Legislator Case Law & Legislation
1149/2011 AI generated

1149/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1149/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28.585/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1326/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2010 αίτησή τους.

Legislator headnote

AI generated

1149/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Οι εκκαλούντες ουδέποτε άσκησαν διακατοχικές πράξεις διανοία συγκυρίου επί της επίδικης εκτάσεως. Τούτο δε προκύπτει από το με ημερομηνία 14-5-1981 πρακτικό ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής των τριών πρώτων εκκαλούντων και του δικαιοπαρόχου των λοιπών Α.

Keywords

AI generated
principles governing concessions territorial scope of the Treaty extended collective licence conditions of use scope of expropriation land use regulation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1149 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1149/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Ερωτόκριτο Καλούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαρτίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Χ. Θ. του Ι., χας Η. Τ., 2 Ε. Τ. του Η., συζ. Β. Ε., 3 Ε. Τ. του Η., συζ. Α. Μ., 4 Ε. Τ. του Α., συζ. Θ. Τ., 5 Β. Τ. του Α. και 6 Α. Γ. του Β., χας Α. Τ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Κακαβέλα.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Η. Μ. του Ν., 2 Σ. Μ. του Ν. και 3 Α. Μ. του Ν., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Βασίλειο Καλφόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-9-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28.585/2009 του ίδιου Δικαστηρίου και 1326/2010 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-10-2010 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης ΕΡωτόκριτος Καλούδης ανέγνωσε την από 28-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ευθέως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου υπάρχει, όταν το δικαστήριο, με βάση τις παραδοχές του, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παρέλειψε να εφαρμόσει ένα ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ήταν εφαρμοστέος ή εφάρμοσε ουσιαστικό κανόνα δικαίου, τον οποίο δεν έπρεπε να εφαρμόσει.

Ειδικότερα, το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, που εισάγουν οι διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όταν μολονότι διαπιστώσει, έστω και έμμεσα, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βούλησης των δικαιοπρακτούντων, συνακόλουθα δε, την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας αυτών, παραλείπει να προσφύγει για τη συμπλήρωση ή ερμηνεία τους στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται, επίσης, ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, ως στοιχεία προσδιοριστικά της καλής πίστης (ΑΠ 1746/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: "...Οι εκκαλούντες ουδέποτε άσκησαν διακατοχικές πράξεις διανοία συγκυρίου επί της επίδικης εκτάσεως. Τούτο δε προκύπτει από το με ημερομηνία 14-5-1981 πρακτικό ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής των τριών πρώτων εκκαλούντων και του δικαιοπαρόχου των λοιπών Α.

Τ. του Χ. κατά του δικαιοπαρόχου των εφεσιβλήτων, Ν. Μ.. Με το εν λόγω πρακτικό ο καθού (ήτοι ο δικαιοπάροχος των εφεσιβλήτων) αναγνώρισε τους αιτούντες κυρίους του οικοπέδου μέχρι της υφισταμένης ακακίας όπερ και αποτελεί ήδη όριον. Εις περίπτωση ανεγέρσεως οικοδομής παρά των αιτούντων το όριον της ακακίας θα αποτελέσει και σημείον άκρον του μπαλκονιού.

Οι αιτούντες εις περίπτωση ανεγέρσεως θα τοποθετήσουν την δεξιά άκρη του κτίσματος εις απόστασιν 1,30 μ. εις το σημείον της εισόδου προκειμένου να μην εμποδίζεται η είσοδος του καθού εις την ανεγειρόμενη οικία. Ο καθού υποχρεούται σε περίπτωση ανεγέρσεως να κλείσει το παράθυρο της παλαιάς οικοδομής εις ην και κατοικεί και νυν διανύγων τοιούτον επί του ανατολικού κτίσματος.

Το υπόλοιπον οικόπεδον (ήτοι το επίδικο) που απομένει θέλει χρησιμοποιείται εφεξής από κοινού υπό των διαδίκων και ανεμποδίστων επιφυλασσομένων δικαιωμάτων κυριότητας υπ' αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών". Περαιτέρω, το Εφετείο δέχτηκε, ότι: "Από το περιεχόμενο του ως άνω πρακτικού προκύπτει ότι ο δικαιοπάροχος των εφεσιβλήτων συμφώνησε όπως τον ακάλυπτο χώρο ανάμεσα στην παλαιά οικία (συγκυριότητας ήδη του πρώτου και του δεύτερου των εφεσιβλήτων) και τη νεόδμητη οικία (ιδιοκτησίας της τρίτης εφεσιβλήτου), καθώς και την ιδιοκτησία συγκυριότητας των εκκαλούντων, να τον χρησιμοποιούν αμφότερα τα διάδικα μέρη επιφυλασσομένων των δικαιωμάτων κυριότητας "υπ'αμφοτέρων των διαδίκων πλευρών".

Δεν συμφώνησαν, όπως συννέμονται την επίδικη έκταση κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ο ίδιος και κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, οι τρεις πρώτοι εκκαλούντες και ο δικαιοπάροχος των λοιπών Α. Τ., αλλά όλοι τους να κάνουν χρήση αυτής, η δε κυριότητα των τελευταίων περιορίστηκε πέραν από την επίδικη έκταση, ήτοι στο όριο με την ακακία.

Με το ως άνω πρακτικό τα διάδικα μέρη συμφώνησαν απλώς για την από κοινού χρήση της επίδικης έκτασης και όχι για τη νομή ή την κυριότητα αυτής...". Εν τέλει δε το Εφετείο δέχτηκε, ότι: "Δεν αποδείχτηκε ότι οι εκκαλούντες (ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες) κατείχαν την επίδικη έκταση είτε από το έτος 1974, είτε από το έτος 1981 έως και σήμερα διανοία κυρίου και κατά συνέπεια ουδέποτε κατέστησαν συγκύριοι αυτής με τα στοιχεία της έκτακτης χρησικτησίας", που αποτελούσε την κύρια βάση της αγωγής, και απέρριψε την έφεση κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Από τα παραπάνω προκύπτει, ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως ότι υπάρχει κενό ή αμφιβολία στις δηλώσεις των συμβαλλομένων στο συμβιβασμό, για τον οποίο καταρτίστηκε το ανωτέρω -από 14.5.1981- πρακτικό, και γι' αυτό δεν προσέφυγε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Επομένως, ο δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες ψέγουν το Εφετείο, γιατί αυτό, προκειμένου να διαπιστώσει την έννοια των δηλώσεων βούλησης των μερών που συμμετείχαν στο συμβιβασμό, για τον οποίο καταρτίσθηκε το πιο πάνω πρακτικό, προσέφυγε στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, τις οποίες και εφάρμοσε εσφαλμένα, ως στηριζόμενος επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι δυνατό να φέρεται ότι πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα να πλήσσει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1548/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης κανόνων του ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των διατάξεων των άρθρων 974, 1045 και 1046 ΑΚ, γιατί το Εφετείο, με το να ερμηνεύσει -κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ- τις δηλώσεις βούλησης των μερών που συμμετείχαν στο συμβιβασμό για τον οποίο συντάχτηκε το πιο πάνω πρακτικό, κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα, ότι η συγκατοχή και η σύγχρηση της επίδικης έκτασης από τους αναιρεσείοντες (ενάγοντες) και πριν από αυτούς από τους δικαιοπαρόχους τους, δεν γινόταν με την πεποίθηση ότι είναι συγκύριοι, δηλαδή με τη φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια συγκυρίου και άρα ότι εδώ δεν συντρέχει "η εκ των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας ύπαρξη της νομής".

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης, παρεκτός του ότι αφορά στις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ οπότε στηρίζεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης, όπως ήδη έχει ειπωθεί, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί, υπό την επίκληση της ευθείας παραβίασης των πιο πάνω διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται η περί τα πράγματα ανέλεγκτη κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).

ΙΙΙ. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 559 παρ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης μόνο αν αυτά χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο κατά την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών περιστατικών που αποδείχθηκαν και όχι προς έμμεση απόδειξη ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίστηκαν.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 1 εδάφ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι η συγκατοχή και σύγχρηση της επίδικης έκτασης από τους αναιρεσείοντες και τους δικαιοπαρόχους τους γινόταν (όχι με την πεποίθηση ότι είναι συγκύριοι και άρα ότι εδώ συντρέχει "η εκ των προϋποθέσεων της έκτακτης χρησικτησίας ύπαρξη της νομής", αλλά) με διάνοια απλού δικαιούχου δικαιώματος χρήσης και διέλευσης, δεν εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 974, 1045 και 1046 ΑΚ, κατά παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, σύμφωνα με τα οποία, "οι ασκούντες αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής σε βάρος τρίτου τινός (του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων εν προκειμένω) έχουν την πεποίθηση ότι είναι κύριοι, ότι ασκούν φυσική εξουσίαση στο πράγμα διανοία κυρίου όταν ασκούν την αίτηση αυτή, επομένως, όταν συμβιβάζονται δικαστικά επί τη βάσει της αίτησης αυτής, το μόνο που μπορεί να επιθυμούσαν και να συνιστούσε την αληθή τους βούληση είναι η ρύθμιση της νομής και όχι της απλής χρήσης ή της διέλευσης, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλομένη, η οποία προσέδωσε παρακλητικό χαρακτήρα στη συμπεριφορά αυτών και των δικαιοπαρόχων τους".

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, γιατί τα αναφερόμενα ως διδάγματα της κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την ερμηνεία ή την εφαρμογή συγκεκριμένων κανόνων ουσιαστικού ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, αλλά αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.

IV. Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί, στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΟλΑΠ 2/2008).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης μέμφονται οι αναιρεσείοντες την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με ημερομηνία 14-5-1981 πρακτικού ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης σε δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής των τριών πρώτων απ' αυτούς καθώς και του δικαιοπαρόχου των λοιπών, Α.

Τ. του Χ., κατά του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων (εναγομένων), Ν. Μ., με το να δεχθεί, ότι κατά το περιεχόμενο του ανωτέρω -από 14.5.1981- πρακτικού, α) οι αναιρεσείοντες ουδέποτε άσκησαν διακατοχικές πράξεις με διάνοια συγκυρίου, και β) δεν συμφωνήθηκε να συννέμονται μαζί με τον δικαιοπάροχο των αντιδίκων τους την επίδικη έκταση, αλλά γ) ότι, δήθεν, με το πρακτικό αυτό τα διάδικα μέρη συμφώνησαν απλώς για την από κοινού χρήση της επίδικης έκτασης και όχι για τη νομή ή την κυριότητα αυτής, και δ) ότι κατά συνέπεια τόσο αυτοί -αναιρεσείοντες- όσο και οι εκάστοτε μισθωτές τους ασκούν δικαίωμα χρήσης και διέλευσης, ενώ, πράγματι, κατά το πρακτικό αυτό, οι τρεις πρώτοι από αυτούς (αναιρεσείοντες), ο δικαιοπάροχος των λοιπών και πριν από αυτούς οι απώτεροι δικαιοπάροχοί τους, "όχι μόνο ασκούσαν διακατοχικές πράξεις διανοία συγκυρίου, πολλώ δε μάλλον διεκδικούσαν την προστασία τους έναντι της προσβολής εκ μέρους των δικαιοπαρόχων των αντιδίκων ακριβώς αυτών των ίδιων διακατοχικών πράξεων, ώστε να προκύπτει αναμφισβήτητα ότι διόλου παρακλητικά ποιού(σαν) μέχρι σήμερα χρήση της επίδικης έκτασης, τουναντίον ποιού(σαν) και εξακολουθ(ούν) να ποι(ούν) χρήση της με την πεποίθηση ότι εί(ναι) συγκύριοι", ενόψει του ότι α) το πρακτικό καταρτίσθηκε με αφορμή δίκη ασφαλιστικών μέτρων νομής, β) αιτούντες, που ζητούσαν προστασία από την προσβολή της νομής τους, ήταν οι τρεις πρώτες από αυτούς και ο δικαιοπάροχος των λοιπών, γ) καθ' ου η αίτηση -προσβολέας της νομής- ήταν ο δικαιοπάροχος των αντιδίκων, δ) αντικείμενο της αίτησης -όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της ρύθμισης του πρακτικού- ήταν η άσκηση της νομής της επίδικης έκτασης, ε) τα διάδικα μέρη -αιτούντες και καθ' ου- ρητά επιφυλάχθηκαν για τα δικαιώματα κυριότητάς τους, και στ) με βάση τη ρύθμιση του πρακτικού η επίδικη έκταση θα χρησιμοποιούνταν από κοινού και ανεμποδίστως από αμφότερα τα διάδικα μέρη, δηλαδή με το πρακτικό αναγνωρίζουν οι διάδικοι ίσα δικαιώματα προς αλλήλους αναφορικά με την επίδικη έκταση.Ο λόγος αυτός της αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού με αυτόν δεν αποδίδεται διαγνωστικό σφάλμα ως προς το αληθινό περιεχόμενο του πιο πάνω εγγράφου - πρακτικού, δηλαδή λάθος κατά την ανάγνωση, αλλά σφάλμα ως προς την εκτίμηση και ερμηνεία του περιεχομένου του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-10-2010 αίτηση των 1) Θ. Χ. του Ι. κ.ά., για αναίρεση της 1326/2010 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ