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την 58/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές πλην εκείνων που εξέδωσαν την αναιρουμένη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Μαρτίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ