Supreme Court dismisses appeal on statute of limitations, ruling lower court correctly rejected plaintiff's claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a private legal entity against a final judgment of the Court of Appeal. The appellant argued that the lower court failed to examine the statute of limitations claim ex officio, violating their property rights. The court rejected this, holding that the limitation defense was inadmissible because the opposing party did not raise it, and the lower court correctly dismissed the claim without examining it substantively.
Legislator headnote
AI generatedArticles 86 of Law 2362/1995 and 77 of Law 542/1977; The court must not examine a statute of limitations claim ex officio if the opposing party did not raise it, and an appeal argument based on the lower court's failure to examine such a claim is inadmissible when the claim was rejected as inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1148 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1148/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΑ ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ" που εδρεύει στην Μυτιλήνη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γλυκερία Σιούτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΙΑΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΑ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΑ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ ΒΟΣΤΑΝΕΙΟ - ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΚΕΝΤΡΟ ΥΓΕΙΑΣ ΛΗΜΝΟΥ", που εδρεύει στην Μυτιλήνη και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Γιαννάτο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2016 αγωγή τoυ ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 33/2019 του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15/10/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Υπόκειται προς κρίση η από 15-10-2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 78/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Βόρειου Αιγαίου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή η από 31-1-2018 έφεση του εναγομένου μετά των από 4-9-2018 προσθέτων λόγων και εξαφανίστηκε, μόνον ως προς το μεταβιβασθέν ζήτημα της παραγραφής της επίδικης αξίωσης, η υπ' αριθμ. 2/2018 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 22-12-2016 αγωγή του ενάγοντος και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στο ενάγον το ποσό των 1.696.818,55 ευρώ από απαίτηση αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού είχε απορρίψει την ένσταση παραγραφής της απαίτησης για το χρονικό διάστημα 1995 έως 2010. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, η αναίρεση να εξεταστεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους ( άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8(β) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ως "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση η αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 1072/2005), θα πρέπει δε οι ισχυρισμοί αυτοί να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από την ήδη αναιρεσείουσα (ΑΠ 354/2011) γιατί διαφορετικά το Δικαστήριο της ουσίας, δεν επιτρεπόταν να τους λάβει υπόψη (ΟλΑΠ 2/2001).
Πράγματα είναι και ο λόγος έφεσης, όταν προτείνεται με αυτόν ή με το δικόγραφο πρόσθετου λόγου έφεσης νέος αυτοτελής ισχυρισμός κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, δίχως όμως να μπορεί ο πρόσθετος λόγος έφεσης να συμπληρώσει την ενδεχόμενη αοριστία του λόγου του κύριου δικογράφου της έφεσης λόγω του παρακολου8ηματικού του χαρακτήρα.
Αντίθετα, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων και τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα αυτών από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε οι αόριστοι, απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 2166/2009).
Συνακόλουθα, δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμη ή αλυσιτελή (Ολ ΑΠ 2/1989, 14/2004), ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Επιπλέον, ο από το ανωτέρω άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1997, 25/2003), έστω και εσφαλμένα (ΑΠ 1293/2017), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς εκείνα που τον συγκροτούν (Ολ.
ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1363/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος είναι ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, ότι το απαράδεκτο προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ποια είναι η ουσιώδης επιρροή του στην έκβαση της δίκης καθώς και οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου επί του ισχυρισμού (ΑΠ 841/2014, 235/2019).
Εξ άλλου, από το άρθρο 527 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη μπορούν, κατ' εξαίρεση, να προβληθούν το πρώτο με ειδικό λόγο έφεσης ή με πρόσθετο δικόγραφο από τον εναγόμενο, η εναντίον του οποίου αγωγή έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη, νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί, που δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως ή είχαν προβληθεί απαραδέκτως (αόριστοι), όπως είναι και η ένσταση της παραγραφής της επίδικης απαίτησης.
Σε όλες όμως τις καθιερούμενες περιπτώσεις της βραδείας προβολής ισχυρισμού στο Εφετείο, το τελευταίο, ως δικαστήριο της ουσίας, σχηματίζει την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προς το δικαιολογημένο ή όχι της βραδείας προβολής, και ως προς το κατά πόσον συντρέχει κατά περίπτωση μία από τις πιο πάνω εξαιρετικές προϋποθέσεις που ορίζονται στο εδ.
β του άρθρου 527 ΚΠολΔ, ερευνώντας τα κρίσιμα στοιχεία της δικογραφίας. Ειδικά δε στην περίπτωση, που ο προβαλλόμενος στο Εφετείο καθυστερημένα ισχυρισμός δικαιολογεί το παραδεκτό της βραδείας προβολής του ως αποδεικνυόμενος από έγγραφο, από το οποίο όμως η απόδειξη πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα και όχι σε συνδυασμό με τεκμήρια, η κρίση του Εφετείου για το παραδεκτό ή όχι της βραδείας προβολής του συνδυάζεται με την αντίστοιχη κρίση ότι ο νέος ισχυρισμός που θεμελιώνει το λόγο της έφεσης αποδεικνύεται ή όχι παραχρήμα με την έννοια που προαναφέρθηκε, από τα έγγραφα που επικαλέσθηκε ο εκκαλών, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, γιατί αφορά κρίση περί τα πράγματα (ΑΠ 1255/2010, ΑΠ 35/2000), όπως επίσης ο εκκαλών θα πρέπει να επικαλείται και αποδεικνύει τις υπόλοιπες κατά το νόμο απαιτούμενες προϋποθέσεις που καθιστούν παραδεκτή την προβολή του αυτοτελούς ισχυρισμού που προτάθηκε για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 1279/2017).
Σύμφωνα, εξ άλλου, με την διάταξη του άρθρου 86 του ν. 2362/1995 που ίσχυε κατά τον φερόμενο χρόνο γέννησης της επίδικης απαίτησης ορίζεται ως προς την παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων του Δημοσίου ότι "καμία χρηματική απαίτηση του Δημοσίου δεν υπόκειται σε παραγραφή πριν να βεβαιωθεί πράγματι προς είσπραξη ως δημόσιο έσοδο στην αρμόδια Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ή το αρμόδιο Τελωνείο (βεβαίωση εν στενή εννοία).
Ο κανόνας αυτός δεν αλλοιώνεται από την τυχόν βραδεία τοιαύτη βεβαίωση. Η χρηματική απαίτηση του Δημοσίου μετά των συμβεβαιουμένων προστίμων παραγράφεται μετά πενταετία από τη λήψη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο βεβαιώθηκε εν στενή εννοία και κατέστη αυτή ληξιπρόθεσμη. Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου που α) απορρέει από σύμβαση που αυτό έχει καταρτίσει, περιλαμβανομένης και της συμβάσεως εκείνης που βασίζεται σε πρακτικό του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους περί εξωπτωχευτικής ρυθμίσεως του τρόπου καταβολής πτωχευτικών προς το Δημόσιο χρεών, η οποία εξομοιώνεται πλήρως με μεταπτωχευτική έννομη σχέση του πτωχού, β) απορρέει από τελεσίδικη απόφαση (αναγνωριστική ή καταψηφιστική) οποιουδήποτε δικαστηρίου γ) γεννήθηκε συνεπεία άπιστης διαχειρίσεως δ) απορρέει από διάταξη τελευταίας βουλήσεως ε) αφορά σε περιοδικές παροχές, στ) γεννήθηκε από καταλογισμό που έγινε από οποιαδήποτε αρμόδια δημόσια αρχή, ζ) γεννήθηκε από αυτοτελή πρόστιμα που επιβλήθηκαν από διοικητικές αρχές η) αφορά σε απόδοση παρακρατηθέντων ή για λογαριασμό αυτοεισπραχθέντων φόρων, τελών και δικαιωμάτων, θ) απορρέει από κατάπτωση εγγυήσεων τρίτων, παραγράφεται μετά εικοσαετία από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στον οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής.
Χρηματική απαίτηση του Δημοσίου, που περιήλθε σ' αυτό με οποιονδήποτε τρόπο και οποιαδήποτε αιτία, υπόκειται στην προβλεπόμενη από τις κείμενες διατάξεις παραγραφή, που δεν δύναται όμως, σε κάθε περίπτωση, να συμπληρωθεί στο πρόσωπο του δημοσίου προ της παρόδου πέντε ετών από τη λήξη του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο έγινε η εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής.
Ομοίου περιεχομένου είναι και η διάταξη του άρθρου 136 του ν. 4270/2014. Η εικοσαετής παραγραφή, ισχύει μόνο στην περίπτωση απαιτήσεων, που πηγάζουν ευθέως από σύμβαση, στην οποία το Δημόσιο ήταν συμβαλλόμενο. Εξάλλου, η βεβαίωση του δημοσίου εσόδου με τη στενή έννοια του όρου, δηλ. η ταμειακή βεβαίωση, η οποία γίνεται με βάση την αποστολή από το αρμόδιο όργανο του οικείου χρηματικού καταλόγου είναι η τελευταία πράξη της διαδικασίας της βεβαιώσεως του χρέους και στηρίζεται στη φορολογική βεβαίωση, η οποία προηγείται και ανάγεται στην εσωτερική υπηρεσία της διοικητικής αρχής.
Ενόψει, όμως, του ότι η επί μακρόν χρόνο καθυστέρηση στην αποστολή του χρηματικού καταλόγου στο αρμόδιο δημόσιο ταμείο έχει ως αποτέλεσμα τη συσσώρευση των χρεών του φορολογουμένου και την παράταση της φορολογικής εκκρεμότητας, η αποστολή του χρηματικού καταλόγου για την πραγματοποίηση της ταμειακής (σε στενή έννοια) βεβαιώσεως πρέπει να γίνεται μέσα σε εύλογο χρόνο από τη φορολογική (σε ευρεία έννοια) βεβαίωση του χρέους.
Ο εύλογος αυτός χρόνος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 71 παρ. 1 του Ν. 542/1977 "περί τροποποιήσεως, αντικαταστάσεως και συμπληρώσεως φορολογικών και άλλων τινών διατάξεων" (ταυτόσημη η διάταξη του άρθρου 74 παρ. 2 του Ν. 2238/1994 "Κύρωση του Κώδικα Φορολογίας Εισοδήματος"), δεν μπορεί να είναι μεγαλύτερος των τριών ετών από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο αποκτήθηκε ο τίτλος βεβαιώσεως, αφότου δηλ.
πραγματοποιήθηκε η φορολογική, με την ευρεία έννοια του όρου, βεβαίωση του χρέους. Κατά συνέπεια, αν η ταμειακή βεβαίωση πραγματοποιηθεί πέραν του ανωτέρω χρόνου, η παραγραφή αρχίζει από το τέλος του έτους μέσα στο οποίο έπρεπε να πραγματοποιηθεί. Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι το Δημόσιο δεν δύναται να προβεί σε ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση εν στενή εννοία) απαιτήσεων μετά την πάροδο τριετίας από της λήξεως του έτους, εντός του οποίου εκτήθησαν οι σχετικοί τίτλοι βεβαιώσεως.
Οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται και για τα ν.π.δ.δ. (πρβλ. και άρθρο 48 παρ. 1 ν.δ. 496/1974 περί δημοσίου λογιστικού), λόγω του δημοσίου συμφέροντος το οποίο εξυπηρετούν, συνισταμένου στην προστασία της περιουσίας τους, στην οποίαν συμβάλλουν οι έλληνες πολίτες. Η ρύθμιση αυτή ως ειδικότερη για το Δημόσιο υπερισχύει από τη γενική διάταξη του άρθρου 251 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία η παραγραφή της αξιώσεως αρχίζει από τότε που γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξή της.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο και δεύτερο λόγο αναίρεσης από τους αρ. 1, 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ορθώς εκτιμώμενου στο σύνολό του ως εντασσόμενου στον αρ. 8 του ίδιου άρθρου, το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τον νομίμως προβληθέντα πρόσθετο λόγο αυτής στο Εφετείο ουσιώδη ισχυρισμό του που έχει επιρροή στην έκβαση της δίκης περί παραγραφής της ένδικης απαίτησης κατά τα εκεί εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά και για το χρονικό διάστημα από 1-1-1995 έως 31-12-2011, εν όψει του ότι η αγωγή επιδόθηκε το έτος 2016 με βάση τις διατάξεις του προαναφερθέντος άρθρου 86 ν. 2362/1995.
Από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των δικογράφων της από 31-1-2018 έφεσης και του από 4-9-2018 πρόσθετου λόγου αυτής καθώς και της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το εναγόμενο πρότεινε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου τον ισχυρισμό περί πενταετούς παραγραφής της επίδικης απαίτησης του ενάγοντος με βάση τις διατάξεις των άρθρων 250 αρ. 8, 9 και 253 ΑΚ, με χρόνο έναρξης της παραγραφής το τέλος του έτους εντός του οποίου συμπίπτει αυτή.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 2/2018 απόφασή του απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό δεχόμενο ότι εφαρμόζεται το άρθρο 86 παρ. 3 ν. 2362/1995 κρίνοντας ότι στην προκειμένη περίπτωση ο χρόνος παραγραφής της επίδικης απαίτησης με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού τις οποίες εφάρμοσε είναι είκοσι ετών και δέχθηκε εν μέρει κατ' ουσίαν την αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγον το εκεί αναφερόμενο ποσό.
Το εναγόμενο άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου επικαλούμενο σφάλμα του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ως προς την εφαρμογή του κανόνος δικαίου του άρθρου 86 παρ. 3 ν. 2362/1995 και την κρίση του ότι η επίδικη απαίτηση παραγράφεται σε είκοσι χρόνια, ενώ όφειλε να εφαρμόσει τα προαναφερθέντα άρθρα 250 και 253 ΑΚ, διότι, όπως ισχυρίστηκε, ο ν. 2362/1995 δεν εφαρμόζεται στην υπόθεση, και παράλληλα άσκησε παραδεκτώς πρόσθετο δικόγραφο λόγων έφεσης μεταξύ των οποίων και αυτός με το οποίον ισχυρίστηκε ότι η παραγραφή της απαίτησης είναι πενταετής κατά το άρθρο 86 παρ. 2 ν. 2362/1995 και όχι με βάση την παρ. 3 του ίδιου νόμου, που δέχθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με διαφορετικό χρόνο έναρξης την ταμειακή εν στενή εννοία βεβαίωση αυτής σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 2362/1995 και συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ως προς το ζήτημα αυτό ότι, όπως ειδικώς αναγράφει, " το αντίδικο εξέδιδε για κάθε έτος τριμηνιαίους και ετήσιους λογαριασμούς, οι οποίοι συνιστούν και τους τίτλους στους οποίους θεμελιώνει τις ένδικες απαιτήσεις του, τους οποίους κοινοποιούσε ακολούθως σ' εμένα, χωρίς ωστόσο να προκύπτει ότι έχει προβεί σε ταμειακή βεβαίωση των απαιτήσεων αυτών σε βάρος μου, εντός της ρητώς προβλεπόμενης τριετούς αποσβεστικής προθεσμίας..." όπως ορίζει το άρθρο 77 παρ. 1 ν. 542/1977 κατά το οποίο το Δημόσιο δεν μπορεί να προβεί σε ταμειακή βεβαίωση απαιτήσεων μετά την πάροδο τριετίας από της λήξεως του έτους εντός του οποίου κτήθηκαν οι τίτλοι βεβαίωσης.
Το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω νέο ισχυρισμό ως απαράδεκτο κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ, διότι το εκκαλούν δεν επικαλέστηκε κάποια από τις εξαιρέσεις που αυτό ορίζει και επιτρέπει την προβολή νέου ισχυρισμού για πρώτη φορά στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Έτσι που δέχθηκε και έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του προαναφερθέντος στη μείζονα πρόταση αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και έλαβε υπόψη του και απέρριψε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό ως απαράδεκτο, εφόσον πρόκειται πράγματι για νέα ιστορική και νομική αιτία ως προς τον χρόνο έναρξης της παραγραφής κατά τα προαναφερθέντα (πρβλ και ΑΠ 658/1989), όπως τούτο, εξ άλλου, απορρέει και το ίδιο το περιεχόμενο του κύριου δικογράφου της έφεσης σε σχέση με αυτό του πρόσθετου δικογράφου αυτής, διότι διαφορετικά δεν θα νοούνταν η ύπαρξη του δεύτερου, που με βάση την αρχή της συζήτησης και της διάθεσης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) επικαλείται το εκκαλούν και νυν αναιρεσείον, και όχι απλή επίκληση άλλης διάταξης νόμου, ανεξάρτητα από το ότι το Εφετείο δέχθηκε ότι ο χρόνος της παραγραφής της απαίτησης είναι πενταετής και όχι εικοσαετής, όπως είχε αντίθετα δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Επομένως, θα πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίον το αναιρεσείον ισχυρίζεται τα αντίθετα.
Ο από το άρθρο 559 ΚΠολΔ αρ. 10 προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά δίχως απόδειξη ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού δικαιώματος.
Για να ιδρυθεί ο ως άνω λόγος, προϋποτίθεται λογικά, ότι το δικαστήριο έκρινε την ουσία της διαφοράς. Ο λόγος, συνεπώς, δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά απέρριψε την αγωγή ή τον αυτοτελή ισχυρισμό ως μη νόμιμο ή απαράδεκτο ή ως πρόωρο (ΑΠ 289/2017). Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιος ήταν ο ισχυρισμός που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο χωρίς απόδειξη και ποια ήταν η ουσιώδης επίδρασή του στο διατακτικό.
Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).
Ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναίρεσης πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασής ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί από το αναιρετήριο αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007, ΑΠ 1654/2007).
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ αν ο Αρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Απαράδεκτοι είναι οι λόγοι που υπό την επίφαση της νομικής πλημμέλειας πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας επί πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 1/1995, ΑΠ 871/2018, 86/2018) ή χαρακτηρίζονται και ως αλυσιτελείς όταν, ανεξαρτήτως αν αληθεύουν ή όχι, δεν μπορούν να επιφέρουν την έννομη συνέπεια που επιδιώκουν δηλ.
δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΑΠ 531/2018, 1188/2018, 696/2019) ή όταν είναι αντιφατικοί μεταξύ τους και δεν προτείνονται επικουρικώς. Στην προκειμένη περίπτωση το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της ένδικης αναίρεσης επικαλείται πλημμέλεια από τον αρ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συνιστάμενη στο ότι δεν διέταξε απόδειξη για πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα για το ζήτημα της έναρξης του χρόνου παραγραφής της απαίτησης κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 86 ν. 2362/1995 και 77 ν. 542/1977.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον δεν ιδρύεται, δεδομένου ότι αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο δέχθηκε τον ως άνω ισχυρισμό νόμω και ουσία και όχι όταν αυτός απορρίφθηκε ως απαράδεκτος, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Τούτο δε ανεξαρτήτως του απαράδεκτου αυτού λόγω της αντίφασής του σε σχέση με τον προαναφερθέντα λόγο αναίρεσης από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εφόσον δεν προτείνεται επικουρικά, με τον οποίο (λόγο) το αναιρεσείον ισχυρίζεται ότι δεν έλαβε (καθόλου) υπόψη το Εφετείο τον ισχυρισμό περί παραγραφής της επίδικης απαίτησης.
Επομένως, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ο τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον το αναιρεσείον επικαλείται ότι το Εφετείο με την δοθείσα, από αυτό, προαναφερθείσα ερμηνεία για την παραδοχή της πενταετούς παραγραφής της επίδικης απαίτησης και την παρόλα αυτά μη εξαφάνιση της πρωτόβαθμης απόφασης συνολικά και όχι μόνον ως προς την ζήτημα της παραγραφής, θίγει το συνταγματικώς από το άρθρο 17 Σ κατοχυρωμένο δικαίωμα στην περιουσία του, καθόσον δεν μπορεί να υποχρεωθεί αυτό να καταβάλει το επιδικασθέν ποσό με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, όταν δεν υφίσταται στην έννομη τάξη η σχετική υποχρέωσή του να αποδώσει στην ωφέλεια αυτή, εφόσον η σχετική αξίωση απόδοσης έχει παραγραφεί, όπως εν προκειμένω, διότι το Εφετείο δέχθηκε μεν με βάση το κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικό αποτέλεσμα την εφαρμογή του προαναφερθέντος προσήκοντος ουσιαστικού κανόνος δικαίου (άρθρο 86 παρ. 2 ν. 2362/1995) ως προς τον χρόνο της πενταετούς παραγραφής της επίδικης απαίτησης και γι'αυτό εξαφάνισε την πρωτόβαθμη απόφαση κατά το μέρος αυτό, ως προς το οποίο μεταβιβάστηκε η υπόθεση στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν εξέτασε όμως κατ' ουσίαν τον ως άνω ισχυρισμό εφόσον το εναγόμενο δεν επικαλούνταν κατ' εφαρμογή του συστήματος της συγκέντρωσης (άρθρο 106 ΚΠολΔ) τα προαναφερθέντα πραγματικά περιστατικά ως προς τον χρόνο έναρξης της παραγραφής αυτής, και τα οποία δεν μπορούσε να λάβει υπόψη του αυτεπαγγέλτως, αφού η ένσταση παραγραφής δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως κατά το άρθρο 277 ΑΚ.
Τέλος, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς εξέταση, να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση, και να καταδικασθεί το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-10-2019 αναίρεση κατά της υπ' αριθμ. 33/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Βορείου Αιγαίου.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσόν των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Ιουνίου 2022 ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ