Supreme Court dismisses appeal on rent increase agreement, ruling it did not terminate original lease.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a first-instance judgment regarding a rent increase agreement. The court found that the agreement merely adjusted the monthly rent without changing the parties or the leased property, thus failing to constitute a new lease. Consequently, the original lease remained valid and continuous, rendering the appellant's claim inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 and 560 of the Code of Civil Procedure; A rent increase agreement does not terminate the original lease unless the parties explicitly express a will to cancel the old contract and create a new one.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1149 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1149/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ανδρέα Μαρκάκη, Ελένη Μαραμαθά και Δημήτριο Δαλιάνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαϊου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ....... , ο οποίος δεν παραστάθηκε.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. ....... και 2. ......, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καρύδη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31 Αυγούστου 2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας.
Εκδόθηκε η 20/2005 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5 Απριλίου 2005 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνον οι αναιρεσίβλητοι, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Μαρκάκης, ανέγνωσε την από 2 Μαϊου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ.1 ΚΠολΔ αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Αρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Στη προκειμένη περίπτωση από τα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από το πινάκιο στη σειρά της, δεν εμφανίσθηκε ο αναιρεσείων. Από το προσκομιζόμενο από τους αναιρεσιβλήτους αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και δη την επ' αυτού παραγγελία προς επίδοση του πληρεξουσίου δικηγόρο του αναιρεσείοντος Ιω. Νικολάου, μετά του οποίου παρέστη αυτός και κατά την συζήτηση της αίτησής του για αναστολή της εκτέλεσης της προσβαλλόμενης απόφασης, και την ενυπόγραφη επί του εν λόγω αντιγράφου από 21-2-2006 βεβαίωση του δικ. επιμελητή του Πρωτοδικείου Λευκάδας ...., περί επιδόσεως αυτής στους αναιρεσιβλήτους, προκύπτει ότι την συζήτηση της κρινόμενης αίτησης επισπεύδει ο αναιρεσείων. Επομένως πρέπει η υπόθεση να συζητηθεί παρά την απουσία αυτού.
ΙΙ.- Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 παρ. 1 και 560 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν αρκεί να εκτίθεται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υπόθεσης, η έννοια που αυτός αποδίδει στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, αλλά πρέπει επιπλέον να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσης του για το βάσιμο ή μη της αγωγής.
Διότι μόνον ενόψει των ουσιαστικών αυτών παραδοχών μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε σφαλερό διατακτικό, από το οποίο και εξαρτάται τελικά η ευδοκίμηση της αναίρεσης (Ολ. ΑΠ 27/1998). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται ότι το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο Λευκάδας, το οποίο, κατά παραδοχή της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Ειρηνοδικείου, κατά το μέρος που υποχρέωσε αυτούς να καταβάλουν στον αναιρεσείοντα ταυτόχρονα με την εκ μέρους του απόδοση του μισθίου, το αναφερόμενο ποσό για την αποκατάσταση της άυλης εμπορικής αξίας, ενώ δέχθηκε στο σκεπτικό και το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του ότι η δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων (..Χ...), με την από 1.4.1985 άτυπη σύμβαση μίσθωσε στον αναιρεσείοντα το αναφερόμενο μίσθιο για να το χρησιμοποιήσει ως τουριστικό γραφείο και ότι με το από 1.1.1992 ιδιωτικό συμφωνητικό κατάργησαν την αρχική σύμβαση μίσθωσης, αποκλείοντας έγκυρα την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1962/1991, με βάση τον οποίο η χρονική διάρκεια της αρχικής μίσθωσης περατεινόταν μέχρι 29.2.1992, περαιτέρω με το να δεχθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο να υπογραφεί το από 1.1.1992 ιδιωτικό συμφωνητικό ώστε να επέλθει παράταση της μίσθωσης αφού αυτή είχε ήδη παραταθεί μέχρι και τις 29.2.1992, δεχόμενο άμεσα ότι οι συμβαλλόμενοι δεν μπορούσαν να αποκλείσουν την εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 1962/1991, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τα άρθρα 4 του ν. 813/78, όπως ίσχυε μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 2 παρ. 8 του ν. 2235/94, 45 του π.δ. 34/1995 και 3 και 361 του ΑΚ και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και εντεύθεν απορριπτέος ως απαράδεκτος. Και τούτο γιατί στο αναιρετήριο, εκτός από την άποψη του αναιρεσείοντος περί του πραγματικού μέρους της υποθέσεως και της εννοίας κατ' αυτόν των φερομένων ως παραβιασθεισών διατάξεων, δεν εκτίθενται με πληρότητα οι παραδοχές του δικαστηρίου, πλην αποσπασματικά, προς θεμελίωση του κατωτέρω δεύτερου λόγου αναίρεσης, εκ του συνόλου των οποίων και μόνο θα μπορούσε να ελεγχθεί από την άποψη της παραβίασης των άνω διατάξεων η μη ορθότητα του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης.
ΙΙΙ.- Κατά το άρθρο 560 παρ. 1 εδ. β ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης, μόνον αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα από την κοινή πείρα, ήτοι ορισμούς και κρίσεις που αντλούνται από την παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας με την βοήθεια και των φυσικών επιστημών, για την ανεύρεση της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου ή για την υπαγωγή σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων και όχι όταν παραβαίνει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο (τελευταίο) λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην άνω πλημμέλεια της παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεχόμενη τα ακόλουθα: «α) με το εν λόγω συμφωνητικό δεν μεταβλήθηκαν τα πρόσωπα των συμβαλλόμενων, ούτε το μίσθιο πράγμα και η συμφωνημένη χρήση του ως γραφείου τουρισμού, παρά μόνο έγινε αναπροσαρμογή (αύξηση από 36.000 δρχ.
σε 45.000 δρχ.) του μηνιαίου μισθώματος, μεταβολή όμως η οποία, στην πρακτική των μισθώσεων, είναι συνηθέστατη κατά την διάρκεια της ίδιας σύμβασης μίσθωσης και συνεπώς δεν αποτελεί επαρκές στοιχείο για να θεωρηθεί ότι καταρτίσθηκε νέα μίσθωση, β) τέτοια ανάγκη κατάρτισης νέας σύμβασης μίσθωσης δεν επιβάλλονταν από λόγους προστασίας του μισθωτή από έξωσή του, διότι, κατά την υπογραφή του συμφωνητικού (1.1.1992), η διάρκεια της μίσθωσης είχε ήδη παραταθεί αναγκαστικώς εκ του νόμου έως την 29.2.1992 (άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1962/91) και τελικώς παρατάθηκε πάλι εκ του νόμου, έως την 31.8.1997, δηλαδή μέχρι χρονικό σημείο μεταγενέστερο της λήξης του συμφωνητικού, γ) μεταξύ της νόμιμης διάρκειας της από 1.4.1985 άτυπης μίσθωσης και της ενάρξεως ισχύος του από 1.1.1992 συμφωνητικού, δεν μεσολάβησε κενό χρονικό διάστημα, κατά το οποίο να μην υπήρχε μίσθωση (ώστε να προκύπτει ανάγκη σύναψης νέας σύμβασης, διακριτής της παλαιάς), διότι, όχι μόνο η ανωτέρω άτυπη μίσθωση παρατάθηκε αναγκαστικώς εκ του νόμου σε χρόνο μετά την 1.1.1992, αλλά επιπλέον και ο εναγόμενος εξακολούθησε συνεχώς από την 1.4.1985 έως την 1.1.1992 να κάνει χρήση του μισθίου καταβάλλοντας μίσθωμα, δ) ως παρατάσεις της αρχικής μίσθωσης πρέπει να θεωρηθούν και οι ακολουθούσες χρονικά συμβάσεις, που φέρουν εξωτερικά το χαρακτήρα νέας αυτοτελούς μίσθωσης ή αναμίσθωσης, εκτός εάν οι συμβαλλόμενοι διατυπώνουν ρητώς τη βούλησή τους για κατάργηση της παλαιάς και κατάρτισης νέας σύμβασης, κάτι όμως που δεν συμβαίνει στην κρινόμενη περίπτωση, όπου η ύπαρξη ενιαίας μίσθωσης, αρξαμένης την 1.4.1985 και συνεχιζόμενης και μετά την 1.1.1992, επιβεβαιώνεται από την κατάθεση του μάρτυρα του εναγόμενου και από το με ημερομηνία 25.6.1995 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ των εναγόντων και του εναγόμενου, όπου αναγράφεται ότι «Το κατάστημα αυτό (δηλ.
το επίδικο μίσθιο) ήταν κατά το χρόνο της αγοραπωλησίας μισθωμένο από την δικαιοπάροχο των πρώτων εκ των συμβαλλομένων (δηλ. των εναγόντων) ...Χ.... προς τον δεύτερο των συμβαλλομένων (δηλ. τον εναγόμενο) που του λοιπού θα ονομάζεται μισθωτής χάριν συντομίας, από το έτος 1985…….». Ο λόγος αυτός είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον από τα επικαλούμενα προς θεμελίωσή του περιστατικά (παραδοχές της απόφασης) προκύπτει ότι η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας εντοπίζεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και όχι στην εφαρμογή κάποιου κανόνα δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτήν των προκυψάντων πραγματικών περιστατικών.
Επομένως η κρινόμενη αίτηση πρέπει ν' απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-4-2005 αίτηση του ..... για αναίρεση της 20/2005 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λευκάδας . Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Μαϊου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ