Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the appeal request must be submitted during the hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a limited liability company against a first-instance judgment. The appellant argued that the lower court erred in accepting an expert accountant's balance sheet without verifying its legal basis or source documents. The court held that the appeal request was procedurally inadmissible because it was not submitted during the hearing as required by Article 309 of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArt. 309 para. 2 of the Code of Civil Procedure; Appeal requests regarding non-final judgments must be submitted during the hearing, not as a separate motion, to ensure judicial economy.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1149 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1149/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α'1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Δημήτριο Πατινίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 7 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων : 1) Της Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "....Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης", που εδρεύει στο ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Χ2 και 3) Χ3 τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Θεόδωρος Λύτρας.
Του αναιρεσιβλήτου : ......., τον οποίο εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Κουκουράκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19.12.2001 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2001 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 1129/2001 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της αποφάσεως αυτής ζήτησαν οι ήδη αναιρεσείοντες με την από 21.02.2002 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 385/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, που αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις 109/2005 προδικαστική και 519/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 13.07.2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Δαλιάνης ανέγνωσε την από 28.12.2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Το άρθρο 309 εδ. β' ΚΠολΔ ορίζει ότι "όσες (δηλ. αποφάσεις) δεν κρίνουν οριστικά μπορούν, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση κάποιου διαδίκου που υποβάλλεται μόνο στη διάρκεια της συζήτησης της υπόθεσης και όχι αυτοτελώς, να ανακληθούν σε κάθε στάση της δίκης από το δικαστήριο που τις εξέδωσε εωσότου εκδοθεί οριστική απόφαση". Από τη διάταξη αυτή, αποσκοπούσα στην ταχύτερη διεξαγωγή της δίκης και αποτελούσα ειδικότερη εκδήλωση της αρχής της οικονομίας της δικαστικής ενέργειας, συνάγεται ότι αν κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας συντρέχουν λόγοι ανακλήσεως της (μη οριστικής) αποφάσεώς του, με την οποία έχει διαταχθεί η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, τότε η εν λόγω απόφαση μπορεί να ανακληθεί σε μεταγενέστερη "στάση της δίκης", δηλαδή σε μεταγενέστερη συζήτηση της υποθέσεως, είτε αυτεπαγγέλτως είτε με πρόταση (αίτηση) διαδίκου, η οποία όμως πρέπει (με κύρωση την απόρριψή της ως απαράδεκτης) να υποβληθεί - όχι αυτοτελώς αλλά - στο πλαίσιο της συζητήσεως της υποθέσεως, ακόμη και με τη σχετική προς επίσπευση αυτής της συζητήσεως κλήση, αφού μόνο στην περίπτωση αυτή δημιουργείται "στάση της δίκης".
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο, κατόπιν σχετικού αιτήματος περιληφθέντος στην από 26-4-2006 κλήση του αναιρεσίβλητου προς κατ' ουσίαν συζήτηση της υποθέσεως, ανεκάλεσε την προεκδοθείσα 109/2005 μη οριστική απόφασή του, με την οποία είχε διαταχθεί η διενέργεια λογιστικής πραγματογνωμοσύνης, δεχθέν ανελέγκτως ως συντρέχοντα τον προβληθέντα λόγο ανακλήσεως, ότι δηλαδή η διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης κατέστη ανέφικτη εξαιτίας της αρνήσεως να αποδεχθούν τον διορισμό τους οι, με τρεις διαδοχικές αποφάσεις του, διορισθέντες ισάριθμοι πραγματογνώμονες, ακολούθως δε προέβη στην κατ' ουσίαν εκδίκαση της υποθέσεως. Με την εκτεθείσα κρίση του το εφετείο δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ απορρέουσα πλημμέλεια της παράνομης μη απορρίψεως ως απαραδέκτου του αιτήματος περί ανακλήσεως της ως άνω μη οριστικής αποφάσεώς του. Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Ως προς την αιτίαση περί μη συνδρομής του γενομένου δεκτού ως άνω λόγου ανακλήσεως, ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η σχετική διάγνωση ανήκει στη διακριτική ευχέρεια του εφετείου και ως εκ τούτου η αντίστοιχη κρίση του δεν είναι δεκτική αναιρετικού ελέγχου.
Από τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ. 1, 33 περ. 2 του ν. 3190/1955 και 3 παρ. 2 ΕισΝΚΠολΔ προκύπτει ότι η αίτηση για έξοδο εταίρου από εταιρία περιορισμένης ευθύνης εξαιτίας σπουδαίου λόγου και για τον προσδιορισμό της αξίας της μερίδας συμμετοχής του δικάζεται από το μονομελές πρωτοδικείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Η νομοθετική αυτή παραπομπή στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων υπηρετεί την ανάγκη ταχείας εκδικάσεως της εν λόγω υποθέσεως, και ως εκ τούτου στη σχετική δίκη, καίτοι μη αφορώσα σε προσωρινή δικαστική προστασία με τη μορφή ασφαλιστικού μέτρου αλλά στην οριστική διάγνωση της υποθέσεως, εφαρμόζεται και το άρθρο 690 παρ. 1 ΚΠολΔ, κατά το οποίο στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων είναι υποχρεωτική η προαπόδειξη και αρκεί η πιθανολόγηση των ισχυρισμών.
Η καθιέρωση της πιθανολογήσεως επάγεται τη διεξαγωγή ελεύθερης αποδείξεως, στο πλαίσιο της οποίας το δικαστήριο δεν δεσμεύεται από τους κανόνες της αποδεικτικής διαδικασίας, τα αποδεικτικά μέσα και τη δύναμή τους, αλλά έχει την ευχέρεια να στηρίξει την κρίση του σε οποιαδήποτε "κατάλληλα" μέσα, τα οποία είναι σε θέση να πιθανολογήσουν την αλήθεια των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων (άρθρο 347 ΚΠολΔ).
Αντίθετη εκδοχή θα προκαλούσε σημαντική δυσχέρεια στη σκοπηθείσα συναφώς γρήγορη δικαστική διάγνωση, και άρα θα οδηγούσε σε αδικαιολόγητη συρρίκνωση του ρυθμιστικού εύρους της επίμαχης νομοθετικής παραπομπής.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το εφετείο, κατά την εκδίκαση εφέσεως των αναιρεσειόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, έκρινε ως κατ' ουσία βάσιμη την από 19-12-2000 αίτηση του αναιρεσιβλήτου - εταίρου της πρώτης των αναιρεσειόντων εταιρίας περιορισμένης ευθύνης - για την έξοδο του από την εν λόγω εταιρία ένεκα σπουδαίου λόγου και για τον προσδιορισμό της αξίας της μερίδας συμμετοχής του, στηρίζοντας τη σχετική προς τούτο αποδεικτική του κρίση (κατά τη διαλαμβανόμενη στην ίδια απόφαση βεβαίωσή του) σε απλή πιθανολόγηση των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων.
Με την κρίση του αυτή το εφετείο δε υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 10 ΚΠολΔ πλημμέλεια της αποδοχής πραγμάτων εχόντων ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινών χωρίς απόδειξη. Επομένως, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Κατά τη γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου, του Βασίλειου Ρήγα, ο ανωτέρω λόγος της αιτήσεως τυγχάνει βάσιμος και θα έπρεπε να γίνει δεκτός, δεδομένου ότι ναι μεν διά του άρθρου 29 § 1 ν. 3190/1955, εν συνδυασμώ προς τα άρθρα 33 § 2 αυτού και 3 § 2 Εν Κ.Πολ.Δ., ορίζεται ότι η διάγνωση της αιτήσεως εταίρου επε περί εξόδου του εκ της εταιρίας ένεκα σπουδαίου λόγου και προσδιορισμού της αξίας της μερίδας συμμετοχής του, γίνεται κατά τη διάρκεια των ασφαλιστικών μέτρων, στην οποία αρκεί, κατ' άρθρο 690 § 1 Κ.Πολ.Δ., η πιθανολόγηση των ισχυρισμών, με συνέπεια, σύμφωνα με το άρθρο 347 Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο, να δύναται να παραβλέπει τις διατάξεις περί αποδεικτικής διαδικασίας, αποδεικτικών μέσων και δυνάμεως αυτών και να αποφαίνεται, βάσει των κατάλληλων μέσων, κατά πιθανότητα και όχι κατά πλήρη δικανική πεποίθηση περί την αλήθεια των πραγματικών περιστατικών, που αποτελεί τον κανόνα, εν τούτοις, αξιολογουμένου του συστήματος προσωρινής δικαστικής προστασίας του Κ.Πολ.Δ., ως σκοπούντος την εξασφάλιση ή διατήρηση δικαιωμάτων του ουσιαστικού δικαίου ή τη ρύθμιση καταστάσεως, δι' αποφάσεων εκδιδομένων κατόπιν απλής και ταχείας διαδικασίας, στηριζομένων σε πιθανολόγηση και εκείθεν, ως ενδεχομένως ήσσονος ποιότητας, μη παραγουσών δεδικασμένο, αλλά και μη υποκειμένων σε αναίρεση και συσχετιζομένου του συστήματος τούτου προς το σύστημα οριστικής επιλύσεως των ιδιωτικών διαφορών, το οποίο, κατά τον Κ.Πολ.Δ., χάριν κρείσσονος ποιότητας των επ' αυτών αποφάσεων, το μεν συγκροτείται εκ σαφών αποδεικτικών κανόνων, εισαγόντων, μεταξύ άλλων και την πλήρη δικανική πεποίθηση ως αναγκαία προϋπόθεση της οριστικής διαγνώσεως των ουσιαστικού δικαίου δικαιωμάτων, το δε επιτρέπει τον αναιρετικό έλεγχο της εφαρμογής των κανόνων τούτων, προκύπτει αξιολογική αντινομία στη νομοθετική επιταγή της κατά πιθανολόγηση οριστικής διαγνώσεως ιδιωτικής διαφοράς, εξισουμένη προς συγκεκαλυμμένο κενό, πληρωτέο διά τελολογικής συστολής του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 690 § 1 Κ.Πολ.Δ., χάριν εξαιρέσεως της πιθανολογήσεως επί των περιπτώσεων οριστικής διαγνώσεως ιδιωτικής διαφοράς και επιστροφής στον κανόνα της πλήρους αποδείξεως.
ΙΙΙ. Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ., ψέγεται το εφετείο ότι κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού συλλογισμού του, εφενός μεν, έλαβε υπόψη την από ..... έκθεση της Δ.Ο.Υ. Ζωγράφου, χωρίς να την έχουν προσκομίσει και επικαλεσθεί οι διάδικοι, αφετέρου δε, παρέλειψε να λάβει υπόψη τον εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου με επίκληση προσκομισθέντα ισολογισμό της πρώτης των αναιρεσειόντων ".....
Ε.Π.Ε." για τη χρήση του έτους 2000. Ως προς την πρώτη αιτίαση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, αναφορικώς μεν προς τη μη προσκομιδή του άνω εγγράφου, διότι η - περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση - βεβαίωση του εφετείου περί προσκομιδής αυτού του εγγράφου αποτελεί πραγματική διαπίστωση (οντολογική κρίση) και, άρα, ανεπίδεκτη αναιρετικού ελέγχου, αναφορικώς δε προς τη μη επίκληση του ειρημένου εγγράφου, διότι στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, κατά την οποία έγινε η εκδίκαση της προκειμένης υποθέσεως, το δικαστήριο έχει την ευχέρεια να συγκεντρώσει και να λάβει υπόψη αυτεπαγγέλτως όλα τα αποδεικτικά μέσα (άρθρο 691 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), και ως τούτου δεν απαιτείτο επίκληση του ανωτέρω αποδεικτικού εγγράφου.
Ως προς την δεύτερη αιτίαση, ο ίδιος λόγος είναι αβάσιμος, διότι από τη βεβαίωση του εφετείου περί στηρίξεως του αποδεικτικής του κρίσεως σε όλα εν γένει τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι και από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεώς του δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για τη συνεκτίμηση του ανωτέρου ισολογισμού από το εφετείο.
Η γενομένη στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδική μνεία των οικονομικών καταστάσεων της εταιρικής χρήσεως από 1-1 εώς 31-12-1999 οφείλεται στο γεγονός ότι προηγούμενη όμοια απόφαση του εφετείου έχει αναιρεθεί με την 385/2004 απόφαση του Αρείου Πάγου, λόγω μη λήψεως υπόψη των άνω καταστάσεων.
IV. Με τον τέταρτο λόγο οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι το άρθρο 559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ., αποδίδουν στο εφετείο την αιτίαση ότι δέχθηκε τον προταθέντα με την αίτηση του αναιρεσιβλήτου προσδιορισμό της αξίας της μερίδας συμμετοχής του ως αληθινό χωρίς απόδειξη, αφού, αν και με τη διατάξασα πραγματογνωμοσύνη 109/2005 απόφαση του εφετείου κρίθηκε ότι για το ανωτέρω ζήτημα απαιτούνται ειδικές γνώσεις της λογιστικής επιστήμης, εντούτοις το ίδιο το δικαστήριο την ανεκάλεσε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, χωρίς να κρίνει ότι δεν χρειάζονται συναφώς ειδικές γνώσεις επιστήμης. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι στην εφαρμοζόμενη εν προκειμένω διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ισχύουν η (υποχρεωτική) προαπόδειξη και η ελεύθερη απόδειξη (άρθρα 690 παρ. 1 και 691 παρ. 1 ΑΚ σε συνδυασμό με άρθρο 347 του ίδιου Κώδικα), και ως εκ τούτου το δικαστήριο μπορεί να διαμορφώσει τον αποδεικτικό του συλλογισμό με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να διατάξει αποδείξεις.
V. Ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως ιδρύεται όταν στη δεύτερη (ελάσσονα) πρόταση του νομικού συλλογισμού της αποφάσεως του ουσιαστικού δικαστηρίου δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις εφαρμογής του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή αν έγινε ή όχι ορθός νομικός χαρακτηρισμός των κρίσιμων πραγματικών γεγονότων, όχι όμως και όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του συναχθέντος από αυτές και με σαφήνεια διατυπωμένου αποδεικτικού πορίσματος.
Εν προκειμένω, σε σχέση με την πραγματική αξία της εταιρικής μερίδας του αναιρεσιβλήτου, το εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ανελέγκτως τα εξής:
Με βάση τις εγγραφές του ειδικού ισολογισμού της .... που συνέταξε κατόπιν αιτήσεως του αναιρεσιβλήτου ο λογιστής Γ1, λαμβάνοντας ως βάση, όπως αναφέρεται στην προμετωπίδα τούτου (ισολογισμού), τα δεδομένα των ισολογισμών των τριών τελευταίων ετών και τα έγγραφα στοιχεία που έθεσε στη διάθεση αυτού ως άνω εντολέας του (αναιρεσίβλητος), η πραγματική οικονομική θέση της πρώτης των αναιρεσειόντων εταιρίας κατά τον κρίσιμο χρόνο της 19ης Δεκεμβρίου 2000, που ο αναιρεσίβλητος κατέθεσε στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση για έξοδό του από την ΕΠΕ λόγω σπουδαίου λόγου, ανέρχονταν σε 481.232.411 δρχ. (σύνολο ενεργητικού 550.547.245 μείον 69.314.834 δρχ.
που είναι το σύνολο των υποχρεώσεων). Οι αναιρεσείοντες, ισχυριζόμενοι ότι η πραγματική εταιρική περιουσία κατά τον κρίσιμο χρόνο (19.12.2000) ήταν κατά πολύ μικρότερη, μη υπερβαίνουσα τα 80.000.000 δρχ., προσήγαγαν στο δικαστήριο τις οικονομικές καταστάσεις εταιρικής χρήσεως από 1 Ιανουαρίου 1999 έως ... της ΕΠΕ (αντίγραφο του ισολογισμού τα εν λόγω χρήσεως και αντίγραφο του λογαριασμού των αποτελεσμάτων της ίδιας χρήσεως, της ....), καθώς και το αντίγραφο της από ......
εκθέσεως ελέγχου της Δ.Ο.Υ. Ζωγράφου Αττικής, η οποία συντάχθηκε σύμφωνα με το ν. δ. 118/1973 για τη δήλωση φόρου κληρονομίας του θανόντος την 7.9.2000 εταίρου ....... και με αυτήν προσδιορίστηκε η κατά το χρόνο του θανάτου αξία των 100 εταιρικών μεριδίων που αυτός κατείχε. Όσον αφορά τα δύο πρώτα από τα παραπάνω έγγραφα (αντίγραφο του ισολογισμού και του λογαριασμού αποτελεσμάτων χρήσεως 1999) πρέπει να παρατηρηθεί 1) ότι στα έγγραφα αυτά απεικονίζεται η θέση της εταιρίας κατά την ...
και όχι κατά τον κρίσιμο χρόνο (19.12.2000) και 2) ότι σ' αυτά δεν συμπεριλαμβάνονται η πραγματική εμπορική αξία των ειδικών περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας, δηλαδή τα εργολαβικά ανταλλάγματα που περιέχονται σ' αυτήν από την άσκηση της εμπορικής της δραστηριότητας, που είναι η κατασκευή πολυώροφων οικοδομών με το σύστημα της αντιπαροχής.
Ειδικότερα, στον ως άνω ισολογισμό της ... έχει καταχωρισθεί στην παράγραφο
ΙΙ με αριθμό 2.33 με τον τίτλο ΑΠΟΓ. ΚΤΙΡΙΩΝ το ποσό 79.652.560 δρχ. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο κόστος κατασκευής των ειδικών περιουσιακών στοιχείων της εταιρίας κατά την 31.12.1999 και όχι στην εμπορική τους αξία, η οποία κατά τον ειδικό ισολογισμό της 11 Δεκεμβρίου 2000, που προσκομίζει ο αναιρεσίβλητος ανέρχεται για 24 τον αριθμό οριζόντιες ιδιοκτησίες σε 430.101.700 δρχ. (σχετική καταχώρηση στο κεφάλαιο Δ με την ονομασία ΚΥΚΛΟΦΟΡΟΥΝ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟ - ΑΠΟΘΕΜΑΤΑ - ΑΚΙΝΗΤΑ ΠΡΟΣ ΠΩΛΗΣΗ).
Επομένως στον ισολογισμό της ..., που επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, δεν απεικονίζεται η πραγματική αξία της εταιρικής περιουσίας, ώστε, με βάση αυτήν, να υπολογιστεί η πραγματική αξία της μερίδας συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου εταίρου. Αναφορικά με την από ....... έκθεση ελέγχου της Δ.Ο.Υ. Ζωγράφου πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα:
Η έκθεση αυτή συντάχθηκε με βάση τα αποτελέσματα, που λήφθηκαν από τα αντίγραφα των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος των οικονομικών ετών 1996 έως 2000 (χρήσεις 1995 έως 1999) της πρώτης αναιρεσείουσας, που παρέδωσε ο εκ των αναιρεσειόντων Χ3. Όμως τα στοιχεία με βάση τα οποία συντάχθηκε η ως άνω από ...... έκθεση ελέγχου της Δ.Ο.Υ.
Ζωγράφου, είναι ανακριβή, όπως τούτο προκύπτει από το προσαγόμενο με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου υπ' αριθ....... ειδικό σημείωμα ελέγχου του ΤΕΚ Αιγίου του Υπουργείου Οικονομικών. Από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι η ως άνω υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών διενέργησε οικονομικό έλεγχο στην αναιρεσείουσα ΕΠΕ και διεπίστωσε πλείστες παραβάσεις οικονομικής φύσεως.
Ειδικότερα, στις σελίδες 10 και 11 του εγγράφου αυτού (..... του ΤΕΚ Αιγίου) αναφέρεται ότι δεν έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία της εταιρίας έσοδα από συμβόλαια για το έτος 1994 ποσού 46.777.000 δρχ., για το έτος 1995 ποσού 44.875.000 δρχ., για το έτος 1996 ποσού 20.630.000 δρχ., για το έτος 1997 ποσού 87.123.000 δρχ., για το έτος 1998 ποσού 131.405.110 δρχ., για το έτος 1999 ποσού 41.515.000 δρχ.
Επομένως η ως άνω έκθεση ελέγχου της Δ.Ο.Υ. Ζωγράφου, συνταχθείσα με βάση ανακριβή στοιχεία, δεν αποτελεί αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο για τον προσδιορισμό της πραγματικής αξίας της εταιρικής περιουσίας κατά τον κρίσιμο χρόνο. Εν όψει όλων αυτών, η πραγματική αξία της μερίδας συμμετοχής του αναιρεσιβλήτου κατά τον κρίσιμο χρόνο (19.12.2000) με βάση τον ως άνω προσαχθέντα από αυτόν ειδικό ισολογισμό της 11.12.2000, κατά τον οποίο η πραγματική οικονομική θέση της εταιρίας κατά την 19.12.2000 ανέρχονταν σε 481.232.411 δρχ., πρέπει να προσδιοριστεί στο ποσό των 160.394.763 δρχ. (481.232.411 Χ 33,33 %) και μετ' αφαίρεση από τον αναιρεσίβλητο του ποσού των 3.750.000 δρχ.
σε 156.644.763 δρχ. Ακολούθως, το εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρίνασας πρωτόδικης αποφάσεως. Με τις εκτεθείσες παραδοχές του, το εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 29 παρ. 1 και 33 παρ. 2 του ν. 3190/1955.
Δεν ήταν δε αναγκαίο κατά νόμο να αναφέρει για ποιους λόγους αποδέχθηκε την αλήθεια και ακρίβεια των κονδυλίων που διαλαμβάνονται στον συνταχθέντα από τον λογιστή Γ1 "ειδικό ισολογισμό", ούτε βάσει ποίων κανόνων αυτός συνετάγη, αλλ' ούτε και από ποιες πηγές αντλήθηκαν τα περιεχόμενα σ' αυτόν οικονομικά στοιχεία της εταιρίας.
Δεν ήταν επίσης απαραίτητο να εξετάσει αν ο ειδικός αυτός ισολογισμός έχει συνταχθεί σύμφωνα με τον νόμο και τους κανόνες της λογιστικής επιστήμης και αν στηρίζεται σε απογραφή της εταιρικής περιουσίας, στα βιβλία και λοιπά φορολογικά στοιχεία. Και τούτο, γιατί στο πλαίσιο της ισχύουσας εν προκειμένω ελεύθερης αποδείξεως, το εφετείο μπορούσε να αντλήσει την πιθανότητα, ως προς τα κρίσιμα πραγματικά γεγονότα, από οποιαδήποτε πηγή γνώσεως, ακόμη μια από έγγραφα μη ανταποκρινόμενα στις προϋποθέσεις των άρθρων 432 επ.
Κ.Πολ.Δ. Επομένως, ο περί του αντιθέτου, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, πέμπτος λόγος του αναιρετηρίου είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 13-7-2007 αίτηση της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης "...... Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης" κλπ περί αναιρέσεως της 519/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Φεβρουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Ιουνίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ