Supreme Court dismisses appeal claiming lower court ignored medical expert reports and violated medical ethics codes.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a medical malpractice dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific proposals and a document proving the defendant's actual address, while also claiming violations of medical ethics codes. The court rejected these claims, ruling that the lower court relied primarily on a technical advisor's report rather than the disputed documents and that the appellant's arguments regarding legal violations were actually attacks on the unreviewable assessment of evidence.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(8)(b) CPolD; Art. 561(1) CPolD: Appeals based on the lower court's failure to consider specific proposals or alleged violations of substantive law are inadmissible if they merely challenge the unreviewable evaluation of evidence or the court's inferences drawn from the facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1148 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1148/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Χ. Σ., συζύγου Κ. Σ., κατοίκου ... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Ντάλλα.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ε. Α. του Φ., κατοίκου ... και 3) Β. Γ. του Γ., κατοίκου .... Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Δοβλέ, ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Παριανό και η τρίτη εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Σίβυλλα Φιλιππάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-3-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθήνας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5739/2013 του ίδιου Δικαστηρίου, 3875/2015 μη οριστική και 5246/2017 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-2-2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, όχι δε και τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα ή επίκληση του περιεχομένου τους (ΑΠ 10/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: α) τις από 10.2.2015 και 12.2.2015, αντίστοιχα, προτάσεις και προσθήκη προτάσεων της τρίτης αναιρεσίβλητης που είχε καταθέσει ενώπιον του Εφετείου Αθηνών κατά τη συζήτηση της εφέσεώς της, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και β) το δικόγραφο της από 12.9.2012 προσεπίκλησης της ίδιας αναιρεσίβλητης προς την ασφαλιστική εταιρία "...
ΑΕ", από τα οποία αποδεικνυόταν ότι η πραγματική διεύθυνση της επαγγελματικής κατοικίας της ήταν επί της οδού ... της πόλης των ....και όχι ..., όπως το Εφετείο δέχθηκε, με αποτέλεσμα να κρίνει ότι η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης στη ανωτέρω πρώτη διεύθυνση ήταν άκυρη και συνακόλουθα η κατ' αυτής έφεση (της τρίτης αναιρεσίβλητης) εμπρόθεσμη και παραδεκτή.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι όπως προεκτέθηκε τα αποδεικτικά μέσα, άρα και τα ανωτέρω διαδικαστικά έγγραφα κατά το μέρος που παρέχουν έδαφος συναγωγής δικαστικών τεκμηρίων για την αλήθεια ενός γεγονότος, δεν αποτελούν πράγματα κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ.
Ομοίως και ο συναφής δεύτερος λόγος της αιτήσεως από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο, μη λαμβάνοντας υπόψη τα ως άνω διαδικαστικά έγγραφα, παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, είναι απαράδεκτος διότι δεν δημιουργείται ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο συνεκτιμώντας ελεύθερα τα αποδεικτικά μέσα, κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, αποδίδει μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα σ' ένα από αυτά.
Σε κάθε δε περίπτωση, ακόμη και αν ήθελαν εκτιμηθεί ότι οι λόγοι αυτοί υπάγονται ορθά στην πλημμέλεια του αριθμού 11 περ. γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι διότι υπό το πρόσχημα των ως άνω σφαλμάτων πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο αναφορικά με το γεγονός της πραγματικής επαγγελματικής κατοικίας της τρίτης αναιρεσίβλητης, με το οποίο συνάπτεται αναγκαία το συμπέρασμα του Εφετείου ότι η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης ήταν άκυρη και επομένως η κατ' αυτής έφεση εμπρόθεσμη και παραδεκτή, αφού η άκυρη επίδοση δεν αποτέλεσε αφετηρία της γνήσιας προθεσμίας του άρθρου 518 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, κατά το άρθρο 387 ΚΠολΔ, που επαναλαμβάνει τον ορισμό του άρθρου 340 του ίδιου κώδικα, εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, ακόμη και όταν διατάχθηκε υποχρεωτικά κατ' άρθρο 386 ΚΠολΔ και δεν έχει αυξημένη δύναμη σε σχέση με τα άλλα αποδεικτικά μέσα, που να δεσμεύει το δικαστήριο να δεχθεί την απόδειξη που προκύπτει από αυτή και συνεπώς η συνεκτίμησή της με τα άλλα αποδεικτικά μέσα μπορεί να οδηγήσει το δικαστήριο σε σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, του να είναι αντίθετη προς το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, η δε σχετική ως προς την εκτίμηση της πραγματογνωμοσύνης κρίση του δικαστηρίου δεν είναι ανάγκη να αιτιολογείται και είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, και μάλιστα ούτε με τη διάταξη του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αφού δεν έχει ιδιαίτερη αποδεικτική δύναμη έναντι των λοιπών αποδεικτικών μέσων.
Επίσης, κατά το άρθρο 390 ΚΠολΔ, το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τις γνωμοδοτήσεις προσώπων που έχουν ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης σε αιτήματα που αφορούν εκκρεμή δίκη, οι οποίες συντάχθηκαν ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου και προσάγονται από αυτόν. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι οι έγγραφες εκθέσεις των τεχνικών συμβούλων των διαδίκων, με τις οποίες διατυπώνουν κατά το άρθρο 392 παρ. 3 ΚΠολΔ τις γνώσεις τους για τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων, αποτελούν έγγραφα που εκτιμώνται, ως δικαστικά τεκμήρια, ελεύθερα, από το δικαστήριο, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, χωρίς να απαιτείται η αντιδιαστολή τους από τα άλλα έγγραφα και η ειδική μνεία του (ΑΠ 1020/2014).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, περιοριζόμενο όμως μόνο σ' αυτά, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11β του άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για το σχηματισμό της κρίσης του αναφορικά με τη βασιμότητα των επικαλούμενων πραγματικών περιστατικών, που πρέπει κατά το άρθρο 335 ΚΠολΔ να είναι ουσιώδη, ώστε να επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης (ΟλομΑΠ 42/2002), έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή αποδείξεις που δεν τις επικαλέσθηκαν παραδεκτά οι διάδικοι.
Για να είναι όμως λυσιτελής ο πιο πάνω λόγος πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να στηρίχτηκε κύρια στα έγγραφα αυτά για να καταλήξει στο πόρισμά του. Δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχτηκε μόνον επικουρικά σ' αυτά, ενώ κύρια στηρίχτηκε για να καταλήξει στο πόρισμά του και σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 409/2015, ΑΠ 155/2007).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως, από τον αριθ. 11β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματός της, εκτός των άλλων αποδεικτικών μέσων, και την από 15.5.2017 έκθεση του Ι. Μ., τεχνικού συμβούλου του δεύτερου αναιρεσίβλητου, την οποία αυτός προσκόμισε με επίκληση στο Εφετείο απαραδέκτως μετά τη συζήτηση της έφεσης με την προθήκη των προτάσεων.
Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η προσκόμιση της έκθεσης του τεχνικού συμβούλου ως εγγράφου προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων έγινε με την προσθήκη των προτάσεων μετά τη συζήτηση, δηλαδή απαραδέτως. Επομένως, από την άποψη αυτή, το Εφετείο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν παραδεκτά.
Ωστόσο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο την παραδοχή του ότι οι ιατρικές πράξεις των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων ιατρών ήταν σύμφωνες με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, δεοντολογίας και πρακτικής και ως εκ τούτου δεν έγιναν υπαίτιοι ιατρικού σφάλματος σε βάρος της υγείας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, θεμελίωσε εν μέρει μόνο και επικουρικά στην ανωτέρω έκθεση του τεχνικού συμβούλου (ο οποίος ανέπτυξε τις θέσεις του και προφορικά στο ακροατήριο του Εφετείου κατά το άρθρο 392 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλομένη απόφαση), κυρίως όμως σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται σ' αυτή, μεταξύ των οποίων οι καταθέσεις των μαρτύρων και ιδίως οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης των ιατρών Γ.
Φ. και Α. Λ., επικουρικά δε και μόνο αναφέρεται στη (σύμφωνη με τη γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα ιατρό Γ. Φ.) άποψη του τεχνικού συμβούλου ότι δεν επρόκειτο για ιατρικό σφάλμα. Εφόσον λοιπόν το Εφετείο δεν στηρίχτηκε κύρια και αποκλειστικά στο έγγραφο αυτό (έκθεση τεχνικού συμβούλου) για να καταλήξει στο πόρισμά του, ο προβαλλόμενος λόγος δεν είναι λυσιτελής και γι' αυτό είναι αβάσιμος.
Οι εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγοι αναιρέσεως είναι δυνατόν να φέρεται ότι πλήττουν την προσβαλλόμενη απόφαση γιατί παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αλλά στην πραγματικότητα, υπό το πρόσχημα των ανωτέρω σφαλμάτων, να πλήττουν αυτήν κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία όμως δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο, διότι εσφαλμένα εφάρμοσε τα άρθρα 1 παρ. 1 και 5 του ν. 3418/2005 (Κώδικας Ιατρικής Δεοντολογίας) αναφορικά με την παραδοχή ότι την 3η Αυγούστου 2009 δεν έλαβε χώρα από το δεύτερο εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο ιατρό ιατρική εξέταση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, αλλά της χορηγήθηκε (χωρίς ειδική εξέταση) αναρρωτική άδεια με βάση την υφιστάμενη κατάστασή της.
Επίσης, με τον πέμπτο λόγο, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο για εκ πλαγίου παραβίαση διατάξεων που ωστόσο δεν αναφέρει. Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι, διότι υπό το πρόσχημα της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού δικαίου, πλήττουν στην πραγματικότητα την ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα τις παραδοχές του Εφετείου ότι οι ιατρικές πράξεις των εναγομένων ιατρών κατά τη νοσηλεία και χειρουργική επέμβαση κήλης στην κλινική της πρώτης εναγομένης τόσο αρχικά την 29.5.2009, όσο και τη δεύτερη φορά στο διάστημα από 23.6.2009-26.6.2009, αλλά και κατά τις επόμενες επισκέψεις της στους ιατρούς την 3.7.2009 και 14.7.2009 ήταν σύμφωνες με τους κανόνες της ιατρικής επιστήμης, δεοντολογίας και πρακτικής και ως εκ τούτου δεν έγιναν υπαίτιοι ιατρικού σφάλματος σε βάρος της υγείας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14 Φεβρουαρίου 2018 αίτηση της Μ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 5246/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.-
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ και νυν Πρόεδρος του Αρείου Πάγου
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ