Legislator Case Law & Legislation
1148/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on abuse of right, ruling omitted facts do not change outcome.

Case Number 1148/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision rejecting the enforcement of a payment order. The appellant argued the creditor acted abusively by claiming a 2% fictitious partnership interest and facing severe family consequences, while the court found these points insufficient to alter the legal conclusion. The court held that the omitted facts were not decisive for the case outcome, thus the appeal lacked a valid ground for review under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 281 of the Civil Code and 559(8)(b) of the Civil Procedure Code; The omission of additional facts does not constitute a ground for appeal if, when combined with the facts considered, the claim remains lawful and the outcome is not altered.

Keywords

AI generated
abuse of right fictitious partnership omitted facts appeal admissibility enforcement of payment order

Cited Legislation

AI generated
Article 138 of the Civil Code
Article 139 of the Civil Code
Article 281 of the Civil Code
Article 262 of the Civil Procedure Code
Article 269 of the Civil Procedure Code
Article 559(8)(b) of the Civil Procedure Code
Article 552 of the Civil Procedure Code
Article 553 of the Civil Procedure Code
Article 556 of the Civil Procedure Code
Article 558 of the Civil Procedure Code
Article 577(3) of the Civil Procedure Code
Article 495(4) of the Civil Procedure Code
Article 176 of the Civil Procedure Code
Article 183 of the Civil Procedure Code

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 2/1989
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1148 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1148/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη, Χρήστο Τζανερρίκο και Αναστασία Μουζάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Σπανουδάκη και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ" που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Άγγελο Δοκόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/6/2011 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λασιθίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 330/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/6/2018 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 05-06-2018 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 2/2018 τελεσίδικη απόφαση Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 18-1-2016 έφεση του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 330/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, που είχε εκδοθεί αντιμωλία των διαδίκων και είχε απορρίψει την από 22-6-2011 ανακοπή κατά της από 7-6-2011 επιταγής προς εκτέλεση, που επισπεύσθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ.674/2011 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία επιτασσόταν αυτός να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 308.336,49 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων. Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και νομότυπα (αρθ. 552, 553, 556, 558, 564 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (αρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 138 εδ. α' ΑΚ, δήλωση βουλήσεως, που δεν έγινε στα σοβαρά παρά μόνο φαινομενικά (εικονική), είναι άκυρη, κατά δε το άρθρο 139 του αυτού Κώδικα, η εικονικότητα δεν βλάπτει εκείνον που συναλλάχθηκε αγνοώντας την. Από τις εν λόγω διατάξεις προκύπτει ότι ο εικονικώς δικαιοπρακτήσας μπορεί να αντιτάξει την εικονικότητα και την ακυρότητα της δικαιοπραξίας απ' αυτή τόσο κατά του αντισυμβληθέντος όσο και κατά του τρίτου, που συναλλάχθηκε εν γνώσει της εικονικότητας, όχι δε και κατά εκείνου που αγνοούσε οπωσδήποτε αυτή. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 18 Ε.Ν. και επί της προβλεπόμενης από τα άρθρα 20 και επ. αυτού ομόρρυθμης εταιρείας. Οι δανειστές αυτής, εφόσον, όταν συναλλάχθηκαν, δεν γνώριζαν την εικονικότητα της εταιρείας ή της συμμετοχής κάποιου εταίρου της, δεν βλάπτονται από την εικονικότητά της. Έτσι μπορούν οι τελευταίοι να επιδιώξουν την είσπραξη των απαιτήσεών τους κατά της εταιρείας είτε από την περιουσία αυτής είτε από την περιουσία των μελών της, τα οποία όμως μπορούν να αντιτάξουν την εικονικότητα της εταιρείας ή της συμμετοχής τους σ' αυτή, εφόσον επικαλούνται και αποδεικνύουν ότι οι εταιρικοί δανειστές τελούσαν σε γνώση της εικονικότητας, όταν συναλλάχθηκαν (ΑΠ 794/2008).

ΙΙΙ. Ο εκ του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.Α.Π. 9/1997). "Πράγματα" υπό την έννοια αυτή αποτελούν και οι λόγοι έφεσης που αφορούν τέτοιους ισχυρισμούς.

Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό ("πράγμα") και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.Α.Π. 11/1996, 12/1997).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων, επικαλούμενος πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι παρά τον νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον πρώτο λόγο έφεσης, στον οποίο όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης του αναιρεσείοντος, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είχε διαλάβει, παραπονούμενος για την απόρριψη του πρώτου λόγου της ανακοπής του, τα εξής: "κατά την υπογραφή της πρώτης δανειακής σύμβασης ζητήθηκε από τον αδελφό του Μ.

να προσέλθει στην Τράπεζα και αυτός να την υπογράψει. Αυτός απάντησε ότι του έκανε τη χάρη να μπει στην "Εταιρεία" εντελώς τυπικά και φαινομενικά και για να μη λυθεί αυτή και ότι δεν έχει στην πραγματικότητα καμία σχέση με αυτήν. Ότι η Τράπεζα απαίτησε να προσυπογράψουν τη σύμβαση άλλοι εγγυητές και ότι για το περιστατικό αυτό σαφώς και ρητώς βεβαίωσε ο εξετασθείς ενώπιον του Ειρηνοδίκου Νεαπόλεως Ε.

Μ..". Όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η συμμετοχή του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος, ως ομόρρυθμου εταίρου στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε. Μ. και Σία ΟΕ", ήταν εικονική ,διότι έγινε αποκλειστικά για να μη λυθεί αυτή και όχι με σκοπό να συμμετάσχει πράγματι αυτός.

Περαιτέρω δέχθηκε, όμως, ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητος, όταν συναλλάχθηκε με την ομόρρυθμη εταιρία, στις 10-10-1997, που υπογράφηκε η σύμβαση ανοικτού λογαριασμού, αλλά και στις μεταγενέστερες ημερομηνίες που υπογράφηκαν οι αυξητικές συμβάσεις αυτής, βάσει των οποίων εκδόθηκε η 674/2011 διαταγή πληρωμής, η οποία επιδόθηκε με επιταγή προς πληρωμή από τον καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητο προς τον ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσείοντα, με την οποία επιτάχθηκε αυτός να πληρώσει στον πρώτο, ως ομόρρυθμο μέλος της οφειλέτριας ομόρρυθμης εταιρείας, το συνολικό ποσό των 308.336,49 ευρώ, γνώριζε ότι η συμμετοχή του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος ήταν εικονική.

Ενόψει των παραδοχών αυτών της προσβαλλόμενης απόφασης είναι προφανές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον ως άνω πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος και τον απέρριψε ως ουσία αβάσιμο. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).

Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του από 1-3-1994 ιδιωτικού συμφωνητικού, που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Λασιθίου στις 8-3-1994 (βλ.

υπ' αριθμ. 28/8-3- 1994 πράξη κατάθεσης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Λασιθίου), ο Ε. Μ. και η Μ. Π., συνέστησαν μεταξύ τους ομόρρυθμη εμπορική εταιρία με την επωνυμία "Ε. Μ. και Σία Ο.Ε.", με έδρα τον … και με σκοπό την εισαγωγή, αντιπροσώπευση, εμπορία και επισκευή (μηχανουργείο) μηχανημάτων οχημάτων και γενικότερα την εκμετάλλευση καταστήματος με παρεμφερή δραστηριότητα.

Η συμμετοχή των εταίρων στα κέρδη και τις ζημίες της εταιρίας καθορίσθηκε σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου για καθένα των ομόρρυθμων εταίρων, οι οποίοι και ορίσθηκαν ως συνδιαχειριστές και νόμιμοι εκπρόσωποι της εταιρίας από κοινού ή και χωριστά έκαστος εξ αυτών. Τον Φεβρουάριο του 1995 η εκ των ομορρύθμων εταίρων Μ.

Π. θέλησε να αποχωρήσει από την εταιρεία. Προκειμένου δε αυτή να μη λυθεί, ο έτερος των ομόρρυθμων εταίρων, πρότεινε στον ανακόπτοντα αδελφό του και ο τελευταίος δέχθηκε να συμμετέχει στην ομόρρυθμη εταιρεία, με ποσοστό 2%, το οποίο θα του εκχωρούσε η ομόρρυθμος εταίρος Μ. Π., από το δικό της ποσοστό. Πράγματι με το από 17-2-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίηση καταστατικού που καταχωρήθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Λασιθίου στις 27-4-1995 (βλ.

υπ' αριθμ. 69/27-4-1995 πράξη κατάθεσης του Γραμματέα του Πρωτοδικείου Λασιθίου), ο τελευταίος εισήλθε στην εταιρεία με ποσοστό 2%, το οποίο του μεταβίβασε η ανωτέρω ομόρρυθμος εταίρος, ενώ το υπόλοιπο ποσοστό της ίδιας (48%), μεταβιβάστηκε στον έτερο ομόρρυθμο εταίρο Ε. Μ., ο οποίος συμμετείχε πλέον στην εταιρεία με ποσοστό 98%, ενώ ορίστηκε και ως διαχειριστής αυτής.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι υπογράφηκε μεταξύ της άνω ομόρρυθμης εταιρείας ως πιστούχου, και του καθ' ου η ανακοπή Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΥΝ.ΠΕ η υπ' αριθ. …/…-10-1997 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό μέχρι του ποσού των 10.000.000 δρχ. (ήδη 29.347,03 ευρώ), το όριο πίστωσης της οποίας μετά από αλλεπάλληλες αυξητικές συμβάσεις που υπογράφησαν μεταξύ των ιδίων συμβαλλόμενων ανήλθε στο ποσό των 570.000 ευρώ.

Την εν λόγω σύμβαση υπέγραψαν με την ιδιότητα του εγγυητή και οι Ε. Μ. και Ε. Λ., ενώ την τελευταία αυξητική σύμβαση υπέγραψαν επίσης με την ιδιότητα του εγγυητή και οι Μ. Μ. και Ζ. Μ.. Σε εκτέλεση της άνω σύμβασης τηρήθηκαν οι υπ' αριθ. LN … και LN … λογαριασμοί, οι οποίοι έκλεισαν την 26-5-2011 με χρεωστικό σε βάρος της πιστούχου ομόρρυθμης εταιρείας και υπέρ του καθ' ου η ανακοπή κατάλοιπο συνολικού ποσού 302.728,89 ευρώ, το οποίο γνωστοποίησε στην πιστούχο και στους εγγυητές και λόγω μη πληρωμής του η καθ' ης η ανακοπή προέβη στη συνέχεια κατόπιν σχετικής αιτήσεώς της, στην έκδοση της υπ' αριθμ. 674/2011 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λασιθίου, με την οποία η πιο πάνω ομόρρυθμη εταιρία αλλά και οι άνω εγγυητές υποχρεώθηκαν να καταβάλουν στον καθ' ου η ανακοπή το ποσό των 302.728,89 ευρώ, με τους νόμιμους τόκους του από το κλείσιμο των λογαριασμών.

Εν συνεχεία στις 10-6-2011 ο καθ' ου η ανακοπή επέδωσε στον ανακόπτοντα, ως ομόρρυθμο μέλος της πιο πάνω οφειλέτριας εταιρίας, αντίγραφο απογράφου της 674/2011 διαταγής πληρωμής, μαζί με την κάτω από αυτό από 7-6-2011 επιταγή προς πληρωμή, με την οποία ο ανακόπτων επιτάχθηκε να πληρώσει στον καθ' ου η ανακοπή, για κεφάλαιο, τόκους κλπ.

της απαίτησής του το συνολικό ποσό των 308.336,49 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η συμμετοχή του ανακόπτοντος, ως ομορρύθμου εταίρου, στην πιο πάνω ομόρρυθμη εταιρία (Ε. Μ. και Σία Ο.Ε.) ήταν εικονική, διότι έγινε αποκλειστικά και μόνον για να μη λυθεί αυτή και να συνεχίσει την δραστηριότητά της και όχι με σκοπό να συμμετάσχει πράγματι αυτός ως ομόρρυθμο μέλος στην εταιρία, λόγος άλλωστε για τον οποίο και ορίσθηκε στην τροποποιητική εταιρική σύμβαση η συμμετοχή του στην εταιρία με ποσοστό μόνον 2%.

Από τα παραπάνω όμως αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι ο καθ' ου η ανακοπή (τρίτος), όταν συναλλάχθηκε με την ομόρρυθμη εταιρία, δηλαδή στις 10-10-1997, που υπογράφηκε η ρηθείσα σύμβαση ανοικτού λογαριασμού, αλλά και την 25-9-2003, 10-11-2006, 1-12-2006, και 6-3-2008 που υπογράφηκαν οι αντίστοιχες αυξητικές αυτής συμβάσεις, βάσει των οποίων εκδόθηκε εν συνεχεία η αποτελούσα τον εκτελεστό τίτλο πιο πάνω διαταγή πληρωμής, γνώριζε ότι η συμμετοχή του ανακόπτοντα, ως ομορρύθμου μέλους, στην εν λόγω εταιρία ήταν εικονική.

Τέτοια γνώση του καθ' ου η ανακοπή δεν αποδεικνύεται από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης ή από οποιοδήποτε έγγραφο. Αντίθετο συμπέρασμα δεν μπορεί να συναχθεί από την ένορκη βεβαίωση ενώπιον συμβολαιογράφου του μάρτυρα και αδελφού του ανακόπτοντα Ε. Μ., ο οποίος αρκείται σε μια γενική αναφορά ότι ο καθ' ου η ανακοπή γνώριζε την εικονικότητα, από αναφορά του ίδιου, χωρίς ωστόσο να αναφέρει τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο γνωστοποιήθηκε στον καθ' ου η ανακοπή η ύπαρξη της εικονικότητας, αλλά ούτε και κατονομάζει το φυσικό πρόσωπο αρμόδιο υπάλληλο ή νόμιμο εκπρόσωπο του καθ' ου η ανακοπή που έλαβε γνώση της εικονικότητας.

Με βάση τα παραπάνω περιστατικά που αποδείχθηκαν, ο πρώτος λόγος της ένδικης ανακοπής, με τον οποίο ο ανακόπτων προβάλλει κατά της παραπάνω πράξεως της αναγκαστικής εκτέλεσης, που επέσπευσε σε βάρος του ο καθ' ου η ανακοπή, την ακυρότητα της εταιρικής σύμβασης, λόγω της εικονικότητας της συμμετοχής της στην πιο πάνω οφειλέτρια εταιρία, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι ο καθ' ου η ανακοπή, τρίτος δανειστής, κατά το χρόνο που συναλλάχθηκε με την εταιρία τελούσε εν γνώσει της εικονικότητας αυτής, ώστε να την αντιτάξει κατ' αυτού.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του απέρριψε τον λόγο αυτό της ανακοπής με βάση τα ίδια περιστατικά και για την ίδια αιτία, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις σχετικές περί εικονικότητας διατάξεις και τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα αντίθετα ο εκκαλών- ανακόπτων ισχυρίζεται με το σχετικό λόγο της έφεσής του είναι αβάσιμα και απορριπτέα.".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, αφού δέχθηκε την έφεση τυπικά, την απέρριψε κατ' ουσίαν και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την ανακοπή του αναιρεσείοντος. Έτσι που έκρινε και με όσα ανωτέρω δέχθηκε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης ,αφού, με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν, κατά τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, τον αναιρετικό έλεγχο, κάλυψε όλα τα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματα, για να καταλήξει στο προαναφερόμενο αποδεικτικό πόρισμά του, περί του ότι δεν αποδείχθηκε η γνώση του τρίτου καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητου περί του ότι η συμμετοχή του ανακόπτοντος ως ομόρρυθμου μέλους στην ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Ε.

Μ. και Σια ΟΕ" ήταν εικονική. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από το προαναφερόμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αυτή έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα , γιατί καλύπτεται με πληρότητα και σαφήνεια και δεν χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των κανόνων δικαίου, που κατά τα εκτεθέντα εφάρμοσε, τους οποίους δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

V. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' και γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την αληθινή έννοια των διατάξεων αυτών, ως προς την β' περίπτωση ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν νοούνται εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση είτε με τις προτάσεις της συζητήσεως, μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά, δια των προτάσεων αυτών, σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγουμένης συζητήσεως στις οποίες διαλαμβάνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 353/2011, ΑΠ 239/2004).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 335, 336, 338, 339 και 340 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δικ. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέστηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 70/2008, ΑΠ 222/2008), προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νομίμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 953/2005), το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 1874/2008), εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.

Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδιστάκτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από αυτά, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας, κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 2/2008, Ολ.ΑΠ 13-14-15/2005).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, λόγο, καθώς και με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα οι από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. β' και γ' ΚΠολΔ αιτιάσεις με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, αφενός έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο ίδιος μετ' επικλήσεως προσκόμισε.

Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται, ο αναιρεσείων, αφενός ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη μη παραδεκτώς προσκομισθείσα και επικληθείσα ένορκη βεβαίωση (χωρίς αριθμό) ως δοθείσα ενώπιον μη κατονομαζόμενου συμβολαιογράφου και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη: α) την ενώπιον του Ειρηνοδίκη Νεαπόλεως με αριθ…./2015 ένορκη βεβαίωση του ομόρρυθμου μέλους Ε.

Μ. β) την κατάθεση της Μ. Μ. που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και γ) τα δικαστικά τεκμήρια, που συνάγονται από το καταστατικό της ομόρρυθμης εταιρείας, στην οποία είχε συμμετοχή 2% ο αναιρεσείων και την υπ' αριθ…./…-10-1997 σύμβαση πίστωσης ανοικτού λογαριασμού με τις αυξητικές συμβάσεις αυτής.

Ο δεύτερος λόγος ως προς το σκέλος του, με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που δεν προσκομίστηκε είναι αβάσιμος, αφού είναι προφανές ότι η ένορκη βεβαίωση, στην οποία αναφέρεται, είναι η με αριθ. …/2015 του Ε. Μ., που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Νεαπόλεως, για την οποία από παραδρομή αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση (οπίσθια όψη πέμπτου φύλλου) ότι δόθηκε ενώπιον συμβολαιογράφου.

Περαιτέρω από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση γενική βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν: "από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων ... όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, όπως μερικά από τα έγγραφα αναφέρονται ιδιαιτέρως παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, την υπ' αριθ…./2014 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του ανακόπτοντος Ε.

Μ., ενώπιον του Ειρηνοδίκου Νεάπολης ...που λήφθηκε νομότυπα μετά από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :...", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι, στο αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης δεν υπάρχει κανένα, απολύτως, στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τον κρίσιμο ισχυρισμό του ανακόπτοντος και ήδη αναιρεσείοντος περί γνώσης του αναιρεσίβλητου της εικονικότητας της συμμετοχής του πρώτου στην οφειλέτιδα ομόρρυθμη εταιρεία, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, ισοδυνάμως, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και όλα τα ανωτέρω, που φέρονται, κατά τον αναιρεσείοντα, ως αγνοηθέντα.

Επιπλέον, το Εφετείο, αναφέρει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκόμισαν ενώπιόν του με νόμιμη επίκληση και κατέληξε στην ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ότι ο αναιρεσίβλητος δεν γνώριζε την εικονικότητα της συμμετοχής του αναιρεσείοντος στην οφειλέτιδα αυτού ομόρρυθμη εταιρεία και μάλιστα μνημονεύει το καταστατικό της ομόρρυθμης εταιρείας, (από 17-2-1995 ιδιωτικό συμφωνητικό), την …/…-10-1997 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό με τις αυξητικές της συμβάσεις, καθώς και την υπ' αριθμ.674/2011 διαταγή πληρωμής, αντίγραφο εξ απογράφου της οποίας με επιταγή προς πληρωμή επέδωσε ο αναιρεσίβλητος στον ανακόπτοντα και ήδη αναιρεσείοντα, ως ομόρρυθμο εταίρο της οφειλέτριας ομόρρυθμης εταιρείας.

Από το σύνολο των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει, με βεβαιότητα και χωρίς αμφιβολία, δηλαδή καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο συνεκτίμησε και τα ανωτέρω έγγραφα και κατέληξε σε αντίθετο πόρισμα, από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό. Επομένως, οι ανωτέρω, περί του αντιθέτου, δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, από το άρθρο 559 αρ.11 περ.β 'και γ' με τους οποίους ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι αφενός έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και αφετέρου δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα (μαρτυρική κατάθεση, ένορκη βεβαίωση, δικαστικά τεκμήρια) που ο ίδιος μετ' επικλήσεως προσκόμισε, είναι αβάσιμοι.

VI. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 3/2019, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 449/2014, ΑΠ 1420/2013).

VII. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ, 116 και 933 ΚΠολΔ, 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκηση ουσιαστικού δικαιώματος, που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτέλεσης πραγμάτωση της απαίτησης του δανειστή. Επομένως, λόγο της ανακοπής του άρθρου 933 ΚΠολΔ μπορεί να αποτελέσει και η αντίθεση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης στα αντικειμενικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ και η εντεύθεν ακυρότητα της εκτέλεσης, ήτοι και όταν υφίσταται προφανής δυσαναλογία μεταξύ του χρησιμοποιουμένου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού, ασκούμενου του σχετικού δικονομικού δικαιώματος με κακοβουλία, κατά τρόπο αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή την καλή πίστη (ΑΠ 724/2017, ΑΠ 893/2008).

Περαιτέρω, οι πράξεις του υπόχρεου και η διαμορφωθείσα υπέρ αυτού κατάσταση πραγμάτων, είναι αναγκαίο να τελούν σε αιτιώδη σχέση προς την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, τις συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να επικαλεσθεί ο υπόχρεος προς απόκρουση του δικαιώματος (ΟλομΑΠ 62/1990, ΑΠ 563/2003).

Μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρον 281 ΑΚ, παρά μόνον αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιπτώσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας (διαχειρίσεως) αυτός μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΟλομΑΠ 5/2011, ΑΠ 535/2015 ΑΠ 91/2011, ΑΠ 823/2010).

Συνακόλουθα, αναφορικά με την καταγγελία της σύμβασης του δανείου από τη δικαιούχο τράπεζα, το κλείσιμο του σχετικού λογαριασμού και την επιδίωξη είσπραξης του οφειλόμενου υπολοίπου με την έκδοση διαταγής πληρωμής, αποτελεί δικαίωμά της τελευταίας συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας μόνο αυτή μπορεί να αποφασίσει, έστω και αν η άσκηση του δικαιώματος αυτού επιφέρει βλάβη στον ανακόπτοντα και δεν αντίκειται στα χρηστά ήθη ή τη συναλλακτική πρακτική, ώστε να καθίσταται καταχρηστική η άσκησή του.

Στην προκείμενη περίπτωση , ο ανακόπτων με το δεύτερο λόγο της ανακοπής του ισχυρίστηκε η επισπευδόμενη σε βάρος του εκ μέρους του καθ' ου η ανακοπή αναγκαστική εκτέλεση υπερβαίνει τα επιβαλλόμενα από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος όρια, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ.

επικαλούμενος ειδικότερα ότι ο τελευταίος προέβη κακόπιστα στην ένδικη σε βάρος του αναγκαστική εκτέλεση, που προκαλεί στον ίδιο και την πολυμελή οικογένειά του δυσβάστακτες συνέπειες, δημιουργεί έντονη εντύπωση αδικίας, καθώς είναι μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεως του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, δεδομένης και της επί 14 έτη αδράνειας του καθ' ου η ανακοπή.

Το Εφετείο, απέρριψε ως μη νόμιμο τον ανωτέρω λόγο της ανακοπής με τις εξής αιτιολογίες: "Ο λόγος αυτός της ανακοπής είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, καθόσον τα ως άνω επικαλούμενα προς θεμελίωση του άνω ισχυρισμού πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν την κατά την ανωτέρω διάταξη Α.Κ. 281 καταχρηστική άσκηση εκ μέρους της καθ' ης η ανακοπή του δικαιώματος της επίσπευσης σε βάρος της κατά τα άνω αναγκαστικής εκτέλεσης, σύμφωνα με τα αμέσως παραπάνω στη νομική σκέψη αναφερόμενα καθώς δεν γίνεται αναφορά σε πραγματικά περιστατικά τυχόν προηγηθείσας της επιδόσεως σε αυτήν της ανακοπτόμενης επιταγής, συμπεριφοράς του καθ' ου δικαιούχου, η οποία να έχει δημιουργήσει στον ίδια, σε συνάρτηση με τη δική του συμπεριφορά, την εύλογη πεποίθηση ότι ο καθ ου δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμα του σε βάρος της επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης και επιπλέον τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν αναιρούν σε καμιά περίπτωση τη δυνατότητα του καθ' ου να αξιώσει την εκτέλεση της παραπάνω διαταγής πληρωμής στα πλαίσια της νόμιμης εξουσίας του να προστατεύσει την περιουσία του κατά τον τρόπο που κρίνει πρόσφορο".

Με τέτοιο περιεχόμενο ο ανωτέρω λόγος ανακοπής ήταν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, μη νόμιμος, καθόσον και αληθή υποτιθέμενα τα επικαλούμενα για τη θεμελίωσή του πραγματικά περιστατικά δεν καθιστούν την επισπευδόμενη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης προφανώς αντίθετη στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, που θέτει η διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως, το Εφετείο που απέρριψε τον πιο πάνω λόγο ανακοπής ως μη νόμιμο, ορθώς ερμήνευσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Συνεπώς, είναι αβάσιμος, κατά το οικείο σκέλος του, ο πέμπτος λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων επικαλούμενος την πλημμέλεια από τον αριθ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυρίζεται τα αντίθετα.

VIII. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 281 ΑΚ και 262, 269 και 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ., προκύπτει ότι, εάν για τη στήριξη ισχυρισμού καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος προβάλλονται περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία πρέπει να ληφθούν υπόψη αθροιστικά, "πράγματα", η μη λήψη υπόψη των οποίων ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ.

β' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, εφόσον με την προσθήκη και αυτών, ο σχετικός ισχυρισμός καθίσταται νόμιμος, πληροί δηλαδή, το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αν τα αυτοτελή περιστατικά, που δεν ελήφθησαν υπόψη, δεν προτάθηκαν παραδεκτώς ή είναι αλυσιτελή και, συνεπώς, δεν θεωρούνται ουσιώδη, αφού δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.

ΑΠ 2/1989). Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης, ως προς το σκέλος του από τον αριθ.8 περ.β του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα συγκροτούντα την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ περιστατικά, που νομίμως προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επανέφερε με την έφεσή του στο Εφετείο για τη θεμελίωση της επικαλούμενης καταχρηστικότητας και συγκεκριμένα ότι δεν ήταν πραγματικός αλλά εικονικός κατά 2% εταίρος, ότι ουδεμία ανάμειξη είχε στη διαχείριση της εταιρείας και του ληφθέντος δανείου ,ότι η εκτέλεση για είσπραξη του ποσού των 308.766,44 ευρώ θα προκαλέσει στον ίδιο και την πολυμελή οικογένειά του επαχθέστατες και καταστροφικές συνέπειες, ενώ ο καθού μπορεί να επιδιώξει την είσπραξη του χρέους από τέσσερα εις ολόκληρο ευθυνόμενα πρόσωπα.

Ο λόγος αυτός κρίνεται αλυσιτελής, διότι τα ως άνω περιστατικά, εκτιμώμενα συνολικώς με τα λοιπά περιστατικά, που το Εφετείο έλαβε υπόψη, δεν είναι δυνατόν, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην παραπάνω νομική σκέψη, να προσδώσουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα το αναιρεσίβλητου για εκτέλεση της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η από 05-06-2018 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 02/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 05-06-2018 αίτηση του Ε. Μ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 02/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δυο χιλιάδων επτακοσίων(2700)ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Σεπτεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ