Legislator Case Law & Legislation
1148/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on res judicata violation, ruling it is a procedural matter not covered by Article 560.1 of the Civil Procedure Code.

Case Number 1148/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the first-instance judgment, ordering them to pay the respondent's legal costs. The appellant argued that the lower court violated the principle of res judicata by failing to recognize a prior final decision, but the court held that such violations fall under procedural law. Since Article 560.1 of the Civil Procedure Code permits appeals only for violations of substantive law, the claim regarding procedural rules was inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324 and 331 of the Civil Procedure Code; Article 560.1 of the Civil Procedure Code: The principle of res judicata is a rule of procedural law, and its violation does not constitute a ground for appeal under Article 560.1, which strictly limits appeals to violations of substantive law.

Keywords

AI generated
res judicata principle of thing judged Civil Procedure Code appeal grounds procedural law substantive law inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 321, 322, 324 and 331 of the Civil Procedure Code
Article 560.1 of the Civil Procedure Code
Article 280.2 of Law 3463/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1148 / 2020 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1148/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 4η Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Οργανισμού Τοπικής Αυτοδικοίκησης με την επωνυμία "Δήμος Α… Δ… Α… " όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Ά… Δ… Α… και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Ευθυμίας Καδδά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ι… Μ… του Ε… , κατοίκου Α… Δ…. Α…. , που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) αυτοπροσώπως λόγω της δικηγορικής του ιδιότητας, κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 904/2012 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 13468/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείο Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-3-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Αρετή Παπαδιά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324 και 331 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί, μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα, για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, δεδικασμένο, που δεν επιτρέπεται να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο της νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογητική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί.

Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει το δικαίωμα πού κρίθηκε εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.

Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, έννομη δε σχέση, κατά την έννοια των παραπάνω διατάξεων, είναι το σύνολο των έννομων συνεπειών που κρίθηκαν τελεσιδίκως και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβεσαν τις έννομες αυτές συνέπειες.

Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος, το οποίο διέπει την έννομη σχέση ή τις έννομες συνέπειες που απορρέουν από αυτή, αφού τότε δεν υπάρχει η απαιτούμενη για την ενεργοποίηση του δεδικασμένου ταυτότητα νομικής αιτίας (ΟλΑΠ 3/2003,12/2002, ΑΠ182/2016). 2.

Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, παραδεκτώς επισκοπούμενα (ΚΠολΔ561 αρ.2), προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο ενάγων, δικηγόρος, με την από 24.9.2012 αγωγή -του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών ισχυρίσθηκε ότι συνδέεται με τον εναγόμενο Δήμο με σύμβαση έμμισθης εντολής ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από τις 2-4- 1997, ότι έκτοτε παρέχει τις υπηρεσίες του σε αυτόν ως δικηγόρος, κατέχοντας οργανική θέση προβλεπόμενη από τον Οργανισμό Εσωτερικής Υπηρεσίας του ανωτέρω Δήμου, αμειβόμενος με πάγια, περιοδική μηνιαία αμοιβή, υπαγόμενος μισθολογικά στο καθεστώς των νόμων 2470/1997 και 3205/2003 περί μισθολογίου των δημοσίων υπαλλήλων.

Ότι με πλήθος υπουργικών αποφάσεων, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, χορηγήθηκε η προβλεπόμενη από το ίδιο άρθρο ειδική μισθολογική παροχή των 176,00 ευρώ σε πολλές και διαφορετικές κατηγορίες υπαλλήλων, μόνιμων αλλά και ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, του Δημοσίου και άλλων Ν.Π.Δ.Δ, ακόμη και υπαλλήλων Ο.Τ.Α.

δευτέρου βαθμού, που αμείβονταν σύμφωνα με τους νόμους 2470/1997 και 3205/2003. Ότι η προαναφερόμενη παροχή η οποία από 1.1.2004 εξακολούθησε να χορηγείται υπό τη μορφή προσωπικής διαφοράς ακόμη και στους υπαλλήλους των ανωτέρω υπηρεσιών, εφόσον χορηγήθηκε χωρίς όρους και προϋποθέσεις με τις αντίστοιχες υπουργικές αποφάσεις, αποτελεί τακτική παροχή και γι' αυτό τη δικαιούνται όλοι οι υπόλοιποι υπάλληλοι που αμείβονταν ή αμείβονται σύμφωνα με τους παραπάνω νόμους, με αποτέλεσμα να την δικαιούται και ο ίδιος.

Ζήτησε, με βάση τα περιστατικά αυτά, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να του καταβάλει την ένδικη μηνιαία παροχή των 176,00 ευρώ του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, συνολικού ποσού 8.096 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 31.10.2011, νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις, κατ' εφαρμογή των Συνταγματικών αρχών της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης των εργαζόμενων, άλλως κατά τις διατάξεις των άρθρων 104 - 106 του ΕισΝΑΚ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 904/2013 απόφασή του δέχθηκε την αγωγή κατά την κύρια βάση αυτής, κατόπιν έρευνας της βασιμότητάς της και δεχόμενο προσθέτως την ύπαρξη δεδικασμένου από την 947/2009 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Ύστερα από άσκηση έφεσης κατ' αυτής του εναγομένου 'εκδόθηκε η εδώ αναιρεσιβαλλομένη, με την οποία το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, κατά παραδοχή σχετικού ισχυρισμού του εκεί εφεσιβλήτου-ενάγοντος, διέγνωσε ότι για την ένδικη διαφορά παρήχθη δέσμευση από την 947/2009 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου' Αθηνών, η οποία εκδόθηκε επί προγενέστερης αγωγής του ενάγοντος, με την οποία επιδικάστηκε η ειδική παροχή (ν.3016/2002 άρθρο 14), με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας για το από 1-1-2002 έως 31-12-2007 χρονικό διάστημα και απέρριψε την έφεση τού εναγομένου-ήδη αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε ότι με την απόφαση 947/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη κατόπιν απόρριψης της κατ' αυτής έφεσης του εναγομένου -Δήμου με την 6407/2011 απόφαση του Εφετείου, Αθηνών, έγινε δεκτή αγωγή του ενάγοντος κατά του εναγομένου, και επιδικάστηκε σ' αυτόν η ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν.3016/2002, με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας για το από 1-1-2002 έως 31-12-2007 χρονικό διάστημα..

Ότι εφόσον πρόκειται για την αυτή αξίωση του ιδίου ενάγοντος κατά του ιδίου εναγομένου που παρίστανται υπό την αυτή ιδιότητα και, στηρίζεται στην ίδια ιστορική και νομική αιτία, αφορά μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και δεν έχει επέλθει μεταβολή του νομοθετικού καθεστώτος η ένδικη αξίωση για το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-10-2011 καλύπτεται από το δεδικασμένο που απορρέει από την 947/2009 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

3. Με τους λόγους της αιτήσεως, πρώτο κατά το πρώτο μέρος του και τρίτο, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση η από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων, 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 14 του νόμου 3016/2002 και 24 παρ. 2 του νόμου, 3205/2003.

Από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης (ΚΠολΔ 561 αρ.2) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο για την ένδικη - αξίωση καταβολής στον. ενάγοντα-εδώ αναιρεσίβλητο της ειδικής παροχής των 176 ευρώ του άρθρου 14ττου ν.3016/2002 με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας διέγνωσε δεδικασμένο που παρήχθη από την τελεσίδικη απόφαση 947/2009 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη τελεσίδικη κατόπιν απόρριψης της κατ' αυτής έφεσης του εναγομένου - Δήμου με την 6407/2011 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με, την οποία επιδικάστηκε η ειδική παροχή του άρθρου 14 του ν.3016/2002 με βάση, τη συνταγματική αρχή της ισότητας για προγενέστερο χρονικό διάστημα του εδώ επιδίκου..

Με βάση τα προεκτιθέμενα, εφόσον το δικαστήριο της, ουσίας δέχθηκε ότι η ένδικη αξίωση καλύπτεται από το δεδικασμένο, οι λόγοι αναίρεσης, πρώτος κατά το πρώτο μέρος και τρίτος, από το άρθρο 560 αριθμ: 1 του Κ.Πολ.Δ., για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των άρθρων 4 παρ.1 του Συντάγματος, 14 του νόμου 3016/2002 και 24 παρ. 2 του νόμου 3205/2003, στις οποίες στηρίζεται η ένδικη, καλυπτόμενη από το δεδικασμένο, αξίωση, με τους οποίους τίθεται υπό αμφισβήτηση η ιστορική και νομική αιτία της έννομης συνέπειας που διαγνώστηκε, είναι προεχόντως απαράδεκτοι ως αλυσιτελείς. 4.

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 560 αρ.5 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι νομικοί ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 14/2004,ΑΠ430/2019).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις αναφερόμενους στην ίδια διάταξη εξαιρέσεις. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 591 παρ.1 περ.β, 666 παρ.1, 115 παρ.3 και 256 παρ.1 περ.δ ΚΠολΔ (όπως ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος τουν.4335/2015 και είχαν εν προκειμένω εφαρμογή κατά το χρόνο συζήτησης της υπόθεσης, στον πρώτο βαθμό) προκύπτει ότι στη διαδικασία των.

εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και με συνοπτική έκθεση των περιστατικών τους στα πρακτικά (ΑΠ536/2017). Ανάλογος τρόπος προβολής των μέσων επιθέσεων και άμυνας προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 591 αρ.1 δ του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015 για τις περιουσιακές) διαφορές στις οποίες υπάγονται οι εργατικές διαφορές, κατά το άρθρο 614 αρ.3 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015 .

Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής πρέπει να προτείνεται στο δικαστήριο της ουσίας για να δημιουργηθεί λόγος αναιρέσεως σύμφωνα με το άρθ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν, στο δικαστήριο, της ουσίας και, ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη. (ΟλΑΠ1/1987, ΑΠ500/2010)..Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 520 και 533 ΚΠολΔ συνάγεται ότι όταν έγινε δεκτή πρωτοδίκως η αγωγή και ασκήθηκε έφεση, η οποία απορρίφθηκε ως αβάσιμη, κατ ουσίαν, δεν μπορεί να θεμελιωθεί λόγος αναίρεσης σε ισχυρισμό που δεν προτάθηκε με τους λόγους εφέσεως. (ΑΠ500/2010).

5. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο υπό στ.Β αρ.1 λόγο της αίτησης ο αναιρεσείων, αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ.5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ. με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό του, ότι ο εναγόμενος ήδη αναιρεσίβλητος, από τον Οκτώβριο του έτους 2006 λαμβάνει ως τακτική παροχή τα έξοδα κίνησης και η παροχή αυτή εν τοις πράγμασι συμψηφίζεται με τη ν ένδικη παροχή. 0 ερευνώμενος λόγος, κατά το μέρος αυτό, είναι απαράδεκτος καθόσον ο ανωτέρω ισχυρισμός, αρνητικός και όχι αυτοτελής πραγματικός ισχυρισμός, δεν συνιστά πράγμα κατά την άνω έννοια, το οποίο το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη.

Περαιτέρω, η με τον ίδιο πρώτο λόγο αποδιδόμενη αιτίαση, υπό στ.Β αρ.2, ότι το δικαστήριο της ουσίας αγνόησε τον ισχυρισμό του "ότι η απαίτηση του εφεσίβλητου έχει παραγραφεί" είναι απαράδεκτος, καθόσον ο ήδη αναιρεσείων, ηττηθείς πρωτοδίκως-εκκαλών δεν επικαλείται ότι τον ανωτέρω περί παραγραφής ισχυρισμό πρότεινε παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο με προφορική δήλωση στο ακροατήριο και καταχώριση στα πρακτικά και ότι επανέφερε αυτόν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραδεκτώς με λόγο έφεσής του, ανεξαρτήτως και της όλως αόριστης κατά τα ανωτέρω επίκλησής του, χωρίς κυρίως αναφορά του χρόνου έναρξης της παραγραφής, ώστε να κριθεί αν έχει συμπληρωθεί ο απαιτούμενος από το νόμο χρόνος.

Επίσης, η με τον υπό στ.Β αρ.3 του αναιρετηρίου λόγο αποδιδόμενη πλημμέλεια, ότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμό περί αοριστίας του αγωγικού δικογράφου, είναι απαράδεκτος διότι δεν επικαλείται ότι τον φερόμενο ως αγνοηθέντα ισχυρισμό αοριστίας είχε προτείνει παραδεκτά πρωτοδίκως, με προφορική δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά και επαναφορά με λόγο έφεσης ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ούτε άλλωστε από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης προκύπτει προβολή του ανωτέρω ισχυρισμού με λόγο έφεσης.

Τέλος, ο ίδιος πρώτος λόγος, υπό στ.Β αρ.4, με την αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας αγνόησε την 16/2015 απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και την 107/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, τις οποίες επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων ισχυριζόμενος ότι έκριναν επί ομοίων κατ' αντικείμενο δικών είναι απαράδεκτος, διότι δεν αναφέρεται σε πράγματα κατά την άνω έννοια, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη.

6. Στο άρθρο 560 αρ.1 ΚΠολΔ ορίζεται ότι "κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο [μεταξύ συγκεκριμένων περιπτώσεων και] αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου".

Με τον ανωτέρω λόγο ελέγχεται η παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και όχι δικονομικού δικαίου, όπως είναι οι διατάξεις περί δεδικασμένου των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η παραβίαση των οποίων δεν ιδρύει τον από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως. Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η αναιρετική πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, υπό την επίκληση ότι το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι υπάρχει δεδικασμένο για τις ένδικες αξιώσεις που παρήχθη από την 947/2009 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος διότι δεν ιδρύεται λόγος από τον αρ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ για παραβίαση των ανωτέρω δικονομικού δικαίου διατάξεων, που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν. Ούτε, άλλωστε, στους λόγους του άρθρου 560 ΚΠολΔ περιλαμβάνεται λόγος αναίρεσης αντίστοιχος του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

7. Με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, μειωμένα κατά το μέτρο του άρθρου 281 αρ.2 του ν. 3463/2006, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13 Μαρτίου 2019 αίτηση για αναίρεση της 13468/2018 αποφάσεως του ως Εφετείου δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Νοεμβρίου 2020.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ